Η Κοιλάς του Θανάτου—Ανταποκρίνεται στο Όνομά Της;
ΤΟ όνομα η Κοιλάς του Θανάτου είναι γνωστό σε όλον τον κόσμο. Αλλά πολλά άτομα δεν γνωρίζουν τίποτε για την τοποθεσία. Είναι πράγματι μια κοιλάς θανάτου; Που βρίσκεται; Γιατί είναι τόσο ονομαστή;
Η Κοιλάς του Θανάτου είναι στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην ανατολική Καλιφόρνια, κοντά στα σύνορα της Νεβάδας, περίπου 250 μίλια βορειοανατολικά του Λος Άντζελες. Είναι μια κοιλάδα με πλάτος έξη έως δεκατέσσερα μίλια και μήκος 130 μίλια. Το 1933, η κοιλάς και τα γύρω βουνά, μια περιοχή περίπου 3.000 τετραγωνικών μιλίων, ανεκηρύχθη ως εθνικό μνημείο με το όνομα Εθνικό Μνημείο της Κοιλάδος του Θανάτου.
Η καθ’ εαυτή κοιλάς είναι μια τεραστία κοίλη περιοχή, της οποίας 550 τετραγωνικά μίλια είναι χαμηλότερα από το επίπεδο της επιφανείας του ωκεανού. Εδώ, κοντά στο Μπάντγουωτερ, βρίσκεται το χαμηλότερο σημείο του δυτικού ημισφαιρίου, 282 πόδια κάτω από την επιφάνεια της θαλάσσης. Αλλά, τι ειρωνία, αυτό βρίσκεται σε απόστασι μόνο 80 μιλίων από το Όρος Γουίτνεϊ, το οποίο, με 14.496 πόδια ύψος, είναι το υψηλότερο σημείο των Ηνωμένων Πολιτειών, εκτός της Αλάσκας.
Στη δυτική άκρη της κοιλάδας είναι η Κορυφή του Τηλεσκοπίου, που έχει ύψος 11.045 πόδια. Από το Μπάντγουωτερ είναι μια συνεχής ανηφοριά ως την κορυφή. Αυτή η κορυφή είναι αξιοσημείωτη, επειδή δεσπόζει του αμέσου περιβάλλοντός της και έχει θαυμάσια θέα.
Στο μακρυνό παρελθόν μια μεγάλη λίμνη ήταν στο χώρο της Κοιλάδος του Θανάτου. Έπειτα, καθώς η ξηρασία μεγάλωνε, η λίμνη εμίκραινε σε μέγεθος και τελικά εξατμίσθηκε, αφήνοντας μια κοίλη έκτασι περίπου διακοσίων τετραγωνικών μιλίων γεμάτη με αλάτι, που είναι η χαμηλότερη, η πιο ζεστή και η πιο ξερή περιοχή της κοιλάδος.
Το Κλίμα και η Επίδρασίς του στη Ζωή
Ο υπερβολικά θερμός ήλιος ανεβάζει τη θερμοκρασία της κοιλάδος σε ύψη που καταρρίπτουν ρεκόρ, κάνοντάς την επικίνδυνη για ανθρώπους. Στις 10 Ιουλίου του 1913 ανεφέρθη μια υπό σκιάν θερμοκρασία 134,6 βαθμών Φαρενάιτ, (ή 56 περίπου βαθμών Κελσίου), που ήταν η υψηλότερη θερμοκρασία που είχε αναφερθή ποτέ σ’ όλον τον κόσμο. Αλλά εννέα χρόνια αργότερα, ένα χωριό της Λιβύης ανέφερε 186,4 βαθμούς Φαρενάιτ (ή 58 περίπου βαθμούς Κελσίου)· κατακτώντας το παγκόσμιο ρεκόρ ζέστης, που το κατέχει έως τώρα.
Συχνά η θερμοκρασία του εδάφους στην Κοιλάδα του Θανάτου φθάνει τους 185 βαθμούς Φαρενάιτ. Μια μητέρα, που ήταν σύζυγος του αρχιφυσιοδίφου του πάρκου της Κοιλάδος του Θανάτου, ανέφερε ότι έβρασε ‘σφιχτά’ αυγά θάβοντάς τα στην άμμο που είχε το κουβαδάκι του μωρού της. Επίσης έκαμε τσάι βάζοντας φακελλάκια τσαγιού μέσα σε μια κανάτα νερό εκτεθειμένη στον ήλιο.
Η Κοιλάς του Θανάτου είναι επίσης μια από τις πιο ξερές τοποθεσίες της γης. Η υγρασία πέφτει σε λιγώτερο από ένα τέταρτο του ενός τοις εκατό! Αλλά ο καιρός γίνεται πράγματι ήπιος τον χειμώνα, και από τον Νοέμβριο ως τον Μάιο το κλίμα μπορεί να είναι σχεδόν ιδεώδες.
Η βροχόπτωσις κατά μέσον όρον είναι περίπου δυο ίντσες τον χρόνο. Ελαφρές και σύντομες βροχοπτώσεις συμβαίνουν συνήθως κατά τη διάρκεια της ανοίξεως και του φθινοπώρου. Βροχοπτώσεις συνεχείς είναι σπάνιες. Αλλ’ όταν συμβαίνουν, η υγρασία φέρνει σε ζωή σπόρους που θα έμεναν σε νάρκη για πολλά χρόνια. Τότε, εκτάσεις ερημικές σκεπάζονται με μια μεγάλη ποικιλία ωραίων λουλουδιών—χαμομήλια, παπαρούνες, ηλιοτρόπια και άλλα. Λέγουν ότι εικοσιδύο φυτά που φύονται στην περιοχή της κοιλάδος δεν βρίσκονται πουθενά αλλού στη γη.
Παρά την υπερβολική ζέστη και ξηρασία, ένας αξιοσημείωτος αριθμός ζώων ζουν επίσης εδώ. Έχουν αναφέρει ότι περίπου είκοσι έξη είδη θηλαστικών υπάρχουν στην κοιλάδα που περιλαμβάνουν λύκους, αλεπούδες και μαρσιποφόρους αρουραίους. Υπάρχουν πολλές ποικιλίες από σαύρες, φίδια, αράχνες και έντομα. Αλλ’ ίσως το πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι υπάρχουν στη χώρα 230 είδη πουλιών, όπως ανεφέρθη.
Θα πιστεύατε ότι ψάρια ζουν επίσης στην Κοιλάδα του Θανάτου; Πράγματι ζουν! Ο μικροσκοπικός κυπρινόδους που σπάνια υπερβαίνει τις δυο ίντσες σε μήκος, ζη στο ρηχό Σωλτ Κρηκ, το μοναδικό ρεύμα της κοιλάδος που ρέει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ο Τζέιμς Ε. Ντίκον, Καθηγητής της Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νεβάδας, παρετήρησε:
«Έχομε καταγράψει θερμοκρασίες ύδατος από 111 βαθμούς Φαρενάιτ έως 39 βαθμούς, αλλά ο κυπρινόδους δεν φαίνεται να επηρεάζεται. Από τα εργαστηριακά μας πειράματα ξέρομε ότι μπορούν να ζήσουν και μέχρι τους 33 βαθμούς, (ή μηδέν Κελσίου) και υποπτευόμεθα ότι αυτό το ψάρι μπορεί να είναι ικανό να ανθέξη σε νερό πέντε φορές αλμυρότερο από το νερό της θάλασσας.
Με τις σπάνιες ποικιλίες των ψαριών και των φυτών, τα ψηλά του βουνά, τους άγονους λόφους του, τα τεράστια κοιτάσματα του άλατος, τους σαν χρυσάφι αμμολόφους του, τις θερμές θερμοκρασίες του χειμώνος και τα άλλα χαρακτηριστικά, το Εθνικό Μνημείο της Κοιλάδος του Θανάτου έχει γίνει ένα πραγματικό τουριστικό αξιοθέατο. Το 1969 την επεσκέφθησαν μισό εκατομμύριο άτομα. Αλλά ποια είναι η σημασία του ονόματός της—Κοιλάς του Θανάτου;
Προέλευσις του Ονόματος
Αυτή μας φέρνει 120 χρόνια πίσω. Στα 1848 ανεκαλύφθη χρυσάφι στο Σάττερς Μιλλ, κοντά στο Σακραμέντο, στη βόρεια Καλιφόρνια. Σε λίγο καραβάνια από άμαξες, ανθρώπους και εφόδια κατηυθύνοντο προς τα εκεί για ν’ αποκτήσουν πλούτο.
Μία τοποθεσία κοντά στη Σωλτ Λέικ Σίτυ, της πολιτείας Γιούτα, έγινε το σημείο από το οποίο άρχιζε το μακρινό, ριψοκίνδυνο ταξίδι. Έπρεπε να διασχίσουν μια πλατειά, ξηρή έρημο, η οποία τώρα είναι η πολιτεία της Νεβάδας, υπήρχαν και έπειτα τα ψηλά βουνά της Σιέρρα Νεβάδα, που έπρεπε να τα διαβούν. Παχύ στρώμα χιονιού τα έκανε αδιάβατα, στη διάρκεια μεγάλης περιόδου του έτους.
Γι’ αυτό, αργότερα στο 1849, ένα καραβάνι από εκατό σχεδόν άμαξες ανεχώρησε από τη Σωλτ Λέικ, αναζητώντας ένα δρόμο γύρω από τα βουνά της Σιέρρα Νεβάδα προς νότον. Λόγω κακών υπολογισμών και εξαιτίας ενός λανθασμένου χάρτου, οι άμαξες περιπλανήθησαν στην Κοιλάδα του Θανάτου. Ήταν προφανές ότι οι χρυσοθήρες είχαν χαθή. Υπήρχε διαφωνία μεταξύ των και τελικά χωρίσθηκαν σε τρομοκρατημένες μικρές ομάδες, που η κάθε μια έψαχνε για εξόδους μέσα από τις πλαγιές των βουνών.
Μια ομάς αρκετά μεγάλη, κουρασμένη και αποθαρρυμένη ύστερα από ογδόντα ημέρες ανιχνεύσεως, κατεσκήνωσε κοντά σε μια πηγή κάτω από την Κορυφή του Τηλεσκοπίου. Απ’ εκεί, δυο νεαροί άνδρες, ο Λούις Μάνλυ και ο Τζων Ρότζερς, έφυγαν προς αναζήτησιν βοηθείας και εφοδίων. Δεν μπορούσαν καν να φαντασθούν τη βασανιστική δοκιμασία υπομονής που τους περίμενε. Αφού βγήκαν από την Κοιλάδα, συνέχισαν να οδοιπορούν, διασχίζοντας τη μεγάλη Έρημο Μοζάβ προς την παραλιακή ζώνη, πραγματοποιώντας έτσι ένα ταξίδι 250 μιλίων!
Αφού βρήκαν προμήθειες, άρχισαν το ταξίδι της επιστροφής. Με πόση ευτυχία τους υπεδέχθησαν ύστερ’ από ένα ταξίδι είκοσι έξη ημερών! Εγκαταλείποντας τις άμαξες, ολόκληρη η ομάς από ισχνούς άνδρες, γυναίκες και παιδιά, άρχισαν το μακρύ ταξίδι για τον τόπο ασφαλείας. Ανεφέρθη ότι, όπως διέσχιζαν το βουνό Παναμίντ, κοίταξαν πίσω προς τη μεγάλη, λευκή κοιλάδα για τελευταία φορά και κάποιος είπε: «Αντίο, Κοιλάδα του Θανάτου.» Το όνομα έμεινε.
Αν και αυτή η ομάς επέζησε χάρις στις προσπάθειες του Μάνλυ και Ρότζερς, οι άλλοι δεν ήσαν τυχεροί. Αναφέρεται ότι τρία έως οκτώ άτομα του καραβανιού χάθηκαν στην κοιλάδα. Και αν ένα άτομο δεν προσέξη να προφυλαχθή από την υπερβολική ζέστη και ξηρασία της Κοιλάδας του Θανάτου, αυτή μπορεί ν’ αποδείξη αληθινό το όνομά της, ακόμη και σήμερα.