Τη Νύχτα που οι Φονείς Έκαψαν το Σπίτι Τους
«Ο θόρυβος από σπάσιμο τζαμιών και μια βοή μ’ έκαμαν να τιναχτώ αμέσως από το κρεββάτι,» έλεγε η Τζάννετ Τόμας.
«Η πόρτα του χωλ ήταν ανοιχτή και είδα εκείνο τον τοίχο από φλόγες να πετάγεται από το λίβινγκ-ρουμ. Έβαλα τις φωνές και πετάχτηκα τόσο απότομα ώστε ο Τζέημς τινάχτηκε επάνω από τον βαθύ του ύπνο φωνάζοντας. Τρέξαμε στο χωλ, αλλά ο καπνός μάς ακινητοποίησε—ήταν τόσο ζεστός και μαύρος ώστε μας έκλεισε το στόμα και μας έπνιξε . . .»
«Ήταν πνιγηρός καπνός,» την διέκοψε ο σύζυγος της, ο Τζέημς. «Πρέπει να ήταν η φθηνότερη βενζίνη αναμιγμένη πιθανόν με φωτιστικό πετρέλαιο. Τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ούτε δύο δευτερόλεπτα αν τον ανέπνεαν.»
Οι δολοφόνοι είχαν χύσει στο λίβινγκ-ρουμ τρία δοχεία των πέντε γαλλονιών με καύσιμη ύλη. Εκεί η δεκαοχτάχρονη κόρη των Τόμας κοίταζε τηλεόρασι· τα τέσσερα μικρότερα παιδιά είχαν ήδη πάει για ύπνο.
Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος από το λίβινγκ-ρουμ και ήταν αδύνατον να πάη κανείς εκεί μέσα από τον καπνό και τις φλόγες. «Ψάχναμε για τα σκαλοπάτια—τα τρία μικρότερα κορίτσια ήσαν επάνω,» εξήγησε ο Τζέημς.
Η ζέστη όμως και ο καπνός είχαν ήδη φουντώσει και τους απώθησαν. Έτρεξαν κάτω στο χωλ και η Τζάννετ κατευθύνθηκε αριστερά προς την κουζίνα και ο Τζέημς προς τα δεξιά, στο δωμάτιο της μεγάλης κόρης, ελπίζοντας ότι μπορεί να ήταν εκεί—αλλά δεν ήταν. «Μπορούσα να αισθανθώ το καψάλισμα των μαλλιών μου και τα μάτια μου έκαιγαν,» θυμάται ο Τζέημς, «και ήξερα πως μια βαθειά αναπνοή θα ήταν η τελευταία μου.»
Εκείνη τη στιγμή ο Τζέημς έσπασε ένα παράθυρο με τη γροθιά του και βυθίσθηκε με το κεφάλι μέσα στους καπνούς. Αμέσως κατόπιν άρχισε να τρέχη προς το πίσω μέρος του σπιτιού.
Στην κουζίνα, η Τζάννετ κρατούσε την αναπνοή της και πίεζε βίαια το πόμολο της πόρτας επειδή είχε ξεχάσει τον σύρτη. «Έσπρωχνα την πόρτα,» είπε, «και ήταν τόσο ζεστή ώστε ξεφλούδισε η επιδερμίδα του χεριού μου.» Στην απόγνωσί της τράβηξε τον σύρτη και, καθώς άνοιξε η πόρτα, κάτι την ακούμπησε—ένα από τα σκυλιά.
Τζέημς: «Την είδα να παραπατάη στην πίσω βεράντα. Την συγκράτησα. Φώναξε τα ονόματα των παιδιών. Το ίδιο έκαμα κι εγώ. Αλλά δεν υπήρχε τρόπος ν’ ανεβή κανείς στο πάνω πάτωμα. Μπορούσε ν’ ακούση κανείς το τρίξιμο της φωτιάς και ολόκληρο το σπίτι εφλέγετο.»
«Πέρνα από το γκαράζ και βγάλε έξω τον Στέφανο!» φώναξε η Τζάννετ.
Καθώς ώρμησαν μέσα στο γκαράζ, ο Τζέημς σκόνταψε σε ένα δοχείο βενζίνης, που ήταν ακόμη γεμάτο. «Κάποιος μας βάζει φωτιά!» φώναξε.
Έρριξε το βάρος του αμέσως πάνω στην κλειδωμένη πόρτα που ωδηγούσε στο δωμάτιο του Στεφάνου και η γυναίκα του έρριξε το βάρος της επάνω του. Η πόρτα υπεχώρησε, αλλά φλόγες και καπνός τους τίναξαν πίσω. Ήταν αδύνατον να περάση άνθρωπος.
Έξω, στο πίσω παράθυρο, ο Τζέημς ξήλωσε με τα χέρια του τις μεταλλικές γρίλλιες από τα στηρίγματα τους. Έφθασε μέσα και αισθάνθηκε τις κουβέρτες να καίγωνται, αλλά ο δωδεκάχρονος Στέφανος δεν ήταν εκεί.
Σε κατάστασι έξαλλης υστερίας έτρεχαν γύρω από το σπίτι, φωνάζοντας τα ονόματα των παιδιών—Τζάννετ, Κίνθια, Στέφανε, Άλλισον. Οι εμπρησταί είχαν περιβρέξει την πρόσοψι του σπιτιού, ακόμη και την κάντιλλακ που ήταν σταθμευμένη εμπρός—όλα είχαν γίνη παρανάλωμα πυρός.
«Είδα φώτα αυτοκινήτου να έρχωνται από τον δρόμο,» θυμάται ο Τζέημς. «‘Καίγονται τα παιδιά μας μέσα’,» φώναξα. Ο άνθρωπος μού είπε ότι θα έσπευδαν για βοήθεια.»
Η πυρκαϊά συνέχιζε να βουίζη. Κανείς δεν επρόκειτο να διασωθή εκτός από το ζεύγος και τον ένα σκύλο. «Τον βρήκαν μια ημέρα αργότερα να γαυγίζη στο δάσος,» είπε η Τζάννετ. «Ήσαν και τα τρία καλά σκυλιά. Είχε βρέξει και ο καιρός ήταν ψυχρός εκείνη την ημέρα κι έτσι είπα ‘φέρε μέσα τους σκύλους.’ Αν δεν το είχα κάνει αυτό θα μας είχαν προειδοποιήσει.»
Έφθασε επί τόπου η πυροσβεστική υπηρεσία του Μονρόε της Γεωργίας καθώς επίσης και ο σερίφης. Οι πυροσβέστες γύριζαν γύρω-γύρω. Κάποιος αστυνόμος αναστέναζε: «Ω! Θεέ μου!» Έφθασε ένα νοσοκομειακό και πήρε τον Τζέημς και την Τζάννετ.
Ποιος Το Έκανε και Γιατί;
Δέκα ημέρες αργότερα η Τζάννετ εξακολουθούσε να βρίσκεται στο Γενικό Νοσοκομείο Άθενς της Γεωργίας. Τα εγκαύματα πρώτου βαθμού, που είχε στο πρόσωπο της, άφησαν το δέρμα της γεμάτο φουσκάλες. Στο επάνω μέρος του αριστερού της βραχίονος είχε ένα μεγάλο κατάπλασμα από μαλακτικά για τον σχηματισμό νέου δέρματος λόγω των εγκαυμάτων δευτέρου βαθμού. Ο Τζέημς γλύτωσε από σωματικό τραυματισμό.
Η Κομητεία Γουώλτον ήταν ακόμη ταραγμένη από την τραγωδία. Τα μέσα επικοινωνίας, τοπικοί και άλλοι αξιωματούχοι της πολιτείας ρωτούσαν, ‘Ποιος το έκανε και γιατί;’
«Έφυγαν από τη Νέα Υόρκη για ν’ Αποφύγουν το Έγκλημα,» έγραφε μια επικεφαλίδα στην εφημερίδα Ντέηλυ Νιούς της Γκουίννετ. «Ο Τζέημς Τόμας, ο πρεσβύτερος, ήλθε εδώ με την οικογένεια του τον Ιούνιο για να γλυτώση από το έγκλημα της Πόλεως της Νέας Υόρκης και για να βελτιωθή η υγεία της συζύγου του. Την Παρασκευή έθαψε πέντε από τα παιδιά του, τα αθώα θύματα προφανώς μιας σπείρας κακοποιών.»
Η εφημερίδα Τζώρναλ της Ατλάντα έγραψε: «Η οικογένεια Τόμας είναι μαύροι που νοίκιασαν ένα σπίτι περίπου τρία μίλια ανατολικά του Μονρόε και περιτριγυρίζοντο από αρκετούς λευκούς αγρότες. Αλλά δεν υπήρχε ανταγωνισμός προς την οικογένεια, είπαν οι Τόμας. Οι έρευνες το απέδειξαν.»
Η εφημερίδα προσέθεσε: ‘Αυτό που ενδιέφερε τους ειδικούς στην εξιχνίασι της υποθέσεως, ήταν ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού είχε και ένα άλλο σπίτι, που ήταν άδειο, το οποίο κάηκε δύο ώρες αργότερα στη γειτονική Κομητεία Μπάρρο.»
Ιδιοκτήτρια και των δύο σπιτιών ήταν μια γυναίκα που ο άνδρας της είχε πρόσφατα δολοφονηθή, όταν έλαβε μια δικαστική κλήσι για να παρουσιασθή σαν μάρτυρας σε μια υπόθεσι. Ένα άλλο μέλος της οικογενείας της ελέγετο ότι είχε καταδικασθή για παράνομη παρασκευή οινοπνευματωδών ποτών. Προφανώς επήλθε σαν σοκ στους νεοφερμένους, όπως ήσαν οι Τόμας, το γεγονός ότι το γκαγκστερικού τύπου έγκλημα ανθούσε και σ’ αυτή ακόμη την αγροτική περιοχή της βορείου Γεωργίας.
Έτσι, είναι προφανές ότι η οικογένεια Τόμας είχε πέσει θύμα αντεκδικήσεως. Όπως παρετήρησε ένας συγγραφέας: «Το μόνο σφάλμα τους είναι ότι έμεναν στο ακατάλληλο σπίτι στον ακατάλληλο καιρό.»
«Δεν Μισώ—Δεν θα Μισήσω»
Το πιο μεγάλο πρόβλημα εκείνη τη νύκτα ήταν πώς να ειδοποιήσουν τα τρία μεγαλύτερα παντρεμένα παιδιά, στη Νέα Υόρκη. Ο είκοσι δύο ετών Τζέημς, ο υιός, θυμάται: «Ξέρετε τι σημαίνει να σε ξυπνούν το πρωί και να σου λένε ότι πέντε μέλη της οικογενείας σου κάηκαν—στην αρχή αγρίεψα. Μετά σκέφθηκα την αδελφή μου Έλεν, που ήταν στο όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της, και πώς θα της το έλεγα.»
Την άλλη μέρα ένας σερίφης της κομητείας και ένας δημοσιογράφος παρετηρούσαν τον υιό Τζέημς καθώς έβλεπε τα ερείπια. Ο Τζων Γιόρκ της εφημερίδος Τζώρναλ της Ατλάντα έγραψε:
«Μολονότι είχαν περάσει 12 ώρες από τότε που εκδηλώθηκε η φωτιά, μικρές φλόγες εξακολουθούσαν να βγαίνουν κάτω από το φως του ήλιου στο μέρος όπου στεκόταν ακόμη κάποιος τοίχος. Μερικές φορές η χαρακτηριστική μυρωδιά καμένης σάρκας ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα και κάτω προς τον δρόμο όπου οι περαστικοί εστέκοντο όλη την ημέρα.»
Σε μια στιγμή ο νεαρός Τόμας πετάχτηκε προς τα απανθρακωμένα ξύλα. «Με είδαν έτσι και σκέφθηκαν ότι ήμουν κάποιος που είχε έλθει για εκδίκησι από τη Νέα Υόρκη,» εξήγησε ο νεαρός Τζέημς. «Αλλά αργότερα, στο γραφείο του σερίφη, τους είπα ότι ξέσπασα έτσι όχι από θυμό, αλλά από απελπισία. Όχι, δεν μισώ—ούτε θα μισήσω—αυτούς που το έκαναν.» Η μητέρα του συμφώνησε.
Πίστις και Αδελφοσύνη που Εκπλήσσουν
Οι παρατηρηταί της κηδείας στάθηκαν με δέος όταν ο Τζέημς, ο πατέρας και τα υπόλοιπα παιδιά του δεν ξέσπασαν με υστερική θλίψι και απόγνωσι. Η υστερία σταμάτησε μετά την πρώτη ώρα του ολοκαυτώματος. «Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι η πίστις μας είναι πραγματική,» εξήγησε ο πατέρας. Όπως ακριβώς συνέβαινε και με τη δυσπιστία των ανθρώπων στις μέρες του αποστόλου Παύλου όταν αναφώνησε: «Τι απίστευτον κρίνεται εις εσάς, ότι ο Θεός ανιστά νεκρούς;»—Πράξ. 26:8.
Ο υιός Τζέημς είπε με απορία, «Αν οι άνθρωποι στις εκκλησίες που λένε ότι πιστεύουν πώς τα παιδιά τους πηγαίνουν στον ουρανό μετά τον θάνατο—αν πράγματι το πιστεύουν αυτό—γιατί νοιώθουν τέτοια απελπισία;»
Η μητέρα κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας, «Τα δάκρυα μου προέρχονται από ανθρώπινη συγκίνησι όχι από τη θλίψι που θα υπέφεραν άλλοι που δεν έχουν ελπίδα. Πλησιάζοντας τον Ιεχωβά αποκτώ την ασφάλεια που παρέχει στον Λόγο του, τη Βίβλο. Γνωρίζω τώρα πόσο μεγάλη είναι στην πραγματικότητα η οικογένεια μου. Δεν αποτελείται μόνον από παιδιά και εγγόνια, αλλά από εκατοντάδες και χιλιάδες Χριστιανών αδελφών. Έρχονται, μου τηλεφωνούν και μου γράφουν. Με αφήνουν να καταλάβω ότι αισθάνονται πληγωμένοι όπως κι εμείς είμαστε πληγωμένοι.»
Ο άνδρας της πρόσθεσε: «Τα λόγια του Ιησού, ότι θα αποκτήση κανείς εκατονταπλάσιους αδελφούς και αδελφές, απεδείχθησαν αληθινά.»—Μάρκος 10:30.
Από τις πρώτες ακόμη πρωινές ώρες ένας αδιάκοπος χείμαρρος Μαρτύρων του Ιεχωβά από κοντά και μακρυά άρχισε να καταφθάνη στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Η διεύθυνσις δεν είχε ιδεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Ένας δημοσιογράφος είπε με θαυμασμό: «Οι μισοί είναι μαύροι, οι άλλοι μισοί λευκοί, αλλά δεν υπάρχει καμμιά διαφορά, δεν τους αφορά τίποτε άλλο παρά μόνον ότι ωρισμένοι φίλοι τους υποφέρουν.» Οι έκπληκτες αρχές του νοσοκομείου έδωσαν μια άνευ προηγουμένου άδεια στους επισκέπτες να έρχωνται οποιαδήποτε ώρα. «Φαίνεται ότι είναι η καλύτερη θεραπεία για την Κυρία Τόμας,» εξήγησε μία προϊσταμένη.
Οι Άνθρωποι Έδωσαν από την Καρδιά Τους
«Ο γιατρός μου στεκόταν εδώ με δάκρυα στα μάτια του» εξήγησε η Τζάννετ. «Σκεπτόταν τα δικά του παιδιά που κοιμόντουσαν στο σπίτι τους στο Κέιπ Κοντ. Φρόντισε να φέρουν και ένα δεύτερο κρεββάτι ώστε ο σύζυγος μου να μπορή να βρίσκεται όλη την ώρα εδώ. Μας είπε να μην ανησυχούμε αν η νοσοκομειακή μας περίθαλψις δεν τα εκάλυπτε όλα—θα φρόντιζε γι’ αυτό ο ίδιος.»
Βρέθηκε ένα διαμέρισμα για την οικογένεια Τόμας στο Μονρόε κοντά σε άλλους Μάρτυρες. Την πρώτη εβδομάδα έφθασαν τόσο πολλά ρούχα και έπιπλα ώστε δεν υπήρχε πλέον άλλος χώρος. Η τοπική εκκλησία και διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις ερώτησαν αν μπορούσαν να βοηθήσουν. Ο Σύνδεσμος Αεροπόρων του Μονρόε έκανε έρανο στα σπίτια για τη συλλογή ενός ποσού για την οικογένεια. Καθηγητές και μαθητές των σχολείων όπου φοιτούσαν τα παιδιά των Τόμας συγκέντρωσαν χρηματικά ποσά στην Εθνική Τράπεζα της Κομητείας Γουώλτον στο Μονρόε, ανοίχτηκε ένας λογαριασμός στο όνομα της οικογενείας Τόμας. Κατετέθησαν συνεισφορές από πολύ μακρυά, όπως το Κάνσας και το Νέο Μεξικό.
Αίσθημα Απωλείας, αλλά μια Βεβαία Ελπίδα
Υπάρχουν βέβαια και οι άσχημες στιγμές. «Η νύχτα είναι η πιο ανυπόφορη,» ωμολόγησε η Τζάννετ. «Όταν πηγαίνω για ύπνο, αρχίζω να ξαναζώ εκείνο τον εφιάλτη. Δεν θέλω να πάρω ναρκωτικά φάρμακα. Αλλά ένας Μάρτυς μού έφερε ένα μαγνητόφωνο και μια μικρή βαλίτσα γεμάτη κασέτες. Κοιμάμαι ακούγοντας ομιλίες από τις Χριστιανικές μας συνελεύσεις.»
Ο σύζυγος της δεν είχε προβλήματα ύπνου. «Στη διάρκεια των γευμάτων αισθάνομαι πολύ άσχημα. Σ’ εκείνο το σπίτι τα παιδιά μας πέρασαν τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής τους. Ήταν το πιο ωραίο σπίτι που είχαμε ποτέ. Έκοψαν τα χορτάρια που υπήρχαν ολόγυρα κι έφτιαξαν γκαζόν. Αλλά στα γεύματα ήταν που τα παιδιά μας ήσαν πιο χαρούμενα από ποτέ. Ποτέ δεν έχεις ακούσει τέτοιο βουητό.»
Η οικογένεια Τόμας περιμένει πάλι τέτοιους ευτυχισμένους καιρούς, εδώ στη γη, όταν τα παιδιά τους θα επανέλθουν στη ζωή. Ο Ιησούς Χριστός είπε «Έρχεται ώρα, καθ’ ην πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν ακούσει την φωνήν αυτού, και θέλουσιν εξέλθει.» (Ιωαν. 5:28-29· Πράξ. 24:15) Και η Βίβλος περιγράφει πώς θα μοιάζη τότε η ζωή: «Και αυτός ο Θεός θέλει είσθαι μετ’ αυτών και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος δεν θέλει υπάρχει πλέον, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος δεν θέλουσιν υπάρχει πλέον διότι τα πρώτα παρήλθον.» (Αποκάλ. 21:3, 4) Αυτές είναι Βιβλικές προφητείες στις οποίες οι Τόμας έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη.
Αυτή η βεβαία ελπίδα καθιστά δυνατή μία ευχάριστη εξομάλυνσι της τραγωδίας.