Πράξεις των Αποστόλων—Μια Ιστορία Θαρραλέας και Ένθερμης Μαρτυρίας
ΤΡΙΑΜΙΣΥ σχεδόν χρόνια ο Ιησούς Χριστός εκήρυττε τη βασιλεία του Θεού. Κατόπιν τον εθανάτωσαν. Ήταν πράγματι ο Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού, όπως ισχυρίζετο; Σύμφωνα με την αρχή που ετόνισε ο Ιουδαίος λόγιος Γαμαλιήλ, αν το έργο του Ιησού ήταν έργο δικό του, ο θάνατός του θα είχε σημάνει το τέλος αυτού του έργου, αλλ’ αν το έργο του προήρχετο από τον Θεό και αυτός ήταν πράγματι Υιός του Θεού, τότε ο θάνατός του δεν θα μπορούσε να το σταματήση.—Πράξ. 5:35-39.
Η θαρραλέα και ενθουσιώδης μαρτυρία των μαθητών του μετά την ανάστασι του Ιησού απέδειξε ότι ο Ιησούς ήταν πράγματι ο Υιός του Θεού και ότι το έργο του προήρχετο από τον Πατέρα του. Παρά τη σφοδρή εναντίωσι που αντιμετώπισαν οι μαθηταί του, αυτοί ενισχύθηκαν ώστε να κηρύξουν το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού στα πέρατα της γης. Όλα αυτά αναφέρονται στο βιβλίο των Πράξεων.
Ποιος έγραψε το βιβλίο των Πράξεων; Η εξωτερική καθώς και η εσωτερική μαρτυρία δείχνουν τον Λουκά ως τον συγγραφέα.a Στις Πράξεις ο μαθητής Λουκάς αποκαλύπτεται ότι δεν είναι μόνο ένας καλός και παρατηρητικός χρονογράφος, αλλ’ επίσης ένας ακριβής και καλά μορφωμένος ιστορικός.
Οι Πράξεις, αρχίζουν με την ανάληψι του Ιησού και τελειώνουν με τη φυλάκισι του Παύλου στη Ρώμη. Η αφήγησις καλύπτει περίπου είκοσι οκτώ έτη, από το 33-61 μ.Χ. Είναι πολύ πιθανόν ότι οι Πράξεις εγράφησαν το 61 μ.Χ., διότι δεν αναφέρουν την εμφάνισι του Παύλου ενώπιον του Καίσαρος, ή τον διωγμό που επέβαλε ο Νέρων στους Χριστιανούς και ο οποίος έγινε το 64 μ.Χ. περίπου. Εφόσον ο Λουκάς συντρόφευε τον Παύλο στη Ρώμη (Κολ. 4:14· 2 Τιμ. 4:11), είναι λογικό να συμπεράνωμε επίσης ότι η Ρώμη ήταν ο τόπος απ’ όπου ο Λουκάς έγραψε τις Πράξεις.
Τα πρώτα δώδεκα κεφάλαια των Πράξεων ασχολούνται σύντομα με το έργο κηρύγματος του Πέτρου, ενώ τα υπόλοιπα έξη με το κήρυγμα του Παύλου. Επίσης, οι Πράξεις μάς λέγουν ότι εδόθη μαρτυρία για τη Βασιλεία πρώτα στους Ιουδαίους, κατόπιν στους Σαμαρείτες και έπειτα στους Εθνικούς. Αναφέρουν επίσης την επέκτασι των αγαθών νέων από την Ιερουσαλήμ στη Ρώμη.—Πράξ. 1:8.
Φυσικά, οι μαθηταί του Ιησού δεν θα μπορούσαν να εκτελέσουν αυτό το έργο με δική τους δύναμι. Ήταν το άγιο πνεύμα του Θεού που τους έκαμε ικανούς να δώσουν μαρτυρία με θάρρος και με ζήλο. Έδιναν μαρτυρία για τον αναστημένο Ιησού Χριστό. Επίσης, έδιναν μαρτυρία για τον Ιεχωβά Θεό και τη βασιλεία του. Στην πραγματικότητα, στις Πράξεις βρίσκομε να αναφέρεται ο Θεός διπλάσιες φορές απ’ όσες αναφέρεται ο Ιησούς Χριστός. Ιδιαίτερα όταν εκήρυτταν στους Εθνικούς ετόνιζαν πρώτα απ’ όλα την ύπαρξι και την αγαθωσύνη του Δημιουργού, του Ιεχωβά Θεού.—Πράξ. 14:14-17· 17:22-31.
Ο ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΗΓΕΣΙΑ
Το βιβλίο των Πράξεων αρχίζει με τα αποχαιρετιστήρια λόγια του Ιησού προς τους μαθητάς του και την ανάληψί του στον ουρανό. Ο Ματθίας εκλέγεται ν’ αντικαταστήση τον Ιούδα τον Ισκαριώτη κι αυτό είναι μια ενέργεια που προτείνει ο Πέτρος. Κατόπιν εκατόν είκοσι μαθηταί περιμένουν υπάκουα σ’ ένα υπερώον της Ιερουσαλήμ για να λάβουν από τον Ιεχωβά Θεό τον υποσχεμένο παράκλητο ή το άγιο πνεύμα, το οποίον πράγματι λαμβάνουν την ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτό τους καθιστά ικανούς να μιλούν με θάρρος στις διάφορες γλώσσες που ωμιλούσαν οι Ιουδαίοι που είχαν έλθει από πολλές διαφορετικές χώρες για να εορτάσουν την Πεντηκοστή στην Ιερουσαλήμ. Ο απόστολος Πέτρος και πάλι λαμβάνει την ηγεσία με αποτέλεσμα να ‘δεχθούν μετά χαράς τον Λόγον και να βαπτισθούν’ τρεις χιλιάδες ψυχές.—Πράξ. 2:41.
Τα κεφάλαια τρία έως πέντε λέγουν περισσότερα για το έργο της μαρτυρίας που έκαμαν οι απόστολοι με παρρησία και με ζήλο ότι ‘δεν υπάρχει όνομα άλλο υπό τον ουρανόν δια του οποίου πρέπει να σωθώμεν.’ (Πράξεις 4:12) Η παρρησία του Πέτρου και του Ιωάννου κάνουν τους εχθρούς των ν’ αναγνωρίσουν ότι αυτοί ήσαν μαζί με τον Ιησού. (4:13) Όταν διατάσσωνται να σταματήσουν το κήρυγμα αυτοί με παρρησία απαντούν: «Αν ήναι δίκαιον ενώπιον του Θεού να ακούωμεν εσάς μάλλον παρά τον Θεόν, κρίνατε. Διότι ημείς δεν δυνάμεθα να μη λαλώμεν όσα είδομεν και ηκούσαμεν.» Αφού απειλούνται και ελευθερώνονται συναντούν τους «οικείους» των και τους αναφέρουν όσα συνέβησαν. Κατόπιν, όλοι μαζί «ομοθυμαδόν» προσεύχονται να τους ενισχύση ο Θεός να ‘λαλώσι τον λόγον του μετά πάσης παρρησίας.’ Αφού διατάσσονται και πάλι να σταματήσουν το κήρυγμα, αυτοί άφοβα απαντούν: «Πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.»—4:19, 20, 23, 24, 29, 31· 5:29.
Στα επόμενα δύο κεφάλαια μαθαίνομε για τον Στέφανο, έναν από τους επτά που είχαν εκλεγή να φροντίζουν για τη διανομή τροφίμων στις χήρες. Ο Στέφανος, «πλήρης πίστεως και δυνάμεως» κάνει μεγάλα θαύματα και δίνει μια εντυπωσιακή μαρτυρία την οποία οι εχθροί του δεν μπορούν ν’ αντικρούσουν. (Πράξ. 6:8) Εξωργισμένοι τον οδηγούν ενώπιον του Συνεδρίου, όπου η θαρραλέα μαρτυρία του εξαγριώνει τόσο πολύ τους εχθρούς του ώστε τον λιθοβολούν μέχρι θανάτου κι έτσι ο Στέφανος γίνεται ο πρώτος Χριστιανός μάρτυς. Ο διωγμός αυξάνει, αλλά μπόρεσε να σταματήση τους μαθητάς; Όχι βέβαια. Οπουδήποτε κι αν είναι διασκορπισμένοι, συνεχίζουν να ‘ευαγγελίζωνται τον λόγον.’—8:4.
Το ένατο κεφάλαιο περιγράφει πώς μεταστρέφεται στον Χριστιανισμό ο μεγάλος διώκτης Σαύλος από την Ταρσό. Πώς γίνεται αυτό; Από τον αναστημένο Ιησού όταν εμφανίζεται προσωπικά ενώπιόν του μέσα σ’ ένα εκτυφλωτικό φως. Αφού επανέρχεται η όρασις του Σαύλου, ο οποίος αργότερα γίνεται γνωστός ως Παύλος, γίνεται κι αυτός επίσης ένας θαρραλέος και ενθουσιώδης κήρυξ και διώκεται τώρα από τους άλλους. Το δέκατο κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό διότι μας περιγράφει πώς ο Θεός χρησιμοποιεί τον Πέτρο για να φέρη τα αγαθά νέα στον πρώτο Εθνικό προσήλυτο, στον εκατόνταρχο του Ρωμαϊκού στρατού Κορνήλιο.
Κατόπιν διαβάζομε για τον φόνο του αποστόλου Ιακώβου από τον Ηρώδη για να ευαρεστήση τους Ιουδαίους και τη σύλληψι του Πέτρου για τον ίδιο σκοπό. Εν τούτοις, ο Θεός σκέπτεται άλλα για τον Πέτρο κι έτσι ένας άγγελος απελευθερώνει τον Πέτρο από τη φυλακή. ‘Ο Λόγος του Θεού αυξάνει και πληθύνεται.’—Πράξ. 12:24.
ΤΑ ΤΡΙΑ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
Το δέκατο τρίτο κεφάλαιο λέγει ότι ο Παύλος και ο Βαρνάβας αρχίζουν το πρώτο ιεραποστολικό τους ταξίδι. Ταξιδεύουν εκατοντάδες μίλια, επισκέπτονται πολλές πόλεις, κάνουν πολλά θαύματα και ‘μιλούν με τόση παρρησία’ ώστε «επίστευσε πολύ πλήθος.» Μερικές φορές αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πόλεις λόγω σφοδρού διωγμού. Σε μια πόλι ο Παύλος λιθοβολείται και εγκαταλείπεται επειδή θεωρείται νεκρός. Αφού συνέρχεται, συνεχίζει με τον Βαρνάβα, «επιστηρίζοντες τας ψυχάς των μαθητών, προτρέποντες να εμμένωσιν εις την πίστιν, και διδάσκοντες ότι δια πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν του Θεού.»—Πράξ. 14:1, 3, 22.
Μια συνάθροισις των αποστόλων και των πρεσβυτέρων στην Ιερουσαλήμ για να τακτοποιήσουν το ζήτημα της περιτομής περιγράφεται στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο. Δεν απαιτείται από τους Εθνικούς προσηλύτους να περιτέμνωνται, διότι, όπως γράφουν, «εφάνη εύλογον εις το άγιον πνεύμα και εις ημάς να μη επιβάλλωμεν εις εσάς μηδέν πλειότερον βάρος εκτός των αναγκαίων τούτων, να απέχητε από ειδωλοθύτων και αίματος και πνικτού και πορνείας.»—Πράξ. 15:19, 20, 28, 29· 21:25.
Για το δεύτερο ιεραποστολικό του ταξίδι ο Παύλος εκλέγει τον Σίλα ως σύντροφο, ενώ καθ’ οδόν ενώνεται μαζί τους και ο Τιμόθεος. Επειδή τους ελέχθη μέσω μιας οράσεως ότι πρέπει να περάσουν στη Μακεδονία για να βοηθήσουν, έρχονται στους Φιλίππους. Και πάλι η επιτυχία του κηρύγματος καταλήγει σε μια οχλαγωγία και ο Παύλος και ο Βαρνάβας φυλακίζονται. Με ένα σεισμό ελευθερώνονται από τα δεσμά, πράγμα που κάνει τον δεσμοφύλακα να πιστέψη. Πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη και στη Βέροια έχουν μεγάλη επιτυχία, αλλά αναγκάζονται να φύγουν από αυτά τα μέρη λόγω του σκληρού διωγμού. (Πράξεις 16:9-17:15) Φθάνοντας στας Αθήνας, ο Παύλος κηρύττει με παρρησία στην αγορά, οδηγείται από τους φιλοσόφους ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δίνει μια μεγάλη μαρτυρία για τον Θεό τον Δημιουργό, για την κοινή καταγωγή της ανθρώπινης οικογενείας, και για την ανάστασι του Ιησού. (17:16-34) Πηγαίνοντας στην Κόρινθο, συναντά τόσο ενδιαφέρον εκεί, ώστε παραμένει δεκαοκτώ μήνες.—18:1-17.
Αφού επιστρέφει στη βάσι του στην Αντιόχεια και μένει λίγον καιρό εκεί, ο Παύλος αρχίζει το τρίτο ιεραποστολικό του ταξίδι. Φθάνει στην Έφεσο και, εισερχόμενος σε μια συναγωγή, ‘ομιλεί μετά παρρησίας’ εκεί, και κατόπιν σε άλλα μέρη επί δύο περίπου χρόνια. (Πράξ. 19:8-10) Πολλά είναι τα θαύματα που κάνει ο Παύλος και πολλοί πιστεύουν. Πάλι οι επιτυχίες του καταλήγουν σε οχλαγωγία, η οποία όμως δεν γίνεται αιτία για ν’ αναγκασθή να φύγη. Καθώς επιστρέφει στην Ιερουσαλήμ προσκαλεί τους πρεσβυτέρους τής Εφέσου να συναντηθούν μαζί του στη Μίλητο όπου τονίζει το ανιδιοτελές του έργο και κατόπιν τους δίνει την ωραία συμβουλή: «Προσέχετε λοιπόν εις εαυτούς και εις όλον το ποίμνιον, εις το οποίον το πνεύμα το άγιον σας έθεσεν επισκόπους.» Στο τέλος λέγει: «Κατά πάντα υπέδειξα εις εσάς ότι ούτω κοπιάζοντες πρέπει να βοηθήτε τους ασθενείς και να ενθυμήσθε τους λόγους του Κυρίου Ιησού, ότι αυτός είπε· Μακάριον είναι να δίδη τις μάλλον παρά να λαμβάνη.»—20:17-35.
ΕΝΩΠΙΟΝ ΗΓΕΜΟΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΦΥΛΑΚΕΣ
Τα τελευταία οκτώ κεφάλαια των Πράξεων ασχολούνται λεπτομερώς με τις πείρες του Παύλου στη φυλακή. Μας περιγράφουν τη μαρτυρία που έδωσε ο Παύλος άφοβα στους Ιουδαίους και στους Ρωμαίους ηγεμόνας, στον Φήλικα, στον Φήστο και στον Βασιλέα Αγρίππα. Απολογούμενος λέγει πώς ο Ιησούς θαυματουργικά εμφανίσθηκε σ’ αυτόν και του έδωσε την εντολή να κηρύξη. Για να δικαιωθή ο Παύλος επικαλείται τον Καίσαρα.
Το ταξίδι στη Ρώμη διακόπτεται από μια μεγάλη θύελλα μετά την οποία το πλοίο προσκρούει σε στεριά και ναυαγεί, αλλ’ όπως ένας άγγελος έχει διαβεβαιώσει τον Παύλο, όλοι όσοι βρίσκονται σ’ αυτό μπορούν να κολυμπήσουν και να φθάνουν ασφαλώς στην ακτή. Τρεις μήνες αργότερα ο Παύλος και οι συνταξιδιώτες του ξεκινούν για τη Ρώμη και βρίσκουν τους Χριστιανούς αδελφούς στον λιμένα των Ποτιόλων και αργότερα πηγαίνουν στη Ρώμη. Εκεί ο Παύλος καλεί τους πρώτους μεταξύ των Ιουδαίων και δίνει σ’ αυτούς μαρτυρία· μερικοί πιστεύουν, αλλά οι περισσότεροι δεν πιστεύουν. Δύο χρόνια ο Παύλος μένει ‘εν ιδιαιτέρα μισθωτή οικία και δέχεται πάντας τους ερχομένους προς αυτόν, κηρύττων την βασιλείαν του Θεού.’—Πράξ. 28:30, 31.
Πραγματικά η ιστορία που εγράφη απ’ αυτούς τους πρώτους Χριστιανούς δείχνει καθαρά ότι το έργο που άρχισε ο Ιησούς ήταν έργο Θεού και όχι έργο ανθρώπων. Κατευθυνόμενοι από τον αναστημένο Κύριό των και από τη δύναμι του αγίου πνεύματος του Θεού, μπόρεσαν να κηρύξουν με θάρρος, με ζήλο και με αποτελεσματικότητα, ώστε πολλές χιλιάδες να πιστέψουν. Ο απόστολος Παύλος γράφει σε μια επιστολή του ότι ο ζήλος τους κατέληξε ώστε το ευαγγέλιον να ‘κηρυχθή εις πάσαν την κτίσιν την υπό τον ουρανόν.’—Κολ. 1:23.
[Υποσημειώσεις]
a Για λεπτομέρειες, βλέπε το βιβλίο Βοήθημα Προς Κατανόησιν της Βίβλου (στην Αγγλική) σελ. 32.