Παρωδία Δίκης Χριστιανών—Το Όνειδος της Πορτογαλίας
ΚΑΤΑ το τέλος Ιουνίου και την αρχή του Ιουλίου του παρελθόντος έτους μία δίκη σαράντα εννέα μαρτύρων του Ιεχωβά και συντρόφων των στη Λισσαβώνα επέσυρε την προσοχή όλης της Πορτογαλίας. Μολονότι η αίθουσα του δικαστηρίου δεν μπορούσε να περιλάβη παρά μόνο ένα περιορισμένο αριθμό ολίγων, εν τούτοις χιλιάδες ανθρώπων συνεκεντρώνοντο κάθε μέρα για τις συνεδριάσεις. Ποτέ προηγουμένως δεν είχαν ιδεί κάτι τέτοιο στην Πορτογαλία! Ακόμη και άνθρωποι από άλλες χώρες παρακολουθούσαν στενά τις εκθέσεις των ξένων ανταποκριτών που ήσαν παρόντες στη δίκη.
Πολλοί Πορτογάλοι πολίται ίσως να νομίζουν ότι γνωρίζουν τι συνέβαινε στη δίκη. Σε δύο μόνο ημέρες, οι εφημερίδες της Λισσαβώνος περιέλαβαν μία ειδησεογραφία από στήλες μήκους 445 εκατοστών του μέτρου για τους μάρτυρας του Ιεχωβά και για την επικείμενη δίκη. Αλλ’ αυτές οι εκθέσεις ήσαν πολύ προκατειλημμένες, και συχνά περιείχαν απροκάλυπτα ψεύδη. Παρουσίαζαν μόνο την προπαγάνδα εκείνων, οι οποίοι ζητούσαν να επιτευχθή μια καταδίκη· η υπεράσπισις των μαρτύρων του Ιεχωβά δεν εδημοσιεύθη ποτέ. Μία εφημερίδα είπε σ’ εκείνους που ερωτούσαν ότι, όταν η ορθή εξιστόρησις είχε ετοιμασθή και είχε στοιχειοθετηθή, επενέβησαν οι Κυβερνητικοί λογοκριταί κι εμπόδισαν την εκτύπωσί της.
Οι επίσημοι γρήγορα αντελήφθησαν όμως ότι, ακόμη και προκατειλημμένη δημοσιότης είχε ως αποτέλεσμα να εγείρεται περισσότερο ενδιαφέρον για τους μάρτυρας του Ιεχωβά και για τη δράσι των. Έτσι και αυτή η δημοσιότης, επίσης, εμειώθη πολύ. Επομένως, σχετικώς λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν τι συνέβη ακριβώς στη διάρκεια της πραγματικής διεξαγωγής της δίκης. Θα βρήτε πολύ ενδιαφέρον σ’ αυτά τα ζητήματα.
ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΙΣΙΣ
Το βράδυ της 10ης Ιουνίου 1965, η εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά του Φεϊζό είχε συγκεντρωθή ειρηνικά σε μια ιδιωτική κατοικία σε κάποιο προάστιο της Λισσαβώνος. Εβδομήντα περίπου άτομα ήσαν παρόντα, μελετώντας τη Γραφή μεταξύ των, όπως είναι η τακτική συνήθεια των μαρτύρων του Ιεχωβά. Κατά τις 10 μ.μ. αστυνομική επέμβασις μ’ επικεφαλής τον Υπολοχαγό Ζόργκε Μανουέλ Νατιβιντάντε Ζακόμπ διέκοψε τη συνάθροισι και έθεσε σε κράτησι σαράντα εννέα.
Μολονότι δεν έγινε καμμία επίσημη κατηγορία εναντίον των, δύο διάκονοι, οι Αρριάγκα Καρντόζο και Ζοσέ Φερνάντες Λουρέντσο, μετεφέρθησαν στη φυλακή Φορτ Κάχιας. Παρέμειναν εκεί ως τις 29 Οκτωβρίου, τέσσερις μήνες και δέκα εννέα ημέρες, και τους αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάγνωσι, περιλαμβανομένης και της Γραφής, επί δύο και πλέον μήνες αυτής της περιόδου. Ο κ. Καρντόζο και ο κ. Λουρέντσο εκρατήθησαν σε αυστηρή απομόνωσι επί ένδεκα ημέρες, προφανώς σε μια προσπάθεια να τους κλονίσουν.
Στη διάρκεια της φυλακίσεώς των, η Κυβέρνησις ετοίμασε μία δικογραφία από 416 σελίδες. Περιελάμβανε, κυρίως, τις ερωτήσεις που είχαν τεθή στους δύο φυλακισμένους και στους άλλους σαράντα επτά κατηγορουμένους και τις απαντήσεις που είχαν δώσει. Ένα τμήμα του λεπτομερούς κατηγορητηρίου του εισαγγελέως έλεγε:
«Κατηγορώ όλους τους κατηγορουμένους ως φυσικούς αυτουργούς εγκλήματος κατά της ασφαλείας του Κράτους, υποκινήσεως σε συλλογική ανυπακοή, πράξεις προβλεπομένας και τιμωρουμένας συμφώνως προς το Άρθρον 174 του Ποινικού Κώδικος. . . . Αποτελούν μια πολιτική κίνησι, η οποία προέρχεται από διάφορες χώρες με σκοπούς ανυπακοής, ταραχών και υποκινήσεως των λαϊκών μαζών και ειδικώς της νεολαίας δημοφιλούς ηλικίας.»
Εν τούτοις, σ’ αυτή την 416-σέλιδη δικογραφία δεν υπήρχε καμμία απόδειξις ότι οι σαράντα εννέα ήσαν ένοχοι αυτών των εγκλημάτων. Απολύτως καμμία μαρτυρία δεν υπήρχε για την υποστήριξι των κατηγοριών! Οι κατηγορίες ήσαν μάλλον ισχυρισμοί, δίχως καμμία απόδειξι. Το γεγονός είναι ότι: Σαράντα εννέα Χριστιανοί ευρέθησαν να μελετούν μαζί τη Γραφή· δεν συζητούσαν πολιτικά, και καμμία απόδειξις δεν προσεκομίσθη για την υποστήριξι του ισχυρισμού ότι αποτελούν «μία πολιτική κίνησι.» Ούτε έγινε καμμία προσπάθεια στη δικογραφία για ν’ αποδειχθή ότι αυτά τα άτομα εκήρυξαν ποτέ δημοσίως ο,τιδήποτε, για να μη πούμε για την κατηγορία ότι έλεγαν στους ανθρώπους να δείξουν απείθεια στην Πορτογαλική κυβέρνησι ή για το ότι διετάρασσαν και υποκινούσαν τις λαϊκές μάζες. Κανένα έντιμο άτομο δεν θα μπορούσε παρά να αισθανθή κατάπληξι από την πλήρη έλλειψι αποδείξεων. Εν τούτοις, η υπόθεσις παρεπέμφθη σε δίκη.
Τι θα συνέβαινε στο δικαστήριο; Θα παρουσίαζε αποδείξεις εκεί η κατηγορούσα αρχή για να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι των εγκλημάτων, με τα οποία κατηγορούντο; Θα εδίδετο στους κατηγορημένους πλήρης ελευθερία να παρουσιάσουν αποδείξεις της αθωότητός των στο δικαστήριο; Θα άκουαν οι δικασταί χωρίς προκατειλημμένες διάνοιες για να εκδώσουν δικαία απόφασι;
Η ΔΙΚΗ ΑΡΧΙΖΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ
Τελικά, στις 14 Ιουνίου 1966, άρχισε η δίκη στο δικαστικό μέγαρο της Λάρκο ντα Μπόα Χόρα στη Λισσαβώνα, και οι μάρτυρες του Ιεχωβά από όλα τα μέρη της Πορτογαλίας συνέρρευσαν στην πόλι, όχι για να παρεμποδίσουν το δικαστήριο αλλά για να προσφέρουν ηθική υποστήριξι στους Χριστιανούς αδελφούς και αδελφές των, που επρόκειτο να δικασθούν. Τα όργανα της Αστυνομίας δεν είχαν ιδεί ποτέ τόσο πλήθος εκεί. Επειδή ήσαν απροετοίμαστοι για τόσο πολλούς ανθρώπους, βρέθηκαν, στην αρχή, σε σύγχυσι. Ένας αξιωματικός της αστυνομίας ανεφώνησε ταραγμένος: «Τι θα κάμωμε μ’ όλο αυτό τον κόσμο; Η κυρία είσοδος πρέπει να μείνη ελεύθερη!» Ακούοντας αυτά τα λόγια ένας μάρτυς του Ιεχωβά τα μετεβίβασε σε άλλους και μέσα σε λίγα λεπτά η είσοδος είχε ελευθερωθή. Ο αξιωματικός απλώς εξεπλάγη με τη γοργή συνεργασία και τάξι. Ποτέ προηγουμένως δεν υπήρξε στη Λισσαβώνα πλήθος ανθρώπων ευκολώτερο στο χειρισμό του, πράγμα που έκανε να φαίνεται πόσο ακατάλληλη ήταν η κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για «ανυπακοή στους νόμους και διατάξεις που διέπουν τη δημοσία τάξι.»
Την επομένη ημέρα η εφημερίς της Λισσαβώνος Ο Σέκουλο ανέφερε: «Όποιος πήγαινε χθες στη Λάργκο ντα Μπόα Χόρα θα έβλεπε ένα εκπληκτικό θέαμα . . . Τα παράθυρα γύρω στον δεύτερο και τρίτο όροφο καθώς και στους διαδρόμους, από τους οποίους υπάρχουν πολλοί, ήσαν γεμάτοι από ανθρώπους. Στην αυλή οι άνθρωποι ήσαν συνωστισμένοι. . . . Η τάξις δεν εσαλεύθη. . . . Υπελογίσθη ότι υπήρχαν εκεί 2.000 και πλέον άτομα μέσα και έξω από το κτίριο. Για πρώτη φορά είδαν τόσο πλήθος εκεί. Η πλειονότης ήσαν άνθρωποι που συμπαθούσαν τους κατηγορουμένους και τη θρησκεία των.
Η διεξαγωγή της δίκης διήρκεσε ωστόσο πολύ λίγο εκείνη την ημέρα της ενάρξεως, επειδή ένας από τους κατηγορουμένους ήταν ασθενής και δεν μπόρεσε να παρευρεθή. Επομένως, ο δημόσιος κατήγορος εζήτησε την αναβολή της δίκης, η οποία και εδόθη. Έτσι η έναρξις της δίκης ανεβλήθη για τις 23 Ιουνίου.
ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ
Στις 2.30΄ το απόγευμα της Πέμπτης 23 Ιουνίου, άρχισε η δίκη, το δε δικαστήριο εξακολούθησε να συνεδριάζη ως τις 7.30΄ το βράδυ. Ένα μεγαλύτερο πλήθος από πριν, που υπελογίσθη από μερικούς σε 5.000 και πλέον, υπήρχε τώρα εκεί. Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν έξω στο δρόμο επί πέντε ολόκληρες ώρες, αναμένοντας με ανυπομονησία πληροφορίες για τη διαδικασία μέσα.
Οι τρείς δικασταί, οι οποίοι είχαν διορισθή για την εκδίκασι της υποθέσεως, ήταν ο προεδρεύων δικαστής Αντώνιο ντε Αλμέϊντα Μούρα και οι βοηθοί δικασταί Σαουντάντε ε Σίλβα και Μπερναρντίνο ντε Σούσα. Εισαγγελεύς ήταν ο Δρ Λοπές ντε Μέλο, ο δε συνήγορος της υπερασπίσεως ήταν ο Δρ Βάσκο Αλμέιντα ε Σίλβα.
Ο πρώτος κατηγορούμενος που εκλήθη ν’ απολογηθή ήταν ο Αρριάγκα Καρντόζο. Ήταν ένας από τους δύο, οι οποίοι εκρατήθησαν επί τέσσερες και πλέον μήνες στη φυλακή χωρίς να έχη διατυπωθή οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον του.
Στην αρχή, ο προεδρεύων δικαστής προσπάθησε να δώση την εντύπωσι ότι υπάρχει θρησκευτική ελευθερία στην Πορτογαλία. «Δεν κατηγορείσθε για παράνομη συγκέντρωσι,» είπε στον Καρντόζο. «Δεν δικάζεσθε διότι λατρεύετε τον Ιεχωβά. Μπορείτε να λατρεύετε τον Ιεχωβά όπως μπορείτε να λατρεύετε τον Μωάμεθ ή τον Βούδδα. Η θρησκεία του καθενός είναι σεβαστή, δηλαδή, όταν αυτή δεν υπερβαίνη τα αυστηρά θρησκευτικά όρια. Το Σύνταγμα της Πορτογαλίας εγγυάται ελευθερία λατρείας.»
Εν τούτοις, ο δικαστής προσπάθησε κατόπιν να δείξη, καταφανώς, ότι οι Συνταγματικές εγγυήσεις για ελευθερία λατρείας δεν εφαρμόζονται σε θρησκείες όπως των μαρτύρων του Ιεχωβά. Η εφημερίς της Λισσαβώνος Ντιάριο Ποπουλάρ ανέφερε τις παρατηρήσεις του προς τον Καρντόζο: «Δεν υπάρχει ελευθερία για τον καθένα, ο οποίος εφευρίσκει μία θρησκεία και κάνει ό,τι θέλει εν ονόματι του Θεού ή οποιουδήποτε άλλου μπορεί να είναι. Οφείλει να υποτάσσεται στους ανθρώπους, οι οποίοι κυβερνούν στη γη . . . . Η αρχή για την οποία κατηγορείσθε είναι ανυπακοή, μιας γενικής φύσεως στους νόμους του Έθνους.»
Σ’ αυτό το σημείο ο Καρντόζο, που είναι 54 ετών γηγενής Πορτογάλος πολίτης, έκαμε μια κίνησι για να πάρη μια Γραφή. Είχε υπ’ όψι του να δείξη ότι, σύμφωνα με την Γραφική εντολή περί υποταγής στις γήινες «υπερέχουσες εξουσίες», οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι ευπειθείς στους νόμους όλων των κυβερνήσεων. (Ρωμ. 13:1) Δεν δείχνουν ανυπακοή στους νόμους καμιάς κυβερνήσεως, όταν αυτοί δεν βρίσκονται σε αντίθεσι με τους νόμους του Θεού. (Πράξ. 5:29) Ούτε είναι οι μάρτυρες του Ιεχωβά πολιτικοί ταραξίαι, διότι, σε υπακοή με τον Ιησού Χριστό, ο οποίος είπε ότι οι ακόλουθοί του δεν θα ήσαν «εκ του κόσμου», δεν αναμιγνύονται ποτέ σε πολιτική δράσι οποιουδήποτε είδους. (Ιωάν. 17:16) Αλλ’ ο προεδρεύων δικαστής γρήγορα τον διέκοψε όπως ανέφερε η εφημερίδα Ντιάριο Ποττουλάρ.
«‘Μη χρησιμοποιείτε τη Γραφή! Για σας εκείνο που υπολογίζεται είναι η Γραφή, αλλά για το δικαστήριο ο νόμος είν’ εκείνο, που υπολογίζεται. Δεν ρυθμίζει η Γραφή τη δράσι των πολιτών. Μη την επικαλείσθε. Ο καθένας την ερμηνεύει κατά τον δικό του τρόπο και σύμφωνα με τα συμφέροντά του. Δεν είναι η Γραφή το σύνταγμα του Κράτους. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να δεχθή τη Γραφή ως το Πολιτικό Σύνταγμα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, όταν αυτή ερμηνεύεται από κάποιον Αμερικανό’.»
Ο κατηγορούμενος δεν ήταν Αμερικανός· είναι ένας Πορτογάλος πολίτης. Και αντίθετα με αυτό που εδήλωνε ο δικαστής, δεν επιθυμούσε να παρουσιάση τις απόψεις ενός Αμερικανού, αλλά τις βασισμένες στη Γραφή δικές του πεποιθήσεις. Ωστόσο ο δικαστής εμπόδισε τη μαρτυρία του. Δεν ήθελε ν’ ακούση από τη Γραφή!
ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Εν τούτοις, η Γραφή δεν μπορεί να τεθή κατά μέρος, όταν τίθεται ζήτημα υπακοής στον ανθρώπινο νόμο. Αυτό οφείλεται στο ότι οι νόμοι της Γραφής είναι αυτό το θεμέλιο, από το οποίο προέκυψαν δίκαιοι νόμοι ανθρωπίνων κυβερνήσεων, και η υπακοή σ’ αυτούς είναι ακόμη περισσότερο δεσμευτική για τους ανθρώπους από την υπακοή στους ανθρωπίνους νόμους. Αυτή υπήρξε η γνώμη διασήμων νομομαθών δια μέσου των αιώνων ως την εποχή μας.
Ένας από αυτούς τους νομομαθείς, ο Ουίλλιαμ Μπλάκστον, το εξέφρασε πολύ καλά, όταν είπε: Ο νόμος του Θεού «είναι, φυσικά, ανώτερος σε υποχρέωσι από οποιονδήποτε άλλον. Είναι δεσμευτικός για όλη τη σφαίρα, σε όλες τις χώρες και όλες τις εποχές. Κανένας ανθρώπινος νόμος δεν έχει οποιαδήποτε αξία, αν είναι αντίθετος μ’ αυτόν· όλοι αυτοί οι νόμοι, οι οποίοι ισχύουν, αντλούν όλη τη δυναμί τους και όλο το κύρος των, εμμέσως ή αμέσως, απ’ αυτό το πρωτότυπο.» (Σχόλια του Μπλάκστον επί των Νόμων της Αγγλίας. Τσαίηζ, Νέα Υόρκη, έκδ. Μπαίηκερ, Βούρχις εντ Κόμπανυ, 1938, σελ. 5, 6) Ώστε δεν είναι εσφαλμένο να καταφεύγη ένας στο Νομικό Βιβλίο του Θεού την Αγία Γραφή. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν μπορούν να την βγάλουν από τη ζωή τους.
Ο πρόεδρος εβεβαίωσε: «Οφείλομε να προσαρμόσωμε το Θείο νόμο στους γήινους νόμους. Οφείλομε να ερμηνεύωμε τα ζητήματα με τη λογική. Κατά καιρούς οι Θείοι νόμοι παρεκκλίνουν.» Αλλά οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν συμφωνούν ότι οι νόμοι του Θεού κατά καιρούς «παρεκκλίνουν», δηλαδή, απομακρύνονται από την αλήθεια, είναι εσφαλμένοι. Πιστεύουν ότι ο Θεός και ο Λόγος Του είναι αληθείς και με όλη την καρδιά των και τις ζωτικές των δυνάμεις προσπαθούν να ζουν σε αρμονία με τη Γραφή. Είναι εσφαλμένο αυτό; Μήπως είναι ανήθικο ή αντιχριστιανικό να τίθεται ο νόμος του Θεού επάνω από το νόμο του ανθρώπου, όταν οι δυο αυτοί βρίσκωνται σε αντίθεσι;
Οι πρώτοι Χριστιανοί απόστολοι δεν το επίστευαν αυτό. Όταν εδικάζοντο από το Ιουδαϊκό δικαστήριο, ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι απήντησαν στην προσταγή να σταματήσουν τη δράσι των κηρύγματος λέγοντας: «Πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.» Ναι, ο Θεός είχε δώσει οδηγίες στους αποστόλους να κηρύττουν, και αυτοί θα εξακολουθούσαν να υπακούουν στον Θεό άσχετα με το τι έλεγαν ή έκαναν οι άνθρωποι! Έτσι η αφήγησις της Γραφής συνεχίζει και εξηγεί: «Και πάσαν ημέραν εν τω ιερώ και κατ’ οίκον δεν έπαυον διδάσκοντες και ευαγγελιζόμενοι.»—Πράξ. 5:27-29, 42.
Σήμερα οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν είναι οι μόνοι που απαντούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Σ’ ένα πρόσφατο Πορτογαλικό βιβλίο με τον τίτλο Η Θεία Ιστορία Μας του Α. Αμαράλ, το οποίον εξεδόθη από την Εθνική Γραμματεία Κατηχήσεως και φέρει την έγκρισι της Ρωμαιο-Καθολικής Εκκλησίας, προβάλλεται η εξής ερώτησις στη σελίδα 230: «Πότε πρέπει να μη υπακούωμεν στις Αρχές;» Και η απάντησις, που δίνεται, είναι: «Πρέπει να μη υπακούσωμε στις Αρχές, όταν μας διατάσσουν να κάμωμε κάτι εναντίον του θελήματος του Θεού. (Πράξ. 5:29· Ματθ. 10:37)» Ώστε, αν οι μάρτυρες του Ιεχωβά κατηγορούνται για εγκληματική ανυπακοή, επειδή εξαγγέλλουν τη Γραφική άποψι των πραγμάτων, τότε όλοι οι Καθολικοί στην Πορτογαλία πρέπει να δικασθούν για την ίδια κατηγορία. Τίποτε από όσα έχουν δημοσιεύσει οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν τονίζει περισσότερο αυτή την επίσημη βασισμένη στη Γραφή Καθολική άποψι. Έτσι, εφόσον οι μάρτυρες του Ιεχωβά στη Πορτογαλία είναι θύματα επισήμου διωγμού με αυτή τη βάσι τώρα, τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους Καθολικούς γείτονάς των;
Ότι ο Πορτογαλικός λαός, γενικά, συμφωνεί ότι η υπακοή στον Θεό πρέπει να έχη προτεραιότητα, αποδεικνύεται από το δημοφιλές γνωμικό: «Ο Θεός, η Πατρίς, και η Οικογένεια.» Ορθώς τίθεται πρώτα ο Θεός. Όταν η Πολιτεία το αγνοή αυτό, και όταν οι δίκαιοι νόμοι του Θεού εμπαίζονται και παραμερίζονται, όπως συνέβη στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, προκύπτουν τρομερά εγκλήματα κατά του Θεού και της ανθρωπότητος.
ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Απ’ αυτή την αρχή της δίκης έγινε καταφανές ότι οι δικασταί δεν ενδιεφέροντο ν’ ακούσουν την απολογία των κατηγορουμένων. Δεν ενδιεφέροντο να συγκεντρώσουν αποδείξεις, επάνω στις οποίες να στηρίξουν μια δικαία απόφασι, διότι συνεχώς παρενέβαιναν και διέκοπταν τους μάρτυρας για να τους εμποδίσουν από το να δώσουν μαρτυρία. Ήταν φανερό ότι είχαν ήδη λάβει την απόφασί των! Προφανώς είχαν φθάσει στο συμπέρασμά των, προτού καν προχωρήσει η δίκη. Μια τέτοια διεξαγωγή δίκης είναι όνειδος για την Πορτογαλία!
Η προκατάληψις κατά των μαρτύρων του Ιεχωβά ήταν καταφανής σ’ όλη τη διάρκεια των τριών ημερών της δίκης. Ακόμη και η κατάλληλη ευπρέπεια του δικαστηρίου είχε αγνοηθή από τους δικαστάς. Για να χρησιμοποιήσωμε τους λόγους ενός Πορτογάλου δικηγόρου, η δίκη ήταν «ένας εμπαιγμός, ένα αίσχος και μία τερατώδης επίδειξις του χαμηλού επιπέδου στο οποίο έχει πέσει η Πορτογαλική νομομάθεια.» Ένας άλλος δικηγόρος της Λισσαβώνος απεκάλεσε την όλη υπόθεσι «αίσχος».
Οι δικασταί εγκατέλειψαν το τιμητικόν των λειτούργημα ως δικαστών ενός ανωτέρου δικαστηρίου και ανέλαβαν τον ρόλο ανακριτών, κατηγόρων και χλευαστών των κατηγορουμένων και των πεποιθήσεών των. Συχνά αυτός ο ίδιος ο δικαστής, ο οποίος υπέβαλε μια ερώτησι σ’ έναν κατηγορούμενο, αν δεν του άρεσε η απάντησις, σταματούσε τον κατηγορούμενο προτού μπορέσουν να λεχθούν περισσότερα. Σε πολλές περιπτώσεις ο συνήγορος της υπερασπίσεως ηναγκάζετο να επεμβαίνη και να διαμαρτύρεται έντονα για τον αναξιοπρεπή τρόπο, με τον οποίον ωμιλούσαν οι δικασταί. Υπενθύμισε σ’ αυτούς ότι η θέσις των δεν επέτρεπε να διατυπώνουν κατηγορίες, αλλά, βάσει των παρουσιαζομένων αποδείξεων, να κρίνουν αν οι κατηγορούμενοι ήσαν ένοχοι των κατηγοριών.
Όταν ο κατηγορούμενος Αλφόνσο Κόστα Μέντες, 54 ετών, ήταν στο βήμα προς το τέλος της πρώτης ημέρας, ο Δικαστής Μπερναρντίνο ντε Σούσα εξαπέλυσε μια ομοβροντία δηλώσεων ανεξέλεγκτων που ήταν θλιβερό και να τις ακούση κανείς. Σε μια προσπάθειά του να δείξη ότι η δραστηριότης των μαρτύρων του Ιεχωβά στο κήρυγμα εδημιούργησε εχθρότητα, ανέφερε ότι ένας άνθρωπος τού είπε: «Θα ήθελα να δώσω ένα λάκτισμα στο στομάχι εκείνου του Μάρτυρος που ήλθε στην πόρτα μου.» Ο δικαστής εβεβαίωσε ότι η θρησκεία των προκαλεί βία, και ότι έχει διαιρέσει οικογένειες και τις έχει θέσει με βίαιο τρόπο εναντίον αλλήλων. Ο δικηγόρος της υπερασπίσεως προσπάθησε να διαμαρτυρηθή γι’ αυτές τις κατηγορίες, αλλά τον διέκοψαν με το να καλέση ο δικαστής την επομένη κατηγορουμένη.
Εν τούτοις, η υποβολή ερωτήσεων σ’ αυτή την κατηγορουμένη απέδειξε ότι ο προκατελημμένος δικαστής έσφαλλε. Ο συνήγορος ερώτησε:
«Είσθε έγγαμος;»
«Μάλιστα.»
«Είναι ο σύζυγός σας μάρτυς του Ιεχωβά;»
«Όχι.»
«Ποιες είναι στο σπίτι οι σχέσεις σας με το σύζυγό σας;»
«Αφότου έγινα μάρτυς του Ιεχωβά προσπάθησα να είμαι μία καλή Χριστιανή σύζυγος και αυτό εβοήθησε να είναι ο γάμος μας ευτυχισμένος.»
Ο δικηγόρος εστράφη τότε προς τον δικαστή και ετόνισε ότι αυτό έδινε απάντησι στην αστήρικτη κατηγορία που αυτός είχε μόλις προφέρει κατά των μαρτύρων του Ιεχωβά.
Ο επόμενος κατηγορούμενος που εκλήθη στο βήμα ερωτήθη από τον δικαστή αν πήγε ποτέ προηγουμένως σε δικαστήριο.
«Ναι», απήντησε ο κατηγορούμενος.
«Με ποια κατηγορία;» ερώτησε ο δικαστής.
«Για βιασμό.»
Αμέσως ο δικαστής άδραξε την ευκαιρία. «Βλέπετε τι είδους θρησκεία έχουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά!» ανεφώνησε.
Ο δικηγόρος της υπερασπίσεως ερώτησε τότε τον κατηγορούμενο, αν ήταν μάρτυς του Ιεχωβά, όταν εβίασε την κόρη.
«Όχι, όχι!» απήντησε. «Αν ήμουν, ποτέ δεν θα έκανα ένα τέτοιο πράγμα. Την εποχή εκείνη ήμουν ένας Καθολικός, που ασκούσε τα καθήκοντά του.»
Τη δευτέρα ημέρα της δίκης οι δικασταί κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να δυσφημήσουν τους κατηγορουμένους, και ισχυρίσθηκαν ότι οι διδασκαλίες των προέρχονται από την Αμερική. Οι μάρτυρες, όμως, για υπεράσπισί τους, απέδειξαν διαφορετικά, παρουσιάζοντας απόδειξι ότι αυτά που πιστεύουν στηρίζονται στη Πορτογαλική Γραφή. Εν τούτοις, όταν παρουσίασαν απόδειξι από τις Γραφές, οι δικασταί άλλαξαν θέμα, διέκοψαν και τελικά ένας από αυτούς φώναξε δυνατά μέσα στο δικαστήριο: «Μήπως πρόκειται να μετατρέψωμε τον τόπο σε Αίθουσα Βασιλείας; Ενδιαφερόμεθα μόνο για συζήτησι του νόμου εδώ!»
Στη διάρκεια της ιδίας αυτής συνεδριάσεως, όταν ο μάρτυς υπερασπίσεως Αρμάντο Μοντέιρο εξηγούσε αποτελεσματικά την Χριστιανική θέσι ουδετερότητος, που ακολουθούν οι μάρτυρες του Ιεχωβά στην Πορτογαλία, ο δικαστής δυσαρεστήθηκε πολύ. Είπε ότι τίποτε από αυτά δεν ενδιέφερε το δικαστήριο και δεν θα επέτρεπε στον Μοντέιρο να συνεχίση την κατάθεσί του. Ο συνήγορος έφερε αντίρρησι γι’ αυτή τη δυναμική, αυθαίρετη μεταχείρισι των μαρτύρων. Επακολούθησε λογομαχία. Αποτέλεσμα αυτής της συνεδριάσεως ήταν να μη επιτραπή η εξέτασις άλλων μαρτύρων υπερασπίσεως στη δίκη· μόνον αυτών τους οποίους ονομάζουν «ντεκλαράντες». Η μαρτυρία αυτών μπορεί νομίμως να διακοπή κάθε στιγμή, και ο συνήγορος μπορεί να τους υποβάλη ερωτήσεις μόνο μέσω του δικαστού. Οι δικασταί προσπαθούσαν επομένως να φιμώσουν την υπεράσπισι.
Παρά τις αποδείξεις, που παρουσιάσθησαν σ’ όλη τη διάρκεια της δίκης που απεδείκνυαν ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν αναμφισβήτητα νομοταγείς Πορτογάλοι πολίται, οι δικασταί διετήρησαν μια σκληρή, προκατειλημμένη στάσι. Τη δεύτερη μέρα, όταν ο συνήγορος έφερε υπ’ όψι του δικαστού ότι αυτή η δήλωσις ήταν αντιφατική μ’ εκείνη που είχε κάμει προηγουμένως, ο δικαστής του είπε σ’ ένα υποτιμητικό τόνο: «Είσθε γέρων και θα έπρεπε να προσέχετε ν’ ακούτε καλύτερα.» Όταν υπεβλήθη παράκλησις να τηρηθή κάποιο είδος πρακτικών της διαδικασίας, το αρνήθηκαν. Ήταν φανερό ότι οι επίσημοι θα ήθελαν να λάβη δημοσιότητα ό,τι συνέβαινε στο δικαστήριο. Γιατί;
Διότι κάθε έντιμος άνθρωπος εξετάζοντας τις αποδείξεις δεν θα μπορούσε παρά να καταπλαγή από τη χονδροειδή αποτυχία της δικαιοσύνης. Καμμία απροκατάληπτη διάνοια δεν θα μπορούσε ποτέ να φαντασθή πώς έφθασαν οι δικασταί στην απόφασι που εξέδωκαν βάσει των αποδείξεων που παρουσιάσθησαν. Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι δεν επετράπη η τήρησις πρακτικών της δίκης!
ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Ο δημόσιος κατήγορος δεν παρουσίασε ούτε ένα μάρτυρα στη διάρκεια ολοκλήρων των τριών ημερών της δίκης! Επί πλέον, δεν έκαμε καμμία προσπάθεια να εξετάση με αντιπαράστασι ούτε ένα κατηγορούμενο ή μάρτυρα υπερασπίσεως! Καμμία απολύτως αντίκρουσις δεν έγινε! Πράγματι, δεν παρουσίασε κανένα επιχείρημα οποιουδήποτε είδους! Στη διάρκεια ολοκλήρου της δίκης ούτε ένα έστω γεγονός ή στοιχείον αποδείξεως δεν κατετέθη που ν’ αποδεικνύη τους μάρτυρας του Ιεχωβά ενόχους των εγκλημάτων με τα οποία κατηγορούντο! Αλήθεια, ο δημόσιος κατήγορος δεν είπε ούτε λέξι.
Η παρανομία της διαδικασίας και το άδικο των ποινών φυλακίσεως φαίνεται σαφώς αν ληφθούν υπ’ όψι όσα αναφέρει το Άρθρον 359 του Κωδικός της Ποινικής Δικονομίας της Πορτογαλίας, αριθμός 3, σχετικά με την προετοιμασία της μηνύσεως κατά του κατηγορουμένου:
«[Η μήνυσις πρέπει ν’ αναφέρη:] ‘Την διακριτική και ακριβή αφήγησι των γεγονότων, τα οποία συνιστούν την υποδεικνυόμενη παράβασι, αν είναι δυνατόν, τον τόπο και χρόνο που αυτά έγιναν, την αιτία για την οποία διεπράχθησαν, τον βαθμό της συμμετοχής που είχαν σ’ αυτά οι κατηγορούμενοι, και τις περιστάσεις που προηγήθησαν, συνόδευσαν ή ακολούθησαν την παράβασι και οι οποίες μπορούσαν να επιβαρύνουν ή να ελαφρύνουν την συμμετοχή των’.»
Εν τούτοις, τα μόνα γεγονότα που παρουσιάσθησαν στην 416-σέλιδη δικογραφία και στη δίκη, σχετικά με τους κατηγορουμένους, είναι ότι είχαν συναθροισθή μαζί για μια Γραφική μελέτη σε κάποιο ωρισμένο χρόνο και τόπο. Κοσμία απόδειξις δεν παρουσιάσθη ότι οι κατηγορούμενοι είχαν κηρύξει σε άλλους, ούτε ανεφέρθη τι είχαν κηρύξει. Ούτε και κατετέθη τι ελέγετο σ’ αυτή τη συνάθροισι! Είναι σαφές ότι οι απαιτήσεις του Πορτογαλικού νόμου για μια «ακριβή αφήγησι των γεγονότων τα οποία συνιστούν την υποδεικνυόμενη παράβασι» και «τόπο και χρόνο που αυτά έγιναν» δεν ετηρήθησαν ποτέ! Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο γιατί οι Πορτογάλοι δικηγόροι ονόμασαν αυτή τη δίκη «εμπαιγμό», «αίσχος» και «αποτυχία της δικαιοσύνης».
Οι καταθέσεις των κατηγορουμένων και των μαρτύρων και των «ντεκλαράντες» υπέρ αυτών, κατέλαβαν ουσιαστικώς ολόκληρες τις τρείς ημέρες—23 Ιουνίου, 30 Ιουνίου και 7 Ιουλίου. Την τελευταία ημέρα, ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, στην ανακεφαλαίωσι της υποθέσεως κατά την υπεράσπισι, έδειξε ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν διαπράξει τίποτε το εγκληματικό. Μάλλον, ήσαν Χριστιανοί, κάνοντας το ίδιο έργο που έκαναν ο Ιησούς και οι πρώτοι ακόλουθοί του. Με δυναμικό τρόπο επέσυρε την προσοχή του δικαστηρίου στο ότι καμμία απολύτως απόδειξις δεν κατετέθη ότι «αποτελούν μίαν πολιτική κίνησι», ενθαρρύνουν την «εξέγερσι των μαζών» ή κηρύττουν ανυπακοή στους νόμους και τις διατάξεις που διέπουν τη δημοσία τάξι. Τώρα ήλθε η σειρά του εισαγγελέως να ομιλήση. Σηκώθηκε· αλλά, είναι εκπληκτικό, το μόνο που είπε ήταν: «Ζητώ δικαιοσύνην».
Είναι, όμως, σαφές ότι δεν απενεμήθη δικαιοσύνη. Η δίκη ήταν πράγματι ένας εμπαιγμός! Δύο ημέρες αργότερα και οι σαράντα εννέα κατεδικάσθησαν σε φυλάκισι. Η απόφασις βρίσκεται τώρα υπό έφεσιν στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας.
ΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΕΣ
Προσφάτως, με την αυξημένη στρατιωτική δράσι της Πορτογαλίας στην Αφρική, η άρνησις μερικών νέων δια λόγους συνειδήσεως να φέρουν όπλα για να φονεύσουν τους συνανθρώπους των εχρησιμοποιήθη ως πρόσχημα για να παρουσιασθούν οι μάρτυρες του Ιεχωβά ως ταραχοποιοί, ανατρεπτικοί, που αψηφούν το νόμο. Στη διάρκεια της δίκης, όμως, αυτές οι κατηγορίες δεν μπόρεσαν ν’ αποδειχθούν. Μόνο ένας από τους σαράντα εννέα που εδικάζοντο είχε ατομικώς αρνηθή στρατιωτική υπηρεσία. Πράγματι, τριάντα πέντε από τους κατηγορουμένους ήσαν γυναίκες! Ούτε και κανείς απ’ αυτούς ενεθάρρυνε άλλους ν’ αρνηθούν να φέρουν όπλα.
Κατετέθησαν στοιχεία από την υπεράσπισι για ν’ αποδειχθή ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν συμβουλεύουν ούτε ενθαρρύνουν κανένα να παραβή το νόμο ή τα διατάγματα οποιασδήποτε κυβερνήσεως! Πράγματι, οι εκδόσεις των εξηγούν ότι είναι εσφαλμένο για ένα άτομο να συμβουλεύη ένα άλλο ν’ αρνηθή στρατιωτική υπηρεσία, να χαιρετήση τη σημαία ή να εκτελέση οποιοδήποτε άλλο καθήκον που μπορεί ν’ απαιτήση μία κυβέρνησις. Την δευτέρα ημέρα της δίκης, ο μάρτυς υπερασπίσεως Ζοζέ Μαρία Λάνκα μπόρεσε να το αποδείξη αυτό με το να διαβάση στο δικαστήριο από το επίσημο έντυπο των μαρτύρων του Ιεχωβά, το περιοδικό Η Σκοπιά, της 15ης Δεκεμβρίου 1957. Στη σελίδα 756 το περιοδικό εκείνο λέγει:
«Μέσα στη σοφία, λοιπόν, του Ιεχωβά Θεού οι θεόπνευστες Άγιες Γραφές Του απέχουν από το να δίδουν άμεση νουθεσία. Οι Γραφές Του απλώς εκθέτουν τις θεοκρατικές αρχές που πρέπει να κυβερνούν τους Χριστιανούς και κατόπιν αφήνουν στους αφιερωμένους Χριστιανούς . . . να διακρατήσουν ακεραιότητα απέναντι του Θεού. Εκτός από την εξήγησι του ποιες είναι οι αληθινές Γραφικές Χριστιανικές αρχές που περιέχονται στον Λόγον του Θεού, κανείς Χριστιανός ως άτομον ή σώμα Χριστιανών δεν έχει τη θεία εντολή ή την ευθύνη να διδάξη άλλους Χριστιανούς απ’ ευθείας τι να πράξουν σ’ αυτό το ζήτημα. Ο καθένας πρέπει ν’ αποφασίση μόνος του τι θα πράξη.»
Το βιβλίο «Έστω ο Θεός Αληθής», το βιβλίο των μαρτύρων του Ιεχωβά για τη μελέτη της Γραφής που έχει κυκλοφορήσει ευρύτατα, λέγει, επίσης, ρητώς στη σελίδα 239: «Αν ένας πολίτης θέλει να χαιρετήση μια σημαία ή να ενταχθή στις ένοπλες δυνάμεις ενός έθνους, δικαίωμά του είναι να το πράξη, οι δε μάρτυρες του Ιεχωβά θεωρούν ως σφάλμα για τον εαυτό τους το ν’ αντιταχθούν στις προσπάθειες του ατόμου αυτού ή το να το κατακρίνουν. Δεν επιχειρούν να προσηλυτίσουν τον κόσμο σε άρνησι αποδόσεως χαιρετισμού στις σημαίες ή στο ν’ αποφεύγη να φέρη όπλα.»
Έτσι, λοιπόν, αν οποιοσδήποτε από τους σαράντα εννέα κατηγορουμένους έκανε αυτό που τους κατηγορούσαν, δηλαδή, να κηρύττη ανυπακοή στους νόμους και τα διατάγματα της κυβερνήσεως σχετικά με το να φέρη ένας όπλο ή να χαιρετά τη σημαία, θα παρέβαινε, επίσης, τα διδάγματα της Χριστιανικής εκκλησίας των μαρτύρων του Ιεχωβά. Επομένως, δεν είναι περίεργο ότι, δεν μπορούσαν να παρουσιασθούν στοιχεία, στο δικαστήριο που ν’ αποδεικνύουν ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν ένοχοι της κατηγορίας που τους απέδιδαν!
Η Πορτογαλική κυβέρνησις μπορεί να είναι βεβαία ότι δεν θα εύρη ποτέ μάρτυρας του Ιεχωβά να συμμετέχουν σε ανατρεπτική δράσι, διότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά ακολουθούν μια Χριστιανική πορεία πλήρους ουδετερότητος απέναντι των κοσμικών κυβερνήσεων. Αυτό απεδείχθη σαφώς στο δικαστήριο, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των δικαστών να παρεμβαίνουν στις καταθέσεις των μαρτύρων. Εφόσον δεν εκρατήθησαν πρακτικά της δίκης και εφόσον δεν επετράπη να δημοσιευθούν στην Πορτογαλία οι λόγοι της στάσεώς των ουδετερότητος, είναι απλώς δίκαιο ν’ ακούσετε μια σύντομη περίληψι των γεγονότων της υποθέσεως αυτής η οποία κατεπνίγη.
ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ
Όπως επανειλημμένως έχουν εξηγήσει σε άλλους οι κατηγορούμενοι, ο Ιησούς και οι μαθηταί του έδωσαν αρχές, με τις οποίες οι Χριστιανοί ατομικώς έπρεπε να κατευθύνουν τη διαγωγή τους σχετικά με τις κοσμικές κυβερνήσεις. Παραδείγματος χάριν, ο Ιησούς δεν έλαβε στάσι στις πολιτικές διαμάχες μεταξύ Ρώμης και ωρισμένων εθνικιστών Ιουδαίων, αλλ’ απήντησε σ’ εκείνους, που τον ερώτησαν για το ζήτημα της πληρωμής φόρων: «Δείξατε μοι δηνάριον· τίνος εικόνα έχει και επιγραφήν; Και αποκριθέντες είπον, Του Καίσαρος. Ο δε είπε προς αυτούς, Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εις τον Θεόν.»—Λουκ. 20:24, 25.
Είναι προφανές ότι χρηματικοί φόροι οφείλονται στις κοσμικές κυβερνήσεις (που αντιπροσωπεύονται από τον Καίσαρα) και οι μάρτυρες του Ιεχωβά αγογγύστως πληρώνουν τους φόρους των, αλλά τι μπορεί να λεχθή για τα πράγματα του Θεού; Ποιά πράγματα οφείλονται σ’ Αυτόν; Οι κατηγορούμενοι πιστεύουν ότι, αν ένας εξετάση μ’ έντιμο τρόπο το ζήτημα, θα συμφωνήση ότι κανένας άνθρωπος ή επίγεια κυβέρνησις δεν έδωσε σ’ ένα Χριστιανό τη ζωή του. Αυτή είναι Θεόδοτη! Έτσι, λοιπόν, ερωτούν: Δεν είναι λογικό να μπορή ένας Χριστιανός ν’ αποφασίση κατάλληλα ότι η λατρεία του και η ζωή του πρέπει να φυλάγωνται για τον Θεό και ν’ αποδίδονται σ’ Αυτόν; Αν ένας Χριστιανός εθυσίαζε τη ζωή του σε στρατιωτικές διαμάχες κάποιας πολιτικής κυβερνήσεως, ποια ζωή θα του απέμενε για ν’ αποδώση στον Θεό;
Είχε αποδειχθή στο δικαστήριο ότι μεταξύ των μαρτύρων του Ιεχωβά σ’ όλες τις χώρες η απόφασις για το αν θα φέρη ένας όπλο είναι προσωπική. Δεν είναι μια στάσις που λαμβάνεται κατόπιν απ’ ευθείας οδηγιών της οργανώσεως των μαρτύρων του Ιεχωβά. Άτομα άλλων θρησκευτικών οργανώσεων έχουν λάβει παρόμοια στάσι, εξέχουσα δε μεταξύ των είναι η περίπτωσις του Ρωμαίο-Καθολικού Φραντς Γαιγκερσταίττερ. Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αυτός ο νέος αρνήθηκε να πολεμήση στις ένοπλες δυνάμεις του Χίτλερ, και εδέχθη να εκτελεσθή με αποκεφαλισμό για τη θαρραλέα του απόφασι. Μερικοί Καθολικοί τον θεωρούν άγιο λόγω των ισχυρών θρησκευτικών του πεποιθήσεων.
Ώστε, τι πρέπει να λεχθή για τους Καθολικούς στην Πορτογαλία, οι οποίοι αρνούνται για λόγους συνειδήσεως να πολεμήσουν και να φονεύσουν; Υπήρξαν πάντοτε μερικοί, οι οποίοι ερμήνευσαν τις διδασκαλίες της Καθολικής Γραφής «Μη φονεύσης», και «Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ότι σημαίνουν ως εσφαλμένο να φονεύση ένας. (Έξοδ. 20:13· Ματθ. 22:39) Μήπως πρόκειται, λοιπόν, να γίνη επιδρομή από την αστυνομία σ’ όλες τις Καθολικές εκκλησίες στην Πορτογαλία και όσοι βρεθούν να φυλακισθούν επειδή μερικοί Καθολικοί άνδρες με ισχυρές θρησκευτικές πεποιθήσεις φέρνουν για λόγους συνειδήσεως αντίρρησι στον πόλεμο; Μήπως γυναίκες με ανήλικα παιδιά και ηλικιωμένοι άνθρωποι θα δικασθούν, θα καταδικασθούν και θα ριχτούν στη φυλακή επειδή κάποιος στην εκκλησία των αρνείται στρατιωτική υπηρεσία; Αυτό ακριβώς συμβαίνει στους μάρτυρας του Ιεχωβά! Άλλα θρησκευόμενα άτομα πιθανόν σε λίγο να είναι οι επόμενοι που θα πάσχουν. Εσείς το επιδοκιμάζετε αυτό;
ΠΡΕΣΒΕΙΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά προσπαθούν με όλη την καρδιά τους ν’ αντιγράψουν το παράδειγμα του Ιησού Χριστού και των ακολούθων του τού πρώτου αιώνος. Είχε αποδειχθή στο δικαστήριο ότι στη Γραφή αυτοί οι Χριστιανοί αναφέρονται ως πρέσβεις της ουρανίας κυβερνήσεως του Θεού, «Υπέρ του Χριστού λοιπόν είμεθα πρέσβεις» εξήγησε ο Παύλος. Αργότερα, όταν πήγαν σε μια Ρωμαϊκή φυλακή, ο Παύλος είπε ότι ο ίδιος ήταν «πρέσβυς φορών άλυσιν.»—2 Κορ. 5:20· Εφεσ. 6:20.
Ένας πρεσβευτής βρίσκεται κάτω από την υποχρέωσι να παραμένη μακριά από την πολιτική δράσι της χώρας στην οποία υπηρετεί. Είχε καταβληθή προσπάθεια να εξηγηθή στο δικαστήριο ότι το ίδιο συμβαίνει και μ’ ένα Χριστιανό πρέσβυ. Ως ένας πραγματικός Χριστιανός δεν μπορεί κατάλληλα ν’ αναμιχθή στις πολιτικές υποθέσεις ή στον πόλεμο μιας άλλης κυβερνήσεως. Ούτε θα μπορούσε να ενασχοληθή σε έργα εθνικής σπουδαιότητος ως υποκατάστατο της στρατιωτικής υπηρεσίας.
Η μαρτυρία του Ιησού Χριστού είναι η βάσις γι’ αυτό το συμπέρασμα. Εξηγώντας στους μαθητάς του την αρχή του αποχωρισμού από τον κόσμο, τους είπε:«Ταύτα σας παραγγέλλω, να αγαπάτε αλλήλους. Εάν ο κόσμος σάς μισή, εξεύρετε ότι εμέ πρότερον υμών εμίσησεν. Εάν ήσθε εκ του κόσμου, ο κόσμος ήθελεν αγαπά το ιδικόν του· επειδή όμως δεν είσθε εκ του κόσμου, αλλ’ εγώ σας εξέλεξα εκ του κόσμου, δια τούτο σας μισεί ο κόσμος.» Οι μαθηταί του Ιησού ώφειλαν, σαφώς, να παραμείνουν χωρισμένοι από τον κόσμο. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά στην Πορτογαλία απλώς προσπαθούν να μιμηθούν το παράδειγμά των.—Ιωάν. 15:17-19· Ιάκ. 4:4· 1 Ιωάν. 2:15-17.
Αλλά θα επιτρέψη η Πορτογαλία στους συγχρόνους Χριστιανούς ν’ ακολουθήσουν ανενόχλητοι τα βήματα του Ιησού και των πρώτων μαθητών του; Ή θα γίνη γνωστή ως σύγχρονος Θεομάχος με το να συνεχίζη το διωγμό της εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά; Οι Πορτογάλοι επίσημοι θα κάνουν καλά να προσέξουν τη σοφή συμβουλή του Νομοδιδασκάλου του πρώτου αιώνος Γαμαλιήλ, ο οποίος είπε: «Απέχετε από των ανθρώπων τούτων, και αφήσατε αυτούς· διότι εάν η βουλή αυτή ή το έργον τούτο ήναι εξ ανθρώπων, θέλει ματαιωθή· εάν όμως ήναι εκ Θεού, δεν δύνασθε να ματαιώσητε αυτό, και προσέχετε μήπως ευρεθήτε και Θεομάχοι.»—Πράξ. 5:38, 39.
ΕΠΙΔΕΙΞΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΟΜΟΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η αρχή της ομοίας με του Χριστού αγάπης εφέρθη, επίσης, υπ’ όψι του δικαστηρίου ως ένας λόγος για τη στάσι ουδετερότητος αυτών που εδικάζοντο. Ο Ιησούς παρήγγειλε στους ακολούθους του: «Αγαπάτε αλλήλους· καθώς εγώ σας ηγάπησα . . . Εκ τούτου θέλουσι γνωρίσει πάντες ότι είσθε μαθηταί μου, εάν έχητε αγάπην προς αλλήλους.» (Ιωάν. 13:34, 35) Η αγάπη που δείχνει ο Ιησούς δεν περιορίζεται σε ωρισμένες εθνικότητες—σε Γερμανούς, σε Γάλλους, σε Πορτογάλους, σε Ιάπωνας ή σε Αμερικανούς. Αγαπά όλους τους δίκαια διατεθειμένους ανθρώπους άσχετα με την εθνικότητα ή τον τόπο γεννήσεώς των.
Εφόσον αυτό αληθεύει, οι κατηγορούμενοι ερωτούν: Αν ο Χριστός ήταν σήμερα στη γη, σε ποιο στρατό θα υπηρετούσε; Θα εμάχετο εναντίον ανθρώπων μιας διαφορετικής φυλής ή εθνικότητος και θα τους εφόνευε; Άσχετα με το τι σκέπτεται το Πορτογαλικό δικαστήριο, αυτοί οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν πιστεύουν ότι ο Ιησούς θα έπαιρνε ένα όπλο και θα εφόνευε κάποιον διαφορετικής φυλής ή εθνικότητος, ή ότι θα τον διαπερνούσε με μια ξιφολόγχη στην κοιλιά. Δεν μπορούν με κανένα τρόπο να συμβιβάσουν μια τέτοια ενέργεια με την παραγγελία του ιδίου του Ιησού στους ακολούθους του ν’ αγαπούν αλλήλους. Επομένως, ερωτούν, Πώς θα μπορούσε ένας πραγματικός Χριστιανός να συμμετέχη σε μια διευθέτησι που θ’ απαιτούσε από αυτόν να μεταβή στο πεδίον της μάχης και να φονεύση Χριστιανούς αδελφούς του μιας άλλης χώρας;
Μολονότι είναι ευπειθείς στους νόμους της χώρας, όταν οι εντολές του έθνους συγκρούονται με άμεσο τρόπο με τις δίκαιες αρχές του Λόγου του Θεού, λαμβάνουν την αποστολική στάσι: «Πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.» Καθώς έχομε ιδεί, αυτή είναι η ιδία στάσις, την οποία υποστηρίζει ως Χριστιανική και η Ρωμαίο-Καθολική Εκκλησία στην Πορτογαλία. Εφόσον οι μάρτυρες του Ιεχωβά διώκονται τώρα διότι ακολουθούν αυτή τη στάσι, υπάρχει καμμία βεβαίωσις ότι και άλλοι δεν θα διωχθούν σύντομα επειδή διδάσκουν τα ίδια;—Πράξ. 5:29.
ΑΠΟΨΙΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
Είναι άρα γε χωρίς προηγούμενο οι ανωτέρω στάσις που περιλαμβάνεται στην Καθολική διδασκαλία και τηρείται από τους μάρτυρας του Ιεχωβά; Πώς έβλεπαν οι πρώτοι Χριστιανοί την ανάμιξι σε πολιτικές υποθέσεις; Υπηρετούσαν στο στρατό των εθνών του κόσμου; Τι δείχνουν τα αξιόπιστα γεγονότα της ιστορίας;
Μια έρευνα της ακριβούς ιστορίας σχετικά με την πρώτη Χριστιανοσύνη αποκαλύπτει ότι οι πρώτοι Χριστιανοί διακρατούσαν αυστηρή ουδετερότητα σχετικά με τις πολιτικές υποθέσεις των εθνών. Σημειώστε τα σχόλια ολίγων μόνο από τέτοια βιβλία:
«Οι ζηλωταί Χριστιανοί δεν υπηρετούσαν στις ένοπλες δυνάμεις ούτε εδέχοντο πολιτικές θέσεις.»—Παγκόσμιος Ιστορία, Η Ιστορία των Επιτευγμάτων του Ανθρώπου (Ρίβερ Φόρεστ, Ιλλινόις 1962), Χάμπερτον, Ροθ και Σπήαρς, σελ. 117.
«Οι Χριστιανοί ήσαν ξένοι και παρεπίδημοι στον γύρω τους κόσμο· το πολίτευμά των ήταν στον ουρανό· η βασιλεία, στην οποία απέβλεπαν, δεν ήταν αυτού του κόσμου. Η προκύψασα ανάγκη ενδιαφέροντος για δημόσιες υποθέσεις κατέστη εξ αρχής ένα αξιόλογο χαρακτηριστικό της Χριστιανοσύνης!»—Η Χριστιανοσύνη και η Ρωμαϊκή Κυβέρνησις (Λονδίνον· 1925), Ε. Γ. Χάρντυ, Διευθυντής του Κολλεγίου του Ιησού, Οξφόρδη, σελίς 39.
Ο Βρεττανός ιστορικός Κ. Ι. Κάντουξ συνόψισε πολύ καλά την ασυμβίβαστη στάσι των πρώτων Χριστιανών στο βιβλίο του Η Στάσις των Πρώτων Χριστιανών στον Πόλεμο, στις σελίδες 245 και 246:
«Οι πρώτοι Χριστιανοί επίστευαν στα λόγια του Ιησού και εννοούσαν την κατά γράμμα σημασία τους τις έντονες διδασκαλίες περί λεπτότητος και μη αντιστάσεως. Είχαν συνταυτίσει στενά τη θρησκεία τους με την ειρήνη· κατεδίκαζαν αυστηρά τον πόλεμο για την αιματοχυσία που περιελάμβανε· εφήρμοζαν στον εαυτό τους την προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία προλέγει την μετατροπή των πολεμικών όπλων σε αγροτικά εργαλεία [Ησ. 2:4] . . . Εκτός από μία ή δύο πιθανές εξαιρέσεις, κανένας στρατιώτης δεν συνεδέετο με την Εκκλησία και παρέμενε στρατιώτης ως τον καιρό του Μάρκου Αυρηλίου (161-180 μ.Χ.). Και τότε ακόμη, η άρνησις υπηρεσίας ήταν γνωστή ως κανονικός τρόπος ενεργείας των Χριστιανών—όπως βεβαιώνουν οι κατηγορίες του Κέλσου (177-180 μ.Χ.) . . . . Η εφαρμογή της διδασκαλίας του Ιησού στο ζήτημα της στρατιωτικής υπηρεσίας ήταν κατά κάποιον τρόπο αλάνθαστη.»
Είναι αλήθεια ότι οι ειδωλολάτραι άρχοντες δεν εκτιμούσαν τη Χριστιανική θέσι αποχωρισμού από τις κοσμικές υποθέσεις, διότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν κατανόησι των διδασκαλιών του Ιησού Χριστού, αλλά δεν θα έπρεπε να είναι δύσκολο να κατανοηθή η θέσις των από τους αξιωματούχους ενός έθνους καθ’ ομολογίαν Χριστιανικού.
Είναι σαφές ότι η στάσις που έλαβαν οι μάρτυρες του Ιεχωβά στην Πορτογαλία δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Ο Ιησούς έθεσε τις αρχές για ν’ ακολουθήσουν οι μαθηταί του, και οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν πιστοί σ’ αυτές, όπως βεβαιώνουν τα γεγονότα της ιστορίας. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά στην Πορτογαλία απλώς επιθυμούν ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά των. Το μόνο που θέλουν είναι ν’ ασκούν αληθινή Χριστιανοσύνη. Κάνουν έκκλησι στις Πορτογαλικές αρχές να τους επιτρέπουν να το πράττουν ανενόχλητα. Οι Πορτογαλικές αρχές δεν θα πάθουν καμμιά ζημία, αλλά μόνον καλό, με το να επιτρέψουν αυτή την ελευθερία λατρείας στη χώρα των.
ΠΟΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΕΧΟΥΝ ΛΑΒΕΙ ΑΛΛΟΙ
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι δραστήριοι σε 197 περίπου χώρες της γης, και περιλαμβάνουν ένα εκατομμύριο και πλέον διαγγελείς της βασιλείας του Θεού. Έτσι τα έθνη σ’ όλο τον κόσμο είναι εξοικειωμένα με τη στάσι των ουδετερότητος. Πολλές απ’ αυτές τις χώρες τους έχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εξαιρέσει από τη στρατιωτική υπηρεσία, διότι αναγνωρίζουν ότι είναι καλοί άνθρωποι και αποτελούν ένα κεφάλαιο για την κοινότητα. Παραδείγματος χάριν, το ζήτημα του πώς να ενεργήσουν με τους μάρτυρας του Ιεχωβά συνεζητήθη προσφάτως ενώπιον της Σουηδικής Βουλής. Ποιά ήταν η απόφασις;
Ύστερ’ από πολύωρη συζήτησι, το νομοσχέδιο που περιείχε την σπουδαία προμήθεια σχετικά με τους μάρτυρας του Ιεχωβά εψηφίσθη. Η εφημερίς της Σουηδίας Φρέντεν, στο φύλλο της τής 10ης Ιουνίου 1966 το εσχολίασε στο κύριο άρθρο της, λέγοντας: «Έτσι οι μάρτυρες του Ιεχωβά στο μέλλον, ύστερ’ από μια ατομική έρευνα, θ’ απαλλάσσωνται από την υποχρεωτική υπηρεσία με την απλή μέθοδο του να μην καλούνται καθόλου. Πρέπει να συγχαρούμε τη Βουλή της Σουηδίας γι’ αυτή την απόφασι, η οποία λύει ένα πρόβλημα που ως τώρα εθεωρείτο άλυτον. Η Σουηδία μπορεί σχετικά με αυτό να χρησιμεύση ως παράδειγμα σε άλλες χώρες.»
Ποια πορεία θ’ ακολουθήση η Πορτογαλία; Εναπόκειται στους κυβερνητικούς επισήμους της Πορτογαλίας ν’ αποφασίσουν. Ο κόσμος θα παρακολουθή μ’ ενδιαφέρον, αλλά, επάνω απ’ όλα, στον Θεό τον ίδιο οφείλουν ν’ αποκριθούν για το πώς φέρονται στους δούλους Του.
ΕΝΑΣ ΑΒΛΑΒΗΣ, ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ
Θ’ αποβή ασφαλώς σε πίστωσι της Πορτογαλίας και προς όφελός της το να πολιτευθή δικαίως με τους μάρτυρας του Ιεχωβά. Διότι αυτοί οι Χριστιανοί δούλοι του Θεού έχουν καλή φήμη παγκοσμίως ως ένας τίμιος, εργαζόμενος σκληρά, ειρηνικός λαός. Είναι καλώς γνωστό ότι δεν συμμετέχουν σε οχλαγωγίες, διαδηλώσεις ή άλλες ταραχές. Ούτε μεθούν ή ασκούν πορνεία ή μοιχεία, ούτε ενασχολούνται σε κλοπές ή διαπράττουν άλλες τέτοιες ανήθικες ή εγκληματικές πράξεις. Όπως εξήγησε στο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, ο οποίος προηγουμένως είχε απαγάγει μια κόρη: ‘Αν ήμουν μάρτυς του Ιεχωβά ποτέ δεν θα είχα κάμει ένα τέτοιο πράγμα!’ Η αυστηρή προσκόλλησίς των στις αρχές της Γραφής τούς έχει κάμει ένα λαό καλό, δίκαιο· μια πραγματική εισφορά για μια καλύτερη κοινότητα.
Αντί να είναι «αντικοινωνικοί», όπως κατηγορήθηκαν στο δικαστήριο, οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι γνωστοί από εκείνους που κατοικούν πλησίον τους στην Πορτογαλία ως καλοί γείτονες, πρόθυμοι να προσφέρουν ένα γειτονικό χέρι βοηθείας, όταν άλλοι έχουν ανάγκη. Είναι, επίσης, γνωστοί για τις ειλικρινείς των προσπάθειες να βοηθήσουν άλλους να κατανοούν τη Γραφή καλύτερα. Το φιλανθρωπικό έργο των είχε ένα καλό αποτέλεσμα στη ζωή πολλών ανθρώπων, και αυτό αληθεύει για την Πορτογαλία όπως και για πολλές άλλες χώρες σ’ όλο τον κόσμο.
Ειδικού ενδιαφέροντος είναι τα σχόλια της Αφρικανικής εφημερίδος Δη Νόρθερν Νιους (Ντόλα), σχετικά με τη δράσι των μαρτύρων του Ιεχωβά στη νότιο Αφρική: “Σύμφωνα με τα λεγόμενα όλων, οι περιοχές, στις οποίες οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι ισχυρότεροι σε αριθμούς μεταξύ των Αφρικανών, είναι τώρα κατά μέσον όρο οι πιο ελεύθερες από ταραχές περιοχές. Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν δραστήριοι κατά των ταραχοποιών, της μαγείας, της μέθης και κάθε είδους βίας.” Βεβαίως, είναι εναντίον των καλυτέρων συμφερόντων της Πορτογαλίας να καταδιώκη αυτόν τον Χριστιανικό λαό.
Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Γιατί, λοιπόν, υπάρχει τέοιος διωγμός στην Πορτογαλία; Ωρισμένοι εκπρόσωποι της Καθολικής Εκκλησίας είναι κυρίως υπεύθυνοι. Έχουν διασπείρει κακοήθη προπαγάνδα για τους μάρτυρας του Ιεχωβά. Παραδείγματος χάριν, το καλοκαίρι του 1963 ο Καθολικός ιερεύς Ζουάν ντε Σούσα παρουσίασε στη Λισσαβώνα μια σειρά προγραμμάτων Τηλεοράσεως που περιείχαν κάθε είδους κακοπαράστασι των μαρτύρων του Ιεχωβά. Αργότερα εξέδωσε ένα βιβλίο με περισσότερες παρόμοιες πληροφορίες. Επιδρομές της Αστυνομίας κατά των Μαρτύρων υπήρξαν το αποτέλεσμα σχεδόν αμέσως. Σχολιάζοντας την ομαδική σύλληψι μαρτύρων του Ιεχωβά της 27ης παρελθόντος Νοεμβρίου ακόμη και ο ραδιοφωνικός σταθμός της Δανίας ετόνισε την ευθύνη της Εκκλησίας. Ο σχολιαστής των ειδήσεων είπε: «Στην Πορτογαλία καθώς και στην Ισπανία οι μάρτυρες του Ιεχωβά διώκονται επί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα διότι η Καθολική Εκκλησία δεν επιδοκιμάζει τη δράσι αυτού του δόγματος.»
Με το να παρακινούν τις αρχές και να διεγείρουν το λαό αυτής της χώρας, οι Καθολικοί κληρικοί ξεσήκωσαν ένα διωγμό τύπου ιεράς εξετάσεως εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά. Από τη μία άκρη της χώρας ως την άλλη, και στις Υπερπόντιες Κτήσεις, έγινε καταπάτησις κατοικιών και τόπων συναθροίσεως, αγαθά κατεσχέθησαν, και μάρτυρες του Ιεχωβά συνελήφθησαν και ερρίφθησαν στις φυλακές. Εκρατήθησαν εκεί επί ημέρες, εβδομάδες, ακόμη δε και μήνες χωρίς ν’ απαγγελθή κατηγορία εναντίον τους. Στη Λισσαβώνα, τη Λουάντα, το Αβέιρο, το Σετούμπαλ, το Κάλντας ντα Ράινχα, ναι ουσιαστικώς σε κάθε πόλι, οποιουδήποτε μεγέθους μέσα στην Πορτογαλία και στις κτήσεις της, αυτό συνέβη.
Και αντί να μειωθή, αυτό το είδος διωγμού από τις Πορτογαλικές αρχές αυξάνει. Ναι, την ίδια ημέρα που κατεδικάσθησσν οι σαράντα εννέα κατηγορούμενοι, στις 9 Ιουλίου, πολλές κατοικίες μαρτύρων του Ιεχωβά υπέστησαν επιδρομή από την αστυνομία και τα Γραφικά έντυπά των κατεσχέθησαν. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν εκατοντάδες μαρτύρων ήσαν έτοιμοι ν’ αναχωρήσουν για μια Βιβλική συνέλευσι στη Γαλλία, αρνήθηκαν διαβατήριο σε εκατόν πενήντα από αυτούς. Δεν εδόθη καμμία εξήγησις γι’ αυτό. Μήπως σκέπτεται η Πορτογαλία να αφαιρέση όλες τις ελευθερίες, ακόμη και την ελευθερία κινήσεως, από τους πολίτας της;
Είναι μια επικίνδυνη κατάστασις αυτή. Διότι όταν καταπιεστικές αρχές αρχίζουν ν’ αφαιρούν τις ελευθερίες ενός ομίλου, ένα μικρό βήμα υπολείπεται για ν’ αφαιρεθούν οι ελευθερίες και άλλων ανθρώπων επίσης. Ναι, οι ψευδείς κατηγορίες, οι ομαδικές συλλήψεις και οι φυλακίσεις μαρτύρων του Ιεχωβά είναι μία προειδοποίησις ότι όχι μόνο θρησκευτική ελευθερία, αλλά και άλλες ελευθερίες που αγαπούν οι Πορτογάλοι πολίται βρίσκονται ίσως σε κίνδυνο.
ΤΙ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΣΕΙΣ
Υπάρχει τώρα μια ευκαιρία να εκφράσετε τα αισθήματά σας γι’ αυτή τη κατάφωρη κακοδικία. Όταν εγράφησαν αυτές οι γραμμές, οι σαράντα εννέα κατηγορούμενοι ήσαν ελεύθεροι, επειδή εκκρεμεί έφεσίς των σε ανώτερο δικαστήριο. Αλλά όλοι αντιμετωπίζουν φυλακίσεις, καθώς και χρηματικές ποινές που υπερβαίνουν τα οικονομικά των μέσα. Αν επιβληθούν τέτοιες ποινές θα προκύψουν πολύ μεγάλες δοκιμασίες. Με συζύγους και πατέρες στη φυλακή, οικογένειες θα στερηθούν την αναγκαία οικονομική υποστήριξι, και με μητέρες στη φυλακή, ανήλικα παιδιά θα στερηθούν τη φροντίδα και επίβλεψι που έχουν τόση ανάγκη.
Οι Πορτογάλοι επίσημοι πιθανόν να νομίζουν ότι η μεταχείρισις Χριστιανών στη χώρα τους είναι ιδιωτική υπόθεσις. Εμείς δεν πιστεύομε ότι είναι, και έχομε πεποίθησι ότι εκατομμύρια ανθρώπων με έντιμη καρδιά στην Πορτογαλία και σ’ όλο τον κόσμο ενδιαφέρονται σοβαρά για ό,τι συμβαίνει σ’ αυτούς τους ειλικρινείς Χριστιανούς στην Πορτογαλία. Αυτά τα άτομα απεχθάνονται τον διωγμό των θρησκευτικών μειονοτήτων, κι επιθυμούν να εκφράσουν τη διαμαρτυρία των. Αν είσθε κι εσείς ένα τέτοιο άτομο, σας προτρέπομε να γράψετε σε Πορτογάλους επισήμους σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, και να κάνετε γνωστά τα αισθήματά σας.
Απευθύνετε τη διαμαρτυρία σας στον Πρωθυπουργό:
Exmo. Sr.
Prof. Doutor António de Oliveira Salazar
Rua da Imprensa, 8
Lisbon, Portugal
Επίσης στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας:
Exmo. Sr.
Contra-Almirante Américo Deus Rodrigues Tomás
Rua Almirante António Saldanha, lote 402
Lisbon, Portugal
Επίσης στον Υπουργό Εσωτερικών:
Exmo. Sr.
Dr. Alfredo Rodrigues dos Santos Júnior
Rua General Sinel de Cordes, 11-2
Lisbon 1, Portugal
Επίσης στον Υπουργό της Δικαιοσύνης:
Exmo. Sr.
Prof. Doutor João de Matos Antunes Varela
Avenida António Augusto Aguiar, 27-4 Dt.
Lisbon 1, Portugal
Επίσης στον Υπουργό Εξωτερικών:
Exmo. Sr.
Dr. Alberto Marciano Gorjão Franco Nogueira
Largo do Rilvas
Palácio das Necessidades
Lisbon, Portugal
Επίσης στον Υπουργό της Προεδρίας:
Exmo. Sr.
Dr. António Jorge Martins da Mota Veiga
Rua Castilho, 71-4 Dt.
Lisbon 2, Portugal
Επίσης στον Διευθυντή της Διεθνούς Αστυνομίας και Ασφαλείας του Κράτους:
Exmo. Sr.
Fernando Eduardo da Silva Pais
Rua António Maria Cardoso, 8
Lisbon 2, Portugal
Επίσης στον Πορτογάλο πρεσβευτή και προξένους στη χώρα σας.