Υπηρετώντας τον Θεόν με Όλη Μου την Καρδιά και Δύναμι
Αφήγησις υπό Ίρμας Ε. Φρεντ
ΟΤΑΝ ήμουν πολύ νέα, συνήθιζα ν’ ακούω με βαθιά προσοχή τον παππού μου, ο οποίος μας αφηγείτο Βιβλικές ιστορίες επί ώρες. Έμαθα ν’ αγαπώ και να σέβωμαι τον Θεό και τον Χριστό και να εκτιμώ εκείνους οι οποίοι είχαν αφιερώσει πολλά χρόνια της ζωής των στην υπηρεσία του Θεού. Η επιθυμία να υπηρετώ τον Θεό με όλο τον χρόνο και τις ικανότητες μου μεγάλωνε μέσα μου. Ο θείος και η θεία μου, που υπηρετούσαν ως ιεραπόστολοι στην Ινδία, συνήθιζαν να επανέρχωνται στο σπίτι κάθε τέσσερα χρόνια, και καθώς αφηγούντο τις πείρες των, επρόσεχα κάθε λέξι. Τουλάχιστον, έλεγα, θα μπορούσα να γίνω μια ιεραπόστολος νοσοκόμος.
Ήμουν ακριβώς στην προ-εφηβική ηλικία μου όταν εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Το σπίτι μας ήταν στην ουδέτερα Ελβετία, όπου η μητέρα μου κι εγώ συμμετείχαμε στην πολύ κοινή συνήθεια να πλέκωμε ζεστές κάλτσες και γάντια για τους άνδρες και των δύο αντιθέτων παρατάξεων. Η καρδιά μας πονούσε για τα πλήθη των ανδρών που επιέζοντο να πολεμούν και να φονεύουν και να ερημώνουν μια χώρα η οποία κάποτε ήταν ειρηνική και ωραία.
Για ένα διάστημα, όταν ήμουν ακόμη στην προ-εφηβική μου ηλικία, ήμουν ως μια ανάπηρη, αναγκασμένη να παραμένω στο κρεββάτι. Ο λειτουργός μας συνέστησε να χρησιμοποιώ λίγο χρόνο για να διαβάζω την Αγία Γραφή. Ο αδελφός μου είχε κατασκευάσει ένα ειδικό αναλόγιο ώστε η μεγάλη οικογενειακή μας Γραφή να μπορή να στηρίζεται κατάλληλα για μένα στο κρεββάτι, και αυτό απεδείχθη ένας τόσο καλός τρόπος για να περνούν οι μακρές ημέρες.
Την άνοιξι του 1917 τόσο η μητέρα μου όσο κι εγώ είμεθα κλινήρεις, εκείνη ύστερ’ από μια σοβαρή καρδιακή προσβολή. Ο Διαμαρτυρόμενος λειτουργός μας μάς επεσκέπτετο συχνά, και συνήθιζα να του κάνω ερωτήσεις για τη Βασιλεία για την οποία είχαμε διδαχθή να προσευχώμεθα «Ελθέτω η βασιλεία Σου.» Μου απαντούσε ότι η Βασιλεία είναι μέσα μας. Αλλά δεν μπορούσα, να το δεχθώ αυτό, διότι, τότε, τα εκατομμύρια που είχαν εμπλακή στη διεθνή σύρραξι ήσαν άνθρωποι που υποτίθεται ότι είχαν μέσα των τη βασιλεία του Θεού.
Τον Ιούλιο του έτους εκείνου η αγαπημένη μου μητέρα πέθανε. Ήμουν συντετριμμένη. Ο πατέρας μου με πήγε έξω από την πόλι σε μια θελκτική κοιλάδα. Εδώ σ’ ένα σανατόριο, που υπήρχε για νεαρά κορίτσια, η θλίψις μου ήταν ακόμη χειρότερη όταν ο πατέρας μου και η αδελφή μου έφυγαν. Μολονότι τα κορίτσια ήσαν πολύ ευγενικά μαζί μου, εγώ δεν μπορούσα να παύσω τα κλάματα. Για ν’ αποφεύγω τους άλλους, έκανα περίπατο γύρω στον κήπο και ανεκάλυψα ένα μικρό σπιτάκι του κήπου ως ένα άσυλο.
ΤΟ ΦΩΣ ΛΑΜΠΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΟΣ
Κάθησα σ’ ένα τραπέζι κλαίοντας με λυγμούς, με το κεφάλι, μου βυθισμένο μέσα στα χέρια μου. Τότε, ένα χέρι άγγισε ευγενικά τον ώμο μου και μια γλυκειά φωνή με παρηγόρησε για την απώλεια της μητέρας μου. «Θα ξαναδής τη μητέρα σου στη βασιλεία του Θεού,» με βεβαίωσε ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών. Αμέσως μου ηγέρθη το ενδιαφέρον. Πώς αυτή το εγνώριζε; Διερωτήθηκα. Έτσι άρχισα να κάνω ερωτήσεις, και η ανάστασις καθώς και άλλες υποσχέσεις της Αγίας Γραφής ηχούσαν τόσο θαυμασίως παρηγορητικά καθώς μου τα εξηγούσε. Εγίναμε αχώριστες.
«Περίμενε μόνο ως την Κυριακή που θα μ’ επισκεφθή η μητέρα μου,» μου είπε την πρώτη εκείνη ημέρα. «Εκείνη μπορεί πραγματικά να σου τα εξηγήση όλ’ αυτά, διότι είναι μια ενθέρμη Σπουδάστρια της Γραφής.» Πραγματικά μπορούσε να τα εξηγήση, και κάθε δεύτερη Κυριακή διαβάζαμε και μελετούσαμε μαζί της. Στα ενδιάμεσα Σαββατοκύριακα που ήρχοντο να με ιδούν οι δικοί μου, εθαύμαζαν για τη συνεχή πρόοδο που εσημείωνα. Όταν τους εξήγησα την κυρία αιτία της ευτυχίας μου, δεν είπαν τίποτε εναντίον, διότι ήσαν απλώς πάρα πολύ χαρούμενοι ότι βρήκα και πάλι την ευτυχία μου.
Ενθυμούμαι, όταν η μητέρα της φίλης μου μού μιλούσε για το Μπέθελ (που σημαίνει «οίκος Θεού»), τα οποίο ήταν και είναι τα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας Σκοπιά στο Μπρούκλυν. «Πόσο θα επιθυμούσα να εργάζωμαι εκεί!» Ανεφώνησα δυνατά. Εκείνη εμειδίασε και είπε: «Θα ήταν θαυμάσιο αν μπορούσες, αλλά είναι πάρα πολύ μακριά, Ίρμα, και χρειάζονται δυνατούς, υγιείς ανθρώπους εκεί.» Εν τούτοις, ο σπόρος της ελπίδος είχε φυτευθή, και σιγά-σιγά ρίζωσε.
Όταν τελικά βγήκα από το σανατόριο, η φίλη μου εξακολούθησε να μ’ επισκέπτεται κατά περιόδους. Στην οικογένεια μου ήταν αρεστή, και ο πατέρας μου επέτρεψε ακόμη να επισκέπτωμαι από καιρό σε καιρό το σπίτι της που ευρίσκετο σε μια απομακρυσμένη μικρή πόλι. Αυτές ήσαν ευκαιρίες για μένα ώστε να παρευρίσκωμαι σε συναθροίσεις των Σπουδαστών της Γραφής, διότι, στο σπίτι μας ο πατέρας εξέφραζε πάντα την δυσαρέσκεια του για τα «μικρά δόγματα.» Κάποτε ο πατέρας μου εναντιώθηκε πραγματικά· καθώς και η μητρυιά μου. Αλλά ως τότε είχα ήδη θεμελιωθή καλά στις πεποιθήσεις μου, όσο κι αν ήμουν νέα.
Η ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ
Είχα ήδη αφιερώσει τη ζωή μου στον Θεό και στην υπηρεσία του τον Οκτώβριο του 1918, αλλά εξαιτίας των αντιρρήσεων του πατρός μου δεν μπορούσα να συμβολίσω με βάπτισμα αυτή τη νέα σχέσι ως το 1920. Αυτό ήταν το έτος που με συνέστησαν στον Μαξ Φρέσελ. Αυτός με βοήθησε πάρα πολύ στην έρευνά μου για περισσοτέρα γνώσι του θελήματος του Θεού. Αργότερα με ρώτησε αν ενδιαφερόμουν να υπηρετήσω ολοχρονίως στο Μπέθελ της Ελβετίας. Του απήντησα ότι αυτός ήταν ο αντικειμενικός σκοπός μου από την πρώτη φορά που άκουσα για Μπέθελ. Αργότερα με ζήτησε να τον νυμφευθώ και να συνεργασθούμε στην ολοχρόνια διακονία. Δύο θαυμάσιες ευκαιρίες αμέσως και ταυτόχρονως! Φαντασθήτε τη μεγάλη μου ευτυχία!
Νυμφευθήκαμε τον Οκτώβριο του 1921, και σε λίγο λάβαμε μια προσκλησι να υπηρετήσωμε στο γραφείο της Εταιρίας Σκοπιά για την Κεντρική Ευρώπη στη Ζυρίχη. Πολλά προνόμια είχαμε τώρα. Ο πρόεδρος της Εταιρίας, Ι. Φ. Ρόδερφορδ, και άλλοι Αμερικανοί αδελφοί μάς επεσκέπτοντο από καιρό σε καιρό, και έφερναν μεγάλη ευλογία και τόνωσι σε όλους μας. Το 1925 μετεφέρθημεν στο νεόκτιστο Ελβετικό Μπέθελ μας στη Βέρνη, και ο Μαξ κι εγώ υπηρετήσαμε εκεί ένα περίπου έτος. Συχνά σκεπτόμεθα τους αγαπητούς συνεργάτας με τους οποίους εργασθήκαμε εκεί. Πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να είναι ευτυχισμένα πολυάσχολοι στο έργο στο τμήμα της Βέρνης· άλλοι έχουν μεταβή στην ουράνια ανταμοιβή των.
Τον Μάιο του 1926 ο Αδελφός Ρόδερφορδ επεσκέφθη το τμήμα της Ελβετίας και συγχρόνως όλοι μας παρευρεθήκαμε σε μια θαυμασία συνέλευσι στη Βασιλεία. Εκεί υπήρξε κάποια στενοχωρία και διαμάχη μεταξύ μερικών Ελβετών αδελφών αλλά ο Ιεχωβά μέσω της οργανώσεως του ‘πιστού και φρονίμου δούλου’ του μας εκράτησε στον ορθό δρόμο. Σε λίγο ο σύζυγός μου έλαβε ένα τηλεγράφημα που μας καλούσε και τους δύο να υπηρετήσωμε στα κεντρικά γραφεία στο Μπρούκλυν. Μπορείτε να σχηματίσετε μια εικόνα της χαράς μας και της προθυμίας με την οποία ανταποκριθήκαμε; Φυσικά, δεν ήταν εύκολο ν’ αφήσωμε τους προσφιλείς μας φίλους και συγγενείς στην Ελβετία, αλλά γνωρίζαμε ότι, σύμφωνα με την υπόσχεσι του Κυρίου, πολύ περισσότεροι αδελφοί, αδελφές, πατέρες, μητέρες και τέκνα μας ανέμεναν πέραν από τον ωκεανό.—Ματθ. 19:29.
Όταν αποβιβασθήκαμε στη Νέα Υόρκη τον Ιούλιο του 1926, συναντήσαμε τον παληό μας φίλο Τσάρλυ Άικερ που μας υποδέχθηκε στην αποβάθρα. Και πόσο ευγενικά μας υποδέχθηκαν ο Αδελφός Ρόδερφορδ και η μικρότερα οικογένεια Μπέθελ της εποχής εκείνης! Μολονότι μιλούσα πολύ λίγα Αγγλικά, δεν είχα παρά να βλέπω τους αδελφούς και τις αδελφές στα μάτια για να διαπιστώσω την θέρμη της υποδοχής των. Δεν ήταν εύκολο στις αρχές να συνηθίση ένα κορίτσι από την Ελβετία στην καπνιά της Νέας Υόρκης. Και, επίσης, αισθανόμουν συχνά μοναξιά και νοσταλγία, όταν ο Μαξ ήταν σε περιοδεία ως «πίλγκριμ» εκπρόσωπος της Εταιρίας. Αλλά εξακολουθούσα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι υπηρετούσα πράγματι εδώ σ’ αυτόν ακριβώς τον τόπο που είχα επιθυμήσει διακαώς από την παιδική μου ηλικία.
Ελάμβανα πολλή ενθάρρυνσι από Γερμανόφωνους συνεργάτας εκείνες τις πρώτες ημέρες, αλλά κατόπιν άρχισα γρήγορα να μαθαίνω Αγγλικά και να καλλιεργώ πολλές βαθιές φιλίες. Πρώτα εργάσθηκα με την Αλμπέρτα Φορντ. Στρώναμε κρεββάτια και ξεσκονίζαμε και σφουγγαρίζαμε μαζί. Εκείνη ήταν γρήγορη και αποτελεσματική, και θα έπρεπε να είχε μεγάλη υπομονή μαζί μου εκείνο τον καιρό. Ο ζήλος της, η αφοσίωσίς της στον Ιεχωβά, και η ισχυρή επιθυμία της να υπηρετή τους αδελφούς της υπήρξαν μια πραγματική έμπνευσις για μένα. Ήμεθα πολύ στενές φίλες ως τον θάνατο της που συνέβη το 1960.
Στο μεταξύ, τα χρόνια περνούσαν γρήγορα με την πολυάσχολη, χαρωπή ζωή μας στο Μπέθελ. Όπως ο σύζυγος μου αρέσκεται να το εκφράζη: «Δεν υπήρξε ποτέ μια ανιαρή ή κενή στιγμή στη ζωή μας.» Το 1941 γίναμε Αμερικανοί πολίται και ο σύζυγος μου άλλαξε το πρώτο όνομα του σε Μάξουελ και το επίθετο μας σε Φρεντ, (που σημαίνει φίλος), ως ενδεικτικό της πιο μεγάλης μας επιθυμίας να είμεθα πάντοτε φίλοι του ουρανίου Πατρός μας και ολοκλήρου της οικογενείας του στον ουρανό και στη γη.
ΔΑΠΑΝΩΝΤΑΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΓΑΛΑΑΔ
Το 1943 ο Αδελφός Νορρ, πρόεδρος τώρα της Εταιρίας, ρώτησε τον Μάξουελ αν ήθελε να πάγη στο ωραίο Αγρόκτημα της Εταιρίας κοντά στην Ίθακα, Νέας Υόρκης, εκείνος για να υπηρετήση ως εκπαιδευτής στη Σχολή της Γαλαάδ για ιεραποστόλους, που μόλις τότε άνοιξε, κι εγώ να υπηρετήσω στη συντήρησι του οίκου. Ήταν δύσκολο ν’ αφήσω το Μπέθελ, κι έχυσα αρκετά δάκρυα γι’ αυτό, αλλά τι θαυμασία ευλογία μας επεφυλάσσετο! Ύστερ’ από πολυάσχολες εβδομάδες προετοιμασίας, προσήλθε η πρώτη σειρά σπουδαστών, και άρχισαν τα πολυάσχολα δεκαεπτά χρόνια υπηρεσίας στην Γαλαάδ.
Τι θαυμάσια προνόμια απελαμβάναμε, ιδιαιτέρως καθώς εγινόμεθα στενοί φίλοι τόσο πολλών αγαπητών και πιστών ολοχρονίων διακόνων οι οποίοι προσεφέροντο για ιεραποστολική εκπαίδευσι! Τι έμπνευσι αποτελούσε το να μπορούμε να βοηθούμε τόσο πολλούς νεαρούς άνδρες και γυναίκες που ήσαν πρόθυμοι ν’ αφήσουν πίσω των σπίτι, φίλους και ανέσεις, και να δαπανηθούν προς όφελος ανθρώπων από πολλές φυλές και κλίματα! Επί είκοσι πέντε χρόνια τώρα έχαιρα να γνωρίζω πολλούς από αυτούς προσωπικώς και τους αγαπώ όλους πολύ. Πώς ο ζήλος και η αφοσίωσίς των εβοήθησαν πλήθη ανθρώπων να πιστεύσουν στον Ιεχωβά και τον Βασιλέα του και να τους υπηρετήσουν!
Στη διάρκεια όλων αυτών των ετών τα προνόμιά μου ήσαν πλούσια και ικανοποιητικά. Ποτέ δεν έχασα οποιαδήποτε από τις μεγάλες συνελεύσεις, και τι υπερχειλίζουσες ευλογίες μάς έφεραν, και τι πλήθος φίλων κερδίσαμε όλ’ αυτά τα χρόνια! Ευχαριστώ πάντοτε τον Ιεχωβά που μας έπλασε τόσο θαυμασίως, ώστε, άσχετα με το πόσο πολλούς φίλους έχομε, εξακολουθεί να υπάρχη θέσις στην καρδιά μας για πολύ περισσοτέρους.
ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΑΛΛΑΓΗ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΧΑΡΕΣ
Λαμβάνοντας στοργικά υπ’ όψιν την προχωρημένη ηλικία μας, ο Αδελφός Νορρ μάς εκάλεσε πίσω στα κεντρικά γραφεία στο Μπέθελ, όπου θα μπορούσαμε να έχωμε τη χαρά να συνεχίζωμε να εργαζώμεθα χωρίς πολύ μεγάλο βάρος ευθύνης. Και πάλι ήταν σκληρό να εγκαταλείψωμε τους φίλους μας, αλλά μπορούσαμε τουλάχιστον να κάνωμε σχέδια, όπως και κάναμε, να πραγματοποιούμε ένα ετήσιο «προσκύνημα» σ’ εκείνο τον αξιαγάπητο τόπο.
Η εργασία στο Μπέθελ εξακολουθεί ν’ αποτελή πραγματική χαρά για μένα. Είναι τόσο ικανοποιητικό να δαπανά κανείς τις δυνάμεις του στο έργο του Ιεχωβά και προς όφελος των ζηλωτών λάτρεων του, και να το πράττη από καρδιά. Όταν γνωρίζετε όπως κι εγώ πόσο σκληρά εργάζονται οι αδελφοί μας και οι αδελφές μας στο γραφείο και στο εργοστάσιο, αισθάνομαι πάντοτε την ανάγκη να καταβάλλω ακόμη καλύτερες προσπάθειες να κάνω τα δωμάτια των ευχάριστα, ώστε να έχουν πάντοτε ένα άνετο τόπο αναπαύσεως ύστερ’ από την εργασία. Είναι αλήθεια ότι συχνά αισθάνομαι σωματική κόπωσι· αλλά κάθε μέρα ο Ιεχωβά ανανεώνει τις δυνάμεις μας, και αν χρησιμοποιούμε ορθή κρίσι για να χειριζώμεθα με φειδώ τις δυνάμεις μας και να κάνωμε σοφή χρήσι των περιόδων αναπαύσεως είναι εκπληκτικό πώς μπορούμε να συνεχίζουμε ακόμη και όταν περνά η ηλικία μας.
Επειδή δεν μου έλλειψαν τα προβλήματα της υγείας, πολλές φορές υπήρξε για μένα πολύ ανηφορικός ο αγών αλλά, τότε, οι επίσκοποι απεδείχθησαν αγαθοί και συμπονετικοί, και προσφέρουν πάντοτε βοήθεια όταν υπάρχη ανάγκη. Και υπήρχε πάντοτε κάποιος ευγενής γιατρός αδελφός, ο οποίος με βοηθούσε, ν’ αντιμετωπίσω μερικές από τις πιο δύσκολες καταστάσεις. Πραγματικά, ο Ιεχωβά έχει κάμει προμήθειες για όλες τις ανάγκες μας. Αυτός τηρεί τις στοργικές υποσχέσεις του, αν εμείς εκπληρώνωμε πιστά τις υποχρεώσεις μας οι οποίες σχετίζονται με την αφιέρωσί μας σ’ αυτόν. Είναι τόσο πολύ, πολύ καλύτερα «να ήμαι θυρωρός εν τω οίκω του Θεού μου, παρά να κατοικώ εν ταις σκηναίς της πονηρίας.»—Ψαλμ. 84:10.
Εκείνο που συνετέλεσε στο να γίνουν εκείνα τα πολλά χρόνια της ολοχρονίου υπηρεσίας ευτυχισμένα και ικανοποιητικά ήταν η πλήρης αφοσίωσις του αγαπητού μου συζύγου στον Ιεχωβά και στην οργάνωσί του. Υπήρξε ένα σταθερό παράδειγμα για μένα. Οσοδήποτε μεγάλο και αν μου εφαίνετο ένα προσωπικό πρόβλημα, όταν το έλεγα σ’ αυτόν και το συζητούσα μαζί του, δεν ήταν πια μεγάλο. Απλώς αγαπά να υπηρετή τον Ιεχωβά και ήταν πάντα ικανοποιημένος με οποιαδήποτε θέσι υπηρεσίας του ανετίθετο, υπηρετώντας εκεί ως ένας ταπεινός φίλος του Θεού και του Χριστού που τους αγαπά. Πώς μπορούσα να μη θέλω να υπηρετώ αφωσιωμένα στο πλευρό του όλ’ αυτά τα χρόνια; Τον εβεβαίωσα τότε το 1920 ότι ήθελα να το πράττω αυτό, κι εξακολουθώ να τρέφω τα ίδια αισθήματα γι’ αυτό και σήμερα.
Όταν κουράζωμαι, αφού κάνω αυτό που μπορώ και που θα επιθυμούσα να είναι περισσότερο, σκέπτομαι, συχνά τη Ρεβέκκα. Ευχαρίστως προσέφερε αναψυκτικό ύδωρ στον δούλο του Αβραάμ, τον Ελιέζερ, και όταν εκορέσθη η δίψα του προθύμως εξακολούθησε ν’ αντλή νερό για τις δέκα καμήλους του. Πρέπει να ήταν αρκετά κουρασμένη ύστερ απ’ όλη αυτή την εργασία, αλλά ήταν ευχαριστημένη· και τι πλούσια ανταμοιβή έλαβε! Υπάρχει πράγματι βαθιά ικανοποίησις όταν πράττωμε αυτό που μπορούμε, ακόμη και αν αυτό δεν είναι όσο θα θέλαμε να κάνωμε.
Αυτή η ικανοποίησις στο να κάνωμε αυτό που μπορούμε, είτε αυτό είναι στη διακονία του αγρού, στην ιεραποστολική υπηρεσία, στην εκκλησία είτε υπηρετούμε σ’ ένα Μπέθελ, είναι τόσο πολύ ανταποδοτικό! Μολονότι είμεθα ακόμη άχρηστοι δούλοι στον Ιεχωβά, είναι τόσο ενθαρρυντικό να σκέπτεται κανείς το γεγονός ότι αυτός μας προμηθεύει με αγαθότητα ευκαιρία να είμεθα συνεργοί του, ακόμη και όταν το μέρος μας είναι τόσο ασήμαντο όταν παραβληθή με τους απέραντους θησαυρούς της αγαθότητός του που συνεχώς αυξάνουν προς όφελος μας.—1 Κορ. 3:9.
Από την αξιομνημόνευτη εκείνη ημέρα του 1917, οπότε το χέρι και η φωνή ενός νεαρού κοριτσιού είχαν χρησιμοποιηθή από τον Ιεχωβά για να με παρηγορήσουν από τον Λόγο του Θεού, την Αγία Γραφή, ήθελα πάντοτε να προσφέρω την ιδία ευλογία σε άλλους που ήσαν σε ανάγκη. Τα εδάφια Αποκάλυψις 21:1-4. υπήρξαν τα προσφιλή μου εδάφια, και τα έχω χρησιμοποιήσει επανειλημμένως για να ελευθερώσω ανθρώπους που ήσαν σε θλίψι. Είμαι τόσο ευγνώμων στον Ιεχωβά διότι μου εχορήγησε την αναγκαία βοήθεια για να είμαι, όχι μια ιεραπόστολος νοσοκόμος, αλλά μια από τους διαγγελείς της Βασιλείας σ’ αυτή την μοναδική εποχή. Ασφαλώς ο Ιεχωβά έχει κατευθύνει τα πράγματα, και θα είμαι πάντοτε ευγνώμων σ’ αυτόν και στον αγαπητό του Υιό, τον Σωτήρα μου, και στους αδελφούς και τις αδελφές μου, οι οποίοι τόσο στοργικά με βοήθησαν να παραμείνω στην οδό που οδηγεί σε ατελεύτητη ζωή και ευτυχία.