Οι Εκκλησίες της Γερμανίας σε Ταραχή
Από τον ανταποκριτή του «Ξύπνα!» στη Γερμανία
ΚΑΘΕ χρόνο τώρα δεκάδες χιλιάδες ατόμων εγκαταλείπουν τόσο τις Προτεσταντικές όσο και τις Ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες στη Γερμανία. Ο Επίσκοπος Βερολίνου-Μαγδεμβούργου, Κουρτ Σαρφ, παρετήρησε: «Η κατάστασις της εκκλησίας στη Γερμανία και το Δυτικό Βερολίνο έχει γίνει περισσότερο κρίσιμη. Ο αριθμός αυτών που εγκαταλείπουν την εκκλησία είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι ανεμένετο.»
Σχόλια για την τάσι αυτή έγιναν στο 49ο συνέδριο για τους Γερμανούς Πάστορας στο Ντάρμσταντ τον Σεπτέμβριο του 1970. Επί παραδείγματι, ο καθηγητής της Φρανκφούρτης Χανς Ράουζενχενμπεργκερ παρετήρησε: «Προς το παρόν στη χώρα αυτή δεν υπάρχει καμμιά επιθυμία που να τους ωθεί ν’ ακούσουν κάποιο κήρυγμα.»
Αυτό είναι αληθινό. Τις Κυριακές το πρωί οι εκκλησίες είναι ουσιαστικά άδειες, ειδικά στις πόλεις. Περιγράφοντας αυτό το γεγονός, το Γερμανικό περιοδικό Στερν έδειχνε εικόνες των Ευαγγελικών και Ρωμαιοκαθολικών εκκλησιαστικών λειτουργιών της Κυριακής το πρωί στην πόλι Φλένσμπουργκ. Το δημοσίευμα ετιτλοφορείτο: «Στις Εκκλησίες του Φλένσμπουργκ οι Λειτουργοί κηρύττουν σε Άδεια Σχεδόν Στασίδια.»
Αντί να θεωρήση την τάσι αυτή προσωρινή και που μπορεί ν’ αντιστραφή, η εφημερίς Ντυσσενλντόρφερ Χάντελσμπλατ παρετήρησε στο τεύχος τής 20 Ιανουαρίου 1970: «Εφ’ όσον η ίδια η εκκλησία συνεχώς γίνεται περισσότερο κοσμική, δεν πρέπει να φαίνεται εκπληκτικό, αν για πολλούς το ηθικό της βάθρο εμφανίζεται κλονισμένο. Περισσότεροι θα εγκαταλείψουν την εκκλησία και ο αριθμός των εκκλησιαζομένων θα συνεχίση να μειώνεται.»
Η πρόβλεψις ενός καθηγητού της θεολογίας από το Βερολίνο, του Γκύντερ Χάρντερ, ήταν ακόμη πιο ζοφερή. Είπε: «Μια χιονοστιβάς επέρχεται που θα μας κόψη την αναπνοή.»
Μια αιτία για την αναταραχή στις εκκλησίες της Γερμανίας είναι η δυσαρέσκεια για τον τρόπο συλλογής χρημάτων. Στη Γερμανία η κυβέρνησις εισπράττει φόρους για τις εκκλησίες, και οι φόροι αυτοί ηύξησαν πολύ. Η κυβέρνησις εισπράττει τώρα σχεδόν ένα δισεκατομμύριο δολλάρια τον χρόνο ως φόρους για τις εκκλησίες!
Για να διατηρήσουν την εισροή χρημάτων, οι εκκλησίες δεν είναι λεπτολόγοι για το ποιοι είναι τα μέλη τους. Επί παραδείγματι, μια έρευνα απεκάλυψε ότι 32 τοις εκατό των μελών των Γερμανικών εκκλησιών δεν πιστεύουν στον Θεό της Γραφής, 51 τοις εκατό δεν πιστεύουν ότι ο Αδάμ και η Εύα ήσαν οι πρόγονοί μας, και 64 τοις εκατό δεν πιστεύουν στην παρθενική γέννησι του Ιησού. Κι’ εν τούτοις, όλοι είναι δεκτοί ως καλά εκκλησιαστικά μέλη διότι πληρώνουν τους φόρους των!
Ακόμη και πόρνες και άλλοι που κερδίζουν χρήματα με αμφίβολους τρόπους είναι ευπρόσδεκτοι ως εκκλησιαστικά μέλη. «Η εκκλησία μας λειτουργεί τόσο καλά,» είπε χλευαστικά ένας νεαρός Καθολικός κληρικός, «ώστε μπορεί να προχωρή χωρίς τον ιδρυτή, όχι όμως και χωρίς τη συντροφιά του κεφαλαίου.»
Υπάρχει τώρα μεγαλύτερη αντίθεσις προς τις εκκλησίες λόγω της επιθυμίας των για χρήματα και υλικά αγαθά. Η εφημερίς Φράνκφουρτερ Ρούντσαου παρετήρησε ότι οι άνθρωποι έχουν αντίρρησι για φόρο εκατομμυρίων δολλαρίων που διατίθενται «για πομπώδη και επιδεικτικά οικοδομήματα. . . . για εκκλησίες που εξωτερικά σπινθηροβολούν προς δόξαν του Θεού—αλλά εσωτερικά ο Θεός κάθεται συνήθως μόνος στα σκοτεινά.»
Με παρόμοια επίκρισι, η εφημερίς Ντυσσελντόρφερ Χάντελσμπλατ έθεσε το ερώτημα: «Είναι άραγε όλα όσα κατέχει η εκκλησία απαραίτητα για να είναι ο μεσίτης στον έξω κόσμο; Μάλλον, με τα διοικητικά της κτίρια και τη γραφειοκρατία της έχει την εμφάνισι ότι αναπτύσσεται σε μια κοσμική, οικονομικά προσανατολισμένη επιχείρησι με διαρκώς διευρυνομένη οικονομική βάσι.» Εν τούτοις, οι εκκλησίες αγαπούν τα έσοδα κι’ έτσι εξακολουθούν να υποστηρίζουν την τόσο επικερδή εκκλησιαστική φορολογία.
Ακόμη και μερικοί κληρικοί παραδέχονται ότι αυτό είναι ακατάλληλο. Ο πάστωρ Έντγκαρ Σπιρ του Αμβούργου μίλησε για αλλαγή του εκκλησιαστικού φορολογικού συστήματος και είπε: «Ίσως διστάζομε μόνο διότι αγαπούμε μάλλον την εύκολη καλοπέρασι κάτω από τον μανδύα της θρησκείας παρά να ζούμε ως μάρτυρες του Ιησού Χριστού. Ας αντιμετωπίσωμε τα γεγονότα, η συνηθισμένη Χριστιανοσύνη μας είναι το χαϊδεμένο παιδί του Σατανά.»
Πολλοί κατέληξαν να συμφωνούν με τη γνώμη αυτή, κι’ έτσι εγκαταλείπουν τις εκκλησίες για ν’ αποφύγουν να υποστηρίζουν οικονομικώς μια οργάνωσι με την οποία δεν συμφωνούν. Πρέπει όμως να πάνε στο κρατικό γραφείο και να δηλώσουν ότι εγκαταλείπουν την εκκλησία για ν’ αποφύγουν να πληρώνουν τον εκκλησιαστικό φόρο.
Δεν είναι μόνο ο εκκλησιαστικός φόρος που προκαλεί δυσαρέσκεια για τις εκκλησίες. Είναι επίσης η έλλειψις πνευματικότητος στις εκκλησίες—η ολοκληρωτική σχεδόν αποτυχία να διδάξουν τους ανθρώπους για τον Θεό και τον Λόγο του. Μια διάθεσις σκεπτικισμού, ακόμη και εχθρότητος, έναντι της Βίβλου και του Θεού έφθασε να μολύνη το θρησκευτικό σύστημα στη Γερμανία.
Επί παραδείγματι, μια πολύ γνωστή θεολόγος, η Ντόροθυ Σοέλε της Κολωνίας, ισχυρίζεται ότι «το ν’ αποδείξωμε τι έχει κάμει ο Θεός στο παρελθόν είναι ανωφελές,» και ότι «αυτό το θεϊστικό φετίχ [αντικείμενον λατρείας] που καλείται Θεός» είναι νεκρό. Μπορεί κανείς να μεμφθή τους ειλικρινείς ανθρώπους όταν εγκαταλείπουν μια εκκλησία που επιτρέπει να διαδίδωνται τέτοιες διδασκαλίες;
Η νεολαία ιδιαίτερα μπορεί να δη ότι οι εκκλησίες έχουν πολύ λίγα να προσφέρουν. Όταν μερικοί Ευαγγελικοί νεαροί ρωτήθηκαν, ήσαν πολύ συγκεκριμένοι στις παρατηρήσεις των. Εβδομήντα τοις εκατό από τους 2.500 σπουδαστάς που ρωτήθηκαν στο Έσσεν είπαν ότι το Κυριακάτικο κήρυγμα είχε πολύ λίγη επίδρασι στην άποψι ενός ατόμου για τη ζωή. Σχεδόν 25 τοις εκατό είπαν ότι «δεν είχε καμμιά αξία.» Ένας νέος δεκαεπτά ετών είπε: «Νομίζει κανείς ότι πηγαίνει σε κηδεία κάθε Κυριακή.»
Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι εγκαταλείπουν τις εκκλησίες αδιαφορούν για τον Θεό ή τη Βίβλο. Αντιθέτως, πολλοί απ’ αυτούς παρακολουθούν τις πλέον των 42.000 οικιακών Γραφικών μελετών που διεξάγονται εβδομαδιαίως από τους μάρτυρες του Ιεχωβά στη Δυτική Γερμανία. Το περασμένο έτος 5.828 άτομα, από τα οποία μερικά εγκατέλειψαν προσφάτως τις εκκλησίες, προώδευσαν σε Γραφική γνώσι και αφιέρωσαν τη ζωή των στον Ιεχωβά Θεό, συμβολίζοντάς το με το εν ύδατι βάπτισμα. Έτσι, σε αντίθεσι με την ελάττωσι των μελών και της προσελεύσεως στις εκκλησίες, οι μάρτυρες του Ιεχωβά στη Δυτική Γερμανία ηύξησαν σε περισσότερους από 90.000 διδασκάλους της Γραφής.
Από χρόνια οι μάρτυρες του Ιεχωβά λέγουν ότι οι εκκλησίες του «Χριστιανικού κόσμου» απέτυχαν ν’ αντιπροσωπεύσουν τον Θεό και να διδάξουν στους ανθρώπους τον Λόγο του, τη Γραφή. Αυτό το γεγονός γίνεται τώρα φανερό σε διαρκώς περισσότερα άτομα, με αποτέλεσμα την εκ μέρους των ομαδική εγκατάλειψι των εκκλησιών.