Ένας ‘Γκάνκστερ’ Λαμβάνει Προεδρική Χάρι
ΠΡΙΝ από χρόνια, το 1945, με θεωρούσαν έναν αφοσιωμένο Καθολικό. Κάποτε, θυμάμαι, για να εκπληρώσω μια ευχή που είχα κάνει, περπάτησα με τα γόνατα από την πόρτα της εκκλησίας μέχρι το θυσιαστήριο. Τον καιρό εκείνο, επίσης, έπινα υπερβολικά και ήμουν μέλος μιας συμμορίας. Έκαμα φίλους εύκολα, επειδή ξόδευα χρήματα γενναιόδωρα. Το μέσον συντηρήσεώς μου ήταν η αγορά και η πώλησις κλεμμένων αντικειμένων. Σε μια βδομάδα, έβγαζα μ’ αυτό τον τρόπο 10.000 πέσος. Δεν απορούσε κανείς που ήμουν γενναιόδωρος! Με σέβοντο στη Μπαλιχμπάλικ της Μανίλα, όπου ζούσα.
Με θαύμαζαν ως τον «σκληρό!» Αλλά υπήρχε και ένας άλλος «σκληρός» ο οποίος με θεωρούσε αντίπαλό του. Μια μέρα οι συμμορίες μας ήλθαν στα χέρια. Πυροβόλησα και σκότωσα τον αντίπαλό μου· οι φίλοι του έφυγαν κι εγώ έμεινα απόλυτος αρχηγός. Αυτό συνέβη το 1947.
Τώρα, όμως, έπρεπε να κρύβωμαι από τον νόμο, κι έτσι κατέφυγα στα νότια της Μανίλα, στην Καβίτε. Μ’ επεκήρυξαν για 1.000 πέσος και αυτό το ποσό ήταν αρκετό για να παρακινήση ένα στενό μου φίλο να με προδώση. Τον Μάιο του 1949 συνελήφθην και, την 11 Μαΐου 1951, καταδικάσθηκα σε ισόβια.
ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΟΥΝΤΙΝΛΟΥΠΑ
Την επόμενη μέρα με μετέφεραν αλυσσοδεμένο στο Εθνικό Σωφρονιστήριο στη Μουντινλούπα της Ριζάλ. Όταν έφθασα, πήραν τα ρούχα μου και μου έδωσαν ρούχα της φυλακής. Ο αριθμός μου ήταν 11481-Ρ. Όταν ήμουν μέσα στη φυλακή, αισθανόμουν αφύσικα. Εγνώριζα ότι ήμουν ζωντανός, αλλά ήταν σαν να ήμουν μέσα σ’ ένα τάφο. Οι άλλοι φυλακισμένοι ήσαν σαν ζώα. Ιδιαίτερα μισούσα τον τρόπο με τον οποίο εξεβίαζαν τους νεοερχομένους, οι οποίοι ήσαν νέοι, να υποκύψουν σε ομοφυλοφιλικές πράξεις. Από την καρδιά μου αισθανόμουν οίκτο για τα θύματά τους και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι ποτέ ξανά δεν θα επωφεληθώ ούτε θα καταπιέσω συνάνθρωπό μου. Έτσι, πήρα θάρρος και προσευχήθηκα στον Θεό να μπορέσω ν’ αντέξω την τρομερή κατάστασι στην οποία βρέθηκα.
Ο διευθυντής της φυλακής στη Μουντινλούπα επέτρεπε ελευθερία λατρείας και υπήρχαν διαφορετικές ομάδες οι οποίες διεξήγαν λειτουργίες. Πίστευα ότι όλες οι θρησκείες ήσαν από τον Θεό κι έτσι πήγαινα επί έξη περίπου μήνες από τη μια συνάθροισι στην άλλη. Αλλά, όταν παρετήρησα τη διαγωγή και τις συνήθειες των μελών τους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε καμμιά αλήθεια σ’ αυτούς. Ένα πράγμα στο οποίο είχα αντίρρησι ήταν ο τρόπος με τον οποίο μερικές απ’ αυτές τις ομάδες έφερναν όμορφα κορίτσια στις συναθροίσεις τους για να προσελκύσουν ακροατήριο. Αυτό έκανε τους φυλακισμένους να επιδίδωνται σε ακάθαρτα πράγματα κατόπιν.
Τελικά, παρακολούθησα μια συνάθροισι που έκαναν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Εντυπωσιάσθηκα από τη μέθοδο διδασκαλίας τους. Προήρχετο κατ’ ευθείαν από την Αγία Γραφή και ήταν πολύ πληροφορητική. Ενδιαφέρθηκα ιδιαιτέρως για το όνομα του Θεού. Τελικά, αφιέρωσα τη ζωή μου στον Ιεχωβά και βαπτίσθηκα το 1953. Άρχισα να κηρύττω σε άλλους τροφίμους και υπαλλήλους στην Μουντινλούπα. Μερικοί άκουσαν και με τον καιρό, αρκετοί έγιναν Μάρτυρες σ’ εκείνη τη φυλακή.
Είχαμε μερικά προβλήματα σχετικά με τον χαιρετισμό της σημαίας, επειδή εμείς, λόγω συνειδήσεως, αρνούμεθα να χαιρετήσωμε. Κάποτε μας έκλεισαν σε απομόνωσι. Ένα πρωινό, όμως, οι φυλακισμένοι, που ήσαν αρκετές χιλιάδες, συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της φυλακής. Έγινε έπαρσις της σημαίας και όλοι χαιρέτησαν εκτός από τους Μάρτυρες, οι οποίοι ήταν τότε περίπου 20.
Εκείνη τη στιγμή άρχισε μια καταρρακτώδης βροχή και οι φυλακισμένοι έφυγαν γρήγορα για να βρουν καταφύγιο. Μόνο εμείς οι Μάρτυρες παραμείναμε στη θέσι μας κάτω από τη βροχή, επειδή δεν μας είχε δοθή εντολή να φύγωμε. Αργότερα, ο διευθυντής μάς κάλεσε και μας ρώτησε γιατί δεν τρέξαμε να φύγωμε όπως οι άλλοι, αλλά μείναμε και βραχήκαμε. Του εξηγήσαμε ότι η στάσις μας προς τη σημαία δεν εσήμαινε ότι δεν την σεβόμεθα. Απλώς θεωρούσαμε την πράξι του χαιρετισμού ως θρησκευτική τελετή. Από τότε, η θέσις μας στο ζήτημα αυτό έγινε περισσότερο κατανοητή.
Το 1957 το σωφρονιστήριο της Μουντινλούπα εβάλλετο σχεδόν καθημερινά από στάσεις μεταξύ αντιπάλων συμμοριών, οι οποίες έφεραν ονόματα, όπως «ΟΧΟ» και «Σίγκου-σίγκου.» Για να διατηρήσουν την ειρήνη και την τάξι, οι αρχές της φυλακής επέλεξαν εκείνους των οποίων η διαγωγή ήταν υποδειγματική και τους ανέθεσαν διάφορους διορισμούς. Διωρίσθηκα ως μπαστονέρο, δηλαδή φυλακισμένος στον οποίο ανατίθεται η ευθύνη να προσέχη άλλους φυλακισμένους. Ως αμοιβή για την ευσυνείδητη διεξαγωγή των ευθυνών μου, μ’ εξέλεξαν να μεταφερθώ στην Ποινική Αποικία Ιουάχιγκ στο Παλάουαν.
ΖΩΗ ΣΤΟ ΙΟΥΑΧΙΓΚ
Στο Ιουάχιγκ μού ανέθεσαν μια άλλη εργασία ευθύνης—έγινα διαχειριστής τροφίμων για 800 περίπου τροφίμους. Ελάμβανα την προμήθεια τροφίμων και επιστατούσα στο μαγείρευμα, καθώς επίσης και στην τροφοδοσία των ανδρών. Οι αρχές πίστευαν ότι η διαγωγή μου ήταν καλή, διότι οι φυλακισμένοι ήσαν ευχαριστημένοι με τη διαχείρισί μου, ενώ μερικοί οι οποίοι κατείχαν προηγουμένως αυτή τη θέσι είχαν δολοφονηθή.
Μια μέρα, ο διευθυντής του Ιουάχιγκ μ’ ερώτησε γιατί οι φυλακισμένοι εφαίνοντο ικανοποιημένοι από μένα. Του είπα ότι ήμουν Μάρτυς του Ιεχωβά και εφήρμοζα στην εργασία μου Βιβλικές αρχές. Από τότε, αυτός βασίζετο σε μένα περισσότερο και είχα περισσότερη ελευθερία να κηρύττω μεταξύ των άλλων τροφίμων. Ως αποτέλεσμα, διεξήγα μια ομαδική μελέτη με 18 περίπου άτομα. Σύντομα, ήλθα σ’ επαφή με τους Μάρτυρες στην τοπική Εκκλησία Πουέρτο Πρινσέσα και ένας Μάρτυς του Ιεχωβά μάς βοήθησε να διεξάγωμε τακτικές συναθροίσεις μέσα στο Ιουάχιγκ.
Όταν ήμουν στο Ιουάχιγκ, έμαθα ότι θα εγίνετο μια διεθνής συνέλευσις στο Αναμνηστικό Στάδιο Ριζάλ της Μανίλα τον Αύγουστο του 1963. Ήταν 1η Ιουλίου 1963. Ήμουν βαπτισμένος εδώ και 10 χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχα μπορέσει να παρακολουθήσω μια συνέλευσι των Μαρτύρων. Ήμουν πολύ λυπημένος και ανήσυχος. Εκείνη τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, επειδή σκεπτόμουν τη συνέλευσι, κι έτσι άρχισα να προσεύχωμαι ζητώντας να μου δείξη ο Θεός ένα τρόπο να μπορέσω να παρακολουθήσω.
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΙΣ
Ένα βράδυ έγραψα στον τότε πρόεδρο των Φιλιππίνων, τον Ντιοστάντο Μακαπαγκάλ. Έκανα έκκλησι σ’ αυτόν για προεδρική χάρι, ώστε να μπορέσω να παρακολουθήσω τη συνέλευσι. Στις 30 Ιουλίου ήλθε η απάντησίς του με τα θαυμάσια λόγια: «Σας δίδω την άδεια που ζητήσατε.» Έκλαιγα από χαρά. Στις 10 Αυγούστου απελευθερώθηκα. Στις 15 Αυγούστου ήμουν με την οικογένειά μου. Στις 17 Αυγούστου όλοι ενωθήκαμε με τις χιλιάδες Χριστιανών αδελφών μας στη διεθνή συνέλευσι. Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν τη χαρά μου εκείνη την ώρα. Ο Θεός φάνηκε πολύ καλός σε μένα.
Μετά τη συνέλευσι, μπόρεσα να συνεχίσω την υπηρεσία μου προς τον Ιεχωβά Θεό ως ελεύθερος πια. Παρά το υπόμνημά μου στη φυλακή, μπόρεσα να βρω εργασία ώστε να μπορώ να συντηρώ την οικογένειά μου σαν Χριστιανός. Οι παρόντες προϊστάμενοί μου γνωρίζουν ότι ήμουν στη φυλακή, αλλά γνωρίζουν επίσης ότι τώρα είμαι Χριστιανός· έτσι μ’ εμπιστεύονται στην εργασία μου.
Στην εκκλησία προώδευσα μέχρι του σημείου να είμαι πρεσβύτερος. Σκοπός μου στη ζωή είναι να εξακολουθήσω να υπηρετώ τον Ιεχωβά με όλη μου την καρδιά, μαζί με τη σύζυγό μου και τα παιδιά μου. Και ελπίζομε Εκείνος να μας δεχθή και να λάβωμε την ευλογία του για ζωή στον επίγειο παράδεισο που τώρα είναι τόσο κοντά.—Από συνεργάτη.