Εκκλησία και Πολιτεία Ενώνονται για να Εμποδίσουν την Πρόοδο
Ο ΜΩΡΙΣ Ντυπλεσσί έγινε πρωθυπουργός του Κουεμπέκ το 1936. Με εξαίρεσι μιας περιόδου (1939-1944), συνέχισε την υπηρεσία του μέχρι τον θάνατο του το 1959. Ο ιστορικός Λέσλι Ρόμπερτς τον περιγράφει ως εξής: «Ανηλεής δημαγωγός που διηύθυνε το κόμμα του Εθνική Ένωσις και ολόκληρη την επαρχία του Κουεμπέκ με σιδερένια θέλησι· δημαγωγός και δικτάτωρ· μέγας αυθέντης και τύραννος.»
Η διακυβέρνησις του Ντυπλεσσί περιγράφεται στην εφημερίδα Σταρ του Τορόντο ως «η πιο φανερή διαφθορά που υπέστη ποτέ η επαρχία.»
Υποστήριξις από την Εκκλησία
Πού θα μπορούσε να βρη κανείς υποστήριξι γι’ αυτό το κακό; Στο «αγροτικό Κουεμπέκ . . . όπου η Εκκλησία ήταν παντοδύναμη. Απ’ εκεί άντλησε τη δύναμί του ο αρχηγός του κόμματος, ο Μωρίς Ντυπλεσσί,» λέγει η μελέτη Καναδάς 70.
Το σύστημα του Ντυπλεσσί εξηρτάτο από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για να κρατηθή στην εξουσία. Η ευθύνη για την καταστροφή που έφερε η διακυβέρνησίς του στην επαρχία και στον λαό της πρέπει ν’ αποδοθή στον κλήρο της Ρώμης.
Τι ωφέλεια είχε ο κλήρος απ’ αυτή την συμμαχία; Η μελέτη Καναδάς 70 εξηγεί: «Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και η ελευθερία του λόγου απαγορεύθηκαν στους Μάρτυρες του Ιεχωβά, διότι, σύμφωνα με τον Αρχηγό (τον Ντυπλεσσί) και τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, αμφισβητούσαν το ευαγγέλιο. Διετήρησε τη δύναμί του μέσω της συμμαχίας του με την Εκκλησία, τους γεωργούς και την αντιδραστική Αγγλόφωνη τάξι των επιχειρηματιών. Εκτός απ’ όλ’ αυτά, βοηθήθηκε και από ένα πειθήνιο τύπο.»
Ο Ντυπλεσσί, που μισούσε την ελευθερία, προσαρμόσθηκε τέλεια στους σκοπούς της Καθολικής Εκκλησίας. Ο κλήρος ήθελε ν’ αφιερώση τον λαό του Κουεμπέκ στην Εκκλησία. Οι επίσκοποι διεκήρυτταν ότι το Γαλλο-Καναδικό έθνος είχε μια μεσσιανική αποστολή—«να κάνη την επαρχία του Κουεμπέκ το Χριστιανικό έθνος που θ’ αντικαθιστούσε τη Γαλλία που δεν ανταποκρίθηκε στο ρόλο της ως η μεγαλύτερη κόρη της Εκκλησίας.»
Ο Ντυπλεσσί και η Εκκλησία συνεργάσθηκαν για ν’ αναστείλουν την εκπαίδευσι και την πρόοδο που θα ελευθέρωνε τους κατοίκους του Κουεμπέκ από τη μεσαιωνική λαβή στην οποίαν εκρατούντο. Αυτός ο συνδυασμός πέτυχε, σε μεγάλο βαθμό, να εμποδίση την πρόοδο και να κρατήση τον λαό του Κουεμπέκ κάτω από την καταπιεστική διακυβέρνησι του εκκλησιαστικού κράτους. Αλλά δεν λύγισαν όλοι σ’ αυτό το σύστημα!
Υπήρχε ένα αμυδρό φως ελευθερίας που η τοπική δικτατορία δεν μπόρεσε να καταπνίξη!
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά Μάχωνται για Θρησκευτική Ελευθερία
Ο Κύριος Ιησούς είχε πει γι’ αυτόν τον ‘καιρό του τέλους’ στον οποίον βρισκόμαστε από το 1914: «Και θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη.» (Ματθ. 24:14) Οι Χριστιανοί μάρτυρες του Ιεχωβά δέχονται αυτή την εντολή. Μέρος της ‘οικουμένης’ είναι η επαρχία του Κουεμπέκ. Εκεί οι μάρτυρες του Ιεχωβά άρχισαν να επεκτείνουν την ιεραποστολική τους δραστηριότητα της κηρύξεως του ευαγγελίου το 1924.
Τα προβλήματα που εμφανίσθηκαν ήσαν πολύ μεγάλα. Οι άνθρωποι ήσαν αρκετά φιλικοί αν δεν επηρεάζοντο από άλλους· αλλά η επιρροή του κλήρου ωδήγησε σε βία και σε συλλήψεις που αποτελούσαν σταθερό μέρος της ιεραποστολικής εμπειρίας. Πολλοί Καθολικοί δικασταί, που είχαν εκπαιδευθή από ιερείς, είχαν μια μυωπική άποψι για τα νομικά δικαιώματα οποιουδήποτε που τολμούσε να διαφωνήση με την Εκκλησία. Άρχισαν νομικές μάχες στα δικαστήρια του Κουεμπέκ το 1924 και συνεχίσθηκαν μέχρι το 1964.
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά επεδίωκαν ν’ ασκήσουν το νομικώς εξασφαλισμένο δικαίωμα της ελευθερίας της λατρείας με το να κηρύττουν ειρηνικά στους ανθρώπους το παρηγορητικό άγγελμα της βασιλείας του Θεού με βασιλέα τον Χριστό Ιησού. Αλλά στο Κουεμπέκ η προσπάθεια ν’ ασκήσουν αυτές τις σύγχρονες ελευθερίες αναχαιτίσθηκε από ένα σύστημα που βρισκόταν κάτω από τον Ρωμαιοκαθολικό έλεγχο και υπήρχε στην πραγματικότητα από την εποχή των Σκοτεινών Αιώνων. Γι’ αυτούς, οι μάρτυρες του Ιεχωβά (ή οποιοσδήποτε άλλος που δεν ήταν Καθολικός) ήσαν αιρετικοί που δεν είχαν δικαιώματα.
Ήταν μια κλασσική σύγκρουσις, παρόμοια μ’ εκείνη που συνάντησαν οι απόστολοι όταν προσπαθούσαν να κηρύξουν το άγγελμα της βασιλείας του Θεού αντιμετωπίζοντας τη Ρωμαϊκή εξουσία την εποχή του Νέρωνος. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά αντιμετώπισαν μια ισχυρή, πλούσια και πολιτικώς οχυρωμένη Καθολική Εκκλησία. Από ανθρώπινη άποψι, δεν υπήρχε περιθώριο συναγωνισμού· η Καθολική Εκκλησία φαινομενικά είχε όλα τα πλεονεκτήματα. Οι ταπεινοί μάρτυρες του Ιεχωβά δεν είχαν επιρροή ούτε υποστήριξι από επίγειες αρχές, αλλά ήσαν εξαιρετικά ισχυροί στην πίστι και στο πνεύμα του Ιεχωβά.
Η δράσις των μαρτύρων του Ιεχωβά στο Κουεμπέκ πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν περιωρισμένη και υπό συνεχή παρενόχλησι από τους κληρικούς, τους όχλους και τους κυβερνητικούς διώκτες. Αλλά στα μέσα της δεκαετίας του 1940, ο αγώνας για την ελευθερία κηρύγματος εκεί ωρίμασε. Εκείνο τον καιρό η Εκκλησία είχε το όργανο της, τον Ντυμπλεσσί, στα πολιτικά πράγματα. Θα μπορούσε αυτός να σταματήση το κήρυγμα των Χριστιανών μαρτύρων του Ιεχωβά; Θα μπορούσε να κρατήση την ανοιγμένη Βίβλο μακριά από τα χέρια του Καθολικού πληθυσμού του Κουεμπέκ;
«Πόλεμος Χωρίς Έλεος»
Το 1944 η ευαγγελική δράσις των μαρτύρων του Ιεχωβά άρχισε να επεκτείνεται στην επαρχία του Κουεμπέκ. Ξανάρχισε το ίδιο παλιό πρότυπο των διωγμών γι’ ασήμαντα πράγματα και γίνονταν μηνύσεις για διανομή εγκυκλίων, για επισκέψεις στα σπίτια ή για έργο από θύρα σε θύρα στο Μόντρεαλ, στη Βερντέν, στην Λασίν και στην Πόλι του Κουεμπέκ.
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν παραιτήθηκαν εύκολα από το Θεόδοτο καθήκον τους να κηρύξουν «τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας.» Υπερασπίζονταν τις περιπτώσεις αυτές και το κήρυγμά τους συνεχίσθηκε. Ο αγώνας ενετάθη στη διάρκεια του 1945 από πολλές οχλαγωγίες που προκάλεσε η Καθολική Εκκλησία. Αυτές οι οχλαγωγίες δημιουργήθηκαν αρχικά στο Σατωγκαί και στη Λασίν. Η δημοσιότης που προέκυψε σ’ όλη την χώρα επέσυρε την προσοχή στην αυξανόμενη θρησκευτική μάχη του Κουεμπέκ.
Στο τέλος του 1945 υπήρχαν 400 μηνύσεις που εκκρεμούσαν στα δικαστήρια. Οι εξουσίες ήλπιζαν ότι με καθυστερήσεις και παρενοχλήσεις θα σταματούσαν τη δραστηριότητα του λαού του Ιεχωβά και θα εμπόδιζαν μια σαφή νομική απόφασι που θα άνοιγε τον δρόμο για έφεσι.
Το φθινόπωρο του 1946 υπήρχαν 800 κατηγορίες που περίμεναν να εκδικασθούν στα δικαστήρια. Υπήρχαν τόσο πολλές περιπτώσεις εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά ώστε η αστυνομία, οι δικασταί και τα δικαστήρια δεν μπορούσαν να τις χειρισθούν όλες. Η κατάστασις γινόταν σοβαρή.
Το κοινό είχε δικαίωμα να γνωρίζη για την κυβέρνησι του τρόμου που είχε ασκήσει ο Ντυπλεσσί. Τον Νοέμβριο του 1946 οι μάρτυρες του Ιεχωβά έθεσαν σε κυκλοφορία ένα έντονο φυλλάδιο που κατήγγειλε τον διωγμό τους από τις εξουσίες εκκλησίας και κράτους του Κουεμπέκ.
Η διανομή αυτού του φυλλαδίου κι ενός άλλου που ακολούθησε ήταν ένα σκληρό κτύπημα για τον Ντυπλεσσί. Η αντίδρασίς του ήταν απειλές, βροντώδεις διαμαρτυρίες και αναγγελία «πολέμου χωρίς έλεος εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά.» Στις 800 περιπτώσεις που εκκρεμούσαν στα δικαστήρια προσετέθησαν ακόμη 843 σε τέσσερις μήνες. Εν τούτοις, οι διώκτες, έστρεψαν τώρα την κατηγορία από κατηγορία για απλά παραπτώματα σε σοβαρές εγκληματικές κατηγορίες για δυσφημιστική ανταρσία και συνωμοσία. Δεν έγινε καμμιά προσπάθεια από μέρους των αρχών να διαψεύσουν τα γεγονότα που τονίζονταν στα φυλλάδια. Στην πραγματικότητα έλεγαν: ‘Είναι ανταρσία εκ μέρους σας να λέτε ακόμη και την αλήθεια για το πόσο κακή είναι πραγματικά αυτή η κατάστασις.’
Οι Πιέσεις Εντείνωνται
Καθώς συνέχιζαν τη Χριστιανική τους αποστολή, οι μάρτυρες του Ιεχωβά διεπίστωσαν ότι οι πιέσεις ηύξαναν. Όχλοι συγκεντρώνοντο στους δρόμους εναντίον των μαρτύρων που χτυπούσαν τις πόρτες.
Λόγω της πίστεώς τους, τα παιδιά απεβάλλοντο από το σχολείο ή εσύροντο στο δικαστήριο για νεανική εγκληματικότητα. Οικογενειάρχες έχασαν την εργασία τους και ακυρώθηκαν οι άδειες επιχειρήσεων. Η αστυνομία και οι όχλοι εισέβαλλαν στους τόπους λατρείας και διέλυαν τις συναθροίσεις.
Ευυπόληπτες Χριστιανές νέες συνελαμβάνοντο, εγυμνώνοντο κι εκρατούντο σε βρώμικες φυλακές μαζί με τις πόρνες, τους κλέφτες και τους τοξικομανείς. Μερικές συνελήφθησαν ενώ περπατούσαν απλώς στον δρόμο ή πήγαιναν να ψωνίσουν. Πολλά φυλλάδια έπρεπε να διανεμηθούν στη διάρκεια της νύχτας για ν’ αποφύγουν άδικες συλλήψεις για την άσκησι αυτού του συνταγματικού δικαιώματος.
Η Τζάνετ Μακ Ντόναλντ, μια πιστή ιεραπόστολος που συμμετείχε σ’ αυτό το έργο, λέγει: «Τα φυλλάδια διενέμοντο μέρα και νύχτα. Καταφεύγαμε στην εξοχή μέσα στο κρύο και το χιόνι του χειμώνα, έχοντας συχνά την αστυνομία από πίσω μας. Τα μεσάνυχτα ένα αυτοκίνητο με Μάρτυρες ωρμούσε στο χωριό με μια ποσότητα φυλλαδίων. Ο καθένας μας έτρεχε στα προσδιωρισμένα σπίτια, άφηνε τα φυλλάδια, ξανάτρεχε πίσω στο αυτοκίνητο και φεύγαμε μακρυά! Ενώ η αστυνομία έψαχνε το χωριό εκείνο, εμείς βρισκόμαστε ήδη σε άλλο.»
Στο βιβλίο του Ο Αρχηγός, ο Λέσλι Ρόμπερτς είπε για τον πόλεμο του Ντυπλεσσί: «Ομάδες από επαρχιακούς αστυνομικούς συνελάμβαναν τους Μάρτυρες κυριολεκτικά κατά εκατοντάδες καθώς στέκονταν ήσυχα στις γωνιές των δρόμων μοιράζοντας τα πύρινα φυλλάδια τους. Στην πόλι του Κουεμπέκ, ένας άνδρας που λεγόταν Λωριέρ Σωμύρ έγινε ‘πρωταγωνιστής’ . . . διότι συνελήφθη και εμηνύθη σε εκατόν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις στη διάρκεια του ‘πολέμου.’»