Ευτυχία Προέρχεται από το να Κάνη Ένας Καλλίστη Χρήσι των Προσόντων του
Η ιστορία της ζωής του ΑΝΤΟΝ ΚΕΡΜΠΕΡ όπως την αφηγούνται οι φίλοι του
ΗΤΑΝ προς το τέλος του θέρους του 1967 και η ευκαιρία ήταν μια συνέλευσις των μαρτύρων του Ιεχωβά. Ο τόπος ήταν το ποδηλατοδρόμιο του Λώρελ της πολιτείας Μαίρυλαντ. Ψηλά επάνω στις τελευταίες κερκίδες, απ’ όπου μπορούσε ένας να βλέπη το πρόγραμμα, ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος κύριος εκάθητο σε μια πολυθρόνα με τροχούς, περιστοιχισμένος από μερικούς φίλους. Μολονότι απεδείχθη ότι δεν είχε πολύ καιρό ακόμη να ζήση—πέθανε μέσα σε τέσσερες μήνες—η διάνοιά του ήταν ζωηρή και το πνεύμα του χαρούμενο κι ενθουσιώδες καθώς αφηγείτο στους φίλους του εποικοδομητικές σκέψεις και ενδιαφέροντα σημεία.
Βλέποντας τον εκεί περιστοιχισμένο από τους φίλους του, μας ήλθαν στο νου οι λόγοι του ψαλμωδού: «Πεφυτευμένοι εν τω οίκω του Ιεχωβά, θέλουσιν ανθεί εν ταις αυλαίς του Θεού ημών· θέλουσι καρποφορεί και εν αυτώ τω βαθεί γήρατι, θέλουσιν είσθαι ακμάζοντες και ανθηροί· δια να αναγγέλλωσιν ότι δίκαιος είναι ο Ιεχωβά, το φρούριόν μου· και δεν υπάρχει αδικία εν αυτώ.»—Ψαλμ. 92:13-15, ΜΝΚ.
Αυτός ο ημιανάπηρος ήταν ο Άντον Κέρμπερ, ηλικίας εβδομήντα πέντε ετών, ένας ευτυχισμένος και ζηλωτής δούλος του Ιεχωβά Θεού επί πενήντα και πλέον χρόνια. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα απήλαυσε μια μεγάλη ποικιλία ευκαιριών υπηρετώντας τον Θεόν του Ιεχωβά και τους συνανθρώπους του, Χριστιανούς και μη Χριστιανούς. Ταυτοχρόνως είχε ευλογηθή με μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα των αγαθών αυτού του κόσμου, των οποίων έκανε γενναιόδωρη χρήσι.
Ο Άντον Κέρμπερ είχε γεννηθή στις 13 Ιουνίου του 1892, από γονείς Λουθηρανούς κάτω από μέτριες συνθήκες, από πατέρα διευθυντή ενός ξενοδοχείου της Βαλτιμόρης, στο Μαίρυλαντ. Το σπίτι ήταν μικρό αλλά καθαρό, και εγίνετο οικονομία όπως υπήρχε και πειθαρχία. Οι συνθήκες άφηναν λίγο χρόνο για τα σπορ, και από την ηλικία των δώδεκα ετών δαπανούσε τις σχολικές του διακοπές εργαζόμενος, πρώτα σ’ ένα παντοπωλείο και κατόπιν στα γραφεία μιας εφημερίδος. Οι μέτριες οικογενειακές συνθήκες επέβαλαν να εργασθή ευθύς μόλις συνεπλήρωσε οκτώ έτη γραμματικής σχολικής εκπαιδεύσεως. Μολονότι ειργάζετο έτσι ο Άντον φοιτούσε σε νυκτερινό σχολείο και έπαιρνε μαθήματα μηχανικού με αλληλογραφία για να συμπληρώση το αντίστοιχο μιας γυμνασιακής εκπαιδεύσεως.
Ιδιαιτέρως από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ήταν ένας πιστός αναγνώστης της Αγίας Γραφής. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών εγκατέλειψε τη Λουθηρανή εκκλησία απογοητευμένος. Αλλά δεν είχε χάσει την πίστι του στον Θεό, στον Λόγο του Θεού, ούτε στην ορθότητα των Βιβλικών αρχών. Επί τέσσερα περίπου χρόνια παρηκολούθησε τις ιερουργίες διαφόρων εκκλησιών και έδειξε ακόμη ενδιαφέρον σ’ ένα αδελφικό τάγμα, ερευνώντας για τον Θεό μήπως Τον εύρη. (Πράξ. 17:27) Κατόπιν μια μέρα ήλθε σ’ επαφή μ’ ένα Σπουδαστή της Γραφής, όπως ήσαν τότε γνωστοί οι μάρτυρες του Ιεχωβά. Τώρα βρήκε ένα άνθρωπο, ο οποίος μπορούσε ν’ απαντήση ικανοποιητικά σε όλα τα ερωτήματά του και ο οποίος τον προσεκάλεσε σε μια συνάθροισί των. Αυτό ήταν που εχρειάζετο. Εδώ επί τέλους υπήρχε το είδος της διδασκαλίας, για το οποίο ερευνούσε και το είδος των ανθρώπων που ζητούσε από τότε που άρχισε να διαβάζη την Αγία Γραφή. Προτού περάσουν πολλοί μήνες αφιερώθηκε στον Θεό να κάνη το θέλημα του και βαπτίσθηκε στο Φαίρμοντ, της Δυτικής Βιρτζίνιας, τον Ιούλιο του 1913.
Ο Άντον αντελήφθη ότι η κλίσις του ήταν ουρανία, με την ελπίδα ότι, αν παρέμενε πιστός, θα συμμετείχε στην ουρανία ανάστασι για να είναι μαζί με τον Κύριο του για όλη την αιωνιότητα, όπως ακριβώς εδίδετο η υπόσχεσις στα εδάφια Αποκάλυψις 20:4-6, και αυτή την ελπίδα την εκράτησε πάντα ζωηρή και ήταν πάντοτε ευτυχής να ομιλή γι’ αυτήν σε άλλους. Κατέβαλλε προσπάθειες να κάμη τους φίλους και συγγενείς του μετόχους των αληθειών που μόλις είχε βρη, αλλά, όπως είπε ο ίδιος, «Σύντομα αντιλήφθηκα ότι με είχαν παρανοήσει οσοδήποτε σκληρά και αν προσπάθησα να εξηγήσω και γινόμουν ανεπιθύμητος αν εξακολουθούσα να κηρύττω.» Αλλ’ αυτό δεν απεθάρρυνε τον Άντον, διότι δεν είχε μήπως προειδοποιήσει ο Ιησούς ότι αυτό θα ήταν εκείνο που μπορούσαν ν’ αναμένουν οι ακόλουθοι του;—Ματθ. 10:34-36.
Ύστερ’ από τρία χρόνια νυμφεύθηκε και μετώκησε στην Ουάσιγκτων, όπου απέκτησε ένα γυιό και μια θυγατέρα. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συνελήφθη κι εδικάσθη εξαιτίας της αντιρρήσεως της συνειδήσεως του να πολεμήση, αλλά η δίκη παρέμεινε εκκρεμής και παρεγράφη όταν έληξε ο πόλεμος. Έβλεπε τώρα καθαρά ότι το καθήκον του ήταν να εισέλθη στην ολοχρονία υπηρεσία του έργου κηρύγματος. Αυτό το έπραξε μαζί με τον Ουίλλιαμ Ν. Χωλ, ένα συνταξιούχο ταξίαρχο, ο οποίος είχε το προνόμιο να συνοδεύση τον Πάστορα Ρώσσελ, τον πρώτο πρόεδρο της Εταιρίας Σκοπιά, σε μια από τις παγκόσμιες περιοδείες του. Ο Άντον βρήκε στον Χωλ ένα βοηθητικό σύντροφο κι ένα καλό στρατιώτη του Ιησού Χριστού. Ταξίδεψαν παντού στη Μαίρυλαντ, Βιρτζίνια, και σε άλλες Ανατολικές πολιτείες, διαθέτοντας πολλά έντυπα στα σπίτια των ανθρώπων κι εγκαθιδρύοντας ομίλους μελέτης της Γραφής. Αργότερα επανήρχοντο για να τους ενισχύσουν στην πίστι και να τους εκπαιδεύσουν στη Χριστιανική διακονία. Τελικά αρκετοί από αυτούς τους ομίλους έγιναν εγκαθιδρυμένες εκκλησίες. Έτσι από αυτές τις απόψεις προσέφεραν πολλή υπηρεσία όπως προσέφεραν ο απόστολος Παύλος και οι σύντροφοί του. (Πράξ. 15:35, 36) Επιπροσθέτως, ήταν πολύ δραστήριος σε περιοδείες δημοσίων ομιλιών τα Σαββατο-Κύριακα, διότι ήταν πολύ ικανός δημόσιος ομιλητής. Όλ’ αυτά του έφερναν μεγάλη ευτυχία.
Χρόνια πολλά ο Άντον ησχολείτο με ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Μολονότι ζητήματα όπως η αγορά πολεμικών μετοχών δημιουργούσε τεταμένες σχέσεις με τους εμπορικούς του συνεργάτας, το σύνθημα «Εκατομμύρια Ήδη Ζώντων Ουδέποτε Θέλουσιν Αποθάνει,» που εκήρυτταν τότε οι Σπουδασταί των Γραφών, είναι εκείνο που τον έκαμε να διακόψη τους δεσμούς του με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και να εισέλθη στον κλάδο των κτηματικών επιχειρήσεων. Εκεί οι φυσικές του ικανότητες τον κατέστησαν ικανό να έχη μεγάλες επιτυχίες, στην αγορά, πώλησι, ανοικοδόμησι, χρηματοδότησι και διαχείρισι οικιών, ξενοδοχείων, και πολυκατοικιών για κατοικίες και γραφεία.
ΕΞΗΓΟΡΑΖΕ ΤΟΝ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ
Ο Άντον είχε μια πολύ θετική προσωπικότητα (όπως αποδεικνύεται από τις επαγγελματικές του επιτυχίες), τις οποίες χρησιμοποιούσε ωφέλιμα για να δίνη μαρτυρία για το όνομα και τη βασιλεία του Θεού. Από την αρχή δεν έχασε ποτέ ευκαιρία να χρησιμοποιή τις επαγγελματικές του γνωριμίες γι’ αυτό τον σκοπό. Έδινε μαρτυρία σε όλους, πλουσίους και πτωχούς, εξέχοντας και απλοϊκούς. Του απέδιδαν σεβασμό και μερικοί ακόμη ανεγνώριζαν ότι αυτά που τους έλεγε ήσαν αλήθεια και έλεγαν ότι θα επιθυμούσαν να είχαν την πίστι που είχε εκείνος. Κι εκείνος τους έλεγε ότι μπορούσαν, αν απλώς επίστευαν στη Γραφή!
Το να μπη σε «ταξί» ήταν γι’ αυτόν μια πείρα. Άρχιζε να μιλή για τις παγκόσμιες συνθήκες και για την ελπίδα της βασιλείας του Θεού. Κατόπιν έκανε και τον οδηγό να λάβη μέρος στη συζήτησι, και πολύ συχνά κατώρθωνε να εγγράφη τον οδηγό συνδρομητή στο περιοδικό Η Σκοπιά. Ο Άντον έστελνε τότε το όνομα και τη διεύθυνσι στην πλησιεστέρα εκκλησία για να μπορέση να ποτισθή ο «σπόρος.» (1 Κορ. 3:6) Όταν ταξίδευε με νυκτερινά τραίνα, πράγμα που τα προνόμια του υπηρεσίας τον ανάγκαζαν να κάνη συχνά, έθετε σκοπό του να κηρύττη στους υπαλλήλους της κλιναμάξης, και μερικές φορές μελετούσε μαζί τους τη Γραφή ως τις πρώτες ώρες της αυγής. Σχεδόν με αμετάβλητο τρόπο κατώρθωνε να τους κάνη και αυτούς συνδρομητάς στο περιοδικό Η Σκοπιά. Δεν είναι περίεργο ότι το 1955, ένα χαρακτηριστικό έτος, επέτυχε 532 συνδρομές!
Ακόμη και όταν δεν ήταν καλά στην υγεία του, ήταν άγρυπνος να δώση μαρτυρία για τη βασιλεία του Θεού. Έτσι ενώ παρακολουθούσε μια συνέλευσι στη Ρώμη, βρέθηκε στην ανάγκη να βγη από την αίθουσα για λίγο καθαρό αέρα και ανάπαυσι. Ακριβώς την ώρα εκείνη ένα κυβερνητικό αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά του και ο οδηγός, ένας στρατιώτης με στολή, βοηθούσε ένα κύριο και μια κυρία με αξιοπρεπή εμφάνισι να βγουν από το αυτοκίνητο. Ο Άντον τους πλησίασε αμέσως και ρώτησε αν μπορούσε να προσφέρη κάποια βοήθεια. Απεδείχθη ότι ο κύριος εκείνος ήταν ένας γερουσιαστής, μέλος του Ιταλικού κοινοβουλίου, και είχε ψηφίσει υπέρ των μαρτύρων του Ιεχωβά για να επιτραπή σ’ αυτούς να χρησιμοποιήσουν αυτή την αίθουσα των συνελεύσεων, διότι υπήρχε κάποια εναντίωσις. Τώρα ήρχετο να ιδή αν όλα ήσαν εν τάξει. Ο Άντον έκαμε καλή χρήσι αυτής της ευκαιρίας να κηρύξη στο ζεύγος, με αποτέλεσμα να διατάξη ο γερουσιαστής τον στρατιώτη οδηγό του να μπη στην αίθουσα και να πάρη ένα αντίτυπο από κάθε έντυπο που υπήρχε εκεί εκτεθειμένο για να μπορέσουν αυτός και η σύζυγός του να τα διαβάσουν για τον εαυτό των.
Η ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΩΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ
Ο Άντον Κέρμπερ είχε, επίσης, πολλή χαρά να υπηρετή την υπόθεσι της βασιλείας του Θεού με το να συνάπτη επιτυχείς επαφές για εργασίες, να υπηρετή, έτσι να πούμε, ως αξιωματικός σύνδεσμος. Έκλεισε συμβόλαια με ραδιοφωνικούς σταθμούς και ραδιοφωνικά δίκτυα για την εκπομπή του ευαγγελίου της Βασιλείας. Προσέφερε, επίσης, βοήθεια στην αγορά οικοπέδου στο Μπρούκλυν, Νέας Υόρκης, στο Σάουθ Λάνσιγκ, Νέας Υόρκης, για το Αγρόκτημα της Βασιλείας και την Σχολή Γαλαάδ εκεί, και στο Τορόντο του Καναδά, για την ανέγερσι οίκου Μπέθελ και τυπογραφείων εκεί. Μολονότι η επαγγελματική του πείρα και οι επαφές του προσέφεραν μεγάλη βοήθεια σ’ αυτά τα ζητήματα, ο ίδιος έλεγε ότι έθετε πάντοτε την εμπιστοσύνη του στον Ιεχωβά για να δώση αυτός επιτυχές τέλος στα ζητήματα.
Ακόμη μεγαλύτερα ήσαν τα προνόμια του σχετικά με την παρουσίασι της υποθέσεως του Θεού στους επισήμους της κυβερνήσεως, η οποία εδρεύει στην Ουάσιγκτων. Έλαβε μέρος, το 1925, στη μάχη για άδειες για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ιδιοκτησίας της Εταιρίας Σκοπιά. Επί είκοσι πέντε και πλέον χρόνια ενεφανίζετο μπροστά σε προέδρους, σε μέλη της κυβερνήσεως και μέλη του Κογκρέσσου για να τους παρουσιάση τις πολλές αποφάσεις που είχαν υιοθετήσει οι μάρτυρες του Ιεχωβά στις διάφορες συνελεύσεις των, έχοντας πάντοτε υπ’ όψιν το γεγονός ότι ήταν εκπρόσωπος του Ιεχωβά υπέρ των αδελφών του. Ακούσθηκε να λέγη ότι ποτέ δεν παρουσιάσθηκε μπροστά σ’ αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να προσευχηθή πρώτα στον Ιεχωβά για κατεύθυνσι και ενίσχυσι στο να κάμη και να πη εκείνο που ήταν ευάρεστο σ’ Αυτόν.
Όταν τον συνώδευε κάποιος στις αποστολές του, αποτελούσε ευχαρίστησι να βλέπη πώς τον χαιρετούσαν πολλά άτομα στους διαδρόμους καθώς μετέβαινε σ’ ένα ωρισμένο γραφείο· ήταν καταφανές ότι ήταν πολύ γνωστός και σεβαστός ως εκπρόσωπος των μαρτύρων του Ιεχωβά. Και αυτοί οι επίσημοι ήσαν γενικά ευγενικοί και συνεργατικοί καθώς ζητούσε συμπαράστασι για κείνους τους μάρτυρας του Ιεχωβά, οι οποίοι εκήρυτταν την βασιλεία του Θεού αντιμετωπίζοντας ισχυρή εναντίωσι.
Το 1933, ενώ η σύζυγος και τα δύο παιδιά του ήσαν στα κεντρικά γραφεία του Μπρούκλυν, ο Άντον είχε σταλή ως Περιφερειακός Υπηρέτης στο ανατολικό τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Βοήθησε να οργανωθούν οι εκκλησίες σε ειδικούς ομίλους υπηρεσίας. Αυτοί οι όμιλοι είχαν χρησιμοποιηθή τότε να συγκεντρωθούν σε μια ωρισμένη πόλι όπου οι Μάρτυρες είχαν συλληφθή και άλλως κακοποιηθή διότι εκήρυτταν το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού. Εκατό και πλέον Μάρτυρες σε είκοσι, αν όχι, περισσότερα, αυτοκίνητα συναντήθηκαν σ’ ένα προκαθωρισμένο σημείο επαφής έξω από την πόλι και κατόπιν πήγαν στην πόλι για κήρυγμα από σπίτι σε σπίτι. Ταυτοχρόνως ο Άντον επεσκέφθη τους αξιωματούχους της πόλεως και την αστυνομία για να τους διαφωτίση όσον αφορά τα Συνταγματικά δικαιώματα των Μαρτύρων να ενασχολούνται σ’ αυτό το έργο.
Το 1935, είχε σταλή στη Γερμανία για να προσπαθήση να μεταφέρη τα πιεστήρια του τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στο Μαγδεμβούργον, τα οποία είχαν κατασχεθή από τον Χίτλερ, στη Ρωσία, με την ελπίδα ν’ ανοίξη ένα τμήμα στη Ρωσία. Αυτή ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη αποστολή γι’ αυτόν, διότι τον παρακολουθούσαν συνεχώς πράκτορες τόσο της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας όσο και της Κομμουνιστικής Ρωσίας, διότι κανένας από αυτούς δεν έτρεφε συμπάθεια για τους Χριστιανούς μάρτυρας του Ιεχωβά. Μολονότι η αποστολή του δεν εστέφθη από επιτυχία, μπόρεσε, ωστόσο, να έλθη σ’ επαφή με μερικούς Μάρτυρας στη Ρωσία και, φυσικά, με πολλούς στη Γερμανία, τους οποίους μπόρεσε να ενθαρρύνη.
ΕΙΧΕ ΟΡΘΗ ΑΠΟΨΙ ΤΗΣ ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΟΣ
Λίγο κατόπιν ο Άντον επανήλθε στη δράσι του των κτηματικών επιχειρήσεων, ύστερα δε από αυτό έγινε πάλι δραστήριος ολοχρόνιος σκαπανεύς διάκονος. Κατόπιν το 1952 μπόρεσε να διευθετήση τις υποθέσεις του έτσι ώστε να είναι σε θέσι να ταξιδεύη ως διάκονος περιοχής για την Εταιρία Σκοπιά. Μ’ αυτήν την ιδιότητα υπηρέτησε επτά χρόνια· αυτό ήταν ένα έργο που του έφερε μεγάλη χαρά. Μπόρεσε να επανεπισκεφθή πολλούς από τους ομίλους που, μαζί με τον Αδελφό Χωλ, είχαν οργανώσει πρώτοι πριν από πολλά χρόνια. Απελάμβανε, επίσης, πολλά προνόμια στη διάρκεια των ετών υπηρετώντας σε διάφορες συνελεύσεις περιοχής, περιφερείας, εθνικές και διεθνείς. Οι παρατηρήσεις του ήσαν πάντοτε πολύ εποικοδομητικές και ενθαρρυντικές. Ήταν φανερό σε όλους ότι ήταν πολύ ευτυχής όταν χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα του στην υπηρεσία του Ιεχωβά.
Ότι ο Άντον είχε την ορθή άποψι της κοσμικής εργασίας ήταν φανερό με πολλούς τρόπους. Ένας από αυτούς ήταν η γενναιοδωρία που έδειχνε σ’ εκείνους οι οποίοι είχαν υπηρετήσει ολοχρονίως την βασιλεία του Θεού πολλά χρόνια σε τόπους όπως ο οίκος Μπέθελ στο Μπρούκλυν. Επίσης, ενδεικτικό του ότι είχε την ορθή προοπτική ήταν η στάσις που έλαβε σ’ ένα επεισόδιο που συνέβη μόλις πριν από λίγα χρόνια. Τον επλησίασαν μερικοί από τους παλαιούς του επαγγελματικούς συντρόφους, οι οποίοι εγνώριζαν καλά την επιχειρηματική του οξύνοια, με μια επαγγελματική προσφορά που ενόμιζαν ελκυστική, μια πρότασι από την οποία θα μπορούσε ν’ αποκομίση ένα εκατομμύριο δολλάρια στο μερίδιο του. Αλλά για να το επιτύχη αυτό θα έπρεπε ν’ αφιερώση όλο τον χρόνο του επί ένα περίπου έτος σε εκτεταμένες εμπορικές επιχειρήσεις. Σκέφθηκε προσεκτικά το ζήτημα, διότι μπορεί κανείς να κάμη πολλά καλά μ’ ένα εκατομμύριο δολλάρια. Αλλά αφού προσευχήθηκε γι’ αυτό το ζήτημα και ζήτησε καθοδήγησι και κατεύθυνσι καθώς και το πνεύμα υγιούς νοός, κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Δεν μου είναι δυνατόν να εγκαταλείψω τα θαυμάσια προνόμια που έχω να υπηρετώ τον Ιεχωβά έστω και για ένα χρόνο μόνο, όχι, ούτε για όλο το χρήμα του κόσμου. Το να υπηρετώ τους αδελφούς μου εδώ στην Ουάσιγκτων είναι πολυτιμότερο για μένα, και γνωρίζω ότι έτσι έχω την ευλογία του Ιεχωβά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα κερδίσω ένα εκατομμύριο δολλάρια, αλλά στο τέλος ενός έτους τέτοιας ζωής, σε ποια πνευματική ή σωματική κατάστασι θα ήμουν;» Κι έτσι απέρριψε την πρότασι.
ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΠΟΛΛΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ
Η ζωή του Άντον δεν ήταν μια ζωή χωρίς εμπόδια η προβλήματα. Κανένας Χριστιανός δεν μπορεί να εισέλθη στη Βασιλεία χωρίς να έχη το μερίδιο του των θλίψεων. (Πράξ. 14:22) Η πολύ θετική προσωπικότης του προκαλούσε μερικές φορές παρεξηγήσεις με τους αδελφούς του, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να παραμένη στο περιθώριο, έτσι να το πούμε, για ένα διάστημα. Σ’ αυτό το διάστημα, το 1938, η σύζυγος του προσεβλήθη από παράλυσι και επί δεκατέσσερα χρόνια έζησε κατάκοιτη ανάπηρη, με την στοργική φροντίδα του συζύγου και της θυγατρός της ως τον θάνατο της το 1952. Λίγο πριν πεθάνη αυτή, και ο ίδιος ο Άντον παρέστη ανάγκη να υποστή εγχείρησι για καρκίνο, και, μολονότι υπέφερε πολύ, ποτέ δεν παρεπονέθη. Υπέστη εγχειρήσεις τη μία μετά την άλλη, από τις οποίες τόσο οι γιατροί όσο και οι στενοί φίλοι του δεν περίμεναν ν’ αναλάβη.
Στο νοσοκομείο είπε στους γιατρούς και στο προσωπικό ότι η ζωή του ήταν στα χέρια του Θεού του Ιεχωβά. Όταν πήγε για πρώτη φορά σ’ ένα νοσοκομείο, κατέστησε σαφή τη θέσι του στο ζήτημα του αίματος. Μια νοσοκόμος, όταν άκουσε τι είχε ειπεί στον χειρουργό, παρετήρησε με επιπολαιότητα, «Ίσως θα πρέπει να σας δώσωμε οπωσδήποτε αίμα!» Σ’ αυτό ο Άντον απήντησε: «Αν το κάμετε αυτό, θ’ αντιμετωπίσετε την πιο μεγάλη δίκη που είχατε ποτέ εναντίον σας!» Δεν είναι ανάγκη να λεχθή ότι δεν επεχείρησαν να του μεταγγίσουν αίμα. Σε μια περίπτωσι ο χειρούργος και παλαιός φίλος του Δρ Γκολνστάιν του είπε: «Άντον, ο Θεός σου, ο Ιεχωβά, είναι πολύ αγαθός μαζί σου. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλοιώτικα το ότι εξακολουθείς να ζης ακόμη ύστερ’ από όλα όσα έχεις περάσει.» Πολλές φορές μόνο με το πνεύμα του Ιεχωβά και την παρ’ αξίαν αγαθότητά του καθώς και με γνησία αποφασιστικότητα ο Άντον ήταν σε θέσι να υπηρετήση σε συνελεύσεις, να εκτελή την διακονία του σε ξεχωριστές εκκλησίες καθώς και τη διακονία του από σπίτι σε σπίτι και να διεξάγη Γραφικές μελέτες στα σπίτια των ανθρώπων.
Όταν ο φίλος του Δρ. Γκόλνστάιν πέθανε, έπρεπε ο Άντον να βρη άλλους χειρούργους και να πηγαίνη σε άλλα νοσοκομεία. Αλλά σιγά-σιγά η κατάστασίς του χειροτέρευε τόσο ώστε οι εγχειρήσεις δεν μπορούσαν να υποσχεθούν πια ότι θα προσφέρουν κάποια βοήθεια. Στο τελευταίο νοσοκομείο που εισήχθη, οι γιατροί ήσαν άγνωστοι σ’ αυτόν και ήθελαν να του κάμουν μετάγγισι αίματος ως πρώτη ενέργεια των. Όταν εκείνος αρνήθηκε αυτοί αντέτειναν, «Αλλ’ αφού δεν θέλεις να λάβης αίμα, γιατί ήλθες εδώ;» Και ο Άντον απήντησε: «Για να σας δώσω, αγαπητοί μου, μαρτυρία για τον Ιεχωβά Θεό, τους νόμους του και τη βασιλεία του.» Ο θετικός του τρόπος απέσπασε τον σεβασμό των, και άκουσαν όσα είχε να τους πη και κατόπιν τον έστειλαν πίσω σπίτι του.
Μ’ ένα αξιοσημείωτο τρόπο μπόρεσε να παρευρεθή στην ετησία συνέλευσι της Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας Σκοπιά της Πενσυλβανίας, η οποία έλαβε χώρα στο Πίτσμπουργκ, την 1η Οκτωβρίου 1967. Αυτή επρόκειτο να είναι η τελευταία του συνάντησις μαζί με τους αδελφούς του σε μια συνέλευσι. Γι’ αυτή την ευκαιρία είχε μισθωθή το Δημοτικό Στάδιο, διότι η συνεδρίασις επρόκειτο να γίνη την Κυριακή. Ο Άντον περίμενε αυτή τη συνέλευσι και κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να παρευρεθή. Χριστιανοί αδελφοί του τον βοήθησαν καλοκάγαθα να μπη στο αεροπλάνο κι εταξίδευσαν μαζί του. Μολονότι υπέφερε πολλούς πόνους, δεν παρεπονείτο, και μόνο ήταν ανυπόμονος να βρεθή εκεί μαζί με τους αδελφούς του.
Στην ετησία συνέλευσι είχε κάποιο παροξυσμό αμέσως μόλις έγινε η κατάθεσις των πληρεξουσίων εγγράφων, και παρέστη ανάγκη να βοηθηθή για να βγη λίγο έξω, αλλά επανήλθε και παρέμεινε έως μόλις λίγο πριν από το τέλος της συνελεύσεως. Ενδιεφέρετο να παρακολουθήση όλο το πρόγραμμα για να μπορέση να δώση μια καλή έκθεσι σ’ εκείνους από την εκκλησία του οι οποίοι δεν είχαν παρευρεθή. Τον βοήθησαν να επιστρέψη στο δωμάτιο του και σε λίγο πήγε στα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας στο Πίτσμπουργκ για να επισκεφθή μερικούς φίλους, οι οποίοι ήσαν πολύ ευτυχείς να τον δουν. Δεν μπόρεσε να παραμείνη πολύ, όμως, και μόλις επέστρεψε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του υπέστη μεγάλη αιμορραγία. Αυτή ήταν η κατάστασίς του όταν επέστρεψε την επομένη στην Ουάσιγκτων. Οι γιατροί δεν μπορούσαν πια να κάνουν τίποτε άλλο γι’ αυτόν, και βαθμιαίως εξασθενούσε ως τον θάνατο του που επήλθε στις 19 Νοεμβρίου 1967.
Η ζωή του υπήρξε πράγματι μια ζωή γεμάτη κι ευτυχισμένη. Είχε υπηρετήσει ως ευαγγελιζόμενος εκκλησίας, σκαπανεύς διάκονος, ως περιοδεύων εκπρόσωπος της Εταιρίας Σκοπιά, στο Μπέθελ του Μπρούκλυν και σε επαφές με κυβερνητικά γραφεία και με οργανώσεις εμπορικών επιχειρήσεων. Ταξίδευσε πολύ για λογαριασμό της Εταιρίας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, αντιπροσώπευσε τους αδελφούς του σε δικαστικές υποθέσεις και ήταν πολύ γενναιόδωρος από υλική άποψι, επίσης. Ασφαλώς είχε την ευλογία του Ιεχωβά, όπως ήταν καταφανές, τόσο από τον ζήλο, και την αγάπη του για τον Ιεχωβά και από τη χαρά του, όσο και από την καρποφορία των κόπων του.
Είχε την ευλογία ‘να ρίψη τον άρτον του επί πρόσωπον των υδάτων και ύστερ’ από πολλές ημέρες να εύρη αυτόν’ με τη μορφή της αγάπης των αδελφών, τους οποίους είχε βοηθήσει να γνωρίσουν την αλήθεια και με άλλους τρόπους. (Εκκλησ. 11:1, 2) Όπως ο απόστολος Παύλος, μπορούσε και αυτός να δείχνη τους ομοίους με αυτόν Χριστιανούς ως συστατικές επιστολές του. Και μολονότι οι πιστοί σύντροφοι του αισθάνονται την έλλειψί του, εν τούτοις χαίρουν αφού γνωρίζουν ότι οι λόγοι, οι οποίοι έχουν καταγραφή από τον απόστολο Ιωάννη, εφαρμόζονται και σ’ αυτόν: «Μακάριοι οι νεκροί, οίτινες αποθνήσκουσιν εν Κυρίω από του νυν, Ναι, λέγει το πνεύμα, δια να αναπαυθώσιν από των κόπων αυτών· και τα έργα αυτών ακολουθούσι με αυτούς.»—Αποκάλ 14:13· 2 Κορ. 3:1-3.