Η Άποψις της Βίβλου
Οι Χριστιανοί και η Πληρωμή Φόρων
«ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ—Αλλά Αρνούνται να Πληρώσουν.» «Η Αδήλωτη Εργασία Μπορεί να Στοιχίζη στις Η.Π. Δισεκατομμύρια σε Φόρους.» «Η Απάτη στον Φόρο Εισοδήματος Βρίσκεται στα Ύψη στη Βρεταννία.» «Η Φοροδιαφυγή Αποτελεί έναν Τρόπο Ζωής στο Ισραήλ.»
Αυτές οι επικεφαλίδες από άρθρα εφημερίδων δείχνουν ότι η απροθυμία πληρωμής φόρων είναι ευρέως διαδεδομένη. Πώς πρέπει να αισθάνωνται οι Χριστιανοί ως προς την πληρωμή φόρων;
Οι Γραφές μιλούν συχνά για φόρους. Μέσω του Μωυσέως, ο Θεός έδωσε εντολή στους Ισραηλίτες να πληρώνουν ωρισμένους φόρους για τη διατήρησι του κεντρικού αγιαστηρίου λατρείας. (2 Χρον. 24:6, 9· Έξοδ. 30:12-16· Αριθμ. 18:26-29· 31:26-47· Νεεμ. 10:32) Όταν εγκαθιδρύθηκε η βασιλεία στον Ισραήλ, κατεβάλλοντο φόροι, για τη συντήρησι του βασιλέως, του οίκου του και των διαφόρων κυβερνητικών αξιωματούχων και υπηρετών. (1 Σαμ. 8:11-17· 1 Βασ. 4:6-19) Κάτω από ξένη κυριαρχία, οι Ισραηλίτες υπέκειντο και σε άλλα είδη φορολογίας. Όταν ευρίσκοντο κάτω από την κυριαρχία της Περσίας, παραδείγματος χάριν, κάθε Ισραηλίτης έπρεπε να πληρώνη «φόρο υποτελείας» που ήταν προφανώς πολύ μεγάλος, αφού πολλοί Ιουδαίοι αναγκάζοντο να δανείζωνται χρήματα για ν’ ανταπεξέλθουν σ’ αυτή την υποχρέωσι.—Νεεμ. 5:4.
Αλλά ο Θεός ποτέ δεν έδωσε εντολή στους λάτρεις του ν’ αποφεύγουν την πληρωμή φόρων. Μετά την ίδρυσι της Χριστιανικής εκκλησίας, ο απόστολος Παύλος ενεπνεύσθη να γράψη τα εξής: «Πάσα ψυχή ας υποτάσσηται εις τας ανωτέρας εξουσίας . . . Απόδοτε λοιπόν εις πάντας τα οφειλόμενα, εις όντινα οφείλετε τον φόρον τον φόρον, εις όντινα τον δασμόν τον δασμόν, εις όντινα τον φόβον τον φόβον, εις όντινα την τιμήν την τιμήν.»—Ρωμ. 13:1, 7.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Χριστιανοί πρέπει να πληρώνουν περισσότερους φόρους από ό,τι απαιτεί ο νόμος. Αν η νομοθεσία παρέχη μειωμένη φορολογική εισφορά σε άτομα ή οργανισμούς ορισμένων κατηγοριών, δεν είναι καθόλου εσφαλμένο Γραφικώς αν αυτοί που πληρούν τις απαιτήσεις, δεχθούν αυτά τα οφέλη.
Στα πρόσφατα χρόνια, εν τούτοις, συνηθίζεται όλο και περισσότερο να βρίσκουν οι άνθρωποι τρόπους για να πληρώνουν λιγότερους φόρους, ή καθόλου, με δόλια μέσα. «Μεταξύ των ανθρώπων που παραποιούν τις δηλώσεις τους,» αναφέρει το Γιουνάητεντ Στέητς Νιούς εντ Ουώρλντ Ρηπόρτ (27 Μαρτίου 1978), «είναι γηραιότεροι πολίτες που έχουν συμπληρωματικό εισόδημα εκτός από τη σύνταξί τους, άνεργα άτομα που κάνουν ελεύθερες εργασίες, και επιδέξιοι τεχνίτες που εργάζονται και τη νύχτα. Ακόμη και οι επαγγελματίες που πληρώνονται αδρά δεν ανταποκρίνονται πλήρως στη φορολογική τους υποχρέωσι με το να μην αναφέρουν το εισόδημα που λαμβάνουν από ελεύθερη εργασία.» Το Νιούσγουικ (10 Απριλίου 1978), ανέφερε τα εξής:
«‘Οι κύριες κατηγορίες φοροφυγάδων περιλαμβάνουν σερβιτόρους, υπηρέτριες, γιατρούς, μικρούς καταστηματάρχες και επιχειρηματίες, εργάτες και ανεξάρτητους τεχνίτες όπως είναι οι υδραυλικοί,’ λέγει ο πρώην εφοριακός Σέλντον Κοέν. ‘Όλοι αυτοί οι τομείς χειρίζονται μεγάλα ποσά μικρών πληρωμών τοις μετρητοίς, αλλά και αν ακόμα δίδωνται επιταγές, δεν υπάρχει καμμιά δήλωσις σε πολλές περιπτώσεις.’
«Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν στους εφοριακούς οι ‘ανεξάρτητοι εργολήπτες,’ από πωλητές ασφαλειών ζωής και πλασιέ του τηλεφώνου μέχρι νοικοκυρές που κάνουν επιδείξεις Τάπεργουερ.» Όλοι εργάζονται τακτικά, αλλά καμμιά εταιρία όταν τους πληρώνη δεν παρακρατά χρήματα για φόρο. Και αν αυτοί προτιμήσουν να μην αναφέρουν όλα ή μέρος των κερδών τους, είναι πολύ δύσκολο για τους εφόρους να τους ανακαλύψουν.»
Φυσικά, οι φορολογικοί νόμοι διαφέρουν από χώρα σε χώρα και μερικές φορές ακόμη και από μια περιοχή σε κάποια άλλη, στην ίδια χώρα. Ωστόσο, η ενσυνείδητη επιθυμία για ανταπόκρισι στην υποχρέωσι πληρωμής φόρων θα υποκινήση τους Χριστιανούς να κατατοπισθούν και να συμμορφωθούν με τους φορολογικούς νόμους που ισχύουν στο μέρος που ζουν.
Γιατί Εξαπατούν;
Πολλοί πιστεύουν ότι η απάτη στην πληρωμή φόρων είναι ο μόνος τρόπος για να τα ‘βγάλη κανείς πέρα’ στη ζωή του. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης ανέφεραν τα σχόλια μιας χήρας που συντηρούσε τρία παιδιά σε μια φτωχική περιοχή του Λος Αντζελες: «Συντηρώ ολόκληρη την οικογένειά μου. Δεν απολαμβάνω ευημερία, ούτε τίποτα παρόμοιο. Αν αποκτούσα πολλά χρήματα, θα δήλωνα κάθε πέννα, αλλά 150 δολλάρια την εβδομάδα ασφαλώς δεν είναι αρκετά. Αν έπρεπε να πληρώσω φόρους, δεν θα έμενε τίποτε.»
Η ίδια εφημερίδα έγραφε επίσης: «Μια γυναίκα στο Σικάγο που κερδίζει 18.500 δολλάρια σε μια διαφημιστική εταιρία, λέγει ότι κερδίζει ένα επιπρόσθετο ποσόν 3.500 δολλαρίων το έτος από ελεύθερη εργασία, αλλά αναφέρει μόνο 1.500 δολλάρια απ’ αυτό το ποσόν. ‘Χρειάζομαι τα χρήματα περισσότερο από ό,τι η Κυβέρνησις,’ λέγει. ‘Η εφορία παίρνει πάρα πολλά χρήματα από μένα, και εγώ κρατώ δύο επιπρόσθετες εργασίες μόνο και μόνο για να παίρνω αυτά τα 3.500 δολλάρια. Αν τα δηλώσω όλα, πέφτω σε διαφορετική φορολογική κλίμακα, και θέλω να θρέψω τα παιδιά μου, όχι την Κυβέρνησι.’»
Η Άποψις του Ιησού Χριστού
Πώς πρέπει να βλέπουν τις προσπάθειες αποφυγής πληρωμής των φόρων τα άτομα που επιθυμούν να ζουν σύμφωνα με τις Γραφικές αρχές; Ας δούμε μερικά γνωστά λόγια του Ιησού Χριστού:
«Τότε υπήγον οι Φαρισαίοι και συνεβουλεύθησαν πώς να παγιδεύσωσιν αυτόν [τον Ιησού] εν λόγω. Και αποστέλλουσι προς αυτόν τους μαθητάς αυτών μετά των Ηρωδιανών, λέγοντες· Διδάσκαλε, εξεύρομεν ότι αληθής είσαι και την οδόν του Θεού εν αληθεία διδάσκεις και δεν σε μέλει περί ουδενός· διότι δεν βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων· είπε λοιπόν προς ημάς, τι σοι φαίνεται; είναι συγκεχωρημένον να δώσωμεν δασμόν εις τον Καίσαρα ή ουχί; Γνωρίσας δε ο Ιησούς την πονηρίαν αυτών, είπε· Τι με πειράζετε, υποκριταί; δείξατέ μοι το νόμισμα του δασμού. Οι δε έφεραν προς αυτόν δηνάριον. Και λέγει προς αυτούς· Τίνος είναι η εικών αύτη και η επιγραφή; Λέγουσι προς αυτόν· Του Καίσαρος. Τότε λέγει, προς αυτούς· Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα και τα του Θεού εις τον Θεόν.»—Ματθ. 22:15-21.
Επειδή πάνω στο δηνάριο υπήρχε η εικόνα του Καίσαρα, τα χρήματα προήρχοντο από τον Καίσαρα· και είχε το δικαίωμα να ζητήση μερικά απ’ αυτά πίσω υπό μορφή φόρων. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με τις κοσμικές κυβερνήσεις σήμερα. Δίδοντας συμβουλή για την πληρωμή φόρων, ο απόστολος Παύλος είπε τα εξής: «Απόδοτε εις πάντας τα οφειλόμενα.» Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι φόροι είναι κάτι, το ‘οφειλόμενο’ στην κυβέρνησι. Άσχετα με το πόσα χρήματα από τους φόρους μπορεί να χρησιμοποιούν οι αξιωματούχοι, αποτελεί Χριστιανικό καθήκον να πληρώνωνται.
Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου περιέχει μια ενδιαφέρουσα αφήγησι σχετικά με την πληρωμή φόρου από μέρους του Ιησού. Διαβάζομε τα εξής:
«Ότε δε ήλθον εις την Καπερναούμ, προσήλθον προς τον Πέτρον οι λαμβάνοντες τα δίδραχμα και είπον· Ο διδάσκαλος σας δεν πληρώνει τα δίδραχμα; Λέγει, Ναι. Και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, προέλαβεν αυτόν ο Ιησούς λέγων· Τι σοι φαίνεται, Σίμων; οι βασιλείς της γης από τίνων λαμβάνουσι φόρους ή δασμόν; Από των υιών αυτών ή από των ξένων; Λέγει προς αυτόν ο Πέτρος· Από των ξένων. Είπε προς αυτόν ο Ιησούς· Άρα ελεύθεροι είναι οι υιοί. Πλην δια να μη σκανδαλίσωμεν αυτούς, ύπαγε εις την θάλασσαν και ρίψον άγκιστρον και το πρώτον οψάριον, το οποίον αναβή, λάβε, και ανοίξας το στόμα αυτού θέλεις ευρεί στατήρα· εκείνον λαβών δος εις αυτούς δι’ εμέ και σε.»—Ματθ. 17:24-27.
Μολονότι ο Υιός του Θεού δεν ήταν υποχρεωμένος να πληρώση αυτό το δίδραχμο ως φόρο στο ναό, το πλήρωσε για να μη γίνη πρόσκομμα σκανδάλου στους άλλους. Αν το ενδιαφέρον του Ιησού για τους ομοπίστους του έφθασε μέχρι του σημείου να πληρώση έναν φόρο που δεν ήταν υποχρεωμένος να πληρώση, ασφαλώς εκείνοι που επιθυμούν να μιμούνται τον Χριστό θα πληρώνουν πρόθυμα τους φόρους που απαιτεί ο νόμος.
Ένα ωραίο κίνητρο γι’ αυτό μπορεί να εξαχθή από την εξής συμβουλή του Ιησού: «Ούτως ας λάμψη το φως σας έμπροσθεν των ανθρώπων, δια να ίδωσι τα καλά σας έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα σας τον εν τοις ουρανοίς.» (Ματθ. 5:16) Όταν οι Χριστιανοί συμπεριφέρωνται έντιμα, οι άλλοι υποκινούνται να βλέπουν με ευνοϊκό τρόπο τον Θεό τους και τον τρόπο λατρείας τους.
Μια έκθεσις που ελήφθη από το γραφείο τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στη Βραζιλία αναφέρει ένα παράδειγμα: «Στο Χοάο Πεσσόα, στην Πολιτεία Παραΐμπα, ένας πρεσβύτερος της εκκλησίας στη φυλή των Ιαγουάρων είπε ότι ο τοπικός έφορος ανέφερε. ‘Αυτός είναι ένας Μάρτυς του Ιεχωβά, έντιμος, πληρώνει τους φόρους του, βρίσκεται σ’ ένα υψηλό ηθικό επίπεδο.’ Ένας άλλος πρεσβύτερος, στην Παρανάιμπα, στην Πολιτεία Μάτο Γκρόσσο, έχει την επιχείρησί του, αλλά θεωρείται ως ο καλύτερος πελάτης της εφορίας. Ακόμη και οι έφοροι εκτιμούν την ειλικρίνειά του.»
«Μη Μεριμνάτε»
Αλλά τι μπορεί να λεχθή αν φαινομενικά, ο μόνος τρόπος για να μπορέση κανείς να επιζήση οικονομικώς, είναι η υποκλοπή στην πληρωμή φόρων; Θ’ αποβή υποβοηθητικό να εξετάσωμε ένα σημαντικό μάθημα που δίδαξε ο Ιησούς στην επί του Όρους Ομιλία του:
«Μη μεριμνάτε περί της ζωής σας τι να φάγητε και τι να πίητε, μηδέ περί του σώματός σας τι να ενδυθήτε· δεν είναι η ζωή τιμιώτερον της τροφής και το σώμα του ενδύματος; . . . Μη μεριμνήσητε λοιπόν λέγοντες, Τι να φάγωμεν ή τι να πίωμεν ή τι να ενδυθώμεν; Διότι πάντα ταύτα ζητούσιν οι εθνικοί· επειδή εξεύρει ο Πατήρ σας ο ουράνιος ότι έχετε χρείαν πάντων τούτων. Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή. Μη μεριμνήσητε λοιπόν περί της αύριον διότι η αύριο θέλει μεριμνήσει τα εαυτής· αρκετόν είναι εις την ημέραν το κακόν αυτής.»—Ματθ. 6:25, 31-34.
Εκείνοι, που επιζητούν πρώτον την «δικαιοσύνην του Θεού», προσπαθούν να διαμορφώσουν τις προσωπικότητές τους σύμφωνα με τις δίκαιες απαιτήσεις που εκτίθενται στην Αγία Γραφή. Έχουν τη διαβεβαίωσι του Υιού του Θεού ότι «ταύτα πάντα,» δηλαδή, οι καθημερινές ανάγκες διατροφής, ενδυμασίας και στέγης, ‘θέλουσι προστεθή.’ Εκείνοι που επιθυμούν να μιμηθούν τον Χριστό, δεν πρέπει να αφήνουν την ανησυχία για την απόκτησι των αναγκαίων της ζωής να τους οδηγή σε ανέντιμες πράξεις.
Σημειώστε μια παρόμοια συμβουλή που έδωσε ο απόστολος Παύλος και μια ειδική ευλογία που επέρχεται όταν κανείς την εφαρμόση: «Μη μεριμνάτε περί μηδενός, αλλ’ εν παντί πράγματι ας γνωρίζωνται τα ζητήματά σας προς τον Θεόν μετ’ ευχαριστίας δια της προσευχής και της δεήσεως. Και η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν θέλει διαφυλάξει τας καρδίας σας και τα διανοήματά σας δια του Ιησού Χριστού.» (Φιλιππ. 4:6, 7) Η απόλαυσις της ‘ειρήνης του Θεού’ που έρχεται όταν κανείς εμπιστεύεται, σ’ αυτόν, όταν προσκολλάται πιστά στις Βιβλικές αρχές και έχη μια καθαρή συνείδησι, είναι πραγματικά κάτι το ιδιαίτερο. Μια έκθεσις προς την Εταιρία Σκοπιά σχολιάζει τα εξής: Ένας άνδρας «ενοχλείτο συνεχώς από τους αξιωματούχους της εφορίας, επειδή η επιχείρησίς του ποτέ δεν ήταν εν τάξει. Όταν έμαθε τη Γραφική αλήθεια, ωστόσο, τακτοποίησε όλες τις υποθέσεις του και τώρα ζη ειρηνικά και δεν ενοχλείται πλέον από τους αξιωματούχους. . . . Οι αδελφοί που έχουν κάνει μια τέτοια προσπάθεια σ’ αυτές τις περιπτώσεις, λέγουν ότι έχουν ήρεμη συνείδησι, και ειρήνη διανοίας, επειδή υπακούουν στους νόμους.»
Οι οικονομικές πιέσεις και το ρεύμα της κοινής γνώμης σήμερα έχουν ωθήσει πολλούς να ενδώσουν σε ανειλικρίνεια όταν πρόκειται να πληρώσουν φόρους. Αλλά οι Γραφές ενθαρρύνουν τους Χριστιανούς να είναι ευσυνείδητοι στην πληρωμή των φόρων. Σ’ αυτήν, όπως και σε όλες τις άλλες πλευρές της ζωής, οι Θεοφοβούμενοι άνθρωποι επιθυμούν ν’ ακολουθούν το ωραίο παράδειγμα που μνημονεύεται στους Εβραίους 13:18: «Είμεθα πεπεισμένοι ότι έχουν καλήν συνείδησιν, θέλοντες να πολιτευώμεθα κατά πάντα καλώς.»a
[Υποσημειώσεις]
a Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ευθύνη του Χριστιανού να πληρώνη φόρους, βλέπε Η Σκοπιά 15 Ιανουαρίου 1972, σελίς 30, 31, στην Αγγλική.
«Ο τρόπος σας έστω αφιλάργυρος, αρκείσθε εις τα παρόντα, διότι αυτός είπε· Δεν θέλω σε αφήσει ουδέ σε εγκαταλείψει.»—Εβρ. 13:5.