Ιωάννης Ουίκλιφ—Υπέρμαχος της Βίβλου
ΣΤΗΝ Αγγλική κομητεία Λέστερσαϊρ, ο ποταμός Σουίφτ ρέει αθόρυβα ανάμεσα σε αγρούς και λιβάδια, και περνά από τη μικρή πόλι Λιούττεργουορθ. Τελικά, αυτός ο ποταμός συμβάλλεται, με τον ποταμό Έιβον κοντά στο Ράγκμπυ στο Γουόργουικσαϊρ. Σήμερα, είναι δύσκολο να συνδέσουμε το ήρεμο σκηνικό με μερικά από τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από 600 χρόνια. Ένα γεγονός ιδιαίτερα είναι τόσο παράξενο που εξακολουθεί να καταπλήσση τα αμερόληπτα άτομα μέχρι σήμερα.
Ίσως θεωρούμε σαν δεδομένη την ελευθερία μας να διαβάζωμε τη Βίβλο, αλλά η κατάστασις ήταν πολύ διαφορετική στις ημέρες του Ιωάννη Ουίκλιφ. Εξετάζοντας μερικά από τα γεγονότα που ωδήγησαν στη συγκλονιστική πράξι που περιελάμβανε τον ποταμό Σουίφτ, ίσως φθάσωμε να εκτιμήσωμε περισσότερο την ελευθερία που έχομε να μελετούμε τις Άγιες Γραφές.
Στη διάρκεια του Μεσαίωνα στην Αγγλία επικρατούσε το φεουδαρχικό σύστημα. Η ζωή στο χωριό και στην πόλι ήταν πολύ απομονωμένη, και ο πυργοδεσπότης ήταν εκείνος που έλεγχε το λαό. Απαιτούσε ένα μεγάλο μέρος από την εργασία τους για την πολύ περιωρισμένη ελευθερία που είχαν να εργάζωνται στα δικά τους μικρά κτήματα. Οι φτωχές καλύβες των χωρικών ήσαν σε αντίθεσι με τα μεγάλα πέτρινα σπίτια και κάστρα των πλουσίων γεωκτημόνων. Οι χωρικοί, επειδή δεν είχαν εκπαίδευσι και υπόκειντο έτσι σε μεγάλη άγνοια, ήσαν πλήρεις φόβου και δεισιδαιμονιών, δίνοντας έτσι έδαφος σε συχνούς λοιμούς και πείνες που αποκορυφώθηκαν στη Μαύρη Πανώλη του 1349. Η επιρροή της Εκκλησίας και των μοναστηριών ήταν επίσης πολύ καταπιεστική.
Με λίγες ευκαιρίες για μάθησι, οι ενοριακοί ιερείς συχνά είχαν τόση άγνοια όση και οι χωρικοί. Οι μοναχοί και οι καλόγηροι, εξ άλλου, εξουσίαζαν την πνευματική ζωή του λαού. Πήγαιναν στους ανθρώπους για να τους κηρύξουν τα ‘επτά θανάσιμα αμαρτήματα’ και να αποσπάσουν απ’ αυτούς ελεημοσύνες και δωρεές για τον πλουτισμό του μοναστηρίου τους, το οποίο εξαιρείτο από τους φόρους επειδή θεωρείτο ότι ανήκε στον πάπα. Το σύστημα αφέσεως αμαρτιών και η πώλησις συγχωροχαρτιών και λειψάνων συνέβαλε στην ανοχή του εγκλήματος και στη χαλαρή ζωή, και στην κατά συνέπεια, αύξησί τους.
Πολλοί άνθρωποι κουράσθηκαν με τη δουλοπαροικία τους. Τελικά, μερικοί φεουδάρχες άρχισαν να αντικαθιστούν το ενοίκιο με μεροκάματα—μια διευθέτησι που έδωσε μεγαλύτερη ελευθερία στο χωρικό. Καθώς μεγάλωνε η ανεξαρτησία του, ο χωρικός είχε περισσότερες ευκαιρίες να σκεφθή και να λάβη μέρος σε άλλες πλευρές της κοινωνικής ζωής. Εκείνο που χρειαζόταν βρέθηκε στο πρόσωπο του Ιωάννη Ουίκλιφ.
Ο ΟΥΙΚΛΙΦ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗ ΣΤΑΣΙ ΤΟΥ
Ο Ιωάννης Ουίκλιφ, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα έτη 1328-1330, εστάλη στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου τελείωσε παίρνοντας το πτυχίο του Κολλεγίου Βάλλιολ το 1361 και, μερικά χρόνια αργότερα, έγινε δόκτωρ της θεολογίας. Η εξοικείωσίς του με τον Αγγλικό νόμο και το κανονικό δίκαιο, δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα του ενδιαφέροντός του σ’ αυτό το ζήτημα, αλλά μια βαθειά ριζωμένη επιθυμία να δη να προστατεύωνται και να διαφυλάσσωνται οι ελευθερίες.
Από την εποχή του Βασιλιά Ιωάννη, εδίδετο στον πάπα ένας φόρος υποτελείας, σε αναγνώρισι της υπεροχής του στην Αγγλία. Το 1365 ελήφθη από τον Πάπα Ουρβανό τον V μια αίτησις γι’ αυτά τα χρήματα, μαζί με καθυστερούμενα που κάλυπταν περισσότερο από 30 χρόνια. Το επόμενο έτος, το Κοινοβούλιο απεφάνθη ότι ο Βασιλιάς Ιωάννης είχε ενεργήσει πέρα από τα δικαιώματα του, ότι ο φεουδαρχικός φόρος υποτελείας δεν θα εδίδετο πια, και ότι, αν χρειαζόταν, η χώρα θα υπεράσπιζε τον εαυτό της κατά του πάπα. Ο πάπας, βλέποντας την αποφασιστικότητα αυτής της δηλώσεως, υποχώρησε στην απαίτησί του, αλλά όχι χωρίς να δημιουργήση κάποια αντιλογία μέσω των πιστών του, των μελών των μοναστικών ταγμάτων στην Αγγλία.
Σε απάντησι, ο Ουίκλιφ συνέταξε ένα φυλλάδιο στο οποίο υποστήριζε νομικά τη στάσι που είχε πάρει το Κοινοβούλιο. Τα επιχειρήματά του διατυπώθηκαν στα λόγια διαφόρων Λόρδων στο Συμβούλιο.a Ένας λόρδος υποστήριξε: «Είναι καθήκον του Πάπα να είναι εξέχων ακόλουθος του Χριστού· αλλά ο Χριστός αρνήθηκε στην κατοχή κοσμικής κυριαρχίας. Ο Πάπας, συνεπώς, πρέπει να κάμη την ίδια άρνησι. Αφού λοιπόν, πρέπει εμείς να κάνωμε τον Πάπα να τηρήση το άγιο καθήκον του, σημαίνει ότι ανήκει σ’ εμάς να αντισταθούμε στην παρούσα αίτησί του.»—Ιωάννης Ουίκλιφ και οι Άγγλοι Πρόδρομοί Του, σ. 131.
Ο φόρος υποτελείας δεν ήταν τα μόνα χρήματα που προσπάθησε ο πάπας να πάρη από την Αγγλία. Από καιρό σε καιρό, ένας παπικός νούντσιος και οι δούλοι του περιήρχοντο τη χώρα συγκεντρώνοντας χρήματα και τα έφερναν στη Ρώμη. Επ’ ευκαιρία μιας τέτοιας επισκέψεως το 1372, ο Ουίκλιφ έγραψε μια νομική πραγματεία, επιτιθέμενος σ’ αυτή την συνήθεια. Έτσι, έθεσε υπό αμφισβήτησι επίσης την αρχή ότι κάθε τι που ο πάπας εξέλεγε να κάνη, είναι ορθό. Επίσης, ο Ουίκλιφ έγινε ένας από τους πιο δυνατούς υποστηρικτές της πορείας που ακολουθούσε το Κοινοβούλιο. Έτσι, δεν είναι καθόλου εκπληκτικό ότι, το 1374, ο Ουίκλιφ διωρίσθηκε ως ένας από τους αντιπροσώπους του βασιλιά στις διαπραγματεύσεις στην παπική συνδιάσκεψη στο Μπρούγκες, όπου αναφέρθηκαν παράπονα κατά της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Το ίδιο έτος, ο Ουίκλιφ διωρίσθηκε στο πρεσβυτέριο του Λιούττεργουορθ, πιθανώς λόγω των υπηρεσιών του στο βασιλιά.
Παρά την καλή του υπόληψι σε μερικούς κύκλους, ο Ουίκλιφ είχε πολλούς εχθρούς. Το 1377 εκλήθη ενώπιον μιας συνελεύσεως επισκόπων στον Καθεδρικό ναό του Αγ. Παύλου. Τα πράγματα πιθανώς θα στρέφονταν εναντίον του αν δεν παρενέβαινε ο Ιωάννης Γκωντ, δούκας του Λάνκαστερ, και άλλοι φίλοι επιρροής. Οι εχθροί του Ουίκλιφ, επειδή ηττήθηκαν αυτή τη φορά, έκαναν έφεσι στο παπικό δικαστήριο. Ο πάπας εξέδωσε πέντε βούλλες εναντίον του Ουίκλιφ, καταδικάζοντας τις δοξασίες του ως αιρετικές και υποδεικνύοντας ότι θα έπρεπε να γίνη εναντίον του κάποια ενέργεια. Έτσι, ο Ουίκλιφ εφέρθη ενώπιον ενός άλλου συμβουλίου στο Λάμπεθ Πάλας του Λονδίνου· αλλ’ αυτή τη φορά παρενέβη η μητέρα του βασιλιά. Μια ομάδα από κοινούς πολίτες, για να δείξη την υποστήριξί της, εισήλθε μέσα δια της βίας. Αντιμετωπίζοντας αυτή την ισχυρή υπεράσπισι, το συμβούλιο δίστασε να ενεργήση όπως θα επιθυμούσε ο πάπας και απλώς απαγόρευσε στον Ουίκλιφ να δώση διαλέξεις και ομιλίες πάνω στις προσβλητικές διδασκαλίες.
Η ΠΡΩΤΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΟΥ ΟΥΙΚΛΙΦ
Ακριβώς πόσο καιρό οι φίλοι του Ουίκλιφ μπόρεσαν να τον προστατεύσουν, δεν γνωρίζομε. Τελικά, ο θάνατος του Πάπα Γρηγορίου του XI δημιούργησε μια κατάστασι η οποία έριξε την Εκκλησία σε τέτοιο αγώνα, ώστε ο Ουίκλιφ σχεδόν ξεχάσθηκε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Οι ενέργειες του νέου πάπα, Ουρβανού του VI, γρήγορα απομάκρυναν μερικούς από τους ισχυρούς καρδιναλίους. Για να διαμαρτυρηθούν ότι η εκλογή του ήταν παράνομη, απέσυραν την υποστήριξί τους. Όταν αυτό απέτυχε να μετακίνηση τον Ουρβανό, αυτοί οι καρδινάλιοι εξέλεξαν δικό τους πάπα, τον Κλήμεντα τον VII δημιουργώντας εκείνο που η ιστορία έχει ονομάσει Μεγάλο Παπικό Σχίσμα.
Καθώς οι λαοί και τα έθνη παρατάσσονται υπέρ του ενός ή του άλλου πάπα, ο Ουίκλιφ αηδίαζε όλο και περισσότερο. Είχε προετοιμασθή να υποστηρίξη τον πάπα που θα απέδειχνε ότι ήταν ειλικρινής στους ισχυρισμούς του. Ωστόσο, βλέποντας να καταδικάζη ο ένας πάπας τον άλλον και να προετοιμάζεται να χρησιμοποιήση κάθε αντιχριστιανικό μέσον για να αποκτήση δύναμι και θέσι, ο Ουίκλιφ δήλωσε ότι και οι δύο πάπες ήσαν ψευδείς. Δεν είχε συλλάβει πλήρως την υποκρισία που συνδεόταν με το αξίωμα στο οποίο απέβλεπε σαν την πνευματική εξουσία. Σε τι ή σε ποιον θα μπορούσε να στραφή για αληθινή πνευματική εξουσία του Θεού και του Χριστού;
Όλες οι έρευνές του, οι μελέτες, οι συζητήσεις και οι σκέψεις ήλθαν στην σωστή θέσι. Η Αγία Γραφή μόνο ήταν ο αποκλειστικός κανόνας της αληθείας, η πηγή κάθε αληθινής γνώσεως σχετικά με τα πνευματικά πράγματα. Σήμερα αυτή η ιδέα δεν φαίνεται ασυνήθιστη. Αλλά σ’ ένα καιρό, που η κυκλοφορία της Βίβλου απαγορευόταν αυστηρά από την Εκκλησία (με ελάχιστα μέρη της στην Αγγλική) αυτό υπήρξε πρωτοφανής και εκπληκτική υπόδειξις για τους περισσότερους ανθρώπους. Ο Ουίκλιφ προετοίμασε μια πραγματεία με τίτλο «Στην Αλήθεια της Αγίας Γραφής,» κι ένα από τα κύρια σημεία της ήταν να χαράξη μια σαφή γραμμή μεταξύ της Γραφής και της παραδόσεως.
Σύντομα, ο Ουίκλιφ κατάλαβε ότι οι Γραφές έπρεπε να κηρυχθούν στους ανθρώπους, ότι δεν θάπρεπε να υπάρχη διαφορά μεταξύ ιερέων και λαϊκών, και ότι ο κοινός χωρικός έπρεπε να μπορή να διαβάζη τη Βίβλο μόνος του. Με μερικούς από τους συντρόφους του, άρχισε να μεταφράζη τη Βίβλο από τη Λατινική Βουλγάτα στα Αγγλικά. Η χρήσις των πρωτοτύπων γλωσσών ήταν τότε κάτι άγνωστο στην Αγγλία. Η Ελληνική είχε παραμεληθή επί αιώνες, και ο Ουίκλιφ δεν την ήξερε. Μεταξύ των ετών 1379 και 1382, το έργο της μεταφράσεως προώδευσε με μεγάλη ταχύτητα. Ταυτόχρονα, ο Ουίκλιφ προώθησε τη διδασκαλία και την εκπαίδευσι περιοδευόντων κηρύκων οι οποίοι ταξίδευαν σ’ όλη τη χώρα με το Λόγο του Θεού.
Πιθανώς, το τμήμα των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών συμπληρώθηκε το 1382. Χωρίς αμφιβολία, η μετάφρασις των Εβραϊκών Γραφών βρισκόταν τότε εν προόδω κάτω από την εποπτεία του Νικόλα Χήαρφορντ, ενός ζηλωτή ακολούθου του Ουίκλιφ. Ο Ιωάννης Πάρβεϋ, ένας άλλος βοηθός στο έργο, ήταν γραμματέας του Ουίκλιφ για μερικά χρόνια. Η τελική μετάφρασις ήταν κατά λέξιν, ως το σημείο μάλιστα να αγνοή τους ιδιωματισμούς της Αγγλικής γλώσσας. Αλλά αυτό έκανε προσιτή ολόκληρη την Αγία Γραφή στον κοινό λαό, για πρώτη φορά.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΕΩΣ
Επί πολλά χρόνια, ο Ιωάννης Ουίκλιφ ήταν πεπεισμένος ότι το Δείπνο του Κυρίου ήταν πολύ σημαντικό γεγονός. Το 1381, η επιθυμία του να διαχωρίση τη διδασκαλία της Εκκλησίας και την παράδοσι απ’ ό,τι διδάσκεται στις Άγιες Γραφές, ωδήγησε στο να επιτεθή κατά της ιδέας της μετουσιώσεως. Αυτή η δοξασία, η οποία εκφράσθηκε για πρώτη φορά τον ένατο αιώνα, ισχυριζόταν ότι ο άρτος και ο οίνος, όταν ευλογούντο από τον ιερέα, μεταβάλλοντο πραγματικά στην ουσία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Η επιχειρηματολογία του Ουίκλιφ στηριζόταν στα εδάφια των Ευαγγελίων και των συγγραμμάτων του Παύλου που είχαν άμεση σχέσι με το ζήτημα, και σε πολλά άλλα σχετικά εδάφια. Παραδείγματος χάρι, όταν ο Ιησούς είπε, «Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή,» δεν εννοούσε ότι είχε γίνει μια κατά γράμμα άμπελος, ή ότι μια κατά γράμμα άμπελος είχε μεταβληθή στο σώμα του Χριστού. (Ιωάν. 15:1) Αντιθέτως, αυτό ήταν ένα παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε για να διδάξη μια σημαντική αλήθεια. Με το να εκθέση την παράδοσι μέσω του Λόγου του Θεού, ο Ουίκλιφ τόνισε ότι αυτή η διδασκαλία της μετουσιώσεως, δεν αποτελούσε μέρος των διδασκαλιών της: πρώτης εκκλησίας, και ότι και ο Ιερώνυμος ακόμη διακρατούσε τη Βιβλική αντίληψι.
Από όλα τα ειλικρινή συγγράμματα και κηρύγματα του Ουίκλιφ, αυτό ήταν ίσως το πιο σκληρό για να το αντέξη η Εκκλησία. Η δοξασία της Λειτουργίας ήταν ένα από τα κύρια μέσα με τα οποία οι άνθρωποι κρατούντο σε υποταγή στην εξουσία της Εκκλησίας. Ακόμη και ο ισχυρός σύμμαχος του, ο Ιωάννης Γκωντ, πήγε στην Οξφόρδη προσπαθώντας να κατασιγάση τον Ουίκλιφ γι’ αυτό το θέμα, αλλά χωρίς επιτυχία.
Η Εξέγερσις των Χωρικών το 1381, δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερη εναντίωσι στον Ουίκλιφ. Χιλιάδες επαναστάτες υπό τον Γουώτ Τάυλερ και άλλους αρχηγούς, έκαναν πορεία στο Λονδίνο, καίγοντας και σκοτώνοντας και τελικά εκτελώντας τον αρχιεπίσκοπο του Κάντερβουρ προτού νικηθούν.
Εν μέρει, ο Ουίκλιφ κατηγορήθηκε γι’ αυτή την επανάσταση διότι υποστηρίχθηκε ότι οι διδασκαλίες του ξεσήκωσαν το λαό να αμφισβητήση την εξουσία των ανωτέρων του. Μολονότι αυτός ο ισχυρισμός ήταν χωρίς καμμιά βάσι, το γεγονός έφερε στην εξουσία ένα νέο αρχιεπίσκοπο, τον Ουίλλιαμ Κώρτνεϋ. Αυτός ο άνδρας, ενώ ήταν επίσκοπος του Λονδίνου, είχε ήδη ενεργήσει κατά του Ουίκλιφ. Το 1382, σαν αρχιεπίσκοπος, ο Κώρτνεϋ συγκάλεσε συμβούλιο το οποίο καταδίκασε τις διδασκαλίες του Ουίκλιφ σαν αιρετικές και εσφαλμένες. Ο Ουίκλιφ απελύθη από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, και εκδόθηκε ένα διάταγμα το οποίο επέβαλλε την ποινή του αφορισμού για οποιονδήποτε κήρυττε τις καταδικασμένες δοξασίες, ή ακόμη άκουγε κάποιον που τις κήρυττε.
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
Το ότι ο Ουίκλιφ εξακολούθησε να παραμένη ελεύθερος πρέπει να αποδοθή στη συνεχή υποστήριξι μερικών από τους ισχυρούς φίλους του, και στη στάσι του Κοινοβουλίου, η οποία δεν είχε δείξει ακόμη καμμιά δουλοπρέπεια στο νέο αρχιεπίσκοπο. Ο Ουίκλιφ, έχοντας τώρα συγκεντρώσει τις δραστηριότητες του στο Λιούττενγουορθ, εξακολούθησε να γράφη και να εμπνέη τους ακολούθους του. Η προσοχή του ιδιαίτερα συγκεντρώθηκε στις ενέργειες του επισκόπου του Νόργουιτς, κάποιου Χένρυ λε Σπένσερ, ο οποίος είχε διακριθή στην Εξέγερσι των Χωρικών για το θάρρος του και την ηγεσία του που επέφερε για πρώτη φορά την ήττα στους επαναστάτες στο Νόρφολκ.
Ο υπερήφανος επίσκοπος, μ’ αυτή τη νεοαποκτηθείσα φήμη του, αποφάσισε να λάβη μέρος στο Παπικό Σχίσμα. Το 1388 πήρε από τον Ουρβανό τον VI μια βούλλα που του έδινε την εξουσία να οργανώση σταυροφορία κατά του Κλήμεντος του VII. Μάζεψε αμέσως στράτευμα, υποσχόμενος άφεσι αμαρτιών και ότι θα έδινε Συγχωροχάρτια σ’ εκείνους που θα υπηρετούσαν υπό τις διαταγές του. Ο Ουίκλιφ είχε ήδη μιλήσει για το σχίσμα με σαφή λόγια, και στη συνέχεια έγραψε ένα φυλλάδιο που λεγόταν «Κατά του Πολέμου των Κληρικών.» Παρωμοίαζε το σχίσμα με δύο σκύλους που φιλονικούν για ένα κόκκαλο. Η όλη φιλονικία τους υποστήριζε ο Ουίκλιφ, ήταν σε αντίθεσι με το πνεύμα του Χριστού, επειδή αφωρούσε κοσμική δύναμι και θέσι. Η υπόσχεσις να δοθή σε όλους συγχώρησις αμαρτιών μέσω συμμετοχής σ’ αυτό τον πόλεμο, βασιζόταν σ’ ένα ψέμα, είπε ο Ουίκλιφ. Αντίθετα, θα πέθαιναν άπιστοι αν έπεφταν σ’ ένα πόλεμο που ήταν εντελώς αντιχριστιανικός. Η σταυροφορία αποδείχθηκε θλιβερή αποτυχία, και ο άλλοτε υπερήφανος επίσκοπος επέστρεψε στην Αγγλία υπό δυσμένεια.
Νωρίτερα, το 1382, ο Ουίκλιφ είχε υποστή αποπληξία που τον είχε αφήσει εν μέρει ανάπηρο. Δύο χρόνια αργότερα μια δεύτερη αποπληξία τον άφησε παράλυτο και άλαλο. Πέθανε λίγες μέρες αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου του 1384, και θάφτηκε στο νεκροταφείο του Λιούττεργουορθ, όπου τα λείψανα του αφέθησαν χωρίς να πειραχθούν για 40 και πλέον χρόνια.
Αργότερα, το 1428, συνέβη ένα παράξενο και συγκλονιστικό γεγονός. Ο τάφος του Ιωάννη Ουίκλιφ ανοίχθηκε σύμφωνα με το διάταγμα της συνόδου της Κωνσταντίας που είχε γίνει πριν από 14 χρόνια. Τα οστά του ξετάφηκαν και κάηκαν, και η στάχτη ρίχθηκε στο μικρό ποταμό Σουίφτ, σε μικρή απόστασι. Εκεί, διασκορπίστηκαν στα νερά και παρασύρθηκαν στον ποταμό Έιβον, έπειτα στον Σέβερν, και από κει στην ανοιχτή θάλασσα. Οι δράστες αυτής της ενέργειας δεν είχαν υπ’ όψι τους τίποτε συμβολικό. Εν τούτοις, έτσι ερμηνεύθηκε από κείνους που έψαχναν να βρουν κάποια παρηγοριά για την εκδικητική πράξι. Γιατί συνέβη τόσο καιρό μετά το θάνατο του Ουίκλιφ, οπότε δεν μπορούσε ο ίδιος προσωπικά να χρησιμεύση σαν ένα ‘αγκάθι’ στην πλευρά των θρησκευτικών εξουσιών της Αγγλίας; Ένα προσεχές άρθρο για τους ακολούθους του, τους Λολλάρδους (Ουικλιφιστές), θα δώση την απάντησι.
[Υποσημειώσεις]
a Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο Ουίκλιφ παρέθετε πράγματι τα λόγια αυτών των λόρδων ή χρησιμοποιούσε ρητορικό σχήμα για να προσδώση εξουσία στις εκφράσεις του.