Η Επίσκεψις του Πάπα Ρίχνει Φως στην Εκκλησία στις Φιλιππίνες
Από τον ανταποκριτή του «Ξύπνα!» στις Φιλιππίνες
ΟΤΑΝ ο Πάπας Παύλος Στ’ βγήκε από το αεριωθούμενο αεροπλάνο του στη Μανίλλα σε μια αίθουσα υποδοχής με κόκκινους τάπητες οδηγούμενος από τον πρόεδρο των Φιλιππίνων στις 27 Νοεμβρίου 1970, εγράφετο ιστορία. Ήταν η πρώτη επίσκεψις ενός πάπα στην Άπω Ανατολή και στις Φιλιππίνες, που υπήρξαν η επικρατούσα Καθολική χώρα πάνω από τετρακόσια χρόνια.
Η επίσκεψις του Πάπα έρριξε το φως των προβολέων της δημοσιότητος στην Καθολική Εκκλησία των Φιλιππίνων όσον ποτέ προηγουμένως. Ήταν, σύμφωνα με τους λόγους μιας ποιμαντορικής επιστολής που εστάλη από τη Σύνοδο των Καθολικών Επισκόπων των Φιλιππίνων, «μια ευκαιρία προς εξέτασιν της Καθολικής ζωής,» και «Μια ώρα αυτοεξετάσεως.» Ένας συγγραφεύς είπε ότι ο Πάπας ήλθε σε μια «εκκλησία υπό ζύμωσιν,» ενώ οι Τάιμς της Μανίλλας της 13 Ιουνίου 1970 έγραψαν ότι η εκκλησία «αντιμετωπίζει ίσως τη σοβαρώτερη πρόκλησι που αντιμετώπισε στα τετρακόσια έτη της υπάρξεώς της στις Φιλιππίνες.»
Γιατί η ζύμωσις, η πρόκλησις και η ανάγκη για αυτοεξέτασι; Ένα βλέμμα σε ότι ελέχθη δημοσία, κυρίως από Φιλιππίνους Καθολικούς, είναι πολύ αποκαλυπτικό.
Πολλοί Θρησκευτικώς Αμαθείς
Ενωρίς στις 9 Ιουνίου 1970, το δελτίο ειδήσεων Φίντες της Υπηρεσίας του Βατικανού για τον Εκχριστιανισμό των Λαών, ενώ επαινούσε το Ρωμαιοκαθολικό πνεύμα των Φιλιππίνων, παραδεχόταν ότι «υπάρχει ακόμη πολλή αμάθεια από μέρους πολλών Φιλιππίνων Καθολικών.» Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον Ρουφίνο Ι. Καρδινάλιο Σάντος, Αρχιεπίσκοπον της Μανίλλας, από δηλώσεις του οποίου ελήφθησαν οι εξής λόγοι: «Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η εκκλησία, είναι η άγνοια των πιστών όσον αφορά στις θεμελιώδεις γνώσεις της θρησκείας μας.»
Αλλά γιατί αυτό; Γιατί έχουν θρησκευτική άγνοια ακόμη κι’ εκείνοι που θεωρούνται ως «οι πιστοί» από την εκκλησία; Ένας παράγων, που ετονίσθη από τον Πασίφικο Ορτίζ, κοσμήτορα του Πανεπιστημίου Ατενέο της Πόλεως Κεζόν, είναι ότι η εκκλησία δεν έχει αρκετούς ιερείς για να φροντίση για ένα πληθυσμό που είναι τώρα σχεδόν 38 εκατομμύρια.
Το δελτίον Φίντες του Βατικανού συμφωνεί λέγοντας ότι στις Φιλιππίνες υπάρχει κατά μέσον όρον ένας ιερεύς για 5.865 Καθολικούς, «αλλά μόνον περίπου το ήμισυ των κληρικών περιλαμβάνεται αμέσως στο ενοριακό έργο, ενώ η αύξησις των ιερέων τείνει να είναι μικρότερη κατ’ αναλογίαν προς την αύξησι του πληθυσμού.» Ένεκα τούτου, σύμφωνα με την εφημερίδα Τάιμς της Μανίλλας της 13 Ιουνίου 1970, μεγάλοι αριθμοί Καθολικών που διαμένουν σε χωριά βλέπουν ένα ιερέα μόνον μια φορά το χρόνο ή καθόλου. Αλλά είναι η έλλειψις ιερέων όλη η αιτία γι’ αυτό το θέμα της εκτεταμένης θρησκευτικής αγνοίας;
Ταυτίζονται με τους Πλουσίους
Ο ιερεύς Μπεν Α. Καρρεόν, συνδέοντας την έλλειψι πνευματικών Ποιμένων με την επίσκεψι του Πάπα, είπε τα εξής: «Ο Πάπας θα μπορούσε να χύση δάκρυα για τις πολυάριθμες κοινότητες που στερούνται ιερέων στην ενδοχώρα, όπου ποίμνια χωρίς ποιμένες κράζουν εις μάτην για ιερατική διακονία, ενώ εκατοντάδες ιερέων μαζεύονται σε θρησκευτικές κοινότητες για να διδάσκουν τα παιδιά της αριστοκρατίας πώς να σχηματίζουν φράσεις, να μιλούν άψογα Αγγλικά και να είναι καλοί διευθυνταί υπηρεσιών ή επιχειρήσεων.»
Άλλοι συγγραφείς ομοίως αναφέρθηκαν στην εκκλησία των Φιλιππίνων ότι αγαπά να ταυτίζεται με τους ολίγους αριστοκράτες οι οποίοι ελέγχουν μεγάλο μέρος του πλούτου της χώρας.
Για να δείξη γιατί ο λαός γενικά ταυτίζει την εκκλησία με τους πλουσίους, η εφημερίς Σάνταιη Τάιμς Μάγκαζιν της 15 Νοεμβρίου 1970 εδημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο «Η Εκκλησία και οι Ιδιοκτησίες της.» Ο συγγραφεύς ισχυρίζεται ότι αν κάποιος επρόκειτο να παραβάλη την Καθολική Εκκλησία των Φιλιππίνων με εμπορική επιχείρησι, εύκολα θα μπορούσε να καταταχθή μεταξύ «των πρώτων δέκα επιχειρήσεων της χώρας.»
Για να υποστηρίξη τη δήλωσί του υπέδειξε την αρχιεπισκοπή της Μανίλλας, την πλουσιώτερη του έθνους. Το άρθρο έλεγε ότι ο Μαριάνο Γκαβιόλα, γενικός γραμματεύς της Συνόδου των Επισκόπων των Φιλιππίνων, εβεβαίωσε ότι η εκκλησία είχε κεφάλαια στην Τράπεζα Φίλιππιν Τραστ Μπανκ αξίας μεταξύ 25 και 30 εκατομμυρίων πέσος (περίπου $6.375.000 έως $7.650.000), εκτός από τον σημαντικό αριθμό μετοχών στην Τράπεζα των Φιλιππίνων Νήσων, την Επιχείρησι Σαν Μιγκέλ και την Τράπεζα Μόντε δε Πιεδάδ εντ Σαίηβιγκς Μπανκ. Επιπροσθέτως η εκκλησία είχε μεγάλα συμφέροντα σ’ ένα ραδιοφωνικό σταθμό, σε μια εφημερίδα, ένα πρακτορείο ταξιδίων και ένα νοσοκομείο. Και μέσω ενός παραρτήματος κατέχει και τηρεί σχολεία σε λειτουργία.
Έτσι η θρησκευτική άγνοια των Καθολικών Φιλιππινέζων δεν οφείλεται απλώς σε έλλειψι ιερέων. Μάλλον, οι διαθέσιμοι ιερείς συχνά ενδιαφέρονται για άλλα ζητήματα.
Δεν Εφαρμόζουν Ό,τι Κηρύττουν
Οι Καθολικοί στις Φιλιππίνες αναγνωρίζουν ότι ένα άλλο πρόβλημα αντιμετωπίζεται από την εκκλησία. Ο Ροντόλφο Γ. Τούπας, συντάκτης της εφημερίδος Σάνταιη Τάιμς Μάγκαζιν, νομίζει ότι «το μεγαλύτερο καθήκον που αντιμετωπίζει η Εκκλησία είναι η ανάγκη να εφαρμόζη εκείνα που κηρύττει.»
Δύο φορές το παρελθόν έτος οι Φιλιππίνοι επίσκοποι ύψωσαν τη φωνή τους εναντίον διεφθαρμένων κυβερνητικών υπαλλήλων, αλλ’ άλλοι παρατηρητικοί Καθολικοί νομίζουν ότι η μεγαλύτερη μερίδα ευθύνης γι’ αυτό το πρόβλημα θα έπρεπε να τεθή στα πόδια της εκκλησίας. Ο επίσκοπος Γκαβιόλα, επί παραδείγματι, παραδέχεται ότι «όταν οι επίσκοποι καταδικάζουν τη δωροδοκία και τη διαφθορά στην κυβέρνησι ή μιλούν εναντίον της καταχρήσεως του πλούτου, μερικοί άνθρωποι απορούν αν αυτό δεν είναι περίπτωσις της παροιμίας σύμφωνα με την οποίαν «ο όνος απεκάλεσε τον πετεινό κεφάλα.»
Επίσης δείχνοντας την εκκλησία, η αρθρογράφος Κάρμεν Γκερρέρο-Νάκπιλ εσημείωσε στη στήλη της στο φύλλον της 15 Νοεμβρίου 1970, ότι οι Φιλιππινέζοι είναι το είδος του λαού που διεμόρφωσε η εκκλησία. Δυο εβδομάδες αργότερα η ίδια συγγραφεύς έγραψε ότι εφόσον η εκκλησία στις Φιλιππίνες επί μακρόν υπήρξε μέρος της πολιτικής δυνάμεως του έθνους, πρέπει τώρα ν’ αναλάβη την ευθύνη για τα αρχαία σφάλματα και τις αδικίες που έγιναν στην κοινότητα.
Περαιτέρω, ο Αλφρέντος Ρότσες στη στήλη του στην εφημερίδα Τάιμς της Μανίλλας, της 3 Ιουνίου 1970, είπε ότι η επίσκεψις του Πάπα θα συνεκέντρωνε τους προβολείς της δημοσιότητος στις Φιλιππίνες σαν ένα Καθολικό έθνος επί εκατονταετηρίδες, και έτσι το ερώτημα είναι: «Τι μπορεί να δείξη ο λαός γι’ αυτό; Ο Ρουφίνο Ι. Καρδινάλιος Σάντος ο ίδιος παραδέχθηκε: «Οποιαδήποτε κι’ αν είναι η κατάστασις της χώρας, πολιτικώς ή άλλως, αυτή αντανακλάται στην εκκλησία.»
Είναι μόνον «καθαρή σύμπτωσις,» όπως είπε ένας συγγραφεύς, ότι «υπάρχει περισσότερη φτώχεια, περισσότερη κοινωνική ανισότης, μια μικρότερη και βραδύτερη πρόοδος προς τον συγχρονισμό στις εκ παραδόσεως Καθολικές χώρες;»
Αυτές δεν είναι οι κατηγορίες των αθεϊστών αλλ’ οι ειλικρινείς ερωτήσεις των Φιλιππινέζων Καθολικών. Αυτές είναι οι συνθήκες που κάνουν τους Καθολικούς πανταχού να ρωτούν αν η θρησκεία των πράγματι παράγει καλούς καρπούς.
Έκκλησις προς τη Νεολαία και προς τους Πτωχούς
Τα προηγούμενα είναι μερικά από τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Πάπας στη διάρκεια της τριήμερης επισκέψεώς του στη Μανίλλα, στις 27 έως 29 Νοεμβρίου 1970. Επομένως δεν είναι εκπληκτικό ότι, εκτός από την τέλεσι τριών λειτουργιών κατά την επίσκεψί του, ο Πάπας εξήλθε από τον δρόμο του για να συναντήση εκείνους που παραμελήθηκαν ή αποξενώθηκαν από την εκκλησία, δηλαδή, τη νεολαία και τους πτωχούς.
Σε όλον τον Χριστιανικό κόσμο είναι πολύ γνωστό ότι νεαρά άτομα απομακρύνονται από τις εκκλησίες, και αυτό αληθεύει και στις Φιλιππίνες επίσης. Έτσι, ενώ ήταν εδώ, ο Πάπας έκαμε μία έκκλησι στη νεολαία στο Πανεπιστήμιο του Αγίου Θωμά, όπου μίλησε σε μια συγκέντρωσι σπουδαστών και επήνεσε τον δυναμισμό της νεολαίας σήμερα.
Οι πτωχοί είναι μια άλλη ομάς που χρειάζονται προσοχή, κι’ έτσι ο Πάπας επίσης απευθύνθηκε και προς αυτούς. Στον τομέα των φτωχογειτονιών του Τόντο, επισκέφθηκε το σπίτι μιας πτωχής οικογενείας δέκα ατόμων, και στην ευκαιρία αυτή είπε: «Νομίζω ότι είναι καθήκον μου να διακηρύξω εδώ ενώπιόν σας ότι η εκκλησία σας αγαπά, αγαπά εσάς που είσθε πτωχοί.» Εξακολούθησε, με μια σιωπηρή παραδοχή της παραμελήσεως που έδειξε στο παρελθόν η εκκλησία: «Κι’ έτσι πρέπει να πω επίσης ότι η Εκκλησία πρέπει να σας δείξη αγάπη, να σας δώση βοήθεια και να σας βοηθήση, επίσης, μ’ ένα πρακτικό τρόπο και με την γενναιόδωρη υπηρεσία της.»
Ο Πάπας έτσι αντιμετώπιζε στην πραγματικότητα όσα πολλούς μήνες προηγουμένως είχε αναφέρει ο Επίσκοπος Γκαβιόλα: «Αν χάσωμε την τάξι των εργατών και τη νεολαία, η εκκλησία είναι προωρισμένη να καταρρεύση.» Αλλά μήπως αυτές οι τάξεις είναι ήδη χαμένες και η θύρα του σταύλου, με άλλα λόγια, έχει κλεισθή αφού οι ίπποι έφυγαν;
Όταν ο Πάπας έφθασε, η Σύνοδος των Ασιατών Επισκόπων, την οποία παρακολούθησαν επίσκοποι από δεκαπέντε Ασιατικές χώρες, συνεδρίαζε και απασχολήθηκε αρκετά με τα ίδια θέματα, όπως απεδείχθη από την ημερησία διάταξι, «ανάπτυξις των λαών της Ασίας,» και «ποιμαντική φροντίς των σπουδαστών των πανεπιστημίων.»
Η επιτροπή των επισκόπων η επιφορτισμένη με το ποιμαντικόν έργον για τους σπουδαστάς των πανεπιστημίων εσημείωσεν ότι «60 τοις εκατό του Ασιατικού πληθυσμού είναι ηλικίας κάτω των 25 ετών.» Το γεγονός αυτό, είπε, «προσθέτει ένα επείγοντα χαρακτήρα στην αύξησι της δραστηριότητος των σπουδαστών.» Οι επίσκοποι επίσης αποφάσισαν όπως η Καθολική Εκκλησία γίνη η «Εκκλησία των Πτωχών.» Αλλά μια τέτοια απόφασις θα πείση τους πτωχούς και θα τους κερδίση σε μια εκκλησία που ταυτίσθηκε τόσον καιρό με τους πλουσίους;
Είναι Αυτός ο Χριστοειδής Τρόπος;
Οι παρατηρηταί δεν μπορούσαν παρά να σημειώσουν την έμφασι που ετίθετο στο υλικό κοινωνικό έργο μάλλον παρά στις πνευματικές ανάγκες του λαού. Έτσι ένας συντάκτης της εφημερίδος Νταίηλυ Μίρρορ της 30 Νοεμβρίου 1970 έγραψε: «Ο Παύλος είναι μοντέρνος. Εναρμονισμένος μ’ ένα αγνωστικιστικόν σε αυξανόμενον βαθμό, αν όχι αθεϊστικό, κόσμο, που θεωρεί τη μνεία του ονόματος του Θεού μωρία, ο Παύλος Στ΄ στις ομιλίες του έκαμε λίγες παραπομπές στα Καθολικά, παλαιάς μόδας, αποφθέγματα της απολυτρώσεως, του αγιασμού και της σωτηρίας. Στη θέσι τους εξέφρασε λόγια με ένα κοινωνιολογικό ήχο σ’ αυτά: αδελφοσύνη, αρμονία, συνεργασία, δυναμισμός, κοινωνική δικαιοσύνη, ειρήνη.
Παραμένει, όμως το ερώτημα: Είναι αυτός ο Χριστοειδής τρόπος; Ο Ιησούς ετόνισε την ουράνια βασιλεία του Θεού ως το μέσον με το οποίο θα επιτευχθούν οι μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται το ανθρώπινον γένος. Αλλά ο Δόκτωρ Μπενίτο Φ. Ρέγιες, Πρόεδρος του Δημοτικού Πανεπιστημίου της Μανίλλας, Καθολικός ο ίδιος, είπε τελευταίως για την Καθολική εκκλησία: «Ο σκοπός της δεν φαίνεται να είναι πια ο ουρανός· το τέρμα της τώρα φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό η γη. Έχει μεγάλους ναούς και μεγαλοπρεπείς βωμούς· αλλά έχει μικρή πίστι και πολύ λίγη αγάπη.»
Αλλά δεν δείχνει η Βίβλος την ανάγκη για τους Χριστιανούς να φροντίζουν για εκείνους που βρίσκονται σε ανάγκη από φυσική άποψι; Ναι, αλλά σημειώστε τι λέγει επίσης η Βίβλος από την άποψι αυτή: «Θρησκεία καθαρά και αμίαντος ενώπιον του Θεού και Πατρός είναι αύτη, Να επισκέπτηται τους ορφανούς και τας χήρας εν τη θλίψει αυτών, και να φυλάττη εαυτόν αμόλυντον από του κόσμου.» (Ιακ. 1:27) Έτσι το να φυλαττώμεθα «αμόλυντοι από του κόσμου» είναι επίσης μια ζωτικής σημασίας Χριστιανική απαίτησις. Είναι βέβαιον, όμως ότι η Καθολική εκκλησία είναι σε μεγάλο βαθμό μέρος του κόσμου τούτου.
Επί πλέον, όταν οι πρώτοι Χριστιανοί εφρόντιζαν για τις ανάγκες των χηρών, μήπως το έκαναν αυτό ως το κύριο πράγμα; Μπορείτε να διαβάσετε στη Βίβλο ότι, ενώ ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολοί του δεν αγνοούσαν τις υλικές ανάγκες των συνανθρώπων τους, ταυτοχρόνως δεν μετακινούσαν την πρωταρχική έμφασι από τη διδασκαλία του Λόγου του Θεού στο να υπηρετούν τραπέζας. Οι απόστολοι έλεγαν ότι θα έπρεπε μάλλον ν’ αφιερώνωνται «στη διακονία του λόγου.» Το αποτέλεσμα; «Ο Λόγος του Θεού ηύξανε.»—Πράξ. 6:4, 7.
Είναι το είδος της θρησκείας που υποστηρίζει ο Πάπας Χριστοειδές; Όχι κατά τη γνώμη των Φιλιππινέζων Καθολικών, όπως ο Δόκτωρ Μπενίτο Ρέγιες, από τους λόγους του οποίου παρετέθη το ανωτέρω απόσπασμα, και ο οποίος με λύπη παρετήρησε: «Η Χριστιανοσύνη που ομολογούμε είναι μια εκφυλισμένη μορφή θρησκευτικότητος τελείως διάφορη από την απλή, ευγενή και στοργική Χριστιανοσύνη που διδάσκεται από τον Θείον της ιδρυτή.» «Αυτή είναι μία ψευδής και νοθευμένη Χριστιανοσύνη χωρίς Χριστόν. Δεν μπορεί να μας σώση, διότι έχασε τη δύναμί της να σώζη. Δεν μπορεί να μας δώση Χριστόν, διότι τον έχει χάσει.» Είναι αυτό το είδος της θρησκείας που θέλετε;
Πράγματι, η επίσκεψις του Πάπα έρριψε το φως της δημοσιότητος στην Καθολική εκκλησία των Φιλιππίνων. Αλλά σαν αποτέλεσμα αυτής της αυτοεξετάσεως από τους Καθολικούς Φιλιππινέζους, σοβαρές ερωτήσεις εγέρθηκαν που οι Καθολικοί παγκοσμίως χρειάζεται να θέσουν στους εαυτούς των. Διότι αν ο τρόπος και η καρποφορία δεν είναι Χριστοειδείς, μπορούν να ελκύσουν πράγματι τον λαό των Φιλιππίνων προς τον Θεό;—Ματθ. 7:18-20.