«Θέατρον εις τον Κόσμον, και εις Αγγέλους και εις Ανθρώπους»
«ΕΛΘΕΤΕ, ακούσατε, πάντες οι φοβούμενοι τον Θεόν· και θέλω διηγηθή όσα έκαμεν εις την ψυχήν μου.» (Ψαλμ. 66:16) Αυτό επιθυμώ να κάμω τώρα.
Ο προπάτωρ μου ήταν ο Αβραάμ. Όπως εκείνος, η πιο φλογερή επιθυμία μου ήταν να έχω τον Ιεχωβά αιώνιο Φίλο μου και να παραμένω για πάντα κοντά του.
Γεννήθηκα στην Αυστρία το 1890 από αφοσιωμένους Ιουδαίους γονείς εννέα παιδιών, ανετράφηκα στην ορθόδοξο Ιουδαϊκή θρησκεία και έμαθα να διαβάζω Εβραϊκά προτού φθάσω σε σχολική ηλικία. Ελκύσθηκα προς τον Θεό σε νεαρά ηλικία από τους αφωσιωμένους γονείς μου, όχι από τους αυστηρούς θρησκευτικούς διδασκάλους μου. Εκείνο που μ’ εδίδαξαν αυτοί οι διδάσκαλοι ήταν τυπικές και μηχανικές Εβραϊκές προσευχές και παράλογοι τυπικισμοί.
Το 1897 η οικογένειά μου μετώκησε στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Εκεί, στη διάρκεια του πρώτου σχολικού έτους μου, άκουσα για πρώτη φορά την αφήγησι της γεννήσεως του Ιησού. Μ’ εσαγήνευσε. Μόλις είχα μάθει να διαβάζω Γερμανικά, όταν ένα εφθαρμένο θρησκευτικό βιβλίο, γραμμένο και εικονογραφημένο για παιδιά, βρήκε τον δρόμο του ως το σπίτι μας. Ήταν τυπωμένο με μεγάλα γράμματα και έγραφε γοητευτικές Βιβλικές ιστορίες από τις Εβραϊκές και τις Ελληνικές Γραφές. Με έντονο ενδιαφέρον τις διάβασα και τις ξαναδιάβασα επιμελώς. Τόσο οι γνωστές μου αφηγήσεις της Εβραϊκής Γραφής καθώς και οι νέες για τον Μεσσία και τους πρώτους μαθητάς του εζωντάνεψαν και με απερρόφησαν. Τις επίστεψα με όλη την μικρή μου καρδιά. Αργότερα με είλκυσαν τα βιβλία επάνω στην εκλαϊκευμένη επιστήμη, κυρίως την βιολογία και κοσμολογία. Αυτό διηύρυνε τον ορίζοντά μου, και σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών εγκατέλειψα την θρησκεία των τυπικισμών.
Η ΕΦΗΒΙΚΗ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑ
Η λεγομένη ανωτέρα μόρφωσις των κολλεγιακών μου ετών μαζί με περισσοτέρα γνώσι για τους αποκρουστικούς τυπικισμούς, τα ανόητα σύμβολα πίστεως και την αηδιαστική υποκρισία των θρησκειών που έβλεπα γύρω μου μού αφήρεσαν την εγκάρδια πίστι της παιδικής μου ηλικίας. Έγινα ένας δυστυχής σκεπτικιστής, αγνωστικιστής και οπαδός της εξελίξεως. Όχι όμως για πολύν καιρό. Από την παιδική μου ηλικία, είχα μια έντονη αγάπη για τις καλλονές της δημιουργίας του Θεού. Ο θαυμασμός για τη δημιουργία του μ’ επανέφερε σ’ αυτόν. Το 1912, ύστερ’ από τρία και πλέον χρόνια εντατικής δραματικής εκπαιδεύσεως στο φημισμένο θέατρο της Πόλεως στη Ζυρίχη, Ελβετίας, εκάθησα και στοχαζόμουν στις όχθες της ωραίας λίμνης που ήταν κοντά στο θέατρο. Εδώ άνοιξαν και πάλι τα μάτια μου στο έκδηλο γεγονός ότι όλα τα θαυμάσια της δημιουργίας προήλθαν από ένα απείρως πιο θαυμάσιο Δημιουργό.
Λίγο αργότερα η μητέρα ενός στενού μου φίλου, βλέποντας την πίστι μου στον Θεό, μου έδωσε μια σύγχρονη μετάφρασι των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών. Καθώς εδιάβαζα αυτές τις Γραφές με αυξανόμενη αγαλλίασι, η γλυκειά μου παιδική πίστις στον Χριστό αναζωογονήθηκε. Αυτό συνέβη το 1912. Τώρα πίστευα με πιο ώριμη κατανόησι ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι ο Σωτήρ μου και ότι αυτός είναι ο υποσχεμένος Μεσσίας και Βασιλεύς της βασιλείας του Πατρός του.
Η ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ ΜΟΥ
Αφού υπελόγισα όλες τις προβλεπόμενες και απρόβλεπτες δαπάνες, απεφάσισα από τότε ν’ ακολουθήσω πιστά τα βήματα του μεγάλου Κυρίου μου ο οποίος με αγόρασε με τη δαπάνη της πολυτίμου επιγείου ζωής του. Απεφάσισα ν’ αφιερώσω την ζωή μου στον Θεό και στην υπηρεσία της Βασιλείας του με οποιαδήποτε δαπάνη.
Υπήρχαν ακόμη τόσο πολλά στις Γραφές που επιθυμούσα να κατανοήσω. Αισθάνθηκα σαν τον Αιθίοπα ευνούχο ο οποίος είπε στον Φίλιππο: «Πώς ήθελον δυνηθή, εάν δεν με οδηγήση τις;» (Πράξ. 8:31) Σε ποιον να στραφώ; Δεν είχα καμμιά εμπιστοσύνη στους κατ’ απομίμησιν Χριστιανούς και πολύ λιγώτερη στους θρησκευτικούς των διδασκάλους. Ο Κύριος είχε ειπεί: «Από των καρπών αυτών θέλετε γνωρίσει αυτούς» και ήσαν σαπρό δένδρο που έκανε «κακούς καρπούς.» (Ματθ. 7:15-20) Η επονείδιστη, αιματηρή ιστορία των και οι άκαρδές των σφαγές του Ιουδαϊκού λαού στη διάρκεια ολοκλήρου της ιστορίας του «Χριστιανικού κόσμου» μαρτυρούσαν εναντίον των και τους κατεδίκαζαν.
Πού να στραφώ; Ποιον να ρωτήσω για περισσότερη διαφώτισι; Από τις Γραφές είχα ήδη εννοήσει ότι ανάμεσα στα πνευματικά ζιζάνια στον κόσμο θα έπρεπε να υπάρχη επίσης και κάποιος γνήσιος πνευματικός σίτος. (Ματθ. 13:24-30) Αλλά πώς θα τον εύρισκα; Έκραξα στον Θεό για βοήθεια και μου απήντησε.
Το 1912 υπήρχε στη Ζυρίχη μια δωδεκάδα περίπου ειλικρινών Χριστιανών, οι οποίοι εξήγγελλαν τη βασιλεία του Θεού χωρίς να το γνωρίζω εγώ. Τότε εκαλούντο «Σπουδασταί των Γραφών.» Σήμερα ο όμιλος με τον οποίο ήσαν συνταυτισμένοι είναι γνωστός ως μάρτυρες του Ιεχωβά. Όταν επεσκέφθηκα μερικούς φίλους, είδα στο δωμάτιό των μουσικής ένα φυλλάδιο με τον τίτλο «Οι Τρεις Κόσμοι.» Η υπηρέτριά των μόλις το είχε φέρει από το γραμματοκιβώτιο. Είχε εκδοθή στη Γερμανία από τον Διεθνή Σύλλογο των Ειλικρινών Σπουδαστών της Γραφής. Είλκυσε το ενδιαφέρον μου, και παρεκάλεσα να μου επιτραπή να το πάρω σπίτι μου. Όταν τελείωσα μια προσεκτική μελέτη του αργά την ίδια νύχτα, αντελήφθηκα ότι ήταν η αλήθεια. Αντελήφθηκα ότι είχε εκδοθή από τους αληθινούς οπαδούς του Ιησού Χριστού. Είχα την πρόθεσι να το ξαναδιάβασω την επομένη και κατόπιν να γράψω στους εκδότας στη Γερμανία για περισσότερη έντυπη ύλη. Όταν, όμως, επέστρεψα σπίτι το απόγευμα της επομένης, το πολύτιμο φυλλάδιο δεν ήταν πια στο γραφείο μου. Η υπηρέτριά μας το εξέλαβε για τμήμα της εφημερίδος της προηγουμένης και το έκαψε. Αισθάνθηκα ως να είχα χάσει ένα ανεκτίμητο θησαυρό. Όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα ή την διεύθυνσι των εκδοτών του φυλλαδίου. Εστράφηκα και πάλι στον Πατέρα μου στον ουρανό, και αυτός πάλι απήντησε στην προσευχή μου.
Ο ΚΑΡΟΛΟΣ Τ. ΡΩΣΣΕΛ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗ ΖΥΡΙΧΗ
Λίγο αργότερα μεγάλες πινακίδες εμφανίσθηκαν σε όλη τη Ζυρίχη αναγγέλλοντας μια δημοσία διάλεξι από ένα Αμερικανό διδάσκαλο της Γραφής και παγκόσμιο ταξιδιώτη, τον Κάρολο Τ. Ρώσσελ. Θα ωμιλούσε στο θέμα «Πέραν του Τάφου.» Οι πινακίδες έδειχναν μια μεγάλη κι εντυπωσιακή εικόνα μιας αλυσοδεμένης Αγίας Γραφής μέσ’ από την οποία έβγαινε το πνεύμα του Χριστού και μ’ ένα δάκτυλο που κατηγορούσε έδειχνε μια μακρά και επίσημη πομπή από όλα τα ήδη κληρικών. Τους κατήγγελλε λέγοντας: «Ουαί εις εσάς . . . διότι αφηρέσατε το κλειδίον της γνώσεως.» (Λουκ. 11:52) «Πόσο αληθινό είναι αυτό!» σκέφθηκα. Με δυσκολία μπορούσα ν’ αναμένω ως το βράδυ που θα εδίνετο η δημοσία ομιλία στο Τόνχαλλε, την πιο ωραία αίθουσα συναυλιών στη Ζυρίχη.
Όταν έφθασα στο Τόνχαλλε, βρήκα ένα μεγάλο πλήθος στην είσοδο που περίμενε να μπη. Αισθάνθηκα πικρή απογοήτευσι όταν διεπίστωσα ότι η αίθουσα ήταν ήδη υπερπλήρης και οι πόρτες είχαν κλείσει. Κατόπιν ανηγγέλθη ότι η διάλεξις θα επανελαμβάνετο ύστερ’ από μια εβδομάδα από τον διερμηνέα του Ρώσσελ. Το πλήθος που ανέμενε έξω διελύθη τότε.
Αυτή τη φορά έφθασα στην Αίθουσα Συναυλιών πριν απ’ όλους τους άλλους. Περίμενα ωσότου ανοίξουν οι πόρτες, και όταν βρέθηκα στον προθάλαμο πήρα αμέσως το βιβλίο Το Θείον Σχέδιον των Αιώνων. Αυτός ήταν ο πρώτος τόμος από τα πολλά βιβλία του Ρώσσελ. Βυθίστηκα αμέσως στην ανάγνωσί του και το βρήκα γοητευτικό. Δεν έκλεισα το βιβλίο ωσότου ο εισηγητής παρουσίασε τον ομιλητή. Επείσθηκα ότι τελικά είχα εύρει αυτό που ζητούσα με όλη μου την καρδιά.
Κατέπινα κάθε λέξι που άκουα. Η ώρα της διαλέξεως μου φάνηκε πολύ σύντομη. Όταν, επέστρεψα στο σπίτι, συνέχισα να διαβάζω επί ώρες το βιβλίο που αγόρασα. Δεν εντρέπομαι να ομολογήσω ότι αυτά που διάβαζα στο βιβλίο με συνέτριβαν πότε-πότε και έκαναν να πλημμυρίζουν τα μάτια μου με δάκρυα χαράς. Δεν μπορούσα ν’ αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου ως την αυγή μιας νέας ημέρας, διότι μου διάνοιγε την κατανόησι της Γραφής. Κατόπιν εκοιμήθηκα λίγο για να μπορώ ν’ αντιμετωπίσω την εργασία που ήταν μπροστά μου.
Οι δοκιμές εκείνο το πρωί ήταν από την περίφημη τραγωδία του Σαίξπηρ «Άμλετ.» Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορούσα να βάλω την καρδιά μου σ’ αυτή. Διερωτώμουν πώς μπορούσα, αντίθετα με τον Λόγο του Θεού, να εκφράσω δημοσία ότι επίστευα ότι ο δολοφονημένος βασιλεύς-πατέρας μου εξακολουθούσε να ζη ως φάντασμα; Πώς μπορούσα να ορκισθώ αιματηρή εκδίκησι; Πώς μπορούσα να συνομιλώ με την «αθάνατη ψυχή» του νεκρού βασιλέως, να ομιλώ για καθαρτήριο και πυρά του άδου ως πραγματικότητες; Πώς μπορούσα να επαναλάβω αυτά τα λόγια: «Σ’ αυτόν τον βαθύ ύπνο του θανάτου τι όνειρα μπορούν να έλθουν;» Πώς μπορούσα να πω «ο φόβος από κάτι μετά θάνατο» ή «άγνωστη χώρα απ’ όπου δεν γυρίζει κανείς,» όταν εγνώριζα ότι αυτά τα λόγια είναι αντιγραφικά; Αιφνιδίως διεπίστωσα ότι παρόμοιες συγκρούσεις συνειδήσεως επρόκειτο ν’ αντιμετωπίζω σχεδόν σε κάθε δράμα στο οποίο θα είχα συμμετοχή. Εγνώριζα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ πια να παίζω ένα ασεβές ψεύδος. Αισθανόμουν ως ένα παιδί που χαρούμενα έτρεχε πίσω από μια ωραία αστραφτερή σαπουνόφουσκα, και όταν την έπιασε η φούσκα έσπασε.
Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΜΕ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Επί τέλους ανεκάλυψα πού και πότε είχαν τις συναθροίσεις των οι Σπουδασταί των Γραφών. Σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου της Ζυρίχης. Τα δώδεκα περίπου άτομα που είχαν συγκεντρωθή εκεί με υπεδέχθησαν με γνησία εγκαρδιότητα που αφώπλιζε. Η απορροφητική των μελέτη της Γραφής μ’ έκαμε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να γνωρισθώ με τις μορφές και την προφητική σημασία της σκηνής του μαρτυρίου των πατέρων μου στην έρημο. Έβλεπα ν’ ανοίγωνται μπροστά μου οι πύλες μιας νέας και αληθινής ζωής, και αισθανόμουν μια έλξι ακαταμάχητη προς αυτόν τον στοργικό και αξιαγάπητο όμιλο του λαού του Θεού. Μαζί τους αισθάνθηκα αμέσως όπως στο σπίτι μου. Εξακολουθώ να λαμβάνω πείρα αυτού του θερμού αισθήματος όταν βρίσκωμαι στις συναθροίσεις των μαρτύρων του Ιεχωβά σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.
Όσον αφορά τ’ αγαθά νέα της βασιλείας του Θεού, αισθάνθηκα όπως ο Ιερεμίας όταν είπε: «Ήτο εν τη καρδία μου ως καιόμενον πυρ.» (Ιερεμ. 20:9) Απλώς δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Έπρεπε οπωσδήποτε να το πω. Ο αγαπητός μου πατέρας κατείχε καλά τις Εβραϊκές Γραφές και άκουσε το άγγελμά μου με ανοιχτή διάνοια αλλά δίχως να πη πολλά. Η μητέρα μου ήταν επίσης μια θεοφοβούμενη ψυχή και ήταν μάλλον ευχαριστημένη με αυτά που της είπα. Όσον αφορά τον Ιησού και οι δύο παρεδέχθησαν ότι «Πιθανόν να αληθεύη ότι αυτός ήταν ο Μεσσίας.» Ύστερ’ από χρόνια στην επιθανάτιο κλίνη της η αγαπητή μου μητέρα διάβαζε με αφοσίωσι την Γραφή και το βιβλίο μας Η Κιθάρα του Θεού. Πόσο ζωηρά αναμένω την υποσχεμένη ανάστασι, οπόταν οι γονείς μου θα λάβουν πλήρη διαφώτισι κι εγώ θα ιδώ ν’ ανταμείβωνται με αιώνια ζωή!
Όσον αφορά τους τέσσερες αδελφούς και τις τέσσερες αδελφές μου, κανείς τους δεν ήταν συνταυτισμένος με οποιαδήποτε θρησκεία. Άνθρωποι με φιλελευθέρα διάνοια καθώς ήσαν, απλώς ηνείχοντο τη νέα μου πίστι και σπανίως συζητούσαν εναντίον της. Όσον αφορά τους στενούς μου φίλους, κανείς απ’ αυτούς δεν ενδιεφέρετο για θρησκεία, αλλά προσπαθούσαν απεγνωσμένα να μου μιλήσουν από «ιδεαλιστικές φαντασίες» των. Προς μεγάλη μου λύπη, έχασα τη φιλία τους, αλλά ο Θεός τους ανεπλήρωσε από τότε ‘εκατονταπλασίως,’ όπως υπόσχεται στα εδάφια Μάρκος 10:29, 30.
Από την εκκλησία της Ζυρίχης έλαβα έντυπα για διανομή. Πρώτα έρριξα ένα μεγάλο φυλλάδιο στην Εβραίο-Πολωνική γλώσσα στα γραμματοκιβώτια των πολυαρίθμων Ιουδαϊκών σπιτιών. Κατόπιν πήρα Γερμανικά φυλλάδια για τους Εθνικούς. Μ’ αυτό τον τρόπο, καθώς και με το στόμα, συμμετείχα στη διάδοσι των αγαθών νέων της Βασιλείας του Θεού καθώς και με το να δίνω μια έντονη προειδοποίησι ότι το έτος 1914 θα έβλεπε την αρχή του συγκλονιστικού για τον κόσμο «εσχάτου καιρού» της παρούσης πονηρής αταξίας των πραγμάτων.—Δαν. 12:4.
ΟΛΟΧΡΟΝΙΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑ
Τώρα ανεκάλυψα αυτό που η Γραφή ονομάζει ένα πολύτιμο «θησαυρόν κεκρυμμένον εν τω αγρώ,» ο οποίος είναι η βασιλεία του Ιεχωβά, αντελήφθηκα σαφώς ότι για ‘ν’ αγοράσω τον αγρόν εκείνον,’ έπρεπε να εγκαταλείψω όλες τις υλιστικές μου επιθυμίες καθώς και τις κοσμικές μου φιλοδοξίες ως ηθοποιού. (Ματθ. 13:44) Ήμουν αντιθέτως ανυπόμονος να παίξω ένα ταπεινό ρόλο υποστηρικτού με το να είμαι αυτό που ο Παύλος ονομάζει «θέατρον εις τον κόσμον, και εις αγγέλους και εις ανθρώπους.» (1 Κορ. 4:9) Αυτό θα ήταν για δόξα και φήμη του Ιεχωβά, όχι δική μου. Όταν απεκάλυψα τις προθέσεις και τους λόγους μου στον άθεο διευθυντή μου, η αναστάτωσίς του ήταν φανερή. Προσπάθησε να μου μιλήση μ’ αυτή την εντύπωσι που είχε, αλλ’ απέτυχε. Ως τον θάνατό του που συνέβη ύστερ’ από χρόνια εξακολουθούσε να ελπίζη ότι, όπως το εξέφρασε, «ο χρόνος και η πραγματικότης» θα με αφύπνιζαν από τα «ιδεαλιστικά όνειρά» μου.
Το επόμενο έτος, 1913, στις αρχές της ανοίξεως, βαπτίσθηκα για συμβολισμό της αφιερώσεώς μου στον Ιεχωβά και στην αιωνία του υπηρεσία. Αυτό το βάπτισμα έλαβε χώρα κοντά στο θέατρο της Πόλεως στα ψυχρά νερά της θελκτικής Λίμνης της Ζυρίχης. Κατόπιν απευθύνθηκα στα γραφεία του Τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στη Γερμανία για οποιοδήποτε είδος υπηρεσίας που μπορούσα να προσφέρω, κι έλαβα πρόσκλησι να μεταβώ στο τμήμα, που ελέγετο Μπέθελ, και να εργασθώ εκεί. Οι γονείς μου αισθάνθηκαν συντριβή. Εν τούτοις, με ανιδιοτέλεια θέλησαν να κάμω ό,τι θα με καθιστούσε ευτυχισμένον.
Στο ωραίο Γερμανικό Μπέθελ στο Μπάρμεν βρήκα μια θερμή χαρούμενη ατμόσφαιρα. Έγινα χρήσιμος με πολλές ταπεινές υπηρεσίες. Την εποχή εκείνη η οικογένεια του Μπέθελ ήταν ακόμη μικρή, αποτελούμενη από δεκαπέντε περίπου ενηλίκους και δύο αξιαγάπητες μικρές κόρες του υπηρέτου Τμήματος. Η πιο μικρή απ’ αυτές, Φοίβη Κέτιτς, ζη ακόμη, και, επί πολλά χρόνια, υπηρετεί αφωσιωμένα ως σκαπανεύς, που σημαίνει ολοχρόνιος διαγγελεύς των αγαθών νέων, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας άλλος που ήταν στο Μπέθελ την εποχή εκείνη και ο οποίος επέζησε ως σήμερα είναι ο Χάινριχ Ντβένγκερ. Εξακολουθεί να υπηρετή πιστά στο Ελβετικό Τμήμα στη Βέρνη. Επειδή το πρώτο έτος της νέας μου ζωής ήταν γεμάτο από δράσι και μάθησι, πέρασε γρήγορα.
Όταν ο Ι. Φ. Ρόδερφορδ, ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, μας επεσκέφθη, μ’ ερώτησε αν ήθελα να μεταβώ στην Αυστρο-Ουγγαρία για να διαδοθούν τ’ αγαθά νέα της Μεσσιανικής βασιλείας ανάμεσα στους πολλούς Ιουδαίους εκεί. (Οι περισσότεροι από αυτούς τους Ιουδαίους, καθώς και τρεις από τους κατά σάρκα αδελφούς μου και μια γυναικαδέλφη που ζούσε στη Γαλλία, εσφάγησαν από τους Εθνικοσοσιαλιστάς.) Δέχθηκα ευχαρίστως την πρόσκλησι, και στην αρχή του 1914 επήγα πρώτα στην Πράγα, στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί διένειμα φυλλάδια στη Γερμανοεβραϊκή γλώσσα από σπίτι σε σπίτι στα μεγάλα Ιουδαϊκά τμήματα της αρχαίας εκείνης πόλεως. Κατόπιν επήγα στη Βιέννη, Αυστρίας, όπου έκαμα το ίδιο έργο. Εξακολουθούσα να εργάζομαι μόνος μου την εποχή εκείνη. Στη Βιέννη υπήρχαν μόνο τέσσερες συνδρομηταί του περιοδικού Η Σκοπιά· τους επεσκέφθηκα επανειλημμένως, αυξάνοντας το ενδιαφέρον τους στον Λόγο του Θεού. Άρχισα μια εβδομαδιαία οικιακή Γραφική μελέτη με δύο από αυτούς. Κατόπιν η Εταιρία μου έστειλε βοηθό. Δύο ήσαν ασφαλώς καλύτεροι από τον ένα γι’ αυτό το έργο. (Εκκλησ. 4:9-12) Οι δύο μας μπορούσαμε να κάνωμε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσα να κάνω μόνος μου.
Οι Ιουδαίοι δύσκολα ανταπεκρίθησαν ποτέ στ’ αγαθά νέα, διότι μας συνέχεαν με τους ιεραποστόλους του «Χριστιανικού κόσμου.» Δεν αισθάνονται καμμιά αγάπη για τον «Χριστιανικό κόσμο» εξαιτίας του ότι επί πολλούς αιώνες τους εδίωκε από μια χώρα στην άλλη και χωρίς έλεος τους εθανάτωνε δια πυρός και σιδήρου. Ακόμη και στην εποχή τους υπήρχαν απάνθρωποι, κατευθυνόμενοι από τον κλήρο διωγμοί ή σφαγές Ιουδαίων στην Τσαρική Ρωσία. Αφού εκαλύψαμε τα Ιουδαϊκά τμήματα στη Βιέννη, πήγαμε στο Πρεσβούργον στη Σλοβακία. Εκεί, ενώ διενέμαμε φυλλάδια σε Ιουδαϊκούς δρόμους, σχηματίσθηκε μια οχλαγωγία από προκλητικούς, φανατικούς Ιουδαίους εναντίον μας. Μας εξέλαβαν ως ιεραποστόλους του «Χριστιανικού κόσμου» και με οχλοκρατικό τρόπο μας έβγαλαν έξω από την πόλι, αλλά με τη βοήθεια του Θεού βγήκαμε ζωντανοί. Δεν συνέβη το ίδιο σ’ εκείνον το φτωχό, τυφλό λαό. Είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα ολόκληρος σχεδόν ο Ιουδαϊκός πληθυσμός του Πρεσβούργου εξηφανίσθη από τους δαιμονοπλήκτους Εθνικοσοσιαλιστάς. Ύστερ’ από το Πρεσβούργον, καλύψαμε τον Ιουδαϊκό τομέα στη Βουδαπέστη, Ουγγαρίας.
Πλησιάζαμε προς το φθινόπωρο του 1914 με αυξανομένη ανυπομονησία διότι ανεμέναμε το τέλος των προσδιορισμένων καιρών των εθνών, που αναφέρονται στη Βιβλική προφητεία. Παρατηρώντας στο παρελθόν, μπορούμε σήμερα να ιδούμε πώς το έτος εκείνο εσημείωσε στροφή στην ανθρωπίνη ιστορία. Επεστρέψαμε στη Βιέννη, και ενώ ήμεθα εκεί εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι καρδιές μας πονούσαν για τα δεινά που αυτός έφερε στους ανθρώπους. Εν τούτοις, ήμεθα απερρίγραπτα περιχαρείς λόγω της από μακρού αναμενομένης εκπληρώσεως της Βιβλικής προφητείας σχετικά με το τέλος των προσδιορισμένων καιρών των εθνών.
Κατόπιν ακολούθησαν τα θλιβερά τριάμισυ χρόνια ταπεινώσεως του υπολοίπου των κεχρισμένων μελών του σώματος του Χριστού στη γη. Ήταν ένας καιρός που ήσαν με συμβολικό τρόπο ενδεδυμένοι σάκκους. (Αποκάλ. 11:2, 3, 7-11) Το 1919, όταν άρχισε ο Ιεχωβά να ελευθερώνη τον αιχμαλωτισμένο λαό του από την «Βαβυλωνιακή» του δουλεία, «εισήλθεν εις αυτούς πνεύμα ζωής εκ του Θεού· και εστάθησαν επί τους πόδας αυτών.» Μαζί τους αναζωογονήθηκα κι εγώ για ανανεωμένο ολοχρόνιο θεοκρατικό έργο στην «ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού.» (Ρωμ. 8:21) Είχα επιστρέψει στην Ελβετία, κι εκεί, εξαιτίας της ασυμβιβάστου ακεραιότητός μου, υπέστην σπαρακτικές και ερευνητικές της καρδιάς δοκιμασίες.
Στην εκκλησία του λαού του Ιεχωβά στη Ζυρίχη βρήκα την Ίρμα, η οποία έγινε ο βοηθητικός και πιστός γαμήλιος σύντροφός μου. Υπηρετήσαμε μαζί πρώτα στο Γραφείο της Εταιρίας για την Κεντρική Ευρώπη στη Ζυρίχη και αργότερα στο Ελβετικό Μπέθελ στη Βέρνη. Αυτά ήσαν πολυάσχολα και καρποφόρα χρόνια, που επεσκίαζαν τις σκληρές δοκιμασίες που προεκλήθησαν από απίστους ανθρώπους οι οποίοι κατείχαν αυταρχικές θέσεις στην Εταιρία. Για να δοκιμασθή η ταπεινοφροσύνη μου, ο Ιεχωβά τους επέτρεψε να ‘επιβιβασθούν επί της κεφαλής μου’ και να περάσω «δια πυρός και ύδατος,» αλλά κατόπιν με εξέβαλε για μεγάλη ανακούφισι.—Ψαλμ. 66:12.
ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΑ ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ
Την άνοιξι του 1926 ο Αδελφός Ρόδερφορδ μάς εκάλεσε να μεταβούμε στα παγκόσμια κεντρικά γραφεία της Εταιρίας στο Μπρούκλυν. Εκεί συνεχίσθηκε και επαυξήθηκε το προνόμιό μου να υπηρετώ ως μεταφραστής. Η καλή μου σύζυγος εβοήθησε ως οικοκυρά, κάνοντας καλή χρήσι του δώρου της σχετικά με τη χαρακτηριστική Ελβετική αίσθησι για καθαριότητα, τάξι και άνεσι. Ανάμεσα στις μεταφράσεις βιβλίων απελάμβανα το προνόμιο να επισκέπτωμαι Γερμανόφωνες εκκλησίες ως «πίλγκριμ,» που ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος και δημόσιος ομιλητής της Εταιρίας, σε σημεία πολύ αποχωρισμένα των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάποτε επήγα στον Καναδά. Κατά καιρούς είχα ευκαιρίες να εξαγγέλλω από ραδιοφωνικούς σταθμούς τ’ αγαθά νέα της Μεσσιανικής βασιλείας στη Γερμανική και Γερμανοεβραϊκή γλώσσα.
Κατόπιν ο Ιεχωβά μ’ ευνόησε μ’ ένα απροσδόκητο προνόμιο υπηρεσίας. Ήταν το προνόμιο να παράγω και να διευθύνω ζωηρά Βιβλικά δράματα και ρεαλιστικές αναπαραστάσεις εξωφρενικών δικών μαρτύρων του Ιεχωβά από επηρεασμένους από τον κλήρο, προκατειλημμένους δικαστάς και εισαγγελείς στην Αμερική. Αυτά τα δράματα τούς εξέθεταν σε δημόσιο όνειδος κι εδικαίωναν το έργο των δούλων του Ιεχωβά. Οι εκπαιδευμένοι εκτελεσταί του ραδιοφώνου και οι μουσικοί σ’ αυτά τα δράματα ήσαν γνωστοί ως «Το Θέατρο του Βασιλέως.» Τα έργα των επαίζοντο επί έτη από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Εταιρίας, WBBR, και από άλλους σταθμούς στη Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρσεϋ και την Πενσυλβάνια.
ΓΑΛΑΑΔ
Το 1943 η Εταιρία ίδρυσε τη Βιβλική Σχολή της Σκοπιάς Γαλαάδ, μια διακονική σχολή για την προμήθεια προχωρημένης εκπαιδεύσεως σε ιεραποστόλους και διακονικούς αντιπροσώπους για ειδικευμένη υπηρεσία σε αγρούς στο εξωτερικό. Αυτή η σχολή είχε μια σημαντική συμμετοχή στη μεγάλη αύξησι των διαγγελέων της Βασιλείας η οποία παρετηρήθη από το 1943. Ο Ιεχωβά μού έδειξε την παρ’ αξίαν εύνοιά του με το να με συμπεριλάβη στο σώμα των εκπαιδευτών για να διδάσκω σειρά μαθημάτων όσον αφορά την έρευνα της Γραφής και τη δημοσία ομιλία. Αυτό το έπραξα ολοψύχως και με ουρανία υποστήριξι και καθοδήγησι επί δέκα επτά και πλέον χρόνια, διδάσκοντας τριάντα τέσσερες ιεραποστολικές σειρές σπουδαστών και δέκα σειρές μαθημάτων Διακονίας της Βασιλείας.
Όταν έφθασα στην ηλικία των εβδομήντα ετών, έπρεπε κατ’ ανάγκην να ελαφρωθή το φορτίο της εργασίας μου. Με κατανόησι ο πρόεδρος της Εταιρίας, Ν. Ο. Νορρ, με ανεκούφισε από τα καθήκοντα της σχολής κι έφερε την Ίρμα κι εμένα πάλι στο Μπέθελ του Μπρούκλυν. Εκεί μας ανέθεσε ευκολώτερη εργασία. Με στενοχώρια αφήσαμε το ωραίο Αγρόκτημα της Βασιλείας όπου ευρίσκετο η Σχολή Γαλαάδ. Η τοποθεσία και οι κάτοικοί της μας είχαν γίνει πολύ προσφιλείς. Αλλά είδαμε ότι το Μπέθελ, περισσότερο από πριν, ήταν πραγματικά, όπως είπαν μερικοί, ένας τόπος, «απλώς έξω από τον κόσμο.» Πρέπει ένας να ζήση και να εργασθή εδώ για να εκτιμήση πλήρως την εκπληκτική ομαλή δραστηριότητα και το καλό συνεργατικό πνεύμα της οργανώσεώς του. Κανένας δεν εξωθείται, οι επόπται είναι αφανείς κι εν τούτοις ο τόπος βουίζη από μεγάλη δραστηριότητα και είναι εκπληκτικά παραγωγικός.
Ως τώρα σ’ όλους τους πολλούς και ποικίλους διορισμούς υπηρεσίας μου από το 1913 κάθε αλλαγή εξελαμβάνετο, στον καιρό της, μ’ ευγνωμοσύνη, ως μία η οποία γίνεται για το καλύτερο. Ποτέ προηγουμένως δεν περάσαμε τόσο καλά όσο τώρα στον αγαπητό μας οίκο Μπέθελ. Μια ακόμη αλλαγή προς το καλύτερο, νομίζομε ότι θα μπορούσε να είναι μόνο ο ίδιος ο ουρανός.
Βρίσκομαι στο εβδομηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας μου τώρα και, όπως είναι κατανοητό, κουράζομαι εύκολα, αλλά δεν σκέπτομαι καθόλου ν’ αποσυρθώ τώρα ούτε ποτέ. Το πνεύμα μου διετήρησε δροσερότητα και ενθουσιασμό για κάθε τι που είναι αληθινό, καλό, αγαπητό και ωραίο. Καθώς είναι γραμμένο: «Ο δίκαιος ως φοίνιξ θέλει ανθεί . . . Θέλουσι καρποφορεί και εν αυτώ τω βαθεί γήρατι . . . δια να αναγγέλλωσιν ότι δίκαιος είναι ο Ιεχωβά.» (Ψαλμ. 92:12-15, ΜΝΚ) Δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα, αλλά μπορώ να εξακολουθώ να κάνω μικρά πράγματα με αφοσίωσι. Γνωρίζω πολύ καλά ότι υπήρξα απλώς ένας ‘αχρείος’ δούλος και ότι όλο εκείνο που έχω κάμει στην υπηρεσία του Κυρίου είναι αυτό που ώφειλα να κάνω.—Λουκ. 17:10.
Όταν ανασκοπώ την υπηρεσία μου της Βασιλείας στη διάρκεια των ετών, αναγνωρίζω ότι είχε τις διακυμάνσεις της, τις χαρές και τις θλίψεις της, όλα για τη δοκιμή και τον καθαρισμό μου. Κατά καιρούς η συναρπαστική άνοδος στο Όρος του Θεού υπήρξε πολύ απόκρημνη κι επικίνδυνη. Είναι αλήθεια ότι προσέκοψα κατά καιρούς κι ετραυματίσθηκα, αλλά με τη στιβαρή βοήθεια του ελεήμονος Ορειβατικού Οδηγού μας εσηκώθηκα πάντοτε, και με ανανεωμένο θάρρος και προσοχή συνέχιζα την αναρρίχησι. Μπορώ πραγματικά να βεβαιώσω ότι καμμία από τις αγαθές υποσχέσεις του Θεού σ’ εμένα δεν απέτυχε. Όλες επαλήθευσαν. (Ιησ. Ναυή 23:14) Το να έχω παίξει ένα ταπεινό μέρος υποστηρίξεως στο μεγάλο παγκόσμιο δράμα της διεκδικήσεως του Ιεχωβά, το θεωρώ ως ανεκτίμητο και ανέκφραστο προνόμιο. Αντιλαμβάνομαι ότι, προτού αρχίσω να διακρίνω το φως της αληθείας του Θεού, ψηλαφούσα στο σκότος της κοιλάδος του θανάτου και απλώς υπήρχα. Από την εποχή που αφιέρωσα τη ζωή μου στον μεγάλο ουράνιο Πατέρα μας, μέσω της αξίας του Σωτήρος και Βασιλέως μου, έζησα πράγματι μία γεμάτη και χαρούμενη ζωή, μια ζωή αξία να την ζήση ένας. Η πιο διακαής επιθυμία μου και η πιο μεγάλη ελπίδα μου δεν είναι να είμαι μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών, αλλά να ιδώ τον Θεό και να είμαι πάντα πλησίον σ’ αυτόν και στον Σωτήρα μου. Γι’ αυτό αποχωρίσθηκα από ό,τι είχα, και, ήταν τόσο μικρό, για να κερδίσω τον στέφανο της ζωής και, επάνω από όλα, τον Ιεχωβά ως αιώνιο Φίλο μου.