Άντλησις Πετρελαίου από Ταραγμένα Νερά
Από τον ανταποκριτή του «Ξύπνα!» στις Βρεταννικές Νήσους
Σ’ ΕΝΑ σημείο όπου παρατηρούνται οι πιο άγριες καιρικές συνθήκες στον κόσμο, βρέθηκε πετρέλαιο κάτω από την θάλασσα. Κατά μέσον όρο, οι άνεμοι εδώ είναι ήπιοι μόνο κατά το ένα τοις εκατό του χρόνου το χειμώνα και 5 τοις εκατό στα μέσα του καλοκαιριού. Θύελλες με δύναμι λαίλαπος σφυροκοπούν στις εγκαταστάσεις αντλήσεως πετρελαίου καθώς κύματα ύψους 27 μέτρων (90 ποδών) σπάζουν πάνω στις πλατφόρμες των γεωτρύπανων. Πλοία που μετέφεραν εφόδια έχουν βυθισθή. Πιο σοβαρές απ’ όλες όμως, είναι οι συνεχώς αυξανόμενες απώλειες στις ανθρώπινες ζωές. Αυτοί οι παράγοντες, μαζί με τα φυσιολογικά γενικά έξοδα ενός τέτοιου προγράμματος, καθιστούν την άντλησι πετρελαίου από τα ταραγμένα νερά του βόρειου τμήματος της Βόρειας Θάλασσας απίστευτα δαπανηρή.
Το 1964 η Βρεταννική κυβέρνησις εξέδωσε άδειες που εξουσιοδοτούσαν εταιρίες πετρελαίου να εξερευνήσουν τη Βόρεια Θάλασσα για πηγές πετρελαίου, και το 1969 έγινε η πρώτη μικρή ανακάλυψις πετρελαίου. Από τότε ανακαλύπτεται όλο και περισσότερο πετρέλαιο, και σήμερα 14 περιοχές θεωρούνται εμπορικά εκμεταλλεύσιμες.
Προετοιμασία για την Άντλησι
Όταν έγινε πραγματικότης η δυνατότητα αντλήσεως πετρελαίου από τη θάλασσα σε εμπορικά εκμεταλλεύσιμες ποσότητες, έπρεπε να γίνουν πολλές εργασίες για εγκαταστάσεις. Πρώτα-πρώτα έπρεπε να συνδεθή η ξηρά με τη θάλασσα με υπόγειους σωλήνες διαμέτρου 81 εκατοστών (32 ιντσών) με τοιχώματα από χάλυβα πάχους 29 χιλιοστών (3⁄4 της ίντσας). Αυτοί οι αγωγοί προστατεύθηκαν ειδικά με ασφαλτώδη επίστρωσι για να σταματά η διάβρωσις και μετά επενδύθηκαν με τσιμέντο πάχους 5 ως 13 χιλιοστών (2 ως 5 ιντσών) ώστε ν’ αποκτήσουν βάρος και ν’ αντέχουν στα θαλάσσια ρεύματα καθώς ο αγωγός ήταν τοποθετημένος μέσα σε μία τάφρο.
Ο πυθμένας τη θάλασσας έπρεπε να ερευνηθή χιλιόμετρο προς χιλιόμετρο για να εξασφαλισθή ότι οι γραμμές συνδέσεως είχαν τοποθετήση ικανοποιητικά. Σε μερικά σημεία αυτό σήμαινε ότι θα κατέβαιναν σε βάθος 137 μέτρων (450 ποδών), ένα βάθος στο οποίο ποτέ δεν είχαν τοποθετηθή σωλήνες.
Οι πλατφόρμες αντλήσεως πετρελαίου παρουσίασαν τα δικά τους προβλήματα. Λόγω μεγέθους και βάρους έπρεπε η κάθε μια πλατφόρμα να συναρμολογήται στην ξηρά και κατόπιν να τοποθετήται στο σημείο αντλήσεως. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν να μετακινηθή το χαλύβδινο στήριγμα της πλατφόρμας σαν ένα κομμάτι, μερικές φορές σε απόστασι 250 χιλιομέτρων (155 μιλίων) ή και περισσότερο, και να ριφθή στη θάλασσα ακριβώς στο σωστό σημείο και να σταθή σε μια κατακόρυφη θέσι. Τελικά, τοποθετήθηκαν κολώνες υποστηρίξεως που έφθαναν κάπου τα 120 μέτρα (400 πόδια) κάτω από τον πυθμένα τη θάλασσας για να διασφαλισθή η στερεότητα κάθε εγκαταστάσεως.
Δεν κατασκευάσθηκαν όλες οι πλατφόρμες, όμως, από χάλυβα με κολώνες υποστηρίξεως. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης πλατφόρμες από μπετόν με βάσι το νόμο της βαρύτητας μόνο. Τον Μάιο του 1978, μια από αυτές τις πλατφόρμες από μπετόν, βάρους 600.000 τόννων, μεταφέρθηκε από το Λοχ Κίσορν στη δυτική ακτή της Σκωτίας στο χώρο αντλήσεως πετρελαίου Νίνιαν στη Βόρεια Θάλασσα. Ελέχθη ότι επρόκειτο για το μεγαλύτερο αντικείμενο που μετακινήθηκε ποτέ πάνω στη γη, έχοντας ύψος περίπου 237 μέτρων (776 ποδών). Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι καν ορατό πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ήταν επόμενο να εγερθούν ερωτήματα ως προς το πόσο ασφαλείς θα ήσαν αυτές οι θαλάσσιες πλατφόρμες που βασίζονταν στη βαρύτητα. Κίνδυνοι όπως η προσκόλλησις πάγων, οι θυελλώδεις άνεμοι 160 χιλιομέτρων την ώρα (100 Μ/Η), τα γιγαντιαία κύματα ακόμη μάλιστα και μετακινήσεις του πυθμένα, όλα αυτά σφυροκοπούν ασταμάτητα την εγκατάστασι, συχνά μάλιστα με επικίνδυνους συνδυασμούς μεταξύ τους. Και όπως παραδέχτηκε ένας κορυφαίος σχεδιαστής, οι δυνάμεις της Βόρειας Θάλασσας δεν έχουν ακόμη κατανοηθή πλήρως.
Πάνω σε Μια Πλατφόρμα Αντλήσεως Πετρελαίου
Τα σημεία απ’ όπου αντλείται το πετρέλαιο προσεγγίζονται κυρίως με ελικόπτερο, και φεύγοντας κανείς από το Άμπερντην τη Σκωτίας μ’ ένα ελικόπτερο πιθανότατα θα πετάξη πρώτα πάνω από ένα απομακρυσμένο φορητό γεωτρύπανο. Το «Όσεαν Βίκτορυ» αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει δικό του κινητήρα και είναι εν μέρει καταδυόμενο, πράγμα που σημαίνει ότι επιπλέει και μπορεί να μετακινηθή. Όταν δουλεύη έχει το κύριο σκάφος του 20 μέτρα (70 πόδια) κάτω από την επιφάνεια, διότι όταν καταδύεται, αυτό το τμήμα συμβάλλει πολύ στη σταθερότητα του γεωτρύπανου. Για να σταθή σ’ αυτή τη θέσι, περιβάλλεται από 13 άγκυρες βάρους 13 τόννων που η κάθε μια εκτείνεται μέχρι και 1.000 μέτρα (3.300 πόδια). Ο γερανός του έχει ένα υδροδυναμικό σύστημα που διατηρεί σταθερό βάρος στο γεωτρύπανο όταν δουλεύη, ανεξάρτητα σε πόσο βάθος εισχωρεί. Στην πράξι όλα τα εν μέρει καταδυόμενα σκάφη με γεωτρύπανο μπορεί να τρυπήσουν σε βάθος 300 μέτρων (1.000 ποδών) μέσα στο νερό, αν και συνήθως μπορούν να τροποποιηθούν ώστε να κάνουν γεώτρησι σε βάθος 900 μέτρων (3.000 ποδών) αν χρειάζεται.
Λίγο πιο ανατολικά βρίσκεται μία πλατφόρμα σταθερής παραγωγής που επισκιάζεται από τον κωνικό χαλύβδινο γερανό της και έχει τρία καταστρώματα. Το άνω κατάστρωμα είναι λίγο μικρότερο από τον χώρο προσγειώσεως ενός ελικοπτέρου, ενώ το μεσαίο ανυψώνεται στην κύρια περιοχή εργασίας όπου γίνεται, η ουσιαστική γεώτρησις. Το χαμηλότερο κατάστρωμα έχει μια μικρή αποθήκη με χαλύβδινες βέργες που χρησιμοποιούνται κατά τη γεώτρησι. Σ’ αυτό το κατάστρωμα επίσης υπάρχουν τα καταλύματα του πληρώματος, που μπορούν να εξυπηρετήσουν περίπου 150 άτομα, και δύο τραπεζαρίες, ένα δωμάτιο αναψυχής όπου υπάρχει τηλεόρασις, εγκαταστάσεις για την προβολή ταινιών και μια βιβλιοθήκη. Κάτω απ’ όλα αυτά βρίσκεται το κύριο υποστήριγμα της πλατφόρμας.
Μερικές πλατφόρμες μπορούν ν’ αντλούν μέχρι και από 27 φρέατα αντλήσεως. Στην ξηρά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα φρέατα ανοίγονται κατακόρυφα, αλλά στη Βόρεια Θάλασσα η αναλογία ενός φρέατος για κάθε εγκατάστασι αντλήσεως είναι πάρα πολύ δαπανηρή και γι’ αυτό τώρα ανοίγονται φρέατα με κατευθυνόμενη κλίσι. Αυτό απαιτεί τα φρέατα να ανοίγωνται κατακόρυφα για μια μικρή απόστασι κάτω από τον πυθμένα και κατόπιν να στρέφωνται με προκαθορισμένες κατευθύνσεις σε σημεία που βρίσκονται σε συγκεκριμένες αποστάσεις, βάθη και κατευθύνσεις ως προς την πλατφόρμα.
Προβλήματα των Δυτών
Ο υποβρύχιος κόσμος των εγκαταστάσεων αντλήσεως πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα πάντα χρειάζεται δύτες οι οποίοι συχνά κερδίζουν 30.000 και πλέον λίρες (2.700.000 δρχ.) το χρόνο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι μπορούν να εργασθούν μόνο 25 λεπτά κάθε φορά σε βάθος 90 μέτρων (300 ποδών). Οι κίνδυνοι είναι τρομακτικοί, και η πιθανότητα για να ζήση σήμερα ο δύτης 20 χρόνια είναι μόνο μία στις 5. Μάλιστα ο Βρεταννικός Ιατρικός Σύλλογος θεωρεί αυτό το επάγγελμα «Πενήντα φορές πιο επικίνδυνο από του ανθρακωρύχου.»
Και αυτό δεν είναι περίεργο διότι οι χαμηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την υψηλή θερμική αγωγιμότητα του ύδατος μπορούν να ψύξουν έναν απροστάτευτο δύτη μέχρι του σημείου να χάση τις αισθήσεις του σε λίγα λεπτά. Ταυτόχρονα για να μη συνθλιβή πρέπει ν’ αναπνέη αέρα με πίεσι ίση με την πίεσι της θάλασσας στο σημείο που εργάζεται, και κάτω από 50 μέτρα (160 πόδια) η σύστασις του αέρα αποτελεί ένα τόσο κρίσιμο παράγοντα ώστε πρέπει να ρυθμίζεται συνεχώς και προσεκτικά. Αν συμπιεσθή πολύ γρήγορα μπορεί να παρουσιάση τρεμούλιασμα· από την άλλη πλευρά πάλι, η αργή συμπίεσις μπορεί να διαρκέση μέρες. Η μόνη λύσι είναι η κατάδυσις με την οποία ο δύτης μπορεί να δαπανήση τρεις εβδομάδες υπό συνεχή συμπίεσι σ’ ένα κλειστό χαλύβδινο θάλαμο με άλλους δύτες μόνο για συντροφιά. Είναι περιττό να πη κανείς ότι ένα τέτοιο περιβάλλον είναι επόμενο να προκαλή σοβαρές διανοητικές και σωματικές διαταραχές.
Ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος βρίσκεται στην περίθαλψι ενός τραυματισμένου δύτη. Μετά από μια πολύ βαθειά κατάδυσι ας πούμε 200 έως 225 μέτρων (650-740 ποδών), ο δύτης θα πρέπει να υποστή αποσυμπίεσι τουλάχιστον για επτά ημέρες. Τι γίνεται τότε με το πρόβλημά του; Ο τραυματισμένος δύτης μεταφέρεται πρώτα στο θάλαμο συμπιέσεως του καταστρώματος στην πλατφόρμα του. Κατόπιν ένας ειδικός θάλαμος μεταφοράς υπό πίεσιν, που έχει κατασκευασθή από τιτάνιο που διατηρεί το βάρος στα 900 κιλά (2.000 πάουντς), ανεβάζεται στο θάλαμο συμπιέσεως του γεωτρύπανου και τον καλύπτει. Αφού γίνη η μεταφορά, ο θάλαμος πιέσεως που είναι από τιτάνιο πρέπει να μεταφερθή τότε με ελικόπτερο σε μια ιατρική μονάδα ειδική για αποσυμπιέσεις στο Ντάντη της Σκωτίας.
Όλα αυτά αφαιρούν πολύ ζωτικό χρόνο και αν τα τραύματα του ατόμου είναι πολύ σοβαρά το πιθανότερο είναι να πεθάνη προτού καν προλάβουν να παράσχουν επαρκή ιατρική βοήθεια. Ακόμη και όταν η μεταφορά είναι επιτυχής και γίνη η εγχείρησις σ’ αυτή τη μονάδα η επίδρασις της αποσυμπιέσεως στα ράμματα των πληγών είναι ακόμη αβέβαιη. Επί πλέον, η φυσιολογική αναισθησία με εισπνοή αερίου δεν είναι πρακτική σ’ ένα θάλαμο συμπιέσεως και καμμιά ηλεκτρική συσκευή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή λόγω του μεγάλου κινδύνου που υπάρχει για φωτιά και έκρηξι.
Οι Νορβηγοί έχουν τώρα δημιουργήσει ένα χειρουργείο, μέσα στο περιβαλλόμενο από αλουμίνιο σύστημα θαλάμων αποσυμπιέσεως, στο νέο τους Υποβρύχιο Ινστιτούτο απέναντι από το λιμάνι Μπέργκεν στη Νορβηγία. Η εφημερίδα Ο Παρατηρητής του Λονδίνου, όμως, αναφέρει: «Υπάρχει μόνο μία απρόβλεπτη δυσκολία. Το ινστιτούτο δεν έχει προσλάβει ακόμη γιατρούς που να είναι πρόθυμοι να δαπανήσουν τον χρόνο που απαιτείται πριν και μετά τις εγχειρήσεις σ’ αυτούς τους θαλάμους αποσυμπιέσεως που μοιάζουν με διαστημικό σταθμό.
Σκάφη Καταδύσεως
Το σκάφος καταδύσεως είναι ένα είδος υποβρυχίου που μπορεί να πάη πολύ βαθύτερα από οποιονδήποτε δύτη. Το γεγονός αυτό τα κάνει απαραίτητα στην αναζήτησι υποθαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου. Αυτά τα μίνι-υποβρύχια έχουν μήκος λιγότερο από 6 μέτρα (20 πόδια). Κάθε σκάφος μεταφέρει ένα διμελές πλήρωμα το οποίο, ενώ δεν μπορεί να εγκαταλείψη το σκάφος που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, μπορεί όμως να χειρίζεται ειδικές μηχανές λήψεως που καταγράφουν τα στοιχεία σε βιντεοταινία για να εξετασθούν αργότερα από τους ειδικούς στην επιφάνεια ή στη βάσι που βρίσκεται στην ακτή. Μολονότι αυτά τα σκάφη καταδύσεως είναι εφωδιασμένα με συστήματα διατηρήσεως της ζωής για 320 ώρες μονομελούς πληρώματος, εργάζονται ανά δύο, ώστε αν το ένα πάθη κάτι το άλλο να μπορή να το βοηθήση με τη βοήθεια ενός ανυψωτήρα.
Η δημιουργία του Βρεταννικής κατασκευής «Σήμπαγκ,» ενός τηλεκατευθυνόμενου σκάφους που κινείται πάνω στο βυθό, και του Καναδικού Υποθαλάσσιου Θαλάμου, έχει διευκολύνει πολύ τα πράγματα. Αυτό το τελευταίο παρέχει μία φυσιολογική ατμόσφαιρα εργασίας στο βυθό της θάλασσας για το πλήρωμα, το οποίο έχει επί πλέον στη διάθεσί του οχήματα διπλής κατευθύνσεως για την προς και από την επιφάνεια μεταφορά του. Μολονότι λαμβάνεται μεγάλη φροντίδα, η κατάδυσις εξακολουθεί να είναι ένα επικίνδυνο επάγγελμα. Κατά το τέλος του 1978 δύο δύτες της Εταιρίας Πετρελαίου Μόμπιλ πέθαναν μέσα στον κώδωνα καταδύσεως επειδή η μεγάλη θαλασσοταραχή τους απέκοψε από το πλοίο ανεφοδιασμού τους.
Εξαγωγή Τεχνολογίας
Οι προσπάθειες αντλήσεως πετρελαίου από τη Βόρεια Θάλασσα είχε σαν αποτέλεσμα μεγάλες τεχνολογικές προόδους. Πριν από λίγο καιρό ο Γκάρντιαν παρατήρησε: «Σαν έθνος το Ηνωμένο Βασίλειο περιμένομε να κερδίσωμε από την πώλησι της εξαιρετικής μας τεχνολογίας πολύ περισσότερα απ’ όσα θα κερδίσουμε ποτέ από το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας.» Αυτό αποδεικνύεται αληθινό.
Μια από τις πιο ελπιδοφόρες αγορές αυτή τη στιγμή είναι η Νότια Αμερική, ειδικά η Βραζιλία. Τα υποθαλάσσια κοιτάσματα της Βραζιλίας βρίσκονται σε βάθη παρόμοια με κείνα της Βόρειας Θάλασσας. Η περιοχή που θα ερευνηθή είναι το Κάμπος Μπέιζιν, σε απόστασι λιγότερη από 160 χιλιόμετρα (100 μίλια) από την ακτή του Ριο ντε Τζανέιρο, σε βάθος 200 μέτρων (650 ποδών). Υπολογίζεται ότι η Βραζιλία θα χρειασθή 30 ως 40 πλατφόρμες αντλήσεως στα προσεχή 10 χρόνια. Αυτό θα έχη σαν επακόλουθο την διάνοιξι αγορών για υποβρύχια ερευνών, πλοία ανεφοδιασμού και άλλο τεχνικό εξοπλισμό. Υπάρχουν και άλλες προοπτικές εξαγωγής για τα υποθαλάσσια κοιτάσματα στη Βενεζουέλα, στην Αργεντινή, στο Μεξικό και στην Κασπία Θάλασσα της Ε.Σ.Σ.Δ.
Προοπτικές του Μέλλοντος
Ποιες είναι οι μελλοντικές προοπτικές για το πετρέλαιο; Το Υπουργείο Ενεργείας του Ηνωμένου Βασιλείου, μέσω του Συμβουλίου θαλάσσιας τεχνολογίας, δήλωσε: «Για να διατηρήσωμε την αυτάρκεια σ’ όλη τη δεκαετία του 1990 θα χρειασθούν επιτυχείς ανακαλύψεις πετρελαίου και εργασίες αντλήσεως σε βαθύτερα νερά του Ηνωμένου Βασιλείου μεταξύ των ετών 1985-1990.» Τα βαθύτερα νερά που αναφέρθηκαν θα έχουν 300 ως 2.000 μέτρα (1.000 ως 6.500 πόδια) βάθος. Ωστόσο, οι εξερευνητές των κοιτασμάτων πετρελαίου προειδοποίησαν ότι οι μεγαλύτερες γεωτρήσεις μπορεί ήδη να έχουν γίνει στη Βόρεια θάλασσα—τα τρία τέταρτα του συνόλου. Μάλιστα, στρέφεται η προσοχή επίσης σε πιθανές ανακαλύψεις πετρελαίου στο Βρεταννικό έδαφος. Ένας αισιόδοξος πετρελαιολόγος είπε: «Βρισκόμαστε στην ίδια θέσι [στην νότια Αγγλία] όπως και με την Βόρεια θάλασσα πριν από 20 χρόνια. Ξέρομε ότι υπάρχει πετρέλαιο . . . Πρόκειται απλώς για ζήτημα χρόνου.»
Στο μεταξύ, καθώς φεύγομε από τα γεωτρύπανα της Βόρειας Θάλασσας και τις πλατφόρμες αντλήσεως, καλά θα κάνωμε ν’ αναλογισθούμε το πραγματικό κόστος του πετρελαίου—το τίμημα που πληρώνεται, σε ανθρώπινες ζωές, όπως και τα μοναδικά προβλήματα αυτής της νέας τεχνολογίας. Τα αξίζει πράγματι; Οι περισσότεροι φαίνεται να πιστεύουν πως αξίζει. Ίσως ο χρόνος θα δείξη. Στο μεταξύ, ο αμείλικτος αγώνας συνεχίζεται για την άντλησι περισσότερου πετρελαίου από την ταραγμένη Βόρεια Θάλασσα.