Οι Ανεπιθύμητοι «Ταξιδιώτες» της Ασίας
Από τον ανταποκριτή του Ξύπνα! στο Χονγκ-Κονγκ.
ΜΟΙΑΖΕΙ απλώς με μια σκοτεινή κηλίδα στον ορίζοντα όταν εντοπίζεται για πρώτη φορά. Αλλά, όσο πλησιάζει περισσότερο, η Λιμενική Αστυνομία μπορεί καθαρά να διακρίνη ότι είναι εκείνο που περίμενε. Πρόκειται για μια επανάληψι μιας φρικτής σκηνής στην οποία έχουν παραστή μάρτυρες εκατοντάδες φορές. Βλέπουν να πλησιάζη στο Χονγκ-Κονγκ ένα υποτυπώδες στενό, 60 ποδών, τσακισμένο από τον άνεμο, ερειπωμένο σκάφος στο οποίο βρίσκονται συνωστισμένοι 180 ανεπιθύμητοι άνθρωποι που, με πενιχρά μέσα, μπορεί να ταξιδεύουν από δύο βδομάδες ως ένα μήνα και πλέον. Σ’ αυτό το λιγοστό χώρο, έχουν διανύσει περίπου 1.000 χιλιόμετρα (600 μίλια) πλέοντας στη Νότια Κινεζική Θάλασσα από το Βιετνάμ.
Το ασταθές σκάφος ρυμουλκείται πολύ προσεκτικά στο Αγκυροβολείο Καραντίνας, όπου οι κάτοχοί του θα περιμένουν τη σειρά τους να προσεγγίσουν στον κυβερνητικό ναύσταθμο. Οι «ταξιδιώτες» βγάζουν έναν αναστεναγμό ανακουφίσεως, βέβαιοι ότι οι χειρότερες εμπειρίες τους ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά εκείνο που δεν ξέρουν είναι ότι βρίσκονται μπροστά τους πολλοί μήνες αναμονής, σε καθόλου ιδεώδεις συνθήκες, προτού μπορέσουν πάλι ν’ αποκτήσουν ένα τόπο που θα μπορέσουν ν’ αποκαλέσουν σπίτι.
Ποιοι είναι αυτοί οι αξιολύπητοι ταξιδιώτες και ποια είναι η ιστορία τους;
Πρόσφυγες
Σ’ όλη την ιστορία, οι αναταραχές, οι πόλεμοι, ο εθνικισμός, η προκατάληψις και τα σχετικά προβλήματα έχουν δημιουργήσει πρόσφυγες. Μερικοί έχουν φύγει από τον τόπο τους για ιδιοτελείς λόγους, αλλά πάρα πολύ συχνά, αυτοί οι πρόσφυγες είναι τα αθώα θύματα των περιστάσεων. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 11 εκατομμύρια πρόσφυγες στον κόσμο σήμερα.
Από τους 300.000 και πλέον άστεγους πρόσφυγες στη Νοτιοανατολική Ασία, οι «ταξιδιώτες» αποτελούν την πλειονότητα. Οι υπόλοιποι αποτελούν κυρίως τους «Καμποτζιανούς» που έχουν φύγει από την πολεμική ζώνη της Καμπότζης κι’ έχουν πάει στην Ταϊλάνδη. Ο ερχομός τους δυσκόλεψε τη διαμονή των κατοίκων στην Ταϊλάνδη και, σε μερικές περιπτώσεις, απλώς μεταπηδούν από τη μια μορφή κακουχίας στην άλλη.
Ωστόσο, εκείνο που ιδιαίτερα είλκυσε την παγκόσμια προσοχή στο πρόβλημα των προσφύγων είναι η ‘σάγκα’ των λεγομένων «ταξιδιωτών.» Είναι πρόσφυγες από το Βιετνάμ που έχουν ξεκινήσει για άλλα λιμάνια της Ασίας με πλοία κάθε είδους και μεγέθους, όπου επικρατεί μεγάλος συνωστισμός, και συχνά μη πλόιμα. Μερικά απ’ αυτά τα σκάφη κατευθύνθηκαν νότια, προσέγγισαν στη Μαλαισία, στην Ινδονησία, στην Ταϊλάνδη, ακόμη και στην Αυστραλία. Άλλα παρέπλευσαν την ακτή της Νότιας Κίνας, σταμάτησαν ίσως στη Νήσο Χαϊνάν για νερό και πενιχρές προμήθειες και, κατόπιν, πέρασαν στο Μακάο και στο Χονγκ-Κονγκ. Αυτά τα ταξίδια είναι γεμάτα κινδύνους.
Υπολογίζεται ότι, απ’ αυτούς που κατευθύνθηκαν νότια, περίπου το 70 τοις εκατό χάθηκε στη θάλασσα, και από κείνους που κατευθύνθηκαν προς το Χονγκ-Κονγκ, το 40 ως 50 τοις εκατό μπορεί να πνίγηκαν. Τι ήταν εκείνο που ώθησε αυτούς τους ανθρώπους ν’ αποτολμήσουν ένα τέτοιο επικίνδυνο ταξίδι;
Αφού τελείωσε ο Πόλεμος του Βιετνάμ, πολλοί στο Νότο έφυγαν επειδή φοβήθηκαν αντίποινα από τη νέα κυβέρνησι, και άλλοι έφυγαν για ιδιοτελείς λόγους. Πιστεύετο ότι αυτή η έξοδος θα τελείωνε σ’ ένα σύντομο σχετικά διάστημα και, στην πραγματικότητα, ο αριθμός μειώθηκε. Αλλά κατόπιν, στις 23 Δεκεμβρίου 1978, έφθασε στα νερά του Χονγκ-Κονγκ ένας προάγγελος αυτού που επρόκειτο να συμβή. Το πλοίο «Χουέυ Φονγκ» είλκυσε την παγκόσμια προσοχή με τους 3.400 περίπου πρόσφυγες που μετέφερε. Στους επόμενους λίγους μήνες, και ιδιαίτερα μετά το μεθοριακό πόλεμο Βιετνάμ-Κίνας που έγινε το Φεβρουάριο του 1919, δεκάδες χιλιάδες εθνικοφρόνων Κινέζων κι ένας μικρός αριθμός Βιετναμέζων άρχισαν έναν αγώνα ζωής και θανάτου για να φθάσουν οι άλλες χώρες.
Αν εξαιρέσωμε ελάχιστες λεπτομέρειες, η ιστορία που διηγήθηκαν οι Κινέζοι πρόσφυγες ήταν η ίδια. Ανέφεραν ότι διεξήγετο μια εκστρατεία για την εκτόπισι όλων των εθνικόφρονων Κινέζων από το Βιετνάμ. Πάνω από 200.000 έφυγαν από τα σύνορα προς την Κίνα, προτού ο μεθοριακός πόλεμος κλείση αυτή την οδό διαφυγής. Στους Κινέζους που βρίσκονταν ακόμη στο Βιετνάμ, ιδιαίτερα στο Βορρά, όπου είχε διεξαχθή αυτός ο μεθοριακός πόλεμος, ελέχθη καθαρά να φύγουν. Κάποιος ανέφερε: «Στην αρχή, μας επισκεπτόταν μια φορά το μήνα η αστυνομία, έπειτα κάθε βδομάδα, και τελικά κάθε μέρα, μέχρις ότου αρχίσαμε να κάνωμε διευθετήσεις για να φύγωμε. Έπρεπε να πουλήσωμε τα υπάρχοντά μας σε χαμηλές τιμές στους Βιετναμέζους.» Πλήρωσε πρώτα για την έξοδο της οικογενείας του, η οποία έφυγε με πλοίο για το Χονγκ-Κονγκ. Ο ίδιος κατώρθωσε να μαζέψη αρκετά χρήματα για να πληρώση για τη δική του έξοδο μετά από λίγες βδομάδες. Από τότε που έφθασε στο Χονγκ-Κονγκ, κοιτάζει με ελπίδα τη θάλασσα. Η οικογένειά του δεν έφθασε ποτέ
Πολλοί από τους Κινέζους που παραμένουν ακόμη στο Βόρειο μέρος του Βιετνάμ ήσαν εργάτες, κι έτσι δεν είχαν τον τρόπο ν’ αποταμιεύσουν χρήματα. Για να φύγουν και να πάνε σε άλλη χώρα, ανέφεραν ότι πληρώνουν σχετικά χαμηλές τιμές, περίπου 600 δολλάρια (Η.Π.) το άτομο. Ο βαθμός στον οποίο έχουν αναμιχθή στην υπόθεσι κακοποιοί ή κυβερνητικοί επίσημοι αποτελεί ακόμη θέμα αντιλογίας και αρνήσεων. Οι Κινέζοι που δεν εξαγόρασαν την έξοδό τους από το Βιετνάμ επρόκειτο να σταλούν σε νέες «οικονομικές ζώνες,» οι οποίες, όπως λένε, είναι υπανάπτυκτες περιοχές χωρίς τροφή ούτε νερό, όπου τους λέγεται ν’ αρχίσουν μια καινούργια ζωή με λίγα μόνο εφόδια και λίγους σπόρους.
Στο Νότο, πολλοί Κινέζοι ήσαν σε καλύτερη οικονομική κατάστασι και είτε είχαν αποθηκεύσει ράβδους χρυσού ή τις αγόρασαν μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ανέφεραν ότι πλήρωσαν 8 ως 15 ουγγιές χρυσού, αξίας χιλιάδων δολλαρίων (Η.Π,), το άτομο για ν’ αγοράσουν εισιτήριο για ένα απ’ αυτά τα σκάφη. Φαίνεται ότι εκείνοι που πλήρωσαν περισσότερα μπόρεσαν να μπουν σε μεγαλύτερα φορτηγά που προσποιούντο ότι εύρισκαν τους πρόσφυγες στη θάλασσα αλλά, στην πραγματικότητα, εμπορεύονταν σε ανθρώπινο φορτίο. Το «Χουέυ Φονγκ,» το οποίο έπλευσε στο Χονγκ-Κονγκ το Δεκέμβριο του 1978, ήταν ένα τέτοιο πλοίο.
«Πλοία με Συνωστισμένο Φορτίο»
Όταν έφθασε το «Χουέυ Φονγκ,» κρατήθηκε έξω από τα χωρικά ύδατα του Χονγκ-Κονγκ. Η κυβέρνησις ισχυρίσθηκε ότι το πρώτο λιμάνι στο οποίο μπορούσε να προσεγγίση το πλοίο σύμφωνα με τον κανονισμό ήταν το Κασιούνγκ της Ταϊβάν, και ότι το πλοίο έπρεπε επομένως να πλεύση στην Ταϊβάν. Ωστόσο, εστάλησαν προμήθειες στο πλοίο, παρεσχέθη περίθαλψις στους ασθενείς και μερικοί μάλιστα διακομίσθηκαν αεροπορικώς σε νοσοκομεία. Οι 3.400 περίπου επιβάτες δεν ήθελαν να μείνουν πια στο πλοίο, ούτε ήθελαν να πάνε στην Ταϊβάν, η οποία ήδη είχε δηλώσει ότι δεν θα δεχόταν με κανένα τρόπο τους πρόσφυγες. Ο καπετάνιος είπε ότι απειλείτο από τους πρόσφυγες και φοβόταν να κινήση το πλοίο. Η κατάστασις φαινόταν ότι βρισκόταν σε αδιέξοδο.
Ο καπετάνιος και οι πρόσφυγες ισχυρίσθηκαν ότι το πλοίο τούς είχε σώσει από βυθιζόμενα σκάφη κι’ έτσι ζήτησαν την άδεια ν’ αποβιβασθούν στο Χονγκ-Κονγκ για ανθρωπιστικούς λόγους. Μετά από διπλωματικές και κυβερνητικές διαπραγματεύσεις, επετράπη στο «Χουέυ Φονγκ» να μπη στο λιμάνι. Με τον καιρό, οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν σε ήδη υπερπλήρη στρατόπεδα προσφύγων σαν προσωρινή λύσι.
Η κυβέρνησις κατόπιν άρχισε μια εξονυχιστική έρευνα. Υπήρχαν πολλές διαφορές στις ιστορίες που ελέχθησαν σε σύγκρισι με το ημερολόγιο του πλοίου. Στην πραγματικότητα, μετά από μια λεπτομερή έρευνα, βρέθηκαν κρυμμένα στο πλοίο 13 εκατομμύρια δολλάρια (Η.Π.) σε χρυσό. Τον Αύγουστο του 1979, ο καπετάνιος και το πλήρωμα του «Χουέυ Φόνγκ» φέρθηκαν στο δικαστήριο. Παρουσιάσθηκαν συντριπτικά στοιχεία που αποδείκνυαν ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση κυνηγιού χρυσού, που είχε παραβή πολλούς νόμους και είχε θέσει σε κίνδυνο ζωές. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα καταδικάσθηκαν σε φυλάκισι για το ρόλο που έπαιξαν σ’ αυτό που ωνομαζόταν «ταξίδι απάτης.»
Ένα άλλο πλοίο που έφθασε στο Χονγκ-Κονγκ ήταν το «Σκάυλακ.» Έφθασε στις 7 Φεβρουαρίου 1979, με 2.665 πρόσφυγες. Επειδή οι συνθήκες που επικρατούσαν στο πλοίο δεν ήσαν ούτε καλύτερες ούτε χειρότερες απ’ αυτές που επικρατούσαν στα υπερπλήρη στρατόπεδα προσφύγων, δεν επετράπη η προσέγγισις του πλοίου. Καθημερινά εστέλλοντο τρόφιμα και άλλες προμήθειες στο αγκυροβολημένο πλοίο. Αυτό συνεχίσθηκε για τέσσερις και πλέον μήνες μέχρι τις 29 Ιουνίου, όταν εξαντλήθηκε η υπομονή των προσφύγων και ανέλαβαν το ζήτημα μόνοι τους. Ανέλαβαν τον έλεγχο του πλοίου, έκοψαν τις αλυσίδες της άγκυρας και άφησαν το πλοίο να πλέη μέχρις ότου προσάραξε επισφαλώς σ’ ένα από τα νησιά του Χονγκ Κονγκ. Σ’ αυτό το σημείο, η κυβέρνησις επανεγκατέστησε τους πρόσφυγες σ’ ένα κέντρο κρατουμένων, το οποίο χρειάσθηκε να μετατραπή από φυλακή σε στρατόπεδο προσφύγων.
Διάφορα φορτηγά πλοία σε τακτικά τους δρομολόγια μεταξύ Ασιατικών λιμένων έσωσαν πράγματι πρόσφυγες από βυθιζόμενα σκάφη και τους μετέφεραν κατόπιν στο επόμενο λιμάνι που θα πήγαιναν. Ωστόσο, αυτό δημιούργησε προβλήματα για τις ναυτιλιακές εταιρίες, επειδή δεν επιτρεπόταν συνήθως στους πρόσφυγες ν’ αποβιβάζωνται σ’ αυτά τα λιμάνια εκτός αν η χώρα προελεύσεως του πλοίου συμφωνούσε να δεχθή αυτούς τους πρόσφυγες για επανεγκατάστασι. Επομένως, ένα πλοίο μπορούσε να καθυστερήση σ’ ένα λιμάνι για μέρες και μερικές φορές για βδομάδες. Ανάλογα με το μέγεθος και το είδος του πλοίου, αυτές οι καθυστερήσεις μπορούσαν να στοιχίσουν στη ναυτιλιακή εταιρία από 5.000 δολλάρια (Η.Π.) μέχρι, όπως υπολογίζεται, 20.000 δολλάρια την ημέρα σε απώλεια εσόδων. Εκφράζεται ο φόβος ότι αυτή η κατάστασις μπορεί να έκανε μερικούς καπετάνιους να διστάζουν να σώσουν τους πρόσφυγες»
Αιτία για Ανησυχία
Η κατάστασι στο Χονγκ-Κονγκ δείχνει μερικές από τις αιτίες για τις οποίες οι πρόσφυγες δεν συνάντησαν θερμή υποδοχή στα μέρη όπου κατέφυγαν. Η Ανωτάτη Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για το θέμα των Προσφύγων (UNHCR) ανέλαβε τα έξοδα και την οργάνωσι φροντίδας για τους πρόσφυγες οι οποίοι είχαν φθάσει μέχρι το τέλος του 1978. Ωστόσο, όταν χιλιάδες άρχισαν να φθάνουν το 1979, το Χονγκ-Κονγκ άρχισε να καλύπτη μεγάλο μέρος των εξόδων με τη βοήθεια οργανισμών προνοίας. Έπρεπε να γίνουν κάθε είδους σχέδια επειγούσης φύσεως για να στεγασθούν οι πρόσφυγες με κάποια όψι τάξεως και υγιεινής.
Αλλά το Χονγκ-Κονγκ έχει έκτασι μόνο 1.045 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα (404 τετραγωνικά μίλια), από την οποία το ένα τέταρτο περίπου είναι κατάλληλο για αστική ανάπτυξι και καλλιέργεια. Μέχρι τα μέσα του 1978 υπήρχαν ήδη 4,7 εκατομμύρια άνθρωποι εδώ και στις μητροπολιτικές περιοχές είχαν πληθυσμό πάνω από 67.000 για κάθε 2,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα (ένα τετραγωνικό μίλι). Δεν χρειάζεται να λεχθή ότι ένας ξαφνικός καταιγισμός προσφύγων αποτέλεσε αιτία για πραγματική ανησυχία.
Η κατάστασις επιδεινώθηκε περισσότερο, όταν νόμιμοι μετανάστες από την Κίνα στη διάρκεια των πρώτων πέντε μηνών του 1979 έφθασαν περίπου τους 10.000 το μήνα. Δεκάδες χιλιάδες παράνομοι κατέκλυζαν, επίσης, τα σύνορα. Έτσι, λοιπόν, περίπου 22.000 νόμιμοι και παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες έφθαναν στην αποικία κάθε μήνα. Η αστυνομία, οι στρατιωτικές και κοινωνικές υπηρεσίες φορολογούντο στο έπακρον. Ωστόσο, όπως εξακολούθησαν να λένε πολλοί τίτλοι εφημερίδων: «Έρχονται ακόμα . . . »
Άλλες Ασιατικές χώρες και οι κάτοικοί τους τρομοκρατούντο με τις μελλοντικές συνέπειες που θα μπορούσε να είχε μια τέτοια συρροή στην τοπική οικονομία, στον πληθωρισμό και σ’ ό,τι καλείται «εθνική ισορροπία.» Έτσι, όταν οι πρόσφυγες κατευθύνονταν σε μερικά λιμάνια, οι ντόπιοι κάτοικοι πέταγαν πέτρες, και δεν άφηναν τα σκάφη να αράξουν. Η Μαλαισία, που είχε να ασχοληθή με περισσότερους από 70.000 «ταξιδιώτες,» άρχισε ν’ αναλαμβάνη αυτό που περιγράφεται σαν «απελπισμένη ενέργεια από απελπισμένο λαό.» Οι εξουσίες άρχισαν να επιδιορθώνουν τα πλοία των προσφύγων και κατόπιν να αναγκάζουν πολλά απ’ αυτά να φύγουν. Ο μικρός Πορτογαλικός περίβολος του Μακάου, ο οποίος είχε ήδη κατακλυσθή από μετανάστες από την Κίνα, είπε ότι είχαν φθάσει σε σημείο κορεσμού. Έτσι, όταν αυτά τα σκάφη έφθαναν στο Μακάο, εφοδιάζονταν με τρόφιμα, νερό και ιατρικές προμήθειες και κατόπιν συνέχιζαν πάλι το θαλάσσιο ταξίδι τους με κατεύθυνσι προς το Χονγκ-Κονγκ, σε απόστασι περίπου 41 μίλια.
Η κυβέρνησις του Χονγκ-Κονγκ δήλωσε επαινετικά ότι, για ανθρωπιστικούς λόγους, δεν θα έδιωχνε τους «ταξιδιώτες.» Επίσημοι είπαν ότι αν τους έδιωχναν, θα σήμαινε ότι καταδικάζουν πολλούς απ’ αυτούς σε θάνατο στη θάλασσα. Αλλά χρειάζονταν απεγνωσμένα ξένη βοήθεια. Μέχρι τα μέσα του 1979, η κυβέρνησις δαπανούσε περίπου 50.000 δολλάρια (Η.Π.) την ημέρα για να θρέψη, να ενδύση, και να στεγάση τους πρόσφυγες που δεν ετύγχαναν βοήθειας της UNHCR στο Χονγκ-Κονγκ.
Διεθνής Ανακούφισις
Οι Ασιατικές χώρες άρχισαν μανιωδώς διπλωματικές διαπραγματεύσεις με τα Ηνωμένα Έθνη και τις παγκόσμιες κυβερνήσεις για έκκλησι βοηθείας. Πίστευαν ότι μεγάλο μέρος της επικρίσεως για τις προσφυγικές τους εγκαταστάσεις και πολύ λίγες προσφορές βοήθειας και αποκαταστάσεως προέρχονταν από πλούσια έθνη. Πολλοί ηγέτες τόνισαν την επείγουσα ανάγκη να κληθή μια διεθνής συνδιάσκεψις για το θέμα των προσφύγων.
Έτσι, στις 20 και 21 Ιουλίου 1979, έγινε η Συνδιάσκεψις των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το ζήτημα των Ινδοκινέζων Προσφύγων. Παραβρέθηκαν αντιπρόσωποι από μεγαλύτερες χώρες και έθνη της Νοτιοανατολικής Ασίας, περιλαμβανομένου και του Βιετνάμ. Το αποτέλεσμα αυτής της συνδιασκέψεως ήταν ότι το Βιετνάμ δέχθηκε να επιβραδύνη την έξοδο και να τη μετατρέψη σε μια εύτακτη, ρυθμισμένη αναχώρησι. Επίσης, 26 χώρες συμφώνησαν να πάρουν 300.000 πρόσφυγες από τη Νοτιοανατολική Ασία για επανεγκατάστασι. Σύμφωνα με την εφημερίδα Σάουθ Τσάινα Μόρνινγκ Ποστ, της 22ας Ιουλίου 1979, η Κίνα προσφέρθηκε να δεχθή άλλους 10.000 πρόσφυγες, εκτός από τις 250.000 που είχε ήδη. Επί πλέον, προσφέρθηκε να συμβάλη με 1 εκατομμύριο δολλάρια (Η.Π.) στην UNHCR για να βοηθήση στην αντιμετώπισι των προσφυγικών εξόδων.
Έτσι, την 1η Σεπτεμβρίου 1979, η UNHCR ανέλαβε την πλήρη ευθύνη για τους πρόσφυγες στο Χονγκ-Κονγκ. Δόθηκε η υπόσχεσις ότι όλοι οι πρόσφυγες στην Ασία θα επανεγκαθίσταντο στους επόμενους 18 μήνες. Έτσι, έγιναν σχέδια και υποσχέσεις. Μόνο ο χρόνος θα δείξη τι θα γίνη πράγματι.
Τώρα, φαίνεται ότι απαιτείται υπομονή από τους «ταξιδιώτες» για ν’ αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες μέχρις ότου έλθη η σειρά τους για επανεγκατάστασι. Ακόμη κι’ όταν πάνε σε κάποια άλλη χώρα, μπορεί να τους αναμένουν γλωσσικοί φραγμοί, προκατάληψις, παρεξηγήσεις και ακόμη ανοικτή σύγκρουσις με τους ντόπιους. Ένας κληρικός στο Χονγκ-Κονγκ συνώψισε πολύ κατάλληλα αυτό που αισθάνονται πολλοί για το πρόβλημα των προσφύγων. Είπε ότι «δεν λύνεται.» Αλλά γιατί;
Επειδή, για να λυθή μόνιμα το πρόβλημα των προσφύγων, θα απαιτείτο τερματισμός των πολέμων. Αυτό θα σήμαινε την εξάλειψι της απληστίας και του μίσους, και την απομάκρυνσι των εθνικιστικών διαιρέσεων που εμποδίζουν τη χρήσι των φυσικών πόρων της γης για το πλήρες όφελος όλου του ανθρωπίνου γένους. Δεν υπάρχει καμμιά ανθρώπινη κυβέρνησις, ούτε συνασπισμός ανθρωπίνων κυβερνήσεων, που μπορεί να ελπίζη ότι θα τα επιτύχη όλα αυτά.
Ωστόσο, αυτά ακριβώς τα πράγματα, όπως δείχνει η Αγία Γραφή, θα τα επιτελέση ο Δημιουργός του ανθρωπίνου γένους, ο Ιεχωβά Θεός. Πώς; Εξαλείφοντας από τη γη όλους εκείνους που ενσπείρουν το μίσος και την απληστία, και εκείνους που υποδαυλίζουν τον πόλεμο. (Ψαλμ. 46:9, 10· 1 Ιωάν. 3:15· 1 Κορ. 6:9, 10) Ο Θεός έχει προνοήσει για μια κυβέρνησι, που θα άρχη από τον ουρανό και θα έχη ενωμένους στην εξουσία της ‘πάντες τους λαούς, τα έθνη και τις γλώσσες.’ (Δαν. 7:13, 14) Οι «ταξιδιώτες,» καθώς αποκτούν περισσότερη ελευθερία κινήσεων έξω από τα στρατόπεδα προσφύγων, έχουν την ευκαιρία να μάθουν γι’ αυτή τη μοναδική αξιόπιστη ελπίδα. Πρόκειται για μια ευκαιρία που έχετε κι’ εσείς, επίσης.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 13]
‘Από τους πρόσφυγες που κατευθύνθηκαν νότια από το Βιετνάμ, το 70 τοις εκατό χάθηκε στη θάλασσα· απ’ κείνους που κατευθύνθηκαν βόρεια, το 40 ως 50 τοις εκατό’
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 14]
«Υπάρχουν πάνω από 11 εκατομμύρια πρόσφυγες στον κόσμο»
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 14]
«Όταν οι πρόσφυγες κατευθύνονταν σε μερικά λιμάνια, οι ντόπιοι κάτοικοι πέταγαν πέτρες, και δεν άφηναν τα σκάφη να προσαράξουν.»
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 15]
‘Περίπου 22.000 νόμιμοι και παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες έφθαναν στο Χονγκ-Κονγκ κάθε μήνα.’
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 16]
‘Δεν επιτρεπόταν συνήθως στους πρόσφυγες που περισυλλέγονταν από τη θάλασσα ν’ αποβιβάζωνται οπουδήποτε, εκτός αν η χώρα προελεύσεως του πλοίου συμφωνούσε να τους δεχθή για επανεγκατάστασι.’
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 16]
‘Για να λυθή μόνιμα το πρόβλημα των προσφύγων, θα απαιτείτο τερματισμός των πολέμων, εξάλειψις της απληστίας και του μίσους, και απομάκρυνσις των εθνικιστικών διαιρέσεων που εμποδίζουν τη χρήσι των φυσικών πόρων της γης για το πλήρες όφελος όλου του ανθρωπίνου γένους.’