Πώς και Γιατί Πρέπει να Κηρυχθή Σήμερα
1. Η διανομή της Αγίας Γραφής είναι παν ό,τι πρέπει να γίνη γι’ αυτό το κήρυγμα; Γιατί;
ΠΩΣ πρόκειται να κηρυχθή ‘ο λόγος’; Με τη διανομή της Αγίας Γραφής στην έντυπη μορφή της; Εν μέρει έτσι, διότι αυτό θέτει για μας ένα κατάλληλο θεμέλιο, για να εκτελέσωμε την εντολή να κηρύξωμε. Δεν μπορούμε να θέσωμε κατά μέρος τον γραπτό ή έντυπο λόγο, όπως και ο Ιησούς δεν τον έθεσε. Πάντοτε ανεφέρετο στον γραπτό λόγο, λέγοντας περικοπές του με την εισαγωγή «Είναι γεγραμμένον» ή «Ούτω είναι γεγραμμένον». Αλλά εμείς που κατέχομε το περιεχόμενό του διότι το διαβάσαμε και το μελετήσαμε ή διότι το ακούσαμε να το διαβάζουν, πρέπει να το πούμε και στους άλλους. Ο λόγος εγράφη, όχι για να κείται σιωπηλός στην τυπωμένη σελίδα, αλλά για να διακηρυχθή και να γίνη κατανοητός στους ακροατάς. Μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο φέρνεται στις καρδιές των ανθρώπων η ελπίδα της αιωνίου ζωής υπό την βασιλεία του Θεού. Ο απόστολος Παύλος τονίζει το γεγονός αυτό λέγοντας: «Επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου, την οποίαν υπεσχέθη ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων, εφανέρωσε δε εν καιροίς ωρισμένοις τον λόγον αυτού [πώς;], δια του κηρύγματος, το οποίον ενεπιστεύθην εγώ κατ’ επιταγήν του Σωτήρος ημών Θεού.» (Τίτον 1:2, 3) Γι’ αυτή την αιτία, ο Θεός κάνει κάτι περισσότερο από το να προμηθεύση τον γραπτό λόγο για διάβασμα και μελέτη. Φέρνει σε επαφή μ’ αυτόν άνδρες και γυναίκες και τους κατευθύνει να πληροφορηθούν το τι περιέχει. Έπειτα, αφού τον προσέξουν και αφοσιωθούν σ’ Αυτόν μέσω των αξιολόγων διευθετήσεων του Ιησού Χριστού, θέτει το πνεύμα του επάνω τους και τους εξαποστέλλει για να είναι κήρυκες του λόγου του.
2. Γιατί η ορατή οργάνωσις του Θεού είναι οργάνωσις διαγγελέων του ευαγγελίου;
2 Η ορατή οργάνωσις του Θεού υπό τον Χριστό είναι μια οργάνωσις στην οποία κάθε πιστός είναι ένας διαγγελεύς των καλών νέων. Η τελική σωτηρία του καθενός εξαρτάται από το να είναι τέτοιος. Διότι είναι γραμμένο: «Ότι εάν ομολογήσης δια του στόματος σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθή· διότι με την καρδίαν πιστεύει τις προς δικαιοσύνην, και με το στόμα γίνεται ομολογία προς σωτηρίαν. Διότι “πας όστις επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου [Ιεχωβά], θέλει σωθή”.» (Ρωμαίους 10:9, 10, 13) Γι’ αυτό το λόγο, ο Ψαλμός 40:7-10 είπε προφητικά για τον Ιησού Χριστό: «Τότε είπα, Ιδού, έρχομαι· εν τω τόμω του βιβλίου είναι γεγραμμένον περί εμού· χαίρω, Θεέ μου, να εκτελώ το θέλημά σου· και ο νόμος σου είναι εν τω μέσω της καρδίας μου. Εκήρυξα δικαιοσύνην εν συνάξει μεγάλη· ιδού, δεν εμπόδισα τα χείλη μου, Ιεχωβά, συ εξεύρεις. Την δικαιοσύνην σου δεν έκρυψα εντός της καρδίας μου· την αλήθειάν σου και την σωτηρίαν σου ανήγγειλα· δεν έκρυψα το έλεός σου και την αλήθειάν σου από συνάξεως μεγάλης.» (Α.Σ.Μ.) Η δικαιοσύνη που αποκτούν οι οπαδοί του Ιησού Χριστού μέσω πίστεως με την καρδιά ή τη διάνοια, δεν πρέπει να σταματήση εκεί. Πρέπει να διακηρυχθή και στους άλλους το πώς αποκτάται η δικαιοσύνη και πώς μπορούν και άλλοι επίσης να την αποκτήσουν. Πρέπει να γίνη μια δημοσία ομολογία ή διακήρυξις ως μαρτυρία για τον Θεό και τον Χριστό του και για τη διαφώτισι των άλλων. Η ομολογία αυτή είναι προς σωτηρίαν.
3. Οι μάρτυρες, λοιπόν, του Ιεχωβά τι είδους σύλλογος είναι; Με ποια βοήθεια;
3 «Κήρυξον!», λοιπόν, λέγει ο απόστολος του Χριστού. Γι’ αυτό το λόγο η Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά δεν τυπώνει απλώς Γραφές και Γραφικά βοηθήματα. Εκπαιδεύει επίσης και εξαρτίζει διακόνους του ευαγγελίου. Συνεπώς, η οργάνωσις των μαρτύρων του Ιεχωβά σε όλο τον κόσμο είναι ένας σύλλογος κηρύκων του λόγου του Θεού, μια Θεοκρατική οργάνωσις καθιερωμένων διακόνων χειροτονημένων από τον Θεό μέσω του Χριστού.
4. Με ποιους δύο γενικούς τρόπους πρέπει να εκτελεσθή η εντολή για κήρυγμα;
4 Ο απόστολος Παύλος που έδωσε την εντολή στον Τιμόθεο, υπέδειξε τις δύο γενικές γραμμές κατά μήκος των οποίων πρέπει να εκτελεσθή το έργο του κηρύγματος. Όταν έγραφε στον Τιμόθεο, ο νέος αυτός, εννοείται, ήταν ένας από τους επισκόπους της Εφέσου, πόλεως της Μικράς Ασίας. Προ ετών ο απόστολος περνούσε από κει. Συνήθροισε, λοιπόν, τους επισκόπους της Εφέσου και μεταξύ άλλων, τους είπε: «Δεν υπέκρυψα ουδέν των συμφερόντων, ώστε να μη αναγγείλω αυτό προς εσάς, και να σας διδάξω ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΥΣ, διαμαρτυρόμενος προς Ιουδαίους τε και Έλληνας την εις τον Θεόν μετάνοιαν, και την πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Και τώρα ιδού, εγώ εξεύρω ότι πλέον δεν θέλετε ιδεί το πρόσωπον μου σεις πάντες, μεταξύ των οποίων διήλθον κηρύττων την βασιλείαν του Θεού.» Να πώς γινόταν το κήρυγμα: «δημοσία και κατ’ οίκους.»—Πράξεις 20:20, 21, 25.
5. Πώς φανερώνεται ότι το Ησαΐας 42:1, 2 δεν είναι εναντίον του δημοσίου κηρύγματος;
5 Σ’ αυτές τις δύο γραμμές της δράσεως ο Παύλος αντέγραψε το μεγάλο μας Υπόδειγμα, τον μεγαλύτερο Κήρυκα από όλους, τον Ιησού Χριστό. Βέβαια τα γεγονότα μαρτυρούν ότι αυτός διεκήρυττε το άγγελμα της Βασιλείας δημοσία. Είναι αλήθεια ότι η προφητεία του Ησαΐα 42:1, 2 παρουσιάζει τον Ιεχωβά Θεό να λέγη για τον Ιησού Χριστό: «Έθεσα το πνεύμά μου επ’ αυτόν·. . . . Δεν θέλει φωνάξει, ουδέ θέλει ανακράξει, ουδέ θέλει κάμει την φωνήν αυτού να ακουσθή εν ταις οδοίς.» Αλλά ο Ιησούς δεν εθεώρησε ότι η προφητεία αυτή εσήμαινε πως αυτός και οι ακόλουθοι του απεκλείετο να δώσουν μαρτυρία σε δημοσίους τόπους προς μεγάλα ακροατήρια. Ο απόστολος Ματθαίος παραθέτει την προφητεία του Ησαΐα, λέγοντας: «Θέλω θέσει το πνεύμά μου επ’ αυτόν, . . . Δεν θέλει αντιλογήσει, ουδέ κραυγάσει· ουδέ θέλει ακούσει τις την φωνήν αυτού εν ταις πλατείαις.» Αλλά ο Ματθαίος το παραθέτει αυτό για ν’ αποδείξη ότι ο Ιησούς δεν θα αυτοδιεφημίζετο για να δοξάση τον εαυτό του, ούτε θα δημιουργούσε δημοσία εντύπωσι για να μεγαλύνη το δικό του όνομα και να ελκύση την κυρία προσοχή μακριά από τον Ιεχωβά Θεό και τη βασιλεία του. (Ματθαίος 12:15-19) Αφού ο Ιωάννης ο βαπτιστής εφυλακίσθηκε και εμποδίσθηκε απ’ αυτό να μιλή δημοσία στα πλήθη, ο ίδιος ο Ιησούς προώθησε την εκστρατεία δημοσίων συναθροίσεων. Είναι γραμμένο: «Και περιήρχετο ο Ιησούς όλην την Γαλιλαίαν, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών, και κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας.» (Ματθαίος 4:12-17, 23) Εσυνέχισε το δημόσιο έργο του σε όλο το υπόλοιπο της διακονίας του στη γη και ήνωσε μαζί του στην ευρεία αυτή γνωστοποίησι της βασιλείας του Θεού, τους δώδεκα αποστόλους του και εβδομήντα ακόμη ευαγγελιστάς.—Λουκάς 8:1· 9:1, 2· 10:1.
6. Πού ήταν πρόθυμος ο Ιησούς να συγκροτή δημόσιες συναθροίσεις, και γιατί;
6 Ο Ιησούς επήγαινε σκοπίμως εκεί που υπήρχαν πλήθη. Επωφελείτο από το ότι πλήθη ήταν συναθροισμένα εκεί όπου η απόδοσις της προσωπικής του λατρείας στον Θεό τον έκανε να βρίσκεται κατά περιστάσεις. Εκήρυττε, λοιπόν, στις Ιουδαϊκές συναγωγές και στο ναό στην Ιερουσαλήμ, πράγμα που είχε δικαίωμα να το κάνη ως πολίτης του Ισραήλ που επλήρωνε φόρους. Την εποχή εκείνη ήταν σπάνιες ή δεν υπήρχαν καθόλου δημόσιες αίθουσες για να ενοικιασθούν από οποιονδήποτε που ήθελε να τις χρησιμοποιήση για ζητήματα λαϊκού ενδιαφέροντος. Αλλά ο Ιησούς δεν εχρειάζετο τέτοιες αίθουσες για να συγκροτήση δημόσιες συναθροίσεις. Δεν εχρειάζετο ακόμη κάτι τόσο κομψό σαν τα θελκτικά δημόσια πάρκα που έχομε σήμερα, με τις καλά περιποιημένες πρασινάδες και τις εξέδρες ή περίπτερα, προτού συγκατατεθή να συγκροτήση μια υπαίθρια συνάθροισι. Έπαιρνε τη φύσι όπως ακριβώς ήταν. Ήταν πρόθυμος να συγκροτήση μια δημοσία συνάθροισι έξω από τις πόλεις, χρησιμοποιώντας ως βήμα μια πλαγιά βουνού ή το κατάστρωμα μιας ψαρόβαρκας σε μικρή απόστασι από το πλήθος που ήταν στην ακρογιαλιά. Χρησιμοποιούσε την ατομική του ευμετακόμιστη ηχητική εξάρτυσι, τον απαράμιλλο μηχανισμό της ανθρωπίνης φωνής, και προσαρμοζόταν στις ακουστικές ιδιοτυπίες του δημοσίου τόπου στον οποίον εκήρυττε. Ο Ιωάννης ο βαπτιστής εκήρυττε στα πλήθη έξω στην απαρασκεύαστη έρημο και κατά μήκος των οχθών του Ιορδάνου ποταμού. Ο Ιησούς, επίσης, ήταν πρόθυμος να αναγγείλη τις καλές ειδήσεις του Θεού έξω στην έρημο, αν υπήρχε εκεί ακροατήριο. Οι αληθινοί κήρυκες του Θεού δεν είναι τέτοιοι που να πρέπει να έχουν ένα μόνιμο άμβωνα σ’ ένα κτίριο και επί πληρωμή.—Ματθαίος 5:1, 2· 13:1, 2· 14:13-15· 11:7-11· Μάρκος 4:1, 2.
‘ΑΠΟ ΣΠΙΤΙ ΣΕ ΣΠΙΤΙ’
7. Πώς εκήρυξε στην αρχή ο Ιησούς; Τι αποδεικνύει αυτό;
7 Άνθρωποι που φέρουν τον τίτλο «Διδάκτωρ της Θεολογίας» και τους οποίους οι πολιτικοί, οι άνθρωποι του μεγάλου εμπορίου, οι αστικοί δικασταί και ο λαός εν γένει θεωρούν ως διακόνους και κήρυκας, περιορίζονται να μιλούν από «καθιερωμένους» άμβωνας Δεν κάνουν κήρυγμα από σπίτι σε σπίτι και δύσκολα ακόμη επισκέπτονται και τους ενορίτας των ή τα μέλη της εκκλησίας των στα σπίτια των για να τους διδάξουν. Σ’ αυτό δεν μιμούνται τον απόστολο Παύλο, ο οποίος εκήρυττε «κατ’ οίκους», δηλαδή από σπίτι σε σπίτι, και ο οποίος έλεγε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς και εγώ του Χριστού.» (1 Κορινθίους 11:1) Αλλά ένας Χριστιανός, για ν’ αποδείξη ότι είναι κήρυξ χειροτονημένος από το πνεύμα του Θεού, δεν χρειάζεται να κατέχη έναν τίτλο ή να έχη έναν άμβωνα προσδιωρισμένον γι’ αυτόν κι ένα εκκλησίασμα από πολλούς ακροατάς που θα κάνουν εισφορές. Μπορεί να αποδείξη τη διακονία του κηρύττοντας σε άτομα και από θύρα σε θύρα. Το πρώτο κήρυγμα που ο ίδιος ο Ιησούς έκαμε, αφού εχρίσθηκε με το πνεύμα του Θεού, έγινε ιδιαιτέρως σε άτομα μέσα σ’ ένα σπίτι, στην ιδιωτική του κατοικία, στην οποίαν εκάλεσε τους δύο άνδρας. Όταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής υπέδειξε ποιος ήταν ο Ιησούς, αυτοί ακολούθησαν τον Ιησού και ερώτησαν: «Πού μένεις;» «Λέγει προς αυτούς, Έλθετε και ίδετε. Ήλθον και είδον που μένει· και έμειναν παρ’ αυτώ την ημέραν εκείνην· η δε ώρα ήτο ως δεκάτη [4 μ.μ.].» Αυτό το κήρυγμα στο μέρος που έμενε ο Ιησούς είχε επιτυχία, διότι ωδήγησε στο να προέλθουν οι απόστολοι Ανδρέας και Ιωάννης. Ο Ανδρέας αμέσως προσκάλεσε ένα στενό συγγενή του, τον αδελφό του Σίμωνα Πέτρο, στην οικιακή συνάθροισι, η οποία ωδήγησε στο να παραχθή ο απόστολος Πέτρος.—Ιωάννης 1:35-42.
8. Πώς φανερώνεται ότι οι οικιακές συναθροίσεις είναι ένα μέσον για κήρυγμα;
8 Ο Ιησούς θεωρούσε κατάλληλες τις οικιακές συναθροίσεις για να δώση μαρτυρία σε ένα άτομο ή περισσότερα. Ο Ιουδαίος άρχων Νικόδημος ο Φαρισαίος, ήλθε στην ιδιωτική του κατοικία και ο Ιησούς, εκτελώντας την αποστολή του, του έδωσε το άγγελμα. (Ιωάννης 3:1-21) Ο Ματθαίος, που ήταν ο πρώην τελώνης Λευίς, εκτιμούσε τις οικιακές συναθροίσεις. Ευθύς άμα αποδέχθηκε την πρόσκλησι του Ιησού να γίνη ακόλουθος του, ο Ματθαίος εκανόνισε να έχη τον Ιησού στο σπίτι του και προσκάλεσε τελώνας και αμαρτωλούς σαν κι αυτόν να είναι εκεί στο γεύμα για να τους δώση ο Ιησούς μαρτυρία. (Ματθαίος 9:9-13· Μάρκος 2:14-17· Λουκάς 5:27-32) Οι Γραφές αναφέρουν ότι σε διάφορες ημέρες της εβδομάδος ο Ιησούς είχε πολλές οικιακές συναθροίσεις όπου εκήρυττε. (Μάρκος 2:1-12· Λουκάς 19:5-11) Ο πρώτος Εθνικός που μετεστράφη στο Χριστιανισμό θεωρούσε κατάλληλο ν’ ανοίξη το σπίτι του σε συναθροίσεις για ν’ ακούη να κηρύττεται ο λόγος του Θεού. Όταν ο άνθρωπος αυτός, ο Κορνήλιος, ωδηγήθηκε να στείλη και να καλέση τον Πέτρο για να έλθη και να κηρύξη, δεν εκράτησε από φόβο το πράγμα μυστικό, ώστε να έχη τη συνάντησί του με τον Πέτρο αποκλειστικά μεταξύ τους. Όχι· αλλά άνοιξε διάπλατα το σπίτι του και προσκάλεσε την οικογένειά του, τους συγγενείς του και τους φίλους του για ν’ ακούσουν το άγγελμα μαζί του. Συνεπώς διαβάζομε: «Ο δε Κορνήλιος περιέμενεν αυτούς [τον Πέτρο και τους συνοδούς του], συγκαλέσας τους συγγενείς αυτού και τους οικείους φίλους. Ως δε εισήλθεν ο Πέτρος, . . . συνομιλών μετ’ αυτού εισήλθε, και ευρίσκει συνηγμένους πολλούς.» (Πράξεις 10:24-27) Ο Φιλήμων, από τας Κολοσσάς, ήταν ένας άλλος που εκτιμούσε τις οικιακές συναθροίσεις και που άνοιξε το σπίτι του σε συγκεντρώσεις για ν’ ακούη το λόγο του Θεού. Ως αποτέλεσμα τούτου, ιδρύθηκε μια συνάθροισις ή εκκλησία στο σπίτι του. Ο Παύλος, λοιπόν, γράφοντάς του, λέγει: «Παύλος δέσμιος του Ιησού Χριστού, και Τιμόθεος ο αδελφός, προς Φιλήμονα . . . και την κατ’ οίκόν σου εκκλησίαν.» (Φιλήμονα 1, 2) Τι προνόμιο ήταν αυτό! Πώς αυτό αγίαζε το σπίτι εκείνο! Πώς αυτό αποδεικνύει τι έξοχο μέρος είναι ένα σπίτι για συναθροίσεις τοπικών ομίλων!
9. Σε πόσο λίγους μπορούμε να κηρύττωμε; Πώς αποδεικνύεται ότι αυτό είναι αποτελεσματικό;
9 Έτσι, όταν ένας εκτελή την από Θεού αποστολή του, το κήρυγμα μπορεί να γίνεται με το να δίνη μαρτυρία σε μεγάλα ακροατήρια δημοσίως, από θύρα σε θύρα, σε συναθροίσεις μικρών ομάδων στα σπίτια, και σε μεμονωμένα άτομα οπουδήποτε και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ο Ιησούς δεν παραμελούσε ευκαιρίες για ατομική μαρτυρία, ούτε και οι άγρυπνοι ακόλουθοί του. Όταν κάθησε κουρασμένος και πεινασμένος στο πηγάδι κοντά στη Συχάρ στην εχθρική Σαμάρεια και μια Σαμαρείτις γυναίκα ήλθε δίπλα να αντλήση νερό, ο Ιησούς το χρησιμοποίησε αυτό σαν μια ευκαιρία να κηρύξη σ’ ένα άτομο. Αυτό ωδήγησε στο να κηρύξη σ’ έναν όμιλο που μαζεύθηκε εκεί, τον οποίον η γυναίκα αυτή διήγειρε για να έλθη και ν’ ακούση τον Ιησού. (Ιωάννης 4:6-41) Ο ευαγγελιστής Φίλιππος επίσης βρήκε επωφελές το να δίνη μαρτυρία σε άτομα. Είναι πολύ γνωστό πώς πλησίασε ένα περαστικό άρμα, που ο κάτοχος του, ένας Αιθίοψ, εδιάβαζε δυνατά την προφητεία του Ησαΐα, και πώς προσεκλήθη να καθήση δίπλα του. «Και ανοίξας ο Φίλιππος το στόμα αυτού, και αρχίσας από της γραφής ταύτης, ευηγγελίσατο εις αυτόν τον Ιησούν.» Ο Φίλιππος δεν εβράδυνε με την πρώτη ευκαιρία να βαπτίση το άτομο αυτό. (Πράξεις 8:26-39) Ο άγγελος του Θεού ήταν εκείνος που ωδήγησε τον Φίλιππο σ’ αυτό το άτομο.
«ΕΓΚΑΙΡΩΣ, ΑΚΑΙΡΩΣ»
10. Σε ποιες περιστάσεις πρέπει να κηρύττωμε; Πώς το εφανέρωσε ο Ιησούς;
10 Δεν πρόκειται πάντοτε να εκλέγωμε το πότε και πού θα κηρύξωμε, σύμφωνα εντελώς με τις ιδέες μας ως προς το τι είναι κατάλληλο για μας. Μερικές φορές, μολονότι οι περιστάσεις φαίνονται δυσμενείς, πρέπει ακόμη να συναισθανώμεθα την υποχρέωσι και να προσπαθούμε να εκτελέσωμε το έργο μας. Μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να υπερπηδήσωμε τη δυσμενή κατάστασι που δημιουργήθηκε και να ματαιώσωμε το σκοπό που μπορεί να είχαν οι εχθροί κάνοντας τα πράγματα στενόχωρα για μας και το έργο μας. Ο απόστολος Παύλος συνέστησε στον Τιμόθεο να εμμένη στο κήρυγμα, λέγοντας: «Επίμενε εγκαίρως, ακαίρως.» (2 Τιμόθεον 4:2) Στη μεσημβρινή εκείνη ώρα, όταν ο Ιησούς κάθησε κουρασμένος και πεινασμένος δίπλα στο πηγάδι, μπορεί να φαινόταν άκαιρο το να επιδοθή σε μαρτυρία προς εκείνη τη Σαμαρείτιδα υδροφόρο. Αλλά ό,τι ήταν άκαιρο για τη σάρκα του Ιησού, ήταν πάρα πολύ επίκαιρο γι’ αυτή τη γυναίκα. Η εκτέλεσις του θελήματος του Πατρός του εφωδίαζε τον Ιησού με θαυμαστή δύναμι διατηρήσεως για να βρίσκεται στην αποστολή του ακαίρως.
11. Πώς οι πρώτοι Χριστιανοί υπερνικούσαν τις ‘άκαιρες’ περιστάσεις;
11 Αφού ο Στέφανος ελιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου, ο εκ Ταρσού Σαούλ άρχισε τη σταδιοδρομία του τού βιαίου διωγμού και η εκκλησία της Ιερουσαλήμ διελύθη. Οι περισσότεροι διεσπάρησαν στην Ιουδαία και στη Σαμάρεια, και μπορεί να είχε φανή ‘άκαιρο’ σ’ αυτούς που εδιώκοντο να εξακολουθήσουν να δίνουν μαρτυρία για τον Ιεχωβά και τον Χριστό του. Ήταν, λοιπόν, οι συνθήκες εκείνες οι κατάλληλες για να παύσουν να κηρύττουν το άγγελμα; Οι διώκται και ο υποκινητής των Σατανάς ο Διάβολος θα επιθυμούσαν να είναι έτσι ή να κάνουν να φαίνεται στους διασκορπισμένους Χριστιανούς πώς είναι έτσι. Αλλά ένοιωθαν άραγε αυτοί πως είχαν το δικαίωμα να πάρουν έτσι τα πράγματα και να ενδώσουν στην πρόθεσι των διωκτών; Όχι! Η αφήγησις αποκαλύπτει πώς ο πονηρός σκοπός των εχθρών εματαιώθη, λέγοντας: «Οι μεν λοιπόν διασπαρέντες διήλθον, ευαγγελιζόμενοι τον λόγον.» Για ένα και μόνο πράγμα, ο Φίλιππος ο ευαγγελιστής κατέβηκε στη Σαμάρεια. Με ποιο αποτέλεσμα; «Ότε όμως επίστευσαν εις τον Φίλιππον ευαγγελιζόμενον τα περί της βασιλείας του Θεού, και του ονόματος του Ιησού Χριστού, εβαπτίζοντο άνδρες τε και γυναίκες.» Μια εκτεταμένη μαρτυρία προέκυψε διότι οι διασκορπισμένοι εξακολούθησαν να ευαγγελίζωνται ακόμη και «ακαίρως» γι’ αυτούς, σε ξένα εδάφη, μακριά από τα σπίτια τους. Σε τέτοιο βαθμό, που διαβάζομε: «Οι μεν λοιπόν διασκορπισθέντες εκ του διωγμού του γενομένου δια τον Στέφανον επέρασαν έως Φοινίκης και Κύπρου και Αντιοχείας, . . . κηρύττοντες τον λόγον. . . . Ήσαν δε τινες εξ αυτών, άνδρες Κύπριοι και Κυρηναίοι, οίτινες εισελθόντες εις Αντιόχειαν, ελάλουν προς τους Ελληνιστάς, ευαγγελιζόμενοι τον Κύριον Ιησούν. Και ήτο χειρ Κυρίου μετ’ αυτών· και πολύ πλήθος πιστεύσαντες επέστρεψαν εις τον Κύριον.» (Πράξεις 8:4-12· 11:19-21) Εκείνο, λοιπόν, που είναι ‘άκαιρο’ για τους δούλους του Θεού από μια φυσική άποψι, μπορεί να μεταβληθή σε πλεονέκτημα αν εμμείνουν πιστά στη διακονία.
12. Πώς ο Παύλος βρέθηκε περιωρισμένος; Έχασε έτσι την αποστολή του;
12 Υπάρχουν πολλοί σήμερα που υφίστανται έντονο διωγμό, που διασκορπίζονται και εκτοπίζονται, που κρατούνται σε στρατόπεδα βαριάς εργασίας και σπρώχνονται σε «κεκαλυμμένη» δράσι. Γι’ αυτούς τα πράγματα είναι πολύ ‘άκαιρα’. Όχι μόνο αυτό, αλλά υπάρχουν και άλλοι που είναι περιωρισμένοι στα σπίτια τους από αρρώστεια, αναπηρία, ή άλλα εμπόδια. Πώς μπορούν αυτοί να υπερνικήσουν τέτοιες συνθήκες που φαινομενικά είναι τόσο ‘άκαιρες’; Ο απόστολος έδειξε πώς. Αυτός ο ίδιος ήταν κάποτε περιωρισμένος, επί δύο συνεχή χρόνια, και μάλιστα υπό την επίβλεψι πρακτόρων του Ρωμαίου αυτοκράτορος. Ο Λουκάς μάς λέγει τα ακόλουθα για τον δέσμιο Παύλο: «Ότε δε ήλθομεν εις Ρώμην, ο εκατόνταρχος παρέδωκε τους δεσμίους εις τον στρατοπεδάρχην· εις τον Παύλον όμως συνεχωρήθη να μένη καθ’ εαυτόν μετά του στρατιώτου όστις εφύλαττεν αυτόν.» (Πράξεις 28:16) Πόσο εξαιρετικά ‘άκαιρο’ ήταν αυτό για τον Παύλο σχετικά με την εκτέλεσι των αποστολικών καθηκόντων του! Αλλά ο Παύλος δεν θεωρούσε τώρα τον εαυτό του αποκλεισμένο από την υπηρεσία του Θεού και έτσι ανακουφισμένο από τα αποστολικά του καθήκοντα και την αποστολή του. Θυμόταν τα λόγια του Ιησού που του είχαν σταλή θαυματουργικά όταν ήταν στη φυλακή στην Ιερουσαλήμ: «Θάρρει, Παύλε, διότι καθώς εμαρτύρησας τα περί εμού εις Ιερουσαλήμ, ούτω πρέπει να μαρτυρήσης και εις Ρώμην.» (Πράξεις 23:11) Ο Παύλος, λοιπόν, ήταν τώρα πραγματικά στη Ρώμη, έστω και αν ήταν μ’ ένα τρόπο ‘άκαιρο’ αν το πράγμα αυτό εξετασθή με τους κοινούς κανόνας κρίσεως. Πώς άρχισε ωστόσο να δίνη μαρτυρία;
13. Μετά πόσον καιρό και πώς άρχισε ο περιωρισμένος Παύλος να κηρύττη;
13 Είχαν μόλις περάσει τρεις μέρες και ο Παύλος πάλι ‘εκήρυττε τον λόγον’. Πώς; Δραπετεύοντας από το σπίτι που εφυλάσσετο; Όχι! Ή, μήπως λαμβάνοντας την άδεια να εγκαταλείψη τον τόπο του περιορισμού του και να βγη έξω συνοδευόμενος από το στρατιώτη φρουρό του; Πάλιν όχι. Αλλά προσκαλώντας να έλθη σ’ αυτόν ένα ακροατήριο. Διαβάζομε: «Μετά δε τρεις ημέρας συνεκάλεσεν ο Παύλος τους όντας των Ιουδαίων πρώτους· και αφού συνήλθον, έλεγε προς αυτούς, Άνδρες αδελφοί, εγώ ουδέν εναντίον πράξας εις τον λαόν, ή εις τα έθιμα τα πατρώα, παρεδόθην εξ Ιεροσολύμων δέσμιος εις τας χείρας των Ρωμαίων· . . . Δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν σας εκάλεσα δια να σας ίδω και ομιλήσω· διότι ένεκα της ελπίδος του Ισραήλ φορώ ταύτην την άλυσιν.» Έπειτα ο Παύλος εκανόνισε μαζί τους μια προσεχή συνάθροισι. «Και αφού διώρισαν εις αυτόν ημέραν, ήλθον προς αυτόν πολλοί εις το κατάλυμα· εις τους οποίους εξέθεσε δια μαρτυριών την βασιλείαν του Θεού, και έπειθεν αυτούς εις τα περί του Ιησού από τε του νόμου του Μωυσέως και των προφητών, [επί πόση ώρα;] από πρωί έως εσπέρας. Και άλλοι μεν επείθοντο εις τα λεγόμενα, άλλοι δε ηπίστουν.» Εδώ ήταν κάποια επιτυχία στην πρώτη συνάθροισι.
14, 15. Επί πόσον καιρό το έκαμε αυτό; Μπροστά σε ποιους επίσης; Με ποιο αποτέλεσμα;
14 Σε όλο το διάστημα που οι περιστάσεις εξακολούθησαν να είναι φαινομενικά ‘άκαιρες’ για τον Παύλο, αυτός έκαμε εκείνο που αργότερα είπε στον Τιμόθεο να κάμη. Αντί να σαπίζη εκεί σαν ένας φυλακισμένος στο σπίτι που εφρουρείτο, περιμένοντας οκνηρά να γίνη η δίκη του και να την κερδίση για ν’ απαλλαγή από τον περιορισμό του, ο Παύλος έφερνε κοντά του ανθρώπους, αφού αυτός δεν μπορούσε να πάη προς αυτούς. Μετέβαλε τον τόπο της φυλακίσεώς του και τον περιορισμό του σε συνθήκες κατάλληλες για αποτελεσματική μαρτυρία, έτσι ώστε το βιβλίο των Πράξεων τελειώνει με τα εξής επαινετικά λόγια: «Έμεινε δε ο Παύλος δύο ολόκληρα έτη εν ιδιαιτέρα μισθωτή οικία· και εδέχετο πάντας τους ερχομένους προς αυτόν, κηρύττων την βασιλείαν του Θεού, και διδάσκων μετά πάσης παρρησίας ακωλύτως τα περί του Κυρίου Ιησού Χριστού.» (Πράξεις 28:16-24, 30, 31) Ο φρουρός στρατιώτης δίπλα στον Παύλο ήταν υποχρεωμένος να ακούη όλο αυτό το κήρυγμα που έκανε ο Παύλος προς τους επισκέπτας του.
15 Καθώς οι φρουροί ενηλλάσσοντο μέρα και νύχτα και από καιρό σε καιρό, πολλοί απ’ αυτούς θα συνέπεσε ν’ ακούσουν τη μαρτυρία της Βασιλείας. Μπορούμε να είμεθα επίσης βέβαιοι ότι ο Παύλος θα έδινε άμεσα τη μαρτυρία σ’ αυτούς τους φρουρούς στρατιώτας όταν δεν είχε ν’ απευθυνθή σε άλλους. Τόσο αποτελεσματικό ήταν το έργο με τους στρατιώτας αυτούς της πραιτωριανής ή αυτοκρατορικής φρουράς, ώστε ο Παύλος μπορούσε αργότερα να γράψη στην εκκλησία των Φιλίππων και να πη: «Θέλω δε να εξεύρετε, αδελφοί, ότι τα συμβάντα εις εμέ συνέτρεξαν μάλλον εις πρόοδον του ευαγγελίου· ώστε τα δια τον Χριστόν δεσμά μου έγειναν φανερά εις όλον το πραιτώριον, και εις πάντας τους λοιπούς· και οι πλειότεροι των εν Κυρίω αδελφών, πεποιθότες εις τα δεσμά μου, τολμώσι περισσότερον να κηρύττωσιν αφόβως τον λόγον.» (Φιλιππησίους 1:12-14) Έτσι ο Θεός ευλόγησε τις προσπάθειες του Παύλου να ‘επιμένη ακαίρως’. Το ίδιο επίσης κάνει σ’ εκείνους που μιμούνται τον Παύλο προς αυτή την κατεύθυνσι σήμερα.
ΓΙΑΤΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΩΡΑ
16. Για να κερδίση το ανώτατο όριο τίνος, παρότρυνε ο Παύλος τον Τιμόθεο να κηρύττη πάντοτε;
16 Το 65 μ.Χ. περίπου, επλησίαζε το τέλος του Παύλου. Ο Θεός, λοιπόν, του επέτρεψε να επιτύχη την αποστολή μιας δευτέρας και τελικής επιστολής στον Τιμόθεο που ήταν έξω από τη Ρωμαϊκή φυλακή του, και να τον προτρέψη να ‘κηρύττη τον λόγον’ πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Γιατί ο Παύλος επείγετο τόσο πολύ να παροτρύνη τον Τιμόθεο να το πράξη αυτό; Για βασίμους λόγους· για λόγους που έγιναν πιο επιτακτικοί σ’ εμάς σήμερα από ό,τι ήταν για τον Τιμόθεο προ δεκαεννέα αιώνων. Ο Παύλος συνιστούσε έντονα στον Τιμόθεο να είναι ένθερμος στο κήρυγμα χωρίς διακοπή για οποιεσδήποτε αιτίες που θα το παρουσίαζαν άκαιρο, επειδή ο Τιμόθεος έπρεπε να κερδίση όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο και ευκαιρίες. Γιατί, ακριβώς, έπρεπε να γίνη αυτό;
17, 18. Για ποιους επιτακτικούς λόγους τον παρώτρυνε ο Παύλος να κηρύττη;
17 Ο Παύλος εξηγεί: «Διότι θέλει ελθεί καιρός, ότε δεν θέλουσιν υποφέρει την υγιαίνουσαν διδασκαλίαν· αλλά θέλουσιν επισωρεύσει εις εαυτούς διδασκάλους κατά τας ιδίας αυτών επιθυμίας, γαργαλιζόμενοι την ακοήν· και από μεν της αληθείας θέλουσιν αποστρέψει την ακοήν αυτών, εις δε τους μύθους θέλουσιν εκτραπή.» (2 Τιμόθεον 4:3, 4) Κήρυττε, λοιπόν, ενώ έχεις ακόμη ανθρώπους με αυτιά για να ακούουν. Προτού περάση πολύς καιρός θα σωρεύσουν στους εαυτούς των τόσο πολλούς ανθρώπους οι οποίοι θα τους διδάσκουν πράγματα που αγαπούν να ακούουν, ώστε θα υπάρχη αφθονία ψευδών διδασκαλιών και πλήθος αντιγραφικών διδασκάλων, με τους οποίους θα πρέπει, να αγωνισθής. Κάμε παν ό,τι μπορείς ΤΩΡΑ για να βοηθήσης μερικούς να υπερνικήσουν την τάσι του να ‘γαργαλίζωνται την ακοήν’ με φιλοσοφίες και ανθρώπινες παραδόσεις. Όπλισε από πριν τους αδελφούς εναντίον των σοβαρών κινδύνων που πρόκειται να προβάλουν. Ο Παύλος είχε ήδη ιδεί το γαργαλιζόμενο αυτί να αναπτύσσεται ανάμεσα στην εκκλησία των Κορινθίων. Γι’ αυτό τους έγραψε: «Φοβούμαι όμως μήπως, καθώς ο όφις εξηπάτησε την Εύαν δια της πανουργίας αυτού, διαφθαρή ούτως ο νους σας εκπεσών από της απλότητος της εις τον Χριστόν. Διότι εάν ο ερχόμενος κηρύττη προς εσάς άλλον Ιησούν, τον οποίον ημείς δεν εκηρύξαμεν, ή λαμβάνετε άλλο πνεύμα το οποίον δεν ελάβετε, ή άλλο ευαγγέλιον το οποίον δεν εδέχθητε, καλώς ηθέλετε υποφέρει αυτόν.» (2 Κορινθίους 11:3, 4) Επίμενε, λοιπόν, στο κήρυγμα, για να σταματήσης την εχθρική προσπάθεια.
18 Όχι μόνο θα εχρειάζετο ν’ αγωνισθή μ’ εκείνους που ‘εγαργαλίζοντο την ακοήν’ για μη υγιαίνουσα διδασκαλία, αλλά και κάτι περισσότερο! Κινδυνώδεις περιστάσεις ήταν βέβαιο ότι θα ανεπτύσσοντο και θα έφθαναν στο κατακόρυφο, σε παγκόσμια κλίμακα στις έσχατες ημέρες. «Γίνωσκε δε τούτο,» λέγει ο Παύλος στην ίδια επιστολή στον Τιμόθεο, «ότι εν ταις εσχάταις ημέραις θέλουσιν ελθεί καιροί κακοί· διότι θέλουσιν είσθαι οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, απειθείς εις τους γονείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άσπλαγχνοι, αδιάλλακτοι, συκοφάνται, ακρατείς, ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι, έχοντες μεν μορφήν ευσεβείας, ηρνημένοι δε την δύναμιν αυτής· . . . Και πάντες δε οι θέλοντες να ζώσιν ευσεβώς εν Χριστώ Ιησού, θέλουσι διωχθή. Πονηροί δε άνθρωποι και γόητες θέλουσι προκόψει εις το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι.» (2 Τιμόθεον 3:1-5, 12, 13) Υπήρχε, λοιπόν, κάθε λόγος για να παροτρύνη ο Παύλος τον Τιμόθεο: Μένε σταθερά στην αλήθεια που έμαθες από σωστές πηγές και μέσω Θεοκρατικών αγωγών, και επίμενε να διδάσκης και διακηρύττης πάντοτε και μόνο την ευθεία διδασκαλία.
19. Γιατί οι λόγοι αυτοί είναι πιο επιτακτικοί για μας σήμερα;
19 Όλες εκείνες οι συνθήκες ήταν μελλοντικές για τον Τιμόθεο. Εμείς σήμερα δεν μπορούμε να κάνωμε τίποτε για να τις εμποδίσωμε από του να έλθουν. Έχουν ήδη έλθει! Βρισκόμαστε στις θλίψεις των εσχάτων ημερών και όλες οι προειπωμένες συνθήκες δημιουργήθηκαν στο «Χριστιανισμό». Γι’ αυτό το λόγο γνωρίζομε ότι βρισκόμαστε στις έσχατες ημέρες. Οι εκατοντάδες εκατομμυρίων των λεγομένων Χριστιανών παρουσίασαν γαργαλιζόμενα αυτιά και επεσώρευσαν στους εαυτούς των εκατοντάδες χιλιάδων θρησκευτικούς διδασκάλους για να τους τέρπουν την ακοή με ό,τι συμφωνεί με κοσμικές επιθυμίες. Όταν οι μάρτυρες του Ιεχωβά τούς διακηρύττουν την υγιά διδασκαλία των Αγίων Γραφών, οι εκατοντάδες εκατομμυρίων των γαργαλιζομένων αυτιών απλώς δεν μπορούν να την υποφέρουν. Στρέφονται μακριά από την αλήθεια της Βασιλείας και κλίνουν προς ανθρωποποιήτους μύθους και διδασκαλίες δαιμονίων. Έχουν μορφή ευσεβείας, αλλά απ’ αυτή λείπει η αλήθεια· και δεν φανερώνουν δύναμι πραγματικής ευσεβείας στη ζωή τους. Πραγματικά αποδεικνύονται ψεύτικοι σε όλες τις αξιώσεις των για θεοσέβεια. Οι θρησκευόμενοι έγιναν καταφρονηταί εκείνων που είναι αγαθοί, και έτσι εκδηλώνουν μισαλλοδοξία εναντίον της αληθείας και καταδιώκουν τους μάρτυρας του Ιεχωβά. Δεν τους καταδιώκουν επειδή οι μάρτυρες αυτοί αναμιγνύονται στην πολιτική και προάγουν ένα άθεο πολιτικό σύστημα, αλλά ακριβώς διότι αγωνίζονται να ζήσουν θεοσεβή ζωή σε ενότητα με τον Ιησού Χριστό και μένουν ελεύθεροι από τον παρόντα κόσμο· πορεία που καταδικάζει τους κοσμικούς θρησκευόμενους. Καθώς ο κόσμος αυτός περιπλέκεται σε ολοένα περισσότερες δυσκολίες, εγείρονται ολοένα περισσότεροι θρησκευτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί θεωριολόγοι, και οι απάτες τους είναι τόσο επιτήδειες, ώστε εξαπατούν ακόμη και τους ίδιους τους απατεώνας. Πέρα από κάθε αμφισβήτησι βρισκόμαστε στις έσχατες ημέρες. Βρισκόμαστε στον ‘καιρό του τέλους’ αυτού του κόσμου. Αφού έχουν περάσει ως τώρα τριάντα πέντε χρόνια της περιόδου αυτής και αφού μπήκαμε ήδη στο 1950, είναι, πράγματι, αργότερα από ό,τι νομίζουν! Ποιο είναι, λοιπόν, το σπουδαιότερο, το σοφώτερο και το πολυτιμότερο πράγμα που πρέπει να κάνωμε τώρα;
20, 21. Τι πρέπει, λοιπόν, να πράξωμε; Γιατί; Με ποια επιχειρήματα το υποστηρίξει ο Παύλος;
20 Κήρυξον τον λόγον! Αυτή είναι η προσταγή του Θεού μέσω του αγίου του λόγου. Όλες οι σαθρές διδασκαλίες της εποχής μας, οι διδασκαλίες δαιμονίων και οι απάτες των γοήτων οδηγούν τις μάζες του Χριστιανικού και του ειδωλολατρικού κόσμου σε σύντομη καταστροφή στον πόλεμο του Αρμαγεδδώνος. Αλλά ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των αυτιών που αγαπούν να γαργαλίζωνται με τέτοια πράγματα, υπάρχουν αναρίθμητα αυτιά που ποθούν να ακούσουν υγιά διδασκαλία, την υγιεινή αλήθεια, τον αγνό λόγο του Θεού. Μόνο αυτός ο λόγος μάς μιλεί για το όνομα του Ιεχωβά Θεού, το οποίον πρέπει να επικαλεσθούμε στις έσχατες αυτές ημέρες για να σωθούμε και να λάβωμε το άγιό Του πνεύμα. Καθώς είπε ο απόστολος Πέτρος την ημέρα της Πεντηκοστής: «Και εν ταις εσχάταις ημέραις, λέγει ο Θεός, θέλω εκχέει από του πνεύματος μου επί πάσαν σάρκα· . . . Και πας όστις αν επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθή.» (Πράξεις 2:17-21· Ιωήλ 2:32) Αλλά πώς θ’ ακούσουν εκείνοι που έχουν αυτιά για ν’ ακούουν, εκτός αν εμείς, που έχομε το λόγο του Ιεχωβά, τον κηρύξωμε σ’ αυτούς προφορικώς ή με την τυπωμένη σελίδα; Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος μάς θέτει αυτή την ερώτησι, λέγοντας:
21 «Διότι “πας όστις επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου [Ιεχωβά], θέλει σωθή.” Πώς λοιπόν θελουσιν επικαλεσθή εκείνον εις τον οποίον δεν επίστευσαν; και πώς θέλουσι πιστεύσει εις εκείνον περί του οποίου δεν ήκουσαν; και πώς θέλουσιν ακούσει χωρίς να υπάρχη ο κηρύττων; Και πώς θέλουσι κηρύξει, εάν δεν αποσταλώσι; Καθώς είναι γεγραμμένον, “Πόσον ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά!” Αλλά δεν υπήκουσαν πάντες εις το ευαγγέλιον· διότι ο Ησαΐας λέγει, “Κύριε, τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών;” Άρα η πίστις είναι εξ ακοής· η δε ακοή δια του λόγου του Θεού.»—Ρωμαίους 10:13-17.
22. Γιατί είναι τώρα καιρός και ευθύνη μας να κηρύξωμε;
22 Καθώς αντιμετωπίζομε τις θανατηφόρες συνθήκες των εσχάτων ημερών και ενώ καλύπτει πυκνό σκοτάδι τους ανθρώπους και πονηροί γόητες τούς παροδηγούν προς το λάκκο της καταστροφής, υπάρχει κάθε ανάγκη να εγείρη ο Θεός κήρυκας. Το έχει κάμει αυτό, εγείροντας τους πιστούς μάρτυράς του, επάνω στους οποίους έθεσε το πνεύμα του. (Ιωήλ 2:28-32) Ο Διάβολος και όλη η σκοτεινή οργάνωσίς του απεφάσισαν να μην ακούσουν οι άνθρωποι και μερικοί να ταχθούν με το μέρος του Ιεχωβά Θεού και του Χριστού του. Ο Θεός απεφάσισε να ακούσουν οι άνθρωποι, και όποιος θέλει ας δώση προσοχή. Η προσταγή του, λοιπόν, ηχεί στους μάρτυράς του επάνω από το βρυχηθμό και το θόρυβο των ψευδών ηγετών του κόσμου τούτου: «Κήρυξον τον λόγον.» Έχομε τον αποκεκαλυμμένο λόγο του Θεού, για να κάνωμε μ’ αυτόν το κήρυγμα. Τώρα είναι καιρός για μας να υτακούσωμε στη θεία προσταγή. Είτε είμεθα σαν τον Τιμόθεο επίσημοι υπηρέται σε μια συνάθροισι είτε όχι, λαμβάνομε μέσω του αποστόλου την εντολή να κηρύξωμε ενώπιον του Θεού και του Χριστού. Καλούμεθα, εν όψει της επιφανείας του Χριστού και της βασιλείας του, να εκτελέσωμε την εντολή. Η βασιλεία του Θεού δια του Χριστού είναι η πιο εξέχουσα διδασκαλία του αγίου λόγου, και το να διακηρύξωμε τον λόγον αυτόν σημαίνει τώρα να διακηρύξωμε τη Βασιλεία. Η επιφάνεια της παρουσίας του Χριστού με βασιλική ουράνια δύναμι, μας ευφραίνει τώρα τα μάτια της διανοίας και της πίστεως, διότι η βασιλεία του Θεού γεννήθηκε μέσω αυτού το 1914 μ.Χ. Αυτό πρέπει ν’ αποτελή μια ισχυρή παρότρυνσι σ’ εμάς τώρα.
23. Από ποια θεία διευθέτησι επωφελούμεθα; Με ποιο όφελος;
23 Από το 1914 έως το 1918 είχαμε το αρχικό μέρος της αναταραχής της «μεγάλης θλίψεως» που επέρχεται στην παγκόσμια οργάνωσι του Σατανά. Τώρα βρισκόμαστε στο γεμάτο έλεος διάλειμμα με το οποίο συντέμνονται οι ημέρες της θλίψεως αυτής πριν από την τελική αναταραχή του παγκοσμίου πολέμου του Αρμαγεδδώνος. Το πρόσταγμα του ενθρονισμένου Βασιλέως γίνεται τώρα εξαιρετικά κατεπείγον: «Θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη, προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη· και τότε θέλει ελθεί το τέλος.» (Ματθαίος 24:7, 8, 14, 21, 22) Το τέλος αυτό σημαίνει καταστροφή για κείνους των οποίων τα γαργαλιζόμενα αυτιά εστράφησαν μακριά, προς ανθρώπινες επινοήσεις, και για κείνους που δεν άκουσαν το σωτήριο λόγο του Θεού και δεν μπόρεσαν μέσω αυτού να επικαλεσθούν το όνομα του Ιεχωβά και να σωθούν δια του Χριστού του. Είναι μια κρίσιμη ώρα για εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν. Είναι κρίσιμη η απόφασις που έχετε να λάβετε. Αν έχετε το λόγο του Θεού, αν τον ακούετε, τότε η ευθύνη σας δεν μπορεί να παρακαμφθή. Πρέπει να τον κηρύξετε τώρα όπως ποτέ πριν. Το να το πράξετε αυτό με πρόσχαρη και ευγνώμονα υπακοή, σημαίνει την προστασία σας από όλη την πίεσι της καταστρεπτικής κοσμικής προπαγάνδας. Η υπακοή σας μπορεί να σημαίνη επίσης τη σωτηρία άλλων που σας ακούουν, και, το καλύτερο από όλα, σημαίνει τη διεκδίκησι του Ιεχωβά Θεού, στου οποίου την προσταγή υπακούετε. «Πρόσεχε εις σεαυτόν και εις την διδασκαλίαν· επίμενε εις αυτά. Διότι τούτο πράττων, και σεαυτόν θέλεις σώσει και τους ακούοντάς σε.»—1 Τιμόθεον 4:16.