Οικονομικές “Ουαί” Πλήττουν τις Εκκλησίες
ΑΥΤΕΣ τις μέρες της οικονομικής πιέσεως οι άνθρωποι συνήθως δαπανούν χρήματα μόνο για πράγματα που χρειάζονται πραγματικά. Αισθάνονται την ανάγκη της θρησκείας; Οι στατιστικές δείχνουν ότι διαθέτουν λιγώτερα χρήματα για τη θρησκεία. Ως αποτέλεσμα, πολλές εκκλησίες και άλλες θρησκευτικές οργανώσεις υποφέρουν από οικονομικά προβλήματα.
Γενικά η αναλογία των χρημάτων που συνεισφέρουν οι Αμερικανοί στις θρησκευτικές τους οργανώσεις έχει πέσει. Το 1964, οι εκκλησίες έλαβαν σχεδόν το 50 τοις εκατό όλων των χρημάτων που δόθηκαν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Το 1973, έλαβαν μόνο το 41 τοις εκατό περίπου, δηλαδή δέκα δισεκατομμύρια δολλάρια αυτού του ποσού. Το 1974 η κατάστασις ήταν περίπου η ίδια. Αυτό αποτελεί πράγματι μεγάλη πτώσι.
Ενώ τα έσοδα των περισσοτέρων εκκλησιών μειώνονται, τα έξοδα των εκκλησιών ανέρχονται. Η Καθολική Αρχιεπισκοπή του Σαν Φρανσίσκο της Καλιφορνίας αναφέρει ότι για κάθε επί πλέον δολλάριο που ελάμβανε κατά τα τελευταία έτη, πλήρωνε πέντε δολλάρια για τα έξοδα που έχουν αυξηθή. Και μια έκθεσι από το Λίβερπουλ της Αγγλίας λέγει: «Οι εισπράξεις δεν συμβαδίζουν με τα ανερχόμενα έξοδα.»
Το Αποτέλεσμα των Οικονομικών «Ουαί»
Ο Υπουργός του Παπικού Κράτους Καρδινάλιος Ζαν Βιλλό προειδοποίησε για πιθανή μείωσι του αριθμού του προσωπικού του Βατικανού, λόγω των διαρκώς αυξανομένων εξόδων. Μεταξύ των μέτρων λιτότητος που ήδη ετέθησαν σε ισχύ, είναι οι υψηλότερες τιμές στα σούπερ-μάρκετ και στους σταθμούς βενζίνης του Βατικανού. Η οικονομική κατάστασις του Βατικανού ασφαλώς δεν βελτιώθηκε το 1974 όταν έχασε περίπου 56 εκατομμύρια δολλάρια στο τραπεζιτικό σκάνδαλο της Σιντόνα της Ιταλίας.
Πολλές Προτεσταντικές εκκλησίες πιέζονται μεταξύ των μειουμένων προσφορών και των ανερχομένων εξόδων. Ως αποτέλεσμα, στη διάρκεια του 1974 η Βαπτιστική Εκκλησία του Εσταυρωμένου στο Ντένβερ υπέβαλε αίτησι πτωχεύσεως· η Βαπτιστική Εκκλησία της Οδού Τόμας στο Λύντσμπουργκ της Βιργινίας ετέθη σε ουσιαστική πτώχευσι και ο δημοφιλής Καθεδρικός ναός του Τουμόρρο του Ρεξ Χάρμπαρντ στο Άκρον του Οχάιο μόλις που ξέφυγε την πτώχευσι.
Το γνωστό περιοδικό Κριστιάνιτη Τουντέη των Ευαγγελικών έγραψε προσφάτως: «Για πρώτη φορά σε δέκα χρόνια η Αμερικανική Βιβλική Εταιρία έκαμε ισχυρή οικονομική έκκλησι έξη βδομάδες πριν από το τέλος του έτους . . . Η οργάνωσις «Θρησκευτική Κληρονομία της Αμερικής» έκαμε αλλαγές για να μειώση τα έξοδα της ώστε να μπορέση να επιβιώση. Ο Μπίλλυ Γκράχαμ ανήγγειλε σχέδια περιορισμού.»
Οι εκκλησιαστικές έδρες, γενικά, υποφέρουν ακόμη πιο πολύ από τις τοπικές εκκλησίες. Γιατί; Διότι οι τοπικές εκκλησίες κρατούν όλα όσα μπορούν για τα έξοδά τους, κι έτσι μειώνουν την ενίσχνυσί τους προς τις «μητέρες εκκλησίες,»
Οι Ιουδαϊκές συναγωγές, επίσης, δεν ξέρουν πού να στραφούν για να βγουν από την οικονομική τους αμηχανία. «Οι εκκλησίες μας περνούν την πιο δύσκολη κρίσι,» λέγει ο Ραββίνος Μπέρναρντ Ντούκοφ, πρόεδρος του Σώματος των Ραββίνων της Βορείου Καλιφόρνιας και διευθυντής του συμβουλίου Ιουδαϊκής Εκπαιδεύσεως, και προσθέτει: «Πολλές εκκλησίες δοκιμάζουν σοβαρό έλλειμμα. Είναι υποχρεωμένες να μειώσουν το προσωπικό και να ζητήσουν αύξησι των συνεισφορών.»
Και οι πάστορες ατομικά αισθάνονται επίσης ότι πιέζονται από οικονομικά προβλήματα. Μια μελέτη διαρκείας ενός έτους μεταξύ δέκα εννέα Προτεσταντικών δογμάτων από το Εθνικό Συμβούλιο του Γραφείου Θρησκευτικής Ηγεσίας των Εκκλησιών αποκαλύπτει ότι το 22 τοις εκατό των ενοριακών παστόρων έχουν παράλληλα κοσμικές εργασίες. Αυτός ο αριθμός είναι κατά 15 τοις εκατό μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν δέκα χρόνια προηγουμένως. Τώρα το 45 τοις εκατό των συζύγων των παστόρων εργάζονται, διπλάσιος αριθμός απ’ ό,τι μια δεκαετία προηγουμένως.
Δεν Είναι Μόνον Οικονομικό Ζήτημα
Αλλά οφείλεται πραγματικά αυτή η θρησκευτική οικονομική στενοχώρια μόνο στη γενική οικονομική κρίσι; Όχι. Φαίνεται ότι αυτό το ζήτημα περιλαμβάνει πολύ περισσότερα πράγματα.
Παραδείγματος χάριν, παρά τα οικονομικά προβλήματα, ο κόσμος ξοδεύει όλο και περισσότερα χρήματα στην αναψυχή και τη διασκέδασι. Μ’ άλλα λόγια, οι άνθρωποι έχουν αρκετά χρήματα για διασκεδάσεις, για πράγματα που θέλουν να κάνουν—αλλά όχι για τη θρησκεία. Έτσι, το περιοδικό Μπήζνες Γουήκ αναφέρει ότι ο Ορβίλ Σλάτσκη, ιδιοκτήτης μιας τεράστιας περιοχής για σκι κοντά στην πόλι της Νέας Υόρκης, είπε καθώς κοίταζε τους παραθεριστές του Πάσχα: «Πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να είναι χωρίς δουλειά, αλλά παίρνουν επίδομα ανεργίας και το ξοδεύουν για να διασκεδάσουν.» Οι κινηματογράφοι ακμάζουν.
Τότε, τι βρίσκεται πραγματικά στη ρίζα της ελλείψεως χρημάτων των εκκλησιών;
Προφανώς ο μέσος εκκλησιαζόμενος δεν πιστεύει ότι είναι σπουδαίο να δίνη χρήματα στην εκκλησία του!
Φαίνεται ότι πολλοί έχουν αυτή τη γνώμη επειδή έχασαν τον σεβασμό τους για τις εκκλησίες και, ως αποτέλεσμα, οι εκκλησίες έχασαν τον έλεγχο των ποιμνίων τους. Το Καθολικό περιοδικό Κόμμονγουηλ ομολογεί: «Όταν ο Πάπας ομιλή, ομιλεί σε ολοένα μικρότερο ακροατήριο, . . . Τον Αγνοούν . . . κατά μέγα μέρος επειδή ο παπισμός δεν θεωρείται πια ισχυρή ηθική δύναμις.»
Στα μάτια πολλών ανθρώπων η εκκλησία δεν διαφέρει τώρα καθόλου από οποιοδήποτε άλλο ίδρυμα του κόσμου. Όταν οι πολιτικοί καλούν για πόλεμο, οι εκκλησίες τους μιμούνται. Όταν η σεξουαλική ανεκτικότης γίνεται δημοφιλής, οι εκκλησίες την ενθαρρύνουν. Όταν η «επιστήμη» επικρίνη την Αγία Γραφή ως εσφαλμένη, ο κλήρος συμφωνεί. Έτσι, οι άνθρωποι συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει διάκρισις μεταξύ των εκκλησιών και του υπόλοιπου κόσμου.
Έμφασις στα Χρήματα
Ένα άλλο πράγμα, επίσης, είναι η έμφασις που δίνουν οι εκκλησίες στα χρήματα. Οι λοταρίες και τα τυχερά παιχνίδια που γίνονται υπό την επίβλεψι των εκκλησιών ανθούν καθώς οι εκκλησίες προσπαθούν να συγκεντρώσουν χρήματα. Σε αντίθεσι με τη Βιβλική διδασκαλία, οι εκκλησίες δίνουν πολλή προσοχή στη συγκέντρωσι κεφαλαίων και αυτό έχει απομακρύνει πολλούς ανθρώπους.
Παραδείγματος χάριν, ο δεκατισμός (είσπραξις των δεκάτων) προεξέχει σε μερικές εκκλησίες. Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν, όπως και στον Μωσαϊκό νόμο που δόθηκε στο αρχαίο έθνος Ισραήλ, ο Θεός απαιτούσε να δίνη ο λαός του στους Λευίτες που υπηρετούσαν στον ναό τουλάχιστον το ένα δέκατο απ’ όσα κέρδιζαν. Αλλ’ αυτή η απαίτησις τερματίσθηκε με τον θάνατο και την ανάστασι του Ιησού Χριστού. (Κολ. 2:14) Η Αγία Γραφή δείχνει ότι στην αληθινή Χριστιανική εκκλησία ο καθένας πρέπει να δίνη τις χρηματικές συνεισφορές του «κατά την προαίρεσιν της καρδίας αυτού» και όχι «εξ ανάγκης.»—2 Κορ. 9:6, 7.
Εν τούτοις, ο Ρόμπερτ Σούλλερ, πάστωρ της Κοινοτικής Εκκλησίας του Άλσους της Καλιφορνίας λέγεται ότι συμβούλευσε: «Πιστεύομε ότι οι ειλικρινείς δόται των δεκάτων θα λάβουν μοναδικές οικονομικές ευλογίες . . . διότι συνεισφέρουν πιστά στο έργο του Θεού.» Και ο Τζων Ντάρκη, ο οποίος δίνει μαθήματα «αποτελεσματικής διαχειρίσεως» σε εκκλησιαστικούς ομίλους, λέγει ότι «η λύσις για να έχετε άφθονα τα προς το ζην σε καιρούς σαν αυτούς, είναι να δίνετε τα δέκατα για να ευημερήτε.» Προσθέτει: «Αυτοί, που δίνουν και εμπιστεύονται (στον Θεό) ποτέ δεν θα έχουν πρόβλημα ατυχίας ή οικονομικών αποτυχιών.»
Ο Χαφ ΜακΝατ από το Μαϊάμι της Φλώριδας διαφωνεί. Έκανε αγωγή στην εκκλησία του, υποστηρίζοντας ότι ‘ο Θεός δεν έχει ανταμείψει τα 800 δολλάρια που πρόσφερε σε δέκατα!’ Ισχυρίζεται ότι παρά τα λεγόμενα του κήρυκος, δεν έλαβε ‘ούτε ευλογίες ούτε ανταμοιβές στα τρία χρόνια που πέρασαν μετά την προσφορά του.’
Πού Είναι η Πνευματική Τροφή;
Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος για τις οικονομικές στενοχώριες και αυτός σχετίζεται με το θέμα των ψευδών διδασκαλιών. Είναι η αυξανόμενη συνείδησις από μέρους του κοινού ότι οι εκκλησίες δεν έχουν προμηθεύσει πραγματικά πνευματικά οφέλη στα μέλη τους.
Χωρίς αμφιβολία αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον πολλά θρησκευτικά περιοδικά έκλεισαν κι έπαψαν να εκδίδωνται τους τελευταίους μήνες. Η έκδοσις Δη Κρίστιαν Σέντσιουρη λέγει: «Το γεγονός είναι ότι στον Αμερικανικό Προτεσταντισμό τα γενικά θρησκευτικά περιοδικά έχουν σχεδόν εκλείψει.»
Αλλά υπάρχει κάποιος θρησκευτικός όμιλος που δεν δίνει έμφασι στην υλιστική πλευρά των πραγμάτων; Υπάρχουν εκδόσεις που βοηθούν τον άνθρωπο ν’ απαλλαγή από εσφαλμένα έθιμα, συνήθειες και σκέψεις και πραγματικά τον βοηθούν ν’ ανακαινίση τη διάνοιά του και να μιμήται τον Θεό;
Ας εξετάσωμε. Το 1879 η δεύτερη έκδοσι του περιοδικού Η Σκοπιά (που ωνομαζόταν τότε Σκοπιά της Σιών), έγραφε τα εξής:
«‘Η Σκοπιά της Σιών’ έχει, όπως πιστεύομε, τον ΙΕΧΩΒΑ υποστηρικτή της και εφ’ όσον συμβαίνει έτσι ποτέ δεν θα εκλιπαρήσωμε ούτε θα παρακαλέσωμε ανθρώπους για υποστήριξι. Όταν Εκείνος που λέγει: ‘Όλος ο χρυσός και ο άργυρος των ορέων είναι ιδικός μου,’ δεν μπορέση να προμηθεύση τα αναγκαία κεφάλαια, τότε θα καταλάβουμε ότι είναι καιρός να διακόψουμε την έκδοσι.»
Εκείνο το τεύχος του περιοδικού στοίχιζε πέντε σεντς (1,50 δραχμές). Σήμερα Η Σκοπιά ακόμη στοιχίζει πέντε σεντς στις Η.Π.Α.—παρά την πολύ υψηλότερη παραγωγή και τα ταχυδρομικά τέλη. Έχει αυξηθή από κυκλοφορία μερικών χιλιάδων αντιτύπων σε δέκα σχεδόν εκατομμύρια αντίτυπα που εκδίδονται κάθε δύο βδομάδες. Δεν δείχνει αυτό ότι είχε πραγματική και ισχυρή επίδρασι στο ν’ αλλάξουν οι άνθρωποι άποψι προς το καλύτερο; Πράγματι, δίνει έμφασι στις πνευματικές αξίες, όχι στις υλικές,
Στη διάρκεια περισσοτέρων από εννενήντα έξη ετών κυκλοφορίας, Η Σκοπιά συνεχώς συνιστούσε τις υψηλές αρχές του Ιεχωβά Θεού όπως εκτίθενται στη Βίβλο. Πολλά άτομα διαβάζουν Τη Σκοπιά επί δεκαετηρίδες. Λογικά, έφθασαν στο σημείο να εκτιμήσουν πώς Η Σκοπιά κατευθύνει την προσοχή των ανθρώπων στην Αγία Γραφή. Πράγματι, όπως όλοι οι άλλοι, και αυτοί έχουν τη μερίδα τους στα προσωπικά οικονομικά προβλήματα. Αλλά δεν είναι ανακουφιστικό γι’ αυτούς να γνωρίζουν ότι στην τοπική εκκλησία των μαρτύρων του Ιεχωβά ποτέ δεν θα υποχρεωθούν να καταβάλουν ένα ποσοστό από τα έσοδά τους; Ούτε θα τους επιβληθούν αντιγραφικοί τρόποι συγκεντρώσεως χρημάτων. Στην Αίθουσα Βασιλείας σε μια όχι εμφανή θέσι βρίσκεται ένα κουτί συνεισφορών για χρήσι εκείνων που επιθυμούν εκουσίως να δώσουν χρήματα για να υποστηρίξουν το έργο της εκκλησίας. Δεν ζητούνται επίσης οι δωρεές που στέλλονται ταχυδρομικώς στα Κεντρικά Γραφεία της Εταιρίας Σκοπιά, αλλά είναι εντελώς εκούσιες.
Έτσι, είναι φανερό ότι οι «ουαί» που έχουν επέλθει στις εκκλησίες δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των γενικών οικονομικών προβλημάτων. Δεν δείχνει αυτό ότι έχασαν την υποστήριξι του λαού επειδή δεν επιδιώκουν πια πνευματικά πλούτη, αλλά αντιθέτως, υλικά; Γιατί να τους υποστηρίξετε; Αντιθέτως, συνδεθήτε μ’ εκείνους που απολαμβάνουν πραγματικά και διαρκή πνευματικά αγαθά.