Μια Ζωή Ευλογιών στην Υπηρεσία του Ιεχωβά
Αφήγησις υπό Αθαν. Δούλη
Η ΖΩΗ μου, από ανθρώπινη άποψι, ξεκίνησε από ένα πενιχρό περιβάλλον, με πενιχρές επίσης προβλέψεις για ένα ικανοποιητικό μέλλον. Γεννημένος σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό της Βορείου Ηπείρου, Αλβανίας, ποτέ δεν εγνώρισα τον πατέρα μου, διότι είχε πεθάνει τρεις μήνες πριν γεννηθώ. Η μητέρα μου, καθ’ όσον ενθυμούμαι, ήταν μια θεοσεβής γυναίκα αφωσιωμένη σε ό,τι είχε μάθει· πέθανε όταν ήμουν μόλις οκτώ ετών. Η μόνη μου αδελφή παντρεύθηκε, κι ο μόνος αδελφός μου κι εγώ ο ίδιος εκπατρισθήκαμε στην Κωνσταντινούπολι.
Ένας θείος μου με ανέλαβε υπό την κηδεμονία του και με ανέθρεψε σύμφωνα με την ιδική του Ορθόδοξο Πίστι. Εσύχναζε στο Πατριαρχείο και σε πολλές εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, και μ’ έπαιρνε μαζί του, υποθέτοντας, φαίνεται, ότι αυτό θα υποκαθιστούσε μια τυπική εκπαίδευσι. Αλλ’ εγώ θεωρούσα τον εαυτό μου αδικημένο που δεν μπόρεσα να εκπαιδευθώ όπως όλοι οι άλλοι νέοι. Ευτυχώς, βρήκα μερικά παλιά σχολικά βιβλία που εξεχώρισε ο εξάδελφός μου κι επεδόθηκα σε μαθήματα αυτοεκπαιδεύσεως.
Στο έτος 1923 πήγα ως πρόσφυξ στη Θεσσαλονίκη, και κατόπιν, ύστερ’ από δύο χρόνια, ξαναπήγα στην Αλβανία για να συναντήσω τον αδελφό μου. Όταν έφθασα στο παλιό σπίτι, δεν βρήκα τον αδελφό μου, διότι ειργάζετο σε απόστασι 200 χιλιομέτρων περίπου. Αλλά βρήκα τη Σκοπιά, την Αγία Γραφή, τους επτά τόμους των Γραφικών Μελετών καθώς και άλλα φυλλάδια με Γραφικά θέματα. Μερικοί από τους τίτλους, όπως «Ο Άδης» και «Η Επάνοδος του Κυρίου,» προσείλκυσαν το βλέμμα μου κι άρχισα να διαβάζω. Η σύζυγος του αδελφού μου προσπαθούσε να με αποθαρρύνη, λέγοντας: «Θα γίνης σαν τον αδελφό σου, που απομωράθηκε μ’ αυτά και δεν πηγαίνει στην εκκλησία ούτε τηρεί γιορτές.» Εγώ δεν έδωσα προσοχή. Ήξερα ότι ο αδελφός μου ήταν εγγράμματος. Όταν τελικά τον συνήντησα, διεπίστωσα ότι ήταν ένας αλλαγμένος άνθρωπος, με μια πολύ διάφορη άποψι της ζωής.
ΠΡΩΤΕΣ ΕΥΛΟΓΙΕΣ
Στην αρχή όλα μου ήσαν πολύ νέα και δύσκολα. Ποτέ προηγουμένως δεν είχα διαβάσει την Αγία Γραφή· πραγματικά, δεν εγνώριζα καθόλου τι ήταν η Αγία Γραφή, παρά τον μακρό μου σύνδεσμο με την Ορθόδοξη θρησκεία. Αλλ’ ακόμη και στη μακρινή εκείνη ορεινή περιφέρεια υπήρχαν μερικοί Σπουδασταί της Γραφής, όπως ελέγοντο τότε οι μάρτυρες του Ιεχωβά. Αυτοί είχαν διαμείνει άλλοτε στην Αμερική κι έφεραν μαζί τους τα όσα ήξεραν από τη Γραφή και την αγάπη της Βίβλου. Το πράο και υπομονητικό τους πνεύμα μου έκαμε εντύπωσι.
Αναπολώ το πώς στα πρώτα εκείνα χρόνια αμφισβητούσα την αξιότητά μου και τη δυνατότητα να φθάσω ποτέ στη θέσι ενός αληθινού Χριστιανού. Αισθανόμουν ως να ανήκα από απόψεως χαρακτήρος σε μια κατώτερη κοινωνική τάξι απ’ εκείνη του αδελφού μου. Εν τούτοις, εκείνος με διεβεβαίωσε ότι κανείς δεν γεννάται ποτέ με υψηλές αρχές—μάλλον, αυτές αποκτώνται και καλλιεργούνται. Σχεδόν δεν εγνώριζα τότε περί του ότι επρόκειτο ν’ αποκτήσω πολλά Χριστιανικά προνόμια που ποτέ δεν φαντάσθηκα ότι θα τ’ απελάμβανα.
Στο 1925 υπήρχαν τρεις ωργανωμένες εκκλησίες στην Αλβανία, καθώς και μεμονωμένοι Σπουδασταί των Γραφών και ενδιαφερόμενοι διεσπαρμένοι εδώ κι εκεί σε όλη τη χώρα. Η μεταξύ των αγάπη ήταν σε μεγάλη αντίθεσι με τους διαπληκτισμούς, τον εγωισμό και τον ανταγωνισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός των! Προσελκύσθηκα στις συναθροίσεις των και βρήκα πραγματική ευχαρίστησι στη συναναστροφή των.
Έφυγα από την Αλβανία στο 1926, με πολλή δυσκολία, διότι ήμουν πρόσφυξ από την Τουρκία, χωρίς διαβατήριο. Αποβιβάσθηκα στην Ελληνική νήσο Κέρκυρα. Πολύ χάρηκα που βρήκα εκεί τριάντα περίπου σπουδαστάς της Γραφής. Εκεί για πρώτη φορά αισθάνθηκα τη χαρά του κηρύγματος της βασιλείας του Θεού στους άλλους, διότι τότε βοηθήθηκα να κάμω έναρξι της διακονίας από σπίτι σε σπίτι. Το έργον τότε συνίστατο στη διάθεσι εντύπων σ’ εκείνους των οποίων μπορούσαμε να εγείρωμε το ενδιαφέρον στο άγγελμά μας. Η εκτέλεσις επανεπισκέψεων και η διεξαγωγή Γραφικών μελετών δεν είχαν εγκαινιασθή ακόμη ως ζωτικά χαρακτηριστικά του Χριστιανικού μας έργου. Στην Κέρκυρα, εν παρόδω, υπήρχε ένα λείψανο κάποιου «αγίου» και ο κλήρος το εξεμεταλλεύετο στο πλήρες.
Μια μέρα, ενώ εργαζόμουν από κατάστημα σε κατάστημα προσφέροντας Γραφικά έντυπα, ένας φανατικός ώρμησε πάνω μου κραδαίνοντας ένα μαχαίρι κρεοπώλου και φωνάζοντας τ’ όνομα του πολιούχου αγίου. Ο Ιεχωβά μ’ επροστάτευσε απ’ αυτό το δαιμονοκρατούμενο άτομο μέσω ενός παρατυχόντος, ο οποίος παρενέβη. Μια άλλη μέρα, σ’ ένα χωριό της υπαίθρου, έγινε εξέγερσις εναντίον εμού και του συνεργάτου μου. Ευτυχώς υπήρξαν και διχογνωμίες, ο πρόεδρος της κοινότητος υπέρ ημών και ο ιερεύς εναντίον μας. Ο δεύτερος συνεκέντρωσε έναν όχλον για να μας λιθοβολήσουν. Συνεχίσαμε σώοι τον δρόμο μας, μολονότι μερικές από τις πέτρες που έρριξαν έπληξαν τον σύντροφό μου στη ράχη κι έμενα στα πόδια.
Ο μητροπολίτης Κερκύρας τελικά κατώρθωσε, ύστερ’ από τρεις μήνες, να επιτύχη την εκτόπισί μου στην Αλβανία, με σκοπό να μου προξενήση πολλές ταλαιπωρίες και φυλακίσεις. Αλλά το εκδικητικό του σχέδιο δεν ετελεσφόρησε. Όταν το πλοίο του οποίου επέβαινα έφθασε στο Αλβανικό λιμάνι των Αγίων Σαράντα, ήλθε να με συναντήση ένας Σπουδαστής της Γραφής που ήταν γραμματεύς του δημάρχου της πόλεως. Εφρόντισε να μη φυλακισθώ, ετηλεφώνησε δε μάλιστα και στον συνταγματάρχη διοικητή της πόλεως Αργυροκάστρου, με τις καλές ενέργειες του οποίου μου χορηγήθηκε διαβατήριο. Έτσι, ύστερ’ από τέσσερες ημέρες επέστρεψα στην Κέρκυρα, διακηρύττοντας πάλι το Θείο άγγελμα στους κατοίκους.
ΕΚΤΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΑΘΟΔΗΓΙΑΣ
Σε λίγο ανεχώρησα κατευθυνόμενος προς Αθήνας, όπου κι εγκαταστάθηκα. Φαντασθήτε τη χαρά μου όταν έμαθα αργότερα ότι ο συνταγματάρχης διοικητής, που είχε ενεργήσει υπέρ εμού, βαπτίσθηκε ως Χριστιανός μάρτυς του Ιεχωβά και ότι δόθηκε έτσι μια μεγάλη μαρτυρία μεταξύ του Μωαμεθανικού στοιχείου της Αλβανίας.
Στην πόλιν των Αθηνών, βέβαια, υπήρχε μια πολύ μεγαλύτερη εκκλησία, και θερμάνθηκα κυριολεκτικά με τη θέρμη της συναναστροφής των και των συναθροίσεών των. Ολοένα από τότε προχωρούσα σε γνώσι κι εκτίμησι των βουλών του Θεού και της ιστορίας του λαού που εχρησιμοποιείτο για το όνομά Του. Εν τω μεταξύ ο Ιεχωβά είχε αποκαλύψει στον λαό του ότι ήλθε ο καιρός της κρίσεως του ναού του, κι εξεπέμποντο «αστραπαί και φωναί και βρονταί» από τον ουράνιο ναό του, επιφέροντας καθαρισμό της τάξεως του ‘ναού’ του στη γη. (Αποκάλ. 11:16-19) Μια τάξις «πονηρού δούλου» απομακρύνθηκε από τις τάξεις των πιστών Μαρτύρων. (Ματθ. 24:48-51) Πιστοί άνθρωποι μ’ εβοήθησαν να μείνω κοντά στην οργάνωσι του λαού του Θεού.
Εκείνο τον καιρό εμείς οι νεώτεροι επιδιώκαμε κι ευρίσκαμε γλυκειά επικοινωνία με παλαιοτέρους Μάρτυρας, ακριβώς όπως η Ρουθ με τη Ναομί. (Ρουθ 1:16, 17) Τις Κυριακές, μετά τις συναθροίσεις, θέλαμε να τους συντροφεύωμε, επιζητώντας εξηγήσεις από τη Γραφή και μαθαίνοντας για τις εξελίξεις της οργανώσεως των δούλων του Θεού στη γη. Εμάθαμε για τις πρώτες επισκέψεις του Αδελφού Κ. Τ. Ρώσσελ και του Αδελφού Ι. Φ. Ρόδερφορδ στην Ελλάδα, και γι’ άλλα εξέχοντα γεγονότα.
Επίσης, μαθαίναμε τότε για τη θαυμαστή σειρά των διεθνών συνελεύσεων, που είχαν αρχίσει από τη συνέλευσι του Σήνταρ Πόιντ, Οχάιο, στο 1922. Πραγματικά, είχαμε κι εμείς μια σειρά μικρογραφικών συνελεύσεων ως το έτος 1931. Σε μια απ’ αυτές, το 1926, έφθασα σ’ έναν άλλο σταθμό της ζωής μου—εσυμβόλισα την αφιέρωσί μου στον Θεό με το εν ύδατι βάπτισμα. Έως τότε ασχολούμην δραστήρια στο κήρυγμα από σπίτι σε σπίτι κηρύττοντας επί δύο περίπου ώρες την ημέρα και παρακολουθώντας συναθροίσεις.
Παρά τους διωγμούς, τις κατασχέσεις βιβλίων, τις δίκες και τις φυλακίσεις, οι Μάρτυρες ηύξαναν σε αριθμό και οι εκκλησίες επολλαπλασιάζοντο. Μαζί με τα πολλά προνόμια και τις χαρές υπηρεσίας της Βασιλείας ήλθαν και δοκιμασίες και πειρασμοί. Ανακαλώ στη μνήμη μου το πώς, μέσα στο ξενοδοχείο όπου εργαζόμουν, εξετέθηκα στο ίδιο είδος πειρασμού που είχε υποστή κι ο Ιωσήφ στον οίκον του κυρίου του, του Πετεφρή. (Γέν. 39:7-12) Ανατρέχοντας στο παρελθόν, μπορώ να χαίρω που είχα ήδη ενισχυθή από τις Χριστιανικές ηθικές αξίες για ν’ ανθέξω σε μια τέτοια δοκιμασία.
ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ ΕΥΛΟΓΗΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΩΝ
Στο έτος 1930 εκλήθηκα να υπηρετήσω στην οικογένεια Μπέθελ του εν Αθήναις Τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά. Το Μπέθελ τότε, αντίθετα με το ωραίο Μπέθελ που έχομε τώρα, εστεγάζετο σ’ ένα κτίριο κείμενο στη γωνία των οδών Κουμανούδη και Λομβάρδου. Η οικογένεια απετελείτο από τον Αδελφό Αθαν. Καρανάσιο και την οικογένειά του, τον Αδελφό Καρκάνη και τον Αδελφό Τριανταφυλλόπουλο. Το έργον του κηρύγματος στην Ελλάδα, στην Αλβανία, στην Κύπρο και στην Τουρκία διηυθύνετο από το τμήμα των Αθηνών.
Μια άλλη ευλογητή έκπληξις για μένα ήλθε στο έτος 1934. Από τα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας στο Μπρούκλυν ήλθαν οδηγίες για την προώθησι του έργου της Βασιλείας στην Κύπρο και στην Τουρκία. Δύο άλλοι ωρίσθησαν να πάνε στην Κύπρο, ενώ εγώ ωρίσθηκα για την Τουρκία. Μολονότι εγώ τότε θεωρούσα τον εαυτό μου ακατάλληλο γι’ αυτή την αποστολή, θυμήθηκα τα λόγια του Ιεχωβά: «Ουχί δια δυνάμεως, ουδέ δια ισχύος, αλλά δια του πνεύματός μου.»—Ζαχ. 4:6.
Ήμουν, λοιπόν, εκεί στην Κωνσταντινούπολι, ζώντας και κηρύττοντας μεταξύ ενός λαού πολλών εθνικοτήτων, που μιλούσαν διάφορες γλώσσες, και είχαν διάφορα έθιμα. Έπρεπε να έχωμε βιβλία σε πολλές γλώσσες· συχνά οι πολυκατοικίες ήσαν δυσπρόσιτες· οι άνθρωποι, αντί να μας ανοίξουν την πόρτα, κατέβαζαν ένα καλάθι από ένα παράθυρο των άνω ορόφων, μέσα στο οποίον εβάζαμε τα βιβλία μας και ένα δελτάριο που εξηγούσε περί τίνος επρόκειτο. Έπρεπε να προσέχωμε κι απ’ το Μουσουλμανικό στοιχείο, διότι πάντοτε διετρέχαμε τον κίνδυνο της συλλήψεως. Παρά τα εμπόδια όμως, μπορούσαμε να χαίρωμε για την εμφάνισι νέων που προσήρχοντο στις συναθροίσεις μας Γραφικής μελέτης. Ο Ιεχωβά πράγματι μας εχάριζε ευημερίαν.
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΒΔΕ-ΜΕΛΕΧ
Πέρασαν μόλις επτά μήνες οπότε συνελήφθηκα και υπεβλήθηκα σε τετραήμερη αστυνομική ανάκρισι, κατόπιν μηνύσεως μιας Ιουδαϊκής κοινότητος. Οι αστυνομικοί ήσαν αρκετά καλοί, αλλ’ εν τω μεταξύ το απόθεμα των βιβλίων μας κατεσχέθη, κι ήμεθα αναγκασμένοι να εργασθούμε μ’ ένα μικρό απόθεμα που ήταν αποθηκευμένο αλλού. Στο έτος 1935 συνελήφθηκα και πάλι, αυτή τη φορά ενώ απελάμβανα το μεσημβρινό μου γεύμα. Μ’ έκλεισαν μέσα σ’ ένα μυστικό κρατητήριο, που εχρησιμοποιείτο για κρατουμένους προοριζομένους για εκτόπισι χωρίς νομικές διατυπώσεις. Κι εκεί ακόμη είχα την ευκαιρία να κηρύξω σε πέντε άλλους κρατουμένους διαφόρων εθνικοτήτων.
Μετά δύο μέρες μας έβγαλαν σε μια μικρή αυλή, όπου εκάθησα ν’ απολαύσω τη λιακάδα. Ο αρχιφύλαξ μ’ επλησίασε και μ’ ερώτησε γιατί κρατούμαι. Του εξήγησα ότι κρατούμαι διότι εκήρυττα τη βασιλεία του Θεού. Απήλθε κατάπληκτος, αλλά σε λίγο επέστρεψε και μ’ ερώτησε αν χρειαζόμουν τίποτε. Το βράδυ ήλθε και μου έφερε μια κουβέρτα απ’ το σπίτι του, καθώς και λίγο φαγητό. «Φάγε,» μου είπε, «διότι συ είσαι άνθρωπος του Θεού.» Εξακολούθησε να μου δείχνη καλωσύνη και μου εκμυστερεύθηκε ότι σε λίγες μέρες επρόκειτο να εκτοπισθώ κρυφά στην Περσία μαζί με τους άλλους κρατουμένους.
Ήλθε τότε η απόδειξις της προστασίας του Ιεχωβά. Μ’ ερώτησε σε τι θα μπορούσε να μου φανή χρήσιμος. Τον παρεκάλεσα να ειδοποιήση τους φίλους μου. Αυτός δέχθηκε, μολονότι αυτό θα εσήμαινε την απόλυσί του και απώλεια της ελευθερίας του αν ανεκαλύπτετο. Όταν έμαθαν οι φίλοι μου το μέρος όπου βρισκόμουν, απευθύνθηκαν στον νομάρχη της πόλεως για μένα, κι έτσι αντί να εκτοπισθώ χωρίς χρήματα στην Περσία, εκτοπίσθηκα στην Ελλάδα υπό καλύτερες συνθήκες. Ο Ιεχωβά αληθινά είχε εγείρει ένα σύγχρονο Αβδέ-μέλεχ για να με διασώση στον κρίσιμο καιρό.—Ιερεμ. 38:7-13.
Ύστερ’ από μια σύντομη επίσκεψι στην Αλβανία και πάλι, επανήλθα στο εν Αθήναις τμήμα της Εταιρίας. Οι εχθροί της αληθείας του Θεού επωφελήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς για να εμποδίσουν το έργον μας με κάθε τρόπο. Στο έτος 1939 κατώρθωσαν να προκαλέσουν το πλήρες κλείσιμο του τμήματος, κατάσχεσι των τυπογραφείων μας και φυλάκισι πολλών Μαρτύρων. Οι συλλήψεις, οι δίκες, οι φυλακίσεις και οι εκτοπισμοί δεν ίσχυσαν να αμβλύνουν τον ζήλο των Χριστιανών αδελφών μας. Το έργον συνεχίσθηκε.
ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΝΕΥΤΗΡΙΟΝ
Ήλθε ο 2 Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ελλάς υπέστη βομβαρδισμούς και ξένη κατοχή, που ακολουθήθηκαν από εμφύλιες ταραχές. Η διάρθρωσις της οργανώσεως των Μαρτύρων παρέμεινε αλώβητη. Σε όλη τη χώρα εκάναμε συναθροίσεις σε μικρές ομάδες και διατηρήσαμε πνευματική υγεία, προάγοντας το έργον της μαρτυρίας όπως μπορούσαμε. Τα τυπογραφικά μηχανήματα, που ήσαν καμωμένα να κινούνται με ηλεκτρισμό, εκινούντο με το χέρι για να εκτυπωθούν μικρά έντυπα που εχρειάζοντο στη διακονία μας. Ένα λαμπρό και χαρωπό χαρακτηριστικό των σκοτεινών εκείνων χρόνων ήταν η πολλαπλασιαζομένη απόδειξις ότι ο «πολύς όχλος,» που μνημονεύεται στην Αποκάλυψι κεφάλαιο 7 εδάφιο 9, ενεφανίζετο τώρα προ των οφθαλμών μας. Πόσο ευγνώμονες ήμεθα στον Ιεχωβά για τη θαυμασία αυτή ενθάρρυνσι—μια πραγματική ευλογία!
Ως ένας ειδικός εκπρόσωπος της Εταιρίας είχα την ευκαιρία να μετάσχω με αγαπητούς συμμάρτυρας σε όλα τα μέρη της χώρας, σε παθήματα που υπέμειναν υπέρ του Χριστού. Ομάδες υπό την ηγεσία θρησκευομένων, προσποιούμενοι ότι αναζητούν εχθρούς της πολιτείας, συνελάμβαναν φιλησύχους Χριστιανούς μάρτυρας, ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες, χτυπώντας τους και απαιτώντας την απάρνησι της πίστεώς των. Μερικοί ερρίφθησαν σε λάκκους ύστερ’ από άγριο ξυλοδαρμό· άλλοι κρεμάσθηκαν με το κεφάλι κάτω· άλλοι πάλι θανατώθηκαν με πολυβόλο ενώπιον των τέκνων των· τα σπίτια των κατεδαφίσθηκαν, τ’ αμπέλια των ξερριζώθηκαν. Δεκάδες εξωρίσθηκαν σε ξερόνησα, χωρίς κατάλληλη νομική διαδικασία. Οι διωγμοί του Νέρωνος και η Ιερά Εξέτασις ανεβίωσαν. Εν τούτοις, οι πιστοί λάτρεις του Ιεχωβά διεκράτησαν ακεραιότητα.
Από το έτος 1947 είχα το προνόμιο να υπηρετώ ως υπηρέτης περιοχής. Η αναδιοργάνωσις πολλά έκαμε για να φέρη χαρά κι ενθάρρυνσι σ’ εκείνους που είχαν εγκαρτερήσει πιστά. Μπορώ να επαναφέρω στη μνήμη μου το πόσο η επαφή μ’ εκείνους που είχαν υπομείνει τον πύρινο διωγμό απέβη πηγή εμπνεύσεως και δυνάμεως σ’ εμένα. Δεν βρίσκω λόγους να ευχαριστήσω επαρκώς τον Ιεχωβά για το προνόμιο που είχα ν’ αγωνισθώ παράπλευρα σε τέτοιους πιστούς κάτω από συνθήκες δοκιμασίας.
Συχνά παρέστη ανάγκη να προσλάβω έναν αξιόπιστο οδηγό να με πηγαίνη από τη μια ομάδα των πιστών Μαρτύρων στην άλλη, διότι ήμεθα αναγκασμένοι να πεζοπορούμε νύχτα και σε απόκεντρους δρόμους αποφεύγοντας τους κεντρικούς δρόμους. Ενθυμούμαι πόσο άγριες κι ερημικές ήσαν μερικές περιοχές στις οποίες αναζητούσαμε τον δρόμο μας μέσα στο σκοτάδι, και κατόπιν πόσο άλλαζε η εικόνα όταν κατωρθώναμε να φθάσωμε σε κάποιο μακρινό τόπο και να ιδούμε εκεί τη Σκοπιά και τα άλλα βοηθήματα μελέτης της Γραφής! Τ’ αναψυκτικά ύδατα του Θείου Λόγου της αληθείας εισέδυαν παντού.
Σε μια πόλι της βορειοδυτικής Ελλάδος, ένας πρώην εγκληματίας, ανθρωποκτόνος, ενδιαφέρθηκε διαβάζοντας τη Σκόπια και το Ξύπνα! και σε λίγο η ζωή του τελείως άλλαξε. Όταν έμαθε τότε ότι μια νεαρή γυναίκα εγκληματίας, της οποίας υπήρξε εχθρός, εξετίμησε το άγγελμα της Γραφής ενόσω ήταν στη φυλακή, ανεφώνησε: «Πρέπει να την αποκαλώ ‘αδελφή,’ κι εκείνη πρέπει να με λέγη ‘αδελφό’.» Ο Θεός μας αληθινά είναι ένας Θεός αγάπης και ειρήνης.
Από το έτος 1947 ως το 1961, καθ’ όσον μπορώ να θυμηθώ, επέρασα σαράντα τρία σοβαρά ατυχήματα αγωνιζόμενος να φθάσω και να υπηρετήσω την περιοχή των μικρών ομάδων που ήσαν υπό την επίβλεψί μου. Συλλήψεις, κρατήσεις, δίκες και φυλακίσεις ήσαν κοινές πείρες για μένα. Για να γίνουν ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα, δημοσιεύθηκε και τ’ όνομά μου στις εφημερίδες, με απειλές και μισαλλόδοξα σχόλια του κλήρου και των οργάνων του. Ποτέ όμως δεν εγκατελείφθηκα σε απόγνωσι. Ο Ιεχωβά πάντοτε παρείχε τις ευλογίες της παρηγορίας κι ενθαρρύνσεως όταν εχρειάζοντο πολύ.
Ξαναπήγα στην Τουρκία το 1956. Στο 1934 απελάμβανα εκεί προνόμια σκαπανέως και τώρα μου επετράπη να συνδέσω τις παλιές εκείνες ευλογίες με νέες. Η Κωνσταντινούπολις τώρα είχε μια αρκετά μεγάλη ομάδα Μαρτύρων. Ήταν συγκινητικό να βλέπω το έργο να προχωρή σ’ αυτόν τον παρθενικό αγρό.
Εν τω μεταξύ, οι συνθήκες της διακονίας μας στην Ελλάδα άλλαξαν προς το καλύτερο. Από το έτος 1961 υπηρετούσα ως υπηρέτης περιοχής στις πόλεις Πειραιώς και Αθηνών. Παρά τις δύο εγχειρήσεις μου, τη μια στο 1954 και την άλλη στο 1963, αισθάνομαι γερός ακόμη, και μπορώ να διακρίνω στην πείρα μου την εκπλήρωσι της υποσχέσεως που δίδεται στον Ησαΐα 40:28-31. Μερικές από τις εξέχουσες ευλογίες που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είναι: παρακολούθησις της μεγάλης διεθνούς συνελεύσεως του Λονδίνου στο 1951, της Νέας Υόρκης στο 1953, σε πόλεις ανά την Ευρώπην το 1955 και στην τεράστια συνέλευσι της Νέας Υόρκης το 1958! Και τι προνόμιο ήταν να μεταδώσω τις ευλογίες των συνελεύσεων εκείνων σε ταπεινούς Μάρτυρας στην Τουρκία και στην Ελλάδα.
Είμαι τώρα πενήντα οκτώ ετών και τα μαλλιά μου άσπρισαν. Οι νέοι πολλές φορές με φωνάζουν «παππού.» Αλλ’ ευχαριστώ τον Δημιουργό μου για το συνεχιζόμενο χάρισμα της σωματικής δυνάμεως, και προτρέπω όλους τους νέους να μελετούν την Αγία Γραφή και να μάθουν για τον στοργικό Δημιουργό, αντί να δαπανούν τη ζωή τους σε ματαιότητες. (Εκκλησ. 12:1) Αυτός μπορεί να ευλογήση και θα ευλογήση την πιστή πορεία του όπως ευλόγησε και τη δική μου.