ΒΙΡΓΚΙΛΙΟΥΣ ΠΟΥΤΖΙΟΥΒΙΣ | ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Ιεχωβά Πάντα Προμηθεύει τη Διέξοδο
Η οικογένειά μου θα θυμάται πάντα με ευγνωμοσύνη μια ξεχωριστή επίσκεψη του θείου και της θείας μου το 1976. Ο θείος μου, ο οποίος έκανε μελέτη με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, είπε στους γονείς μου ότι είχε μάθει κάτι καινούριο από την Αγία Γραφή. Αρχικά, τους ανέφερε όσα είπε ο Ιησούς για τους θρησκευτικούς ηγέτες των ημερών του στο 23ο κεφάλαιο του Ματθαίου. Στη συνέχεια, επισήμανε τις ομοιότητες ανάμεσα σε εκείνους τους θρησκευτικούς ηγέτες και σε αυτούς της σύγχρονης εποχής. Η μητέρα μου, μια πιστή Καθολική, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Ιησούς είχε καταδικάσει τους θρησκευτικούς ηγέτες τόσο έντονα. Γι’ αυτό, αποφάσισε να διαπιστώσει μόνη της τι λέει η Αγία Γραφή.
Ζούσαμε στη Λιθουανία, η οποία εκείνον τον καιρό ανήκε στη Σοβιετική Ένωση. Επειδή η κυβέρνηση είχε περιορίσει αυστηρά τη θρησκευτική ελευθερία, ελάχιστοι άνθρωποι είχαν Αγία Γραφή. Έτσι η μητέρα μου δανείστηκε μια Γραφή από κάποια εκκλησία και διαβάζοντάς την διαπίστωσε ότι ο Ιησούς είχε πράγματι καταδικάσει τους θρησκευτικούς ηγέτες των ημερών του λόγω της υποκρισίας τους. Αυτό κέντρισε το ενδιαφέρον της μητέρας μου, η οποία άρχισε να αναρωτιέται τι άλλο διδάσκει η Αγία Γραφή. Ζήτησε λοιπόν έντυπα από τον Μάρτυρα με τον οποίο μελετούσε ο θείος μου.
Σύντομα, η οικογένειά μας άρχισε να παρακολουθεί τις συναθροίσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Επειδή το έργο τους βρισκόταν υπό απαγόρευση, οι συναθροίσεις γίνονταν σε διαφορετικό μέρος κάθε φορά, ακόμα και σε ένα κοντινό δάσος. Η μητέρα μου βαφτίστηκε ως Μάρτυρας του Ιεχωβά το 1978 μαζί με τη δίδυμη αδελφή μου, την Ντανγκουόλε, και εμένα. Τότε ήμασταν 15 χρονών. Ο πατέρας μου βαφτίστηκε μερικά χρόνια αργότερα.
Μαζί με τη δίδυμη αδελφή μου, την Ντανγκουόλε, όταν ήμασταν τεσσάρων ετών
Ο Ιεχωβά Προμηθεύει τη Διέξοδο στα Νιάτα Μου
Έναν μήνα μετά το βάφτισμά μας, η Ντανγκουόλε και εγώ αντιμετωπίσαμε διωγμό στο σχολείο. Στη διάρκεια μιας ειδικής εκδήλωσης, κάποιες καθηγήτριες παρατήρησαν ότι λόγω της Χριστιανικής μας ουδετερότητας δεν σηκωθήκαμε στη διάρκεια του ύμνου της Σοβιετικής Ένωσης. Αμέσως έδωσαν τα ονόματά μας στον διευθυντή, ο οποίος ειδοποίησε τη μυστική αστυνομία, γνωστή ως Κα-Γκε-Μπε. Η μυστική αστυνομία ήρθε σύντομα στο σπίτι μας και μας ανέκρινε.
Η Ντανγκουόλε και εγώ έπρεπε να αντιστεκόμαστε στη συνεχή πίεση της αθεϊστικής προπαγάνδας. Για παράδειγμα, όταν ήμασταν 16 χρονών, ζητήθηκε από όλους στην τάξη μας να γράψουμε μια έκθεση με θέμα «Γιατί Δεν Πιστεύω στον Θεό». Επειδή διαφωνούσα με αυτό το θέμα, έγραψα σε ένα χαρτί «Εγώ πιστεύω στον Θεό» και το έβαλα πάνω στο θρανίο μου. Όταν η καθηγήτρια το είδε, έγινε έξω φρενών και μου φώναξε: «Τότε γράψε γιατί πιστεύεις!» Χάρηκα που μου δόθηκε η άδεια να γράψω για όσα πίστευα. Η αδελφή μου επίσης άρχισε να γράφει για τις πεποιθήσεις της. Όταν δύο συμμαθήτριές μας το είδαν αυτό, άρχισαν και εκείνες με τη σειρά τους να γράφουν γιατί πιστεύουν στον Θεό. Αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές περιπτώσεις στις οποίες είδα πώς ο Ιεχωβά μπορεί να “προμηθεύσει τη διέξοδο” σε δύσκολες καταστάσεις.—1 Κορινθίους 10:13.
Οι υπεύθυνοι αδελφοί μάς δάνεισαν για έναν μήνα ένα βιβλίο των Μαρτύρων του Ιεχωβά με τίτλο Από τον Απολεσθέντα Παράδεισο στον Αποκαταστημένο Παράδεισο. Από όσο ξέρω, τότε υπήρχαν μόνο τέσσερα με πέντε αντίτυπα αυτού του βιβλίου στη Λιθουανία. Με την αδελφή μου είπαμε: «Μακάρι να μπορούσαμε να κρατήσουμε αυτό το βιβλίο!» Αλλά επειδή δεν γινόταν αυτό, καταφύγαμε σε άλλη λύση: το αντιγράψαμε με το χέρι! Τα χέρια μας πονούσαν, αλλά ήμασταν πολύ χαρούμενοι που μπορούσαμε να ενισχύσουμε την πίστη μας με το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου.
Το 1982, μόλις έγινα 19 χρονών, καταδικάστηκα σε διετή φυλάκιση επειδή αρνήθηκα να πάω στον στρατό. Ήταν δύσκολο να βρίσκομαι στη φυλακή ανάμεσα σε τόσους εγκληματίες. Αλλά είμαι ευγνώμων που μπορούσα να μιλάω κάπου κάπου με έναν άλλον Μάρτυρα ο οποίος κρατούνταν στην ίδια φυλακή. Τελικά, το 1984 ολοκλήρωσα την ποινή μου, αλλά αυτή δεν θα ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόμουν μέσα σε μια φυλακή.
Ευλογούμαι με μια Πιστή Σύζυγο
Η Λίντια και εγώ λίγο προτού παντρευτούμε
Λίγο καιρό αφότου αποφυλακίστηκα, γνώρισα και παντρεύτηκα τη Λίντια, μια όμορφη και πνευματική αδελφή που ζούσε στην Ουκρανία. Μετά τον γάμο μας, η Λίντια άφησε τη χώρα της και ήρθε μαζί μου στη Λιθουανία. Όταν πήγαινε στο σχολείο, είχε αντιμετωπίσει και εκείνη σφοδρή εναντίωση επειδή ως οικογένεια ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Στη διάρκεια εκείνων των δοκιμασιών, αντλούσε δύναμη από τις εμπειρίες αδελφών που είχαν φυλακιστεί σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή είχαν εξοριστεί στη Σιβηρία.
Τη δεκαετία του 1980, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ήταν ακόμα υπό απαγόρευση στη Λιθουανία. Γι’ αυτό, οι γάμοι των Μαρτύρων αποτελούσαν συχνά πρόσχημα για να διεξαχθεί μια διήμερη συνέλευση. Αυτό συνέβη και με τον δικό μας γάμο. Γιορτάσαμε την περίσταση με τους καλεσμένους μας, αλλά παράλληλα ακούσαμε πολλές ομιλίες, ψάλαμε δεκάδες ύμνους και παρακολουθήσαμε τέσσερα αρχαία δράματα. Από ό,τι θυμάμαι, είχαν παρευρεθεί περίπου 450 άτομα, ανάμεσά τους και συγγενείς μας από όλη τη Σοβιετική Ένωση. Είχαν έρθει μάλιστα και κάποιοι απρόσκλητοι πράκτορες της Κα-Γκε-Μπε, τους οποίους όμως αναγνώρισαν ορισμένοι αδελφοί!
Ο γάμος μας έγινε σε μια διήμερη συνέλευση. Υπάρχουν δύο νιόπαντρα ζευγάρια στο βήμα, καθώς την ίδια μέρα παντρεύτηκε και η ξαδέλφη μου με τον αρραβωνιαστικό της
Ξανά στο Δικαστήριο
Αν ένας Μάρτυρας παρέμενε ουδέτερος μετά την αποφυλάκισή του, η κυβέρνηση μερικές φορές τον φυλάκιζε ξανά. Σε λιγότερο λοιπόν από έναν χρόνο μετά τον γάμο μας, βρέθηκα πάλι στο δικαστήριο. Έμεινα όλη τη μέρα εκεί, ενώ η Λίντια βρισκόταν σε ένα κοντινό νοσοκομείο επειδή ήταν έγκυος. Δεν επιτρεπόταν να την επισκεφτώ κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Σε ένα διάλειμμα της δίκης, όμως, μπόρεσα να περπατήσω μέχρι το νοσοκομείο και να σταθώ έξω από το παράθυρό της. Εκείνη το άνοιξε, και έτσι είχαμε την ανεκτίμητη ευκαιρία να ενθαρρύνουμε ο ένας τον άλλον για λίγα λεπτά. Αργότερα μέσα στη μέρα, καταδικάστηκα σε τρία χρόνια φυλάκισης.
Δυστυχώς, δύο μέρες αργότερα η Λίντια απέβαλε. Ένιωθε λες και σκίστηκε η καρδιά της στα δύο. Και ενώ προσπαθούσε να διαχειριστεί αυτή την τραγωδία, έπρεπε παράλληλα να προσαρμοστεί σε μια νέα χώρα και να μένει με τους γονείς μου, οι οποίοι μιλούσαν ελάχιστα ουκρανικά και ρωσικά, τις γλώσσες που ήξερε εκείνη. Εμπιστευόταν όμως απόλυτα στον Ιεχωβά. Επίσης, οι γονείς μου τη φρόντιζαν τρυφερά και έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να τη στηρίζουν συναισθηματικά σε αυτή τη δύσκολη περίοδο.
Ο Ιεχωβά Συνεχίζει να Προμηθεύει τη Διέξοδο
Όσα είχα μάθει στη διάρκεια της πρώτης μου φυλάκισης με προετοίμασαν για τη δεύτερη. Κάτι που με βοήθησε να υπομένω ήταν ότι κήρυττα σε άλλους. Για παράδειγμα, είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό καθώς με μετέφεραν στη φυλακή. Όλοι οι κρατούμενοι ήμασταν στριμωγμένοι σε οχήματα και τρένα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, 15 με 20 άντρες ήταν συνωστισμένοι σε έναν χώρο που κανονικά προοριζόταν για πέντε ή έξι άτομα. Μιλούσα λοιπόν στους συγκρατουμένους μου για το άγγελμα της Αγίας Γραφής. Τους εξηγούσα γιατί δεν πήγαινα στον πόλεμο και παρέμενα πολιτικά ουδέτερος, και πώς αυτό οδήγησε στη σύλληψη και στη φυλάκισή μου. Τους έλεγα επίσης γιατί θεωρούσα λογικό να πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού.
Φυλακίστηκα στην πόλη Μαριγιάμπολε.a Από όσο ξέρω, ήμουν ο μόνος Μάρτυρας ανάμεσα σε 2.000 σκληρούς εγκληματίες. Αν και με χτύπησαν άσχημα μόνο μία φορά, ήταν συνηθισμένο να απειλούν, να ξυλοκοπούν ή ακόμα και να σκοτώνουν άλλους κρατουμένους. Παρά τις βάναυσες συνθήκες, προσπαθούσα να ενθαρρύνω όσους ήταν απελπισμένοι και να τους δείχνω συμπόνια, κάτι που ήταν πρωτόγνωρο για αυτούς στο περιβάλλον της φυλακής.
Είχαμε να αντιμετωπίσουμε και την ψυχολογική πίεση από τους πράκτορες της Κα-Γκε-Μπε. Με κάποιον τρόπο ήξεραν τι έλεγαν τα μέλη της οικογένειάς μου όταν ήταν στο σπίτι, αλλά όταν μου ανέφεραν τις συζητήσεις τους, τις παραποιούσαν για να με κάνουν να πιστέψω ότι η οικογένειά μου τσακωνόταν και δεν ήταν ενωμένη. Αν και ποτέ δεν τους πίστεψα, μπόρεσα να συγκρίνω όσα έλεγε η Κα-Γκε-Μπε με αυτά που πραγματικά είχε πει η οικογένειά μου μόνο όταν αποφυλακίστηκα.—Ματθαίος 10:16.
Σε κάποια περίπτωση, μια αδελφή ζήτησε από τον γείτονά της, έναν φύλακα που ήξερε καλά, να μου φέρει κρυφά μια μικρή ρωσική Αγία Γραφή. Τη νύχτα αντέγραφα μερικά εδάφια από την Επί του Όρους Ομιλία του Ιησού σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί ώστε την επόμενη μέρα, καθώς δούλευα στο εργοστάσιο της φυλακής, να μπορώ να τα διαβάζω ξανά και ξανά όταν δεν με έβλεπε κανείς. Έτσι απομνημόνευσα την Επί του Όρους Ομιλία στη ρωσική, παρότι αυτή δεν είναι η μητρική μου γλώσσα. Τελικά, οι φύλακες βρήκαν και κατέσχεσαν αυτή τη Γραφή, αλλά εγώ είχα ήδη εντυπώσει τα λόγια του Ιησού στον νου και στην καρδιά μου.
Ανεκτίμητη βοήθεια μου πρόσφερε και η Λίντια, η οποία μου έγραφε ένα ενθαρρυντικό γράμμα σχεδόν κάθε μέρα. Αν και μου επιτρεπόταν να της απαντάω μόνο δύο φορές τον μήνα, μου έλεγε ότι τα γράμματά μου τη διαβεβαίωναν για τρία σημαντικά πράγματα: ότι ήμουν ζωντανός, ότι ήμουν όσιος στον Ιεχωβά και ότι την αγαπούσα ακόμα.
Ο Ιεχωβά Προμηθεύει τη Διέξοδο Απαντώντας στις Προσευχές Μου
Σε μια περίπτωση, ορισμένοι κρατούμενοι απαίτησαν από τις αρχές λίγο καλύτερες συνθήκες εργασίας. Στο μεταξύ, αρνούνταν να δουλέψουν. Φυσικά, τιμωρήθηκαν σκληρά για την ανταρσία τους. Κατόπιν, οι αρχές πληροφόρησαν προσωπικά εμένα και άλλους ότι θα διοριζόμασταν σε μια νέα ομάδα εργασίας η οποία θα τους αντικαθιστούσε.
Αν αρνούμουν, θα με τιμωρούσαν αυστηρά, αλλά αν δεχόμουν, οι κρατούμενοι θα με θεωρούσαν προδότη και θα προσπαθούσαν να με εκδικηθούν. Πιθανόν θα με ξυλοκοπούσαν ή θα με μαχαίρωναν μέχρι θανάτου. Ένιωθα ασφυκτική πίεση και δεν ήξερα τι να κάνω. (2 Χρονικών 20:12) Γι’ αυτό, ικέτευα συνεχώς τον Ιεχωβά για βοήθεια.
Ξαφνικά, ένας κρατούμενος από την αρχική μου ομάδα εργασίας με πήρε μαζί με άλλους και πήγαμε στον επόπτη. Εκείνος ο κρατούμενος δεν ήταν φίλος μου, απλώς εργαζόμασταν μαζί. Ωστόσο, απαίτησε να παραμείνω στην αρχική μου ομάδα. Αυτό οδήγησε σε έντονη αντιπαράθεση με τον επόπτη. Τελικά ο επόπτης—ο οποίος δεν υποχωρούσε ποτέ—μας πέταξε έξω από το γραφείο του, αλλά προς μεγάλη μου ανακούφιση μου επέτρεψε να μείνω στην αρχική μου ομάδα. (2 Πέτρου 2:9) Όλα τα χρόνια που ήμουν στη φυλακή, δεν είδα ποτέ ξανά κάποιον κρατούμενο να υποστηρίζει έναν συγκρατούμενό του τόσο έντονα. Από αυτή την εμπειρία έμαθα ότι ο Ιεχωβά μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιονδήποτε για να απαντήσει στις προσευχές μας.
Ο Ιεχωβά Προμηθεύει τη Διέξοδο για τη Λίντια
Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω τι πέρασε η Λίντια όσο εγώ βρισκόμουν μακριά της. Χρειαζόταν εργασία, αλλά επειδή ήμουν φυλακισμένος, οι περισσότεροι εργοδότες φοβούνταν να την προσλάβουν για να μην μπλέξουν με την Κα-Γκε-Μπε. Τελικά, κατάφερε να βρει μια δουλειά στην οποία έπρεπε να εργάζεται 12 ώρες τη μέρα και να προσέχει 30 παιδιά. Ήταν εξουθενωτικό! Αλλά ο Ιεχωβά τής έδινε καθημερινά τη δύναμη που χρειαζόταν. Επιπρόσθετα, αδελφοί και αδελφές από όλη τη Λιθουανία ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να την παρηγορήσουν, να κάνουν παρέα μαζί της και να της φέρουν έντυπα στη ρωσική γλώσσα. Δεν ένιωσε ποτέ μόνη.
Υπηρετούμε τον Ιεχωβά ως Οικογένεια
Μετά την αποφυλάκισή μου, βοήθησα στην οργάνωση της μετάφρασης των εντύπων μας στη λιθουανική. Εκείνον τον καιρό, η μετάφραση γινόταν στα κρυφά, αλλά λίγα χρόνια αργότερα η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε, και το έργο μας έλαβε νομική αναγνώριση στη Λιθουανία. Δημιουργήθηκε μάλιστα ένα επίσημο μεταφραστικό γραφείο. Παρότι ζούσαμε πάνω από μιάμιση ώρα μακριά, πήγαινα εκεί κάθε εβδομάδα επί πέντε χρόνια για να βοηθάω στη μετάφραση, και αυτό μου έδινε μεγάλη χαρά.
Τον Αύγουστο του 1997, προσκληθήκαμε με τη Λίντια να υπηρετήσουμε στο γραφείο τμήματος των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη Λιθουανία, το οποίο είναι γνωστό ως Μπέθελ. Ενθουσιαστήκαμε με αυτή την πρόσκληση! Είχαμε δύο κόρες, την Οξάνα, που ήταν 9 χρονών, και τη Σβαγιούνε, που ήταν 5 χρονών. Μέσα σε μόνο τρεις μέρες έπρεπε να μετακομίσουμε σε ένα διαμέρισμα κοντά στο Μπέθελ και να γράψουμε την Οξάνα σε καινούριο σχολείο.
Θέλαμε η οικογενειακή λατρεία να είναι διδακτική και απολαυστική, όπως φαίνεται σε αυτή τη φωτογραφία όπου υποδυόμαστε τον Ασσουήρη, την Εσθήρ και τον Μαροδοχαίο
Πώς εξισορροπούσαμε την υπηρεσία μας στο Μπέθελ με τις ευθύνες που είχαμε ως γονείς; Εγώ πήγαινα στο Μπέθελ νωρίς το πρωί. Η Λίντια ερχόταν αργότερα, όταν τα κορίτσια είχαν πάει στο σχολείο, και επέστρεφε προτού σχολάσουν για να μπορεί να περάσει χρόνο μαζί τους.
Στην αφιέρωση της επέκτασης του γραφείου τμήματος της Λιθουανίας το 2003 φορέσαμε παραδοσιακή λιθουανική ενδυμασία
Κάναμε πολλά πράγματα μαζί ως οικογένεια. Για παράδειγμα, ανυπομονούσαμε για την Παρασκευή το βράδυ, καθώς μαγειρεύαμε, καθαρίζαμε, κάναμε οικογενειακή λατρεία και διασκεδάζαμε μαζί. Επίσης, οργανώναμε εκδρομές στο βουνό, στη θάλασσα ή σε άλλα Μπέθελ της Ευρώπης για να δουν οι κόρες μας τη δημιουργία του Ιεχωβά και να γνωρίσουν την παγκόσμια αδελφότητά μας. Η Λίντια και εγώ είμαστε πολύ περήφανοι για τις κόρες μας, οι οποίες άρχισαν το τακτικό σκαπανικό στα 15 τους. Σήμερα, η Οξάνα και ο σύζυγός της, ο Ζαν-Μπενουά, υπηρετούν στο απομακρυσμένο μεταφραστικό γραφείο της Λιθουανίας, ενώ η Σβαγιούνε και ο σύζυγός της, ο Νικολά, υπηρετούν στο Μπέθελ της Γαλλίας.
Ως ζευγάρι έχουμε γίνει «μία σάρκα» με τη Λίντια, κυρίως επειδή η υπηρεσία του Ιεχωβά ήταν πάντα το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μας. (Εφεσίους 5:31· Εκκλησιαστής 4:12) Παρότι “πιεζόμασταν πολύ” και αντιμετωπίζαμε διωγμό επί πολλά χρόνια, δεν ήμασταν ποτέ εγκαταλειμμένοι ούτε «στριμωγμένοι σε βαθμό που να μην κινούμαστε». (2 Κορινθίους 4:8, 9) Έχουμε δει επανειλημμένα τον Ιεχωβά να προμηθεύει τη διέξοδο και είμαστε βέβαιοι ότι θα συνεχίσει να το κάνει αυτό.
Με την αγαπημένη μου σύζυγο, τη Λίντια
a Ονομαζόταν Καπσούκας από το 1955 ως το 1990.