ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
της Σκοπιάς
Ελληνική
  • ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΙΣ
  • g75 22/7 σ. 17-23
  • Ο Πάπας Πίος ΙΒ΄—Μια Νωπή Άποψις

Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.

Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.

  • Ο Πάπας Πίος ΙΒ΄—Μια Νωπή Άποψις
  • Ξύπνα!—1975
  • Υπότιτλοι
  • Παρόμοια Ύλη
  • Ένα Βαθύτερο Ζήτημα
  • «Το Ζωτικό Σημείο της Χριστιανοσύνης»
  • Εκκλησία και Συνείδησις
  • Οι Συνειδήσεις Αντιμετωπίζουν την Εκκλησία
  • Γιατί η Αντίθεσις;
  • ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
  • Γιατί Παρέμειναν Σιωπηλές οι Εκκλησίες
    Ξύπνα!—1995
  • Η Θρησκεία Υποστηρίζει Κάποια Παράταξη
    Ξύπνα!—1994
  • Θα Πράξη η Εκκλησία Ότι Κήρυξε ο Πάπας;
    Η Σκοπιά Αναγγέλει τη Βασιλεία του Ιεχωβά—1980
  • Από τους Αναγνώστες Μας
    Ξύπνα!—1987
Δείτε Περισσότερα
Ξύπνα!—1975
g75 22/7 σ. 17-23

Ο Πάπας Πίος ΙΒ΄—Μια Νωπή Άποψις

ΕΠΡΑΞΕ ορθά το να μη μιλήση καθαρά; Η αντιλογία για τη σιωπή του Πάπα Πίου ΙΒ΄ στις φρικαλεότητες των Ναζί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μαίνεται, κατά διαλείμματα, επί τρεις δεκαετίες. Οι επικριτές λέγουν ότι μια παπική διαμαρτυρία προς τους Ναζί θα έσωζε εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά ο σημερινός πάπας, Παύλος ο 6ος, επιμένει ότι «μια στάσις διαμαρτυρίας και καταδίκης θα ήταν όχι μόνον μάταιη αλλά κι επιβλαβής.»

Αλλά γιατί ανακύπτει και πάλι το ζήτημα; Δεν πρόκειται απλώς για ανακίνησι ενός νεκρού ζητήματος; Όχι. Το ίδιο το Βατικανό το διατηρεί ζωντανό. Οι αξιωματούχοι παραμέρισαν ακόμη και την επί πενήντα χρόνια τακτική τους να αναβάλουν τη δημοσίευσι αρχείων. Αντιλαμβάνονται ότι οι επικριταί έχουν ένα ισχυρό επιχείρημα ν’ αποδείξουν την ηθική αποτυχία της Εκκλησίας, αν οι άνθρωποι δεν την καταλάβουν.

Πολλά ειλικρινή μέλη της Εκκλησίας θέλουν να γνωρίζουν την απάντησι. Γνωρίζουν ότι ακόμη και ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ ήταν αναμεμιγμένος τότε στην υπόθεσι ως πολύ στενός συνεργάτης του Πίου. Έτσι μια Ιησουιτική επιτροπή έχει δημοσιεύσει διαλεγμένα έγγραφα από τα αρχεία του Βατικανού από το 1965. Το τελευταίο, με τίτλο «Η Αγία Έδρα και τα θύματα του Πολέμου,» δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 1974. Αναφέρει καμμιά νέα άποψι;

Ένα Βαθύτερο Ζήτημα

Οι ειδήσεις δίνουν πλήρη δημοσιότητα στην αποδεικτική μαρτυρία ότι το Βατικανό είχε πληροφορηθή πολλά για τις φρικαλεότητες των Ναζί από πολύ νωρίς. Αλλά πολύ πιο σπουδαία είναι μια άλλη σχεδόν απαρατήρητη λεπτομέρεια. Δείχνει ότι ένας από τους έμπιστους συνεργάτες του Πίου ΙΒ΄ ήγειρε ένα ζήτημα που προχωρεί πολύ βαθύτερα από το ερώτημα, γιατί ο πάπας δεν εξεφράσθη εναντίον των Ναζί. Ο «Μονσινιόρ» Ντομένικο Ταρντίνι (αργότερα καρδινάλιος) αναφέρεται ότι είχε ρωτήσει εξωργισμένος:

«Ότι η Αγία Έδρα δεν μπορεί να κάμη τον Χίτλερ να συμμορφωθή, όλοι το καταλαβαίνουν. Αλλ’ ότι δεν μπορεί να εξουσιάζη έναν παπά—αυτό ποιος μπορεί να το καταλάβη;»

Επιπόλαιη συζήτησις ως προς το πόσο καλό θα είχε κάμει η φωνή του Πίου ΙΒ΄ δεν έκαμε τίποτε άλλο από το να επισκιάση αυτό το πολύ πιο θεμελιώδες ζήτημα. Οι έντιμοι Χριστιανοί είναι αναγκασμένοι ν’ αντιμετωπίσουν το ερώτημα: Πώς θα μπορούσαν να είχαν διαπραχθή οι φρικαλεότητες των Ναζί κατά πρώτον λόγον, αν δεν είχαν τη συνεργασία του λαού και των πνευματικών του ηγετών; Ενενήντα πέντε τοις εκατό των Γερμανών τότε ήσαν ή Καθολικοί ή Διαμαρτυρόμενοι. Σχεδόν 32 εκατομμύρια, περισσότερο από 40 τοις εκατό, ήσαν Καθολικοί, όπως ήταν σχεδόν όλος ο πληθυσμός των Ευρωπαίων συμμάχων της Γερμανίας, Αυστρίας και Ιταλίας. Ακόμη και μεταξύ των τρομερών Ες Ες, σχεδόν ένας στους τέσσερις ήσαν ακόμη Καθολικοί το 1939, παρά τις πιέσεις της ηγεσίας των Ες Ες να παραιτηθούν.1

Ο ίδιος ο Πίος ΙΒ΄ διευκρινίζει αυτό ακριβώς το ζήτημα σε μια ιδιωτική επιστολή προς τον ιερέα ο οποίος προκάλεσε την οργή του «Μονσινιόρ» Ταρντίνι και η οποία δημοσιεύθηκε τελευταία. Ο ιερεύς Τζόσεφ Τίσοa διοικούσε ως πρόεδρος το προτεκτοράτο των Ναζί στη Σλοβακία, κατά τη διάρκεια του πολέμου (1939-45). Ο Πίος έγραψε στον «Μονσινιορ» Τίσο ότι είχε ελπίσει ότι η Σλοβακική κυβέρνησις και ο λαός «σχεδόν εξ ολοκλήρου Καθολικοί, ποτέ δεν θα προέβαιναν στη βιαία απομάκρυνσι ατόμων που ανήκαν στην Ιουδαϊκή φυλή,» και το γεγονός ότι «τέτοια μέτρα εφαρμόζονται από ένα λαό με μεγάλες Καθολικές παραδόσεις, από μια κυβέρνησι που διακηρύσσει ότι είναι ακόλουθός των και φρουρός,» τον λύπησε πολύ.—7 Απριλίου 1943.2

Αλλά πώς ‘ένας λαός, που ο ίδιος ο πάπας είπε ότι ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου Καθολικός και με μεγάλες Καθολικές παραδόσεις,’ θα μπορούσε και να σκεφθή ακόμη οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας με τους Ναζί σ’ ένα πρόγραμμα φυλετικής εξοντώσεως; Ασφαλώς οι ηθικές διδασκαλίες της Εκκλησίας θα έπρεπε να κάμουν αδιανόητο για τον «Μονσινιόρ» Τίσο και το ποίμνιό του να έχουν οποιοδήποτε μέρος στη γενοκτονία. Η ιστορία δείχνει αν το έκαμαν αυτό. Τα έντιμα μέλη της εκκλησίας ασφαλώς επιθυμούν μια εξήγησι γι’ αυτή τη διαγωγή καθώς και για τη διαγωγή των λεγομένων «Χριστιανικών» εθνών, περιλαμβανομένων και των Ναζί.

Ο Καρδινάλιος του Βατικανού Ευγένιος Τισσεράνb δίνει μια εξήγησι, με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια μιας ιδιωτικής επιστολήςc σ’ ένα φίλο. Μετά την πτώσι της Γαλλίας το 1940, έγραψε παραπονούμενος στον Καρδινάλιο Σάχαρντ των Παρισίων ότι «η φασιστική ιδεολογία και ο Χιτλερισμός έχουν μεταστρέψει τις διάνοιες των νέων, και όσοι είναι κάτω των τριάντα πέντε είναι πρόθυμοι να διαπράξουν κάθε έγκλημα για οποιονδήποτε σκοπό που θα διέτασσαν οι αρχηγοί των.» Αλλά πώς μπορούσαν αυτές οι Εκκλησιαστικώς εκπαιδευμένες συνειδήσεις να «μεταστραφούν» τόσο εύκολα; Επί τέλους, ο Χίτλερ τους επηρέασε μόνον επτά έτη περίπου, ενώ η Εκκλησία εξεπαίδευε το ποίμνιό της περισσότερο από χίλια χρόνια!

«Το Ζωτικό Σημείο της Χριστιανοσύνης»

Ασφαλώς ο Πάπας Πίος μπορούσε να κάμη κάτι γι’ αυτή τη διείσδυσι των Ναζί στην κατά παράδοσιν Εκκλησιαστική περιοχή—την ανθρώπινη συνείδησι! Αλλ’ ο Καρδινάλιος Τισσεράν θρηνολογεί:

«Από τις αρχές του Νοεμβρίου [1939], επιμόνως ζήτησα από την Αγία Έδρα να εκδώση μια εγκύκλιο για το καθήκον του ατόμου να υπακούη στις υπαγορεύσεις της συνειδήσεως, επειδή αυτό είναι το ζωτικό σημείον της Χριστιανοσύνης.» (Τα πλάγια γράμματα δικά μας.)

Εν τούτοις η ιστορία δεν αποκαλύπτει καμμιά παπική δήλωσι κατά τη διάρκεια του πολέμου γι’ αυτό το «ζωτικό σημείον της Χριστιανοσύνης.» Πράγματι, ο Τισσεράν συνέχισε για να κάμη τη μελαγχολική πρόβλεψι: «Φοβούμαι ότι η ιστορία μπορεί να έχη λόγο να μεμφθή την Αγία Έδρα επειδή επεδίωξε μια τακτική ανέσεως για τον εαυτό της και σχεδόν τίποτε άλλο. Αυτό είναι πάρα πολύ λυπηρό.»3

Χωρίς αμφιβολία, η «πολιτική» της διπλωματίας του πάπα στις σχέσεις με τους Ναζί εξασφάλισε την «άνεσι» της επιβιώσεως στο Βατικανό και την Εκκλησία. Ο ίδιος ο Πίος συμβούλευσε τους Γερμανούς επισκόπους ότι «ο κίνδυνος αντιποίνων και πιέσεων,» ή και χειροτέρων, απαιτούσε «περιορισμό» στις δηλώσεις τους «για ν’ αποφύγουν μεγαλύτερα κακά. Αυτός είναι ένας από τους λόγους,» όπως έγραψε, «για τους περιορισμούς» που επέβαλε στις διακηρύξεις του.—30 Απριλίου 1943.4

Αυτή η εξήγησις μας βοηθεί να καταλάβωμε γιατί ο Πίος συμπεριεφέρετο τόσο προσεκτικά. Αλλά αφήνει ανεξήγητο το εξής: Γιατί οι διάκονοι, οι ιερείς και τα ποίμνιά τους παρακολούθησαν ως αυτόπτες μάρτυρες, συνεργάσθηκαν με τους Ναζί ή πραγματικά διέπραξαν τις φρικαλεότητες των Ναζί—σχεδόν ώς το τελευταίο άτομο; Τι συνέβη στις συνειδήσεις των;

Εκκλησία και Συνείδησις

Η απάντησις πρέπει να βρίσκεται στην εκπαίδευσι που έλαβαν αυτές οι συνειδήσεις. Πώς θα καταλάβαινε, παραδείγματος χάριν, ένας πιστός Καθολικός την ποιμαντορική επιστολή Asperis Commoti Anxietatibus, του ίδιου του Πίου ΙΒ΄ της 8ης Δεκεμβρίου 1939, που απευθύνετο στους στρατιωτικούς ιερείς στα διάφορα στρατεύματα των εμπολέμων εθνών, από τους οποίους περισσότεροι από 500 υπηρετούσαν στο στρατό του Χίτλερ; Προέτρεπε τους στρατιωτικούς ιερείς και των δύο πλευρών να έχουν εμπιστοσύνη στους αντίστοιχους στρατιωτικούς επισκόπους των θεωρώντας τον πόλεμο σαν εκδήλωσι του θελήματος ενός ουρανίου Πατρός, ο οποίος πάντοτε μετατρέπει το κακό σε καλό, και «ως πολεμισταί υπό τις σημαίες των χωρών τους να πολεμήσουν επίσης και για την Εκκλησία.»5 (Τα πλάγια γράμματα δικά μας)

Αυτή η αντίφασις που προκαλεί αμηχανία καταδεικνύεται και πάλι από τις επιστολές του πάπα προς τους επισκόπους και των δύο πλευρών. Σε μια επιστολή υπό ημερομηνία 6 Αυγούστου 1940 προς τους Γερμανούς επισκόπους, ο Πίος εξέφρασε τον θαυμασμό του για τους Καθολικούς οι οποίοι «πιστοί μέχρι θανάτου δίνουν απόδειξι της προθυμίας των να συμμερισθούν τις θυσίες και τα παθήματα των άλλων Φολκσγκενόσεν [συμπατριωτών Γερμανών].»6 Εν τούτοις μόλις 9 μήνες προηγουμένως, ο πάπας είχε απευθύνει ένα παρόμοιο μήνυμα στους Γάλλους επισκόπους και τους συμβούλευε ότι είχαν δικαίωμα να υποστηρίξουν όλα τα μέτρα για να υπερασπίσουν την πατρίδα τους εναντίον αυτών ακριβώς των ιδίων «πιστών» Γερμανών Καθολικών!7 Οι Ιταλικές Εκκλησιαστικές μητροπόλεις έλαβαν παρόμοια συμβουλή ακριβώς πριν η Ιταλία ενωθή στον πόλεμο εναντίον των Συμμάχων.8

Έτσι, όταν η κεφαλή της Εκκλησίας μίλησε για ζητήματα που επηρέαζαν την συνείδησι, όπως έκαμαν σχεδόν όλοι οι κληρικοί του, επήνεσε τις συνειδήσεις εκείνων οι οποίοι ‘πιστά’ υπηρετούσαν στις ένοπλες δυνάμεις με οποιονδήποτε βαθμό. Πράγματι, όταν ο ανταποκριτής της επίσημης εφημερίδος του Βατικανού L’ Osservatore Romano στο Βερολίνο, κάποτε ρώτησε τον Πίο ΙΒ΄ αν επρόκειτο να διαμαρτυρηθή για την εξόντωσι των Ιουδαίων, ο πάπας του απήντησε ότι δεν μπορούσε «να ξεχάση ότι εκατομμύρια Καθολικών υπηρετούν στον Γερμανικό στρατό. Να τους φέρω σε σύγκρουσι με τη συνείδησι;»9

Ήσαν οι Διαμαρτυρόμενοι κληρικοί λιγώτερο υπεύθυνοι; Προσέξτε τι τηλεγράφησε προσωπικά στον Χίτλερ το μεγαλύτερο Προτεσταντικό σώμα, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Γερμανικής Ευαγγελικής (Λουθηρανικής) Εκκλησίας, στις 30 Ιουνίου 1941:

«Είθε ο Παντοδύναμος Θεός να βοηθή εσάς και το έθνος μας εναντίον του διπλού εχθρού [Βρεταννίας και Ρωσίας]. Η νίκη θα είναι δική μας, για να κερδίσωμε εκείνο που πρέπει να είναι το κύριο σημείο των φιλοδοξιών μας και των ενεργειών μας. . . σ’ όλες τις προσευχές της [η Εκκλησία] είναι μαζί σας και με τους απαράμιλλους στρατιώτες μας οι οποίοι τώρα πρόκειται ν’ απομακρύνουν τη ρίζα αυτού του κακού με βαρειά χτυπήματα.»10

Με τέτοιου είδους κατεύθυνσι από τους «ποιμένες» των, τι άλλο μπορούσαν να κάμουν τα ποίμνια; Αυτό που πραγματικά έκαναν μιλάει μόνο του, έτσι δεν είναι;

Ήταν ορθή η λίγη εκτίμησις του Χίτλερ για τις εκκλησίες το 1933; Εκαυχάτο περιφρονητικά ότι «οι παπάδες . . . θα προδώσουν τον Θεό τους για μας. Θα προδώσουν οτιδήποτε προς χάριν των αθλίων τους μισθών και εισοδημάτων . . . Γιατί να μαλώνωμε; Θα καταπιούν οτιδήποτε για να διατηρήσουν τα υλικά τους πλεονεκτήματα.»11 (Η κυβέρνησις του Χίτλερ συνέχισε μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις στις μεγαλύτερες εκκλησίες, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.)12

Για να κατανοήση ένα άτομο τη ρεαλιστικότητα των λόγων του Χίτλερ για τις εκκλησίες, χρειάζεται μόνον ν’ αναρωτηθή: «Αν ήμουν ένα ειλικρινές μέλος της εκκλησίας στη Γερμανία, στην Αυστρία ή στην Ιταλία στη διάρκεια εκείνης της περιόδου τι θα με συμβούλευαν οι πνευματικοί μου ηγέτες—και τι θα έκανα εγώ;» Υποθέστε ότι λέγατε: «Δεν θα υπηρετήσω τον Χίτλερ.» Τι θ’ αντιμετωπίζατε, όχι από τους Ναζί, αλλ’ από τους ίδιους τους πνευματικούς σας ηγέτες;

Οι Συνειδήσεις Αντιμετωπίζουν την Εκκλησία

Αφού έψαξε όσο μπορούσε, ο Καθολικός φιλόλογος και παιδαγωγός Γκόρντον Τσάαν μπόρεσε να βρη έγγραφη απόδειξι για ένα μόνον μεταξύ 32 εκατομμυρίων Γερμανών Καθολικών, ο οποίος αρνήθηκε λόγω συνειδήσεως να υπηρετήση στις δυνάμεις του Χίτλερ. Εκτός από τους ιερείς που καταδιώχθηκαν για πολιτική εναντίωσι στους Ναζί, βρήκε ένα σύνολο από επτά άτομα μεταξύ της Γερμανίας και της Καθολικής Αυστρίας, οι οποίοι λόγω συνειδήσεως αρνήθηκαν να δώσουν τον στρατιωτικό όρκο.13 Πιθανώς απορείτε γιατί ήσαν τόσο λίγοι.

Ο Τσάαν απαντά ότι οι εκτενείς του συνεντεύξεις με ανθρώπους οι οποίοι γνώριζαν αυτούς τους άνδρες παρήγαγαν την «κατάφωρη διαβεβαίωσι που εξεφράσθη απ’ όλους σχεδόν τους πληροφοριοδότας ότι οποιοσδήποτε Καθολικός που απεφάσιζε να αρνηθή στρατιωτική υπηρεσία, δεν θα είχε λάβει καμμιά υποστήριξι, ακόμη και από τους πνευματικούς του ηγέτες.» Κατά ειρωνείαν, εκείνοι οι ελάχιστοι που αρνήθηκαν και ενέμειναν σ’ αυτό, πραγματικά έφεραν στενοχώρια στους «πνευματικούς των ηγέτες.»

Παραδείγματος χάριν, ζητώντας επιείκεια από το Ναζιστικό δικαστήριο για έναν ιερέα, ο οποίος αρνήθηκε να υπηρετήση, ο Αρχιεπίσκοπος Κόνραντ Γκρέμπερ του Φράιμπουργκ έγραψε ότι ο ιερεύς ήταν «ένας ιδεαλιστής ο οποίος προχώρησε τόσο ώστε αποξενώθηκε για πάντα από την πραγματικότητα . . . ο οποίος ήθελε να βοηθήση τον Λαό του και την Πατρίδα του, αλλ’ ο οποίος κατευθύνθηκε από εσφαλμένους συλλογισμούς.»14 Ιερείς των φυλακών αρνήθηκαν να δώσουν Κοινωνία σε άλλους, επειδή παρέβησαν το «Χριστιανικό τους καθήκον» να δώσουν τον στρατιωτικό όρκο των Ναζί.15

Η αποδεδειγμένη περίπτωσις ενός Αυστριακού χωρικού, του Φρανζ Γαίγκερστεττερ, δείχνει τι αντιμετώπισε πραγματικά ένα μέλος της εκκλησίας από τους πνευματικούς του ηγέτες. Ο Γαίγκερστεττερ τελικά φυλακίσθηκε για τη στάσι του στο Λίντς της Αυστρίας και αργότερα αποκεφαλίσθηκε. Ο Καθολικός ιερεύς της φυλακής γράφει ότι είχε «προσπαθήσει να τον κάμη να καταλάβη ότι πρέπει να θυμάται την ευημερία τη δική του και της οικογενείας του, ακόμη και όταν ακολουθούσε τις προσωπικές του ιδεολογίες και αρχές—όπως ακριβώς είχε συμβουλέψει τον Γαίγκερστεττερ ο ιερεύς του χωριού του πολύ πριν ο Γαίγκερστεττερ φυλακισθή. ‘Φάνηκε ότι άρχισε να καταλαβαίνη την άποψί μου,’ λέγει ο ιερεύς, ‘και υποσχέθηκε ν’ ακολουθήση τη σύστασί μου και να δώση τον [Ναζιστικό στρατιωτικό] όρκο.’»16

Μήπως αυτή η συμβουλή προήλθε από ένα Ναζί; Όχι—προήλθε από ένα ιερέα με καλή υπόληψι πολύ μετά τον πόλεμο! Αλλ’ αυτή δεν ήταν η μόνη πίεσις από πνευματικούς ηγέτες. Ο Επίσκοπος Φλήσερ από την ίδια επισκοπή του Λιντς, αποκαλύπτει ότι και αυτός επίσης είχε «γνωρίσει τον Γαίγκερστεττερ προσωπικά,» και είχε προσπαθήσει να πείση τον Γαίγκερστεττερ «χωρίς αποτέλεσμα,» ότι δεν ήταν υπεύθυνος «για τις πράξεις των [Ναζιστικών] αρχών.» Ο επίσκοπος είπε ότι ήταν «μια εντελώς ασυνήθης περίπτωσις, άξια θαυμασμού αλλ’ όχι αντιγραφής.» Ο επίσκοπος Φλήσερ έγραψε σ’ ένα ιερέα μετά τον πόλεμο και εξήγησε την άρνησί του να επιτρέψη τη δημοσίευσι της ιστορίας του Γαίγκερστεττερ στην εφημερίδα της επισκοπης του Λιντς. Η ιστορία θα μπορούσε «να δημιουργήση σύγχυσι και να ταράξη τις συνειδήσεις,» είπε.

Έτσι ο Επίσκοπος Φλήσερ θεωρούσε έναν άνδρα ο οποίος ακολούθησε τη συνείδησί του σαν μια «ασυνήθη περίπτωσι»—όχι προς αντιγραφήν. «Νομίζω,» είπε, «ότι οι μεγαλύτεροι ήρωες είναι οι παραδειγματικοί νεαροί Καθολικοί άνδρες, σπουδασταί θεολογικών σχολών, ιερείς και αρχηγοί οικογενειών που πολέμησαν και πέθαναν στην ηρωική εκπλήρωσι του καθήκοντος.» Ακόμη και ο επίσημος εισαγγελεύς Φέλντμαν χρησιμοποίησε αυτό το επιχείρημα σε μια προσπάθεια να πείση τον Γαίγκερστεττερ να συμβιβασθή, παρατηρώντας τα εκατομμύρια των Καθολικών, περιλαμβανομένου και του κλήρου, που είχαν λάβει μέρος στη μάχη με «καθαρή» συνείδησι. Τελικά, θυμάται ο Φέλντμαν, τον προκάλεσε να αναφέρη μια μοναδική περίπτωσι στην οποία ένας επίσκοπος απεθάρρυνε τη στρατιωτική υπηρεσία στους Ναζί με οποιονδήποτε τρόπο.17 Δεν εγνώριζε κανένα. Μήπως γνωρίζετε σεις;

Κατόπιν, αναφερόμενος στο αποδοκιμασμένο άρθρο με τον τίτλο «Ηρωική Σταθερότης,» ο Επίσκοπος Φλήσερ μίλησε περιφρονητικά για «τους Μπιμπελφόρσες [μάρτυρες του Ιεχωβά] και τους Αντβεντιστάς, οι οποίοι, στη ‘σταθερότητά τους,’ προτίμησαν να πεθάνουν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως παρά να πάρουν όπλα.» Είπε ότι ήσαν επηρεασμένοι από μια «λανθασμένη συνείδησι,» και ότι «για την εκπαίδευσι των ανθρώπων, τα καλύτερα πρότυπα» είναι «οι ήρωες» που πολέμησαν, επηρεασμένοι από «μια καθαρή και ορθή συνείδησί.»18

Έτσι, ακόμη και μετά τον πόλεμο, ένας Αυστριακός επίσκοπος με καλή υπόληψι, εξακολουθούσε να θεωρή «ορθές» τις συνειδήσεις μελών της εκκλησίας τα οποία δέχθηκαν να συναγελάζωνται με τις δυνάμεις των Ναζί και να σφάζουν συνανθρώπους, μέλη της ιδίας εκκλησίας. Εκείνοι που αντιμετώπισαν θάνατο στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως παρά να υπηρετήσουν τους Ναζί, συμπεραίνει ο επίσκοπος, ήσαν πλανημένοι δειλοί. Σεις τι νομίζετε;

Η Εκκλησία υπεστήριζε την άποψι του Επισκόπου Φλήσερ γι’ αυτούς τους Χριστιανούς, τους Μπίμπελφορσερς, με έργα υπό την κυβέρνησι του Χίτλερ. Η Καθολική εφημερίδα της επισκοπής του Πασάου της Γερμανίας, στις 6 Μαΐου 1933, αναφέρει ότι η Εκκλησία δέχθηκε το καθήκον που της ανέθεσαν οι Ναζί ν’ αναφέρη οποιονδήποτε Βαυαρό μάρτυρα του Ιεχωβά ο οποίος ενέμενε ακόμη στην πίστι του, όταν ετέθησαν υπό απαγόρευσι τον προηγούμενο μήνα.”19

Προφανώς, η θαρραλέα στάσις αυτών των σταθερών Χριστιανών είχε κάποια επίδρασι στον Καθολικό Φρανζ Γαίγκερστεττερ. Ο Γκόρντον Τσάαν αναφέρει ότι ο ιερεύς του χωριού του παρετήρησε ότι «ο Φρανζ μιλούσε με θαυμασμό για την πιστότητά τους» και οι χωρικοί που τον εγνώριζαν επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι «δαπανούσε ώρες συζητώντας για τη θρησκεία και μελετώντας τη Βίβλο» με τον Μπίμπελφορσερ εξάδελφο του τον μόνο μη Καθολικό στο χωριό.20

Ακόμη και τα συκοφαντικά προγράμματα των Ναζί εναντίον των Εβραίων δεν εφόβισαν τους Μάρτυρες από την υποχρέωσι της συνειδήσεως να δείχνουν Χριστιανική καλωσύνη σε οποιονδήποτε. Ο πρώην εκδότης της Ντάνσινγκερ Ινφορμάτορ. Τζ. Κίρσμπαουμ, έγραψε στην Γερμανοεβραϊκή ημερήσια εφημερίδα της Νέας Υόρκης Ντερ Τογκ της 2ας Ιουλίου 1939, και ανέφερε ότι στο Ντάνσινγκ της Πολωνίας, «όταν σαν επιδημία όλα τα καταστήματα τροφίμων άρχισαν να τοιχοκολλούν τις πασίγνωστες πινακίδες ‘Γιούντεν ούνερβυνστ’ (Οι Εβραίοι είναι ανεπιθύμητοι,)» οι Μάρτυρες προμήθευαν «στους Εβραίους γείτονές των ή απλώς γνωστούς τρόφιμα ή γάλα χωρίς να ζητούν οποιαδήποτε ανταπόδοσι γι’ αυτό.»

Αυτός ο Εβραίος εκδότης θαύμαζε επίσης τα παιδιά των Γερμανών Μαρτύρων τα οποία σε αντίθεσι με τους Καθολικούς και Προτεστάντες συμμαθητές τους, ενσυνειδήτως «αρνούνται να χαιρετήσουν τη Σβάστικα και να χρησιμοποιήσουν τον χαιρετισμό ‘Χάιλ Χίτλερ!’ και όλες οι απειλές εναντίον των παιδιών . . . είναι χωρίς αποτέλεσμα. Τα παιδιά δηλώνουν καθαρά και κατηγορηματικά ότι μόνον ο Θεός μπορεί να χαιρετίζεται με το ‘Χάιλ’ και όχι ο άνθρωπος, επειδή μια τέτοια πράξις είναι βλασφημία.»

Γιατί η Αντίθεσις;

Εν όψει τέτοιων ιστορικών γεγονότων, οι σκεπτόμενοι Χριστιανοί πρέπει να ρωτήσουν: Πώς, μια οργάνωσις που είχε όλα τα μέσα και περισσότερο από χίλια χρόνια για να εκπαιδεύση τις συνειδήσεις των πιστών, παρήγαγε μόνο ένα Γερμανό Καθολικό μεταξύ 32 εκατομμυρίων (.000003 τοις εκατό,) του οποίου η συνείδησις δεν του επέτρεψε να πολεμήση για τους Ναζί; Και όμως, σύμφωνα με τον ιστορικό Τζ. Σ. Κόνουαιη, μεταξύ των 19.000 Γερμανών μαρτύρων του Ιεχωβά το 1933, «το μεγαλύτερο μέρος (97 τοις εκατό) υπέφερε κάποιο είδος διωγμού όσο καμμιά από τις άλλες εκκλησίες.» Είναι πρώτοι στον «Κατάλογο των Απαγορευμένων Δογμάτων από το 1933,» που κυκλοφόρησε από τα αρχηγεία της Γκεστάπο στις 7 Ιουνίου 1939.—Ο Διωγμός των Εκκλησιών από τους Ναζί 1933-45 σελ. 196, 370.

Γιατί οι μάρτυρες του Ιεχωβά καταδιώχθηκαν τόσο πολύ; Εν αντιθέσει προς μερικούς κληρικούς που καταδιώχθηκαν για αντιναζιστική πολιτική δράσι, ο Κόνουαιη αναφέρει ότι η αντίστασίς τους «συγκεντρώνετο κυρίως εναντίον οποιασδήποτε μορφής συνεργασίας με τους Ναζί και εναντίον της στρατιωτικής υπηρεσίας. Στηρίζοντας την περίπτωσί τους στη Βιβλική εντολή, αρνήθηκαν να πάρουν όπλα ακόμη και εναντίον των εχθρών του έθνους. . . . και έτσι βρέθηκαν όλοι σχεδόν υπό θανατική καταδίκη.» (Σ. 198· τα πλάγια γράμματα δικά μας.) Οι Ναζί πραγματικά εξετέλεσαν 203 από τους 253 Μάρτυρες που καταδικάσθηκαν σε θάνατο, 635 πέθαναν στη φυλακή και 6.019 καταδικάσθηκαν συνολικά σε περισσότερα από 13.924 χρόνια φυλακή.

Αλλά, δεν ήσαν οι Καθολικοί και οι Διαμαρτυρόμενοι, που υπηρέτησαν τον Χίτλερ, κάτω από την ίδια «Βιβλική εντολή»; Ναι, ήσαν, όπως ακριβώς οι πνευματικοί ηγέτες της εποχής του Ιησού γνώριζαν τον νόμο του Θεού. Και όμως ο Ιησούς θαύμασε: «Καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού, διά να φυλάττητε την παράδοσίν σας!»—Μάρκ. 7:9.

Μπορείτε μόνοι σας να παρατηρήσετε πόσο ‘καλά’ οι σημερινοί θρησκευτικοί ηγέτες ‘αθετούν την εντολή του Θεού,’ με το να προστρέξετε στη Νέα Καθολική Εγκυκλοπαιδεία κάτω από τον τίτλο «Ειρηνοφιλία.» Εκεί, μεταξύ άλλων πραγμάτων, αυτή η εγκυκλοπαιδεία επιβεβαιώνει: «Ούτε και υπάρχει κάποια ουσιαστική αντίφασις μεταξύ ενός δικαίου πολέμου και της εντολής του Χριστού ν’ αγαπούμε τους εχθρούς μας. Ένας δίκαιος πόλεμος εκφράζει μίσος εναντίον του κακού μάλλον παρά εναντίον του κακοποιού. . . . Οι Καθολικοί βεβαίως είναι ελεύθεροι να σχηματίσουν τη δική τους γνώμη αν σε οποιονδήποτε μελλοντικό πόλεμο εκπληρώνωνται πιθανώς οι όροι που τον δικαιολογούν. . . .»—Εκδ. 1967, τομ. 10, σελ. 856· βλέπε επίσης «Πόλεμος, η Ηθική του.»

Πόσο πέτυχε στην πράξι αυτή η ‘καλή’ δικαιολογία; Πόσους πολέμους μπορείτε να βρήτε στην ιστορία, που περιέλαβαν πληθυσμούς Καθολικών ή Διαμαρτυρομένων—για οποιαδήποτε αιτία—και οι οποίοι απέτυχαν να συγκεντρώσουν ‘τους όρους που απαιτούνται για να τους δικαιολογήσουν,’ ώστε το ποίμνιο αρνήθηκε να πολεμήση για τους πολιτικούς του κυρίους; Αν οι εκκλησίες αντιμετώπιζαν σήμερα τις ίδιες συνθήκες όπως κάτω από τους Ναζί, πιστεύετε εντίμως ότι θα ενεργούσαν διαφορετικά; Παραδείγματος χάριν, μπορούν οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί Καθολικοί να αισθάνωνται ασφάλεια με την πεποίθησι ότι τα εκατομμύρια των Πολωνών, των Ούγγρων και των Τσέχων Καθολικών δεν θα επιτίθεντο στους αδελφούς των της ιδίας πίστεως, αν υπήρχε μια σύρραξις Ανατολής και Δύσεως; Ή είναι πιο πραγματική η άποψις που εξεφράσθη στο Καθολικό περιοδικό, Σαιν Άντονυ Μέσσεντζερ, ότι οι ιερείς και οι λειτουργοί «συχνά δίνουν την εντύπωσι ότι θα ευλογήσουν οποιονδήποτε πόλεμο ή επιχείρησι που θ’ αποφασίσουν να εξαπολύσουν οι ηγέτες του κράτους»;—Μάιος 1973, σελ. 21.

Εν τούτοις, ο Ιησούς Χριστός, του οποίου λέγουν ότι είναι μαθηταί, έδωσε τον εξής κανόνα για τους Χριστιανούς μαθητάς: «Εκ τούτου θέλουσι γνωρίσει πάντες ότι είσθε μαθηταί μου, εάν έχητε αγάπην προς αλλήλους.» Είπε επίσης σ’ ένα μαθητή που θέλησε να τον υπερασπισθή με τη βία—οπωσδήποτε μια «δικαία» αιτία: «Επίστρεψον την μάχαιράν σου εις τον τόπον αυτής· διότι πάντες όσοι πιάσωσι μάχαιραν, διά μαχαίρας θέλουσιν απολεσθή.»—Ιωάν. 13:35· Ματθ. 26:52.

Έτσι, αν σας ζητούσαν να καθορίσετε εκείνους οι οποίοι είναι αληθινά άξιοι να φέρουν την ονομασία «Χριστιανός» σήμερα, χρησιμοποιώντας τον κανόνα που έδωσε ο ίδιος ο Ιησούς, θα μπορούσατε εντίμως να εκλέξετε κάποια από τις εκκλησίες του Χριστιανισμού; Ποιοι επιδεικνύουν με πραγματικά έργα το αναγνωριστικό σημείο της πραγματικής αγάπης που ο ίδιος ο Χριστός εξέθεσε; Ποιοι δεν «αγαπούν με λόγον, μηδέ με γλώσσαν, αλλά με έργον και αλήθειαν»; (1 Ιωάν. 3:18) Η ιστορική απόδειξις ομιλεί μόνη της. Οι έντιμοι άνθρωποι θα το ξανασκεφθούν. Πολλοί τώρα επωφελούνται από τη βοήθεια που προσφέρουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά δωρεάν για ν’ αναπτύξουν Χριστιανική συνείδησι που να κατευθύνεται από τη Βίβλο και που ποτέ δεν θ’ αποτύχη αν βρεθή σε δοκιμασία.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Internal S.S. report, National Archives, Washington, T-580, roll 42, file 245.

2. The Vatican in the Age of the Dictators, Anthony Rhodes, 1973, p. 347.

3. Tisserant to Suhard, June 11, 1940 (stored in the Bundesarchiv at Koblenz, R 43 II/1440a).

4. Documentation Catholique, Paris, Feb. 2, 1964.

5. Published in Seelsorge und kirchliche Verwaltung im Krieg, Konrad Hoffmann, editor, 1940, p. 144.

6. Pius XII to the German bishops, copy in the Diocesan Archives at Regensburg.

7. Quoted in Was sagen die Weltkirchen zu diesem Krieg? Zeugnisse und Urteile, Matthes Ziegler, 1940, pp. 109-112.

8. Message of April 24, 1940, quoted in Der Vatikan und der Krieg, Alberto Giovannetti, 1961, p. 300.

9. Statement on March 11, 1963, in Berlin, published in Summa iniuria oder Durfte der Papst schweigen?, Fritz J. Raddatz, editor, 1963, p. 223.

10. Kirchliches Jahrbuch für die Evangelische Kirche in Deutschland 1933-1944 (Gütersloh, 1948), pp. 478-9.

11. The Voice of Destruction, Hermann Rauschning, 1940, pp. 50, 53.

12. Article 17 of the Concordat Between Germany and the Holy See, July 20, 1933, Documents on German Foreign Policy, Series D, Vol. VIII, pp. 896f.

13. German Catholics and Hitler’s Wars, Gordon Zahn, 1962, pp. 54, 55.

14. Copy in files of the Freiburg Archdiocesan chancery.

15. Franz Reinisch: Ein Martyrer unserer Zeit, Heinrich Kreuzberg, 1953, p. 86.

16. In Solitary Witness, Gordon Zahn, 1964, p. 75.

17. Ibid., p. 86.

18. Letter of February 27, 1946, in St. Radegund, Austria, parish “Jägerstätter file.”

19. Oberhirtliches Verordnungsblatt für die Diözese Passau, No. 10, May 6, 1933, pp. 50-51.

20. In Solitary Witness, Gordon Zahn, 1964, pp. 108-110.

[Υποσημειώσεις]

a «Σε όλη τη ζωή του ήταν δραστήριος σε ενοριακό έργο . . . καταδικασθείς σε θάνατο μετά τον πόλεμο ως ‘Κουίσλιγκ’ (δοσίλογος) των Σλοβάκων και εξετελέσθη παρά την ισχυρή έκκλησι για αναστολή της ποινής.»—New Catholic Encyclopedia (έκδοσις 1967) Τομ. 14, σελίδες 173, 174.

b Κοσμήτωρ του Ιερού Κολλεγίου των Καρδιναλίων μέχρι του θανάτου του το 1972.

c Βρέθηκε από Γερμανούς που λεηλάτησαν την Αρχιεπισκοπή των Παρισίων και αργότερα εβεβαίωσε τη γνησιότητά της ο Τισσεράν.

[Εικόνα στη σελίδα 18]

Πώς ήταν δυνατόν άνθρωποι με συνειδήσεις εκπαιδευμένες από την εκκλησία να είναι πρόθυμοι να διαπράξουν κάθε έγκλημα που θα διέτασσαν οι αρχηγοί των;

[Εικόνες στη σελίδα 19]

Ποιος ήταν υπεύθυνος;

[Εικόνα στη σελίδα 20]

[Ποστ της Νέας Υόρκης, 27 Αυγούστου 1940, Τελική Έκδοσις, σ. 15]

Ο Ναζιστικός Στρατός Εξυψώνεται

Οι Γερμανοί Καθολικοί Επίσκοποι Δηλώνουν Αφοσίωσι

[Τάιμς της Νέας Υόρκης, 25 Σεπτεμβρίου 1939, Τελευταία Έκδοσις της Πόλεως, σ.6]

Γερμανοί Στρατιώται συγκεντρώθηκαν από τις Εκκλησίες

[Τάιμς της Νέας Υόρκης, 7 Δεκεμβρίου 1941, Τελική Έκδοσις στην Πόλη, σ.33]

‘Πολεμικές Προσευχές’ για το Ράιχ

    Ελληνικές Εκδόσεις (1950–2026)
    Αποσύνδεση
    Σύνδεση
    • Ελληνική
    • Κοινή Χρήση
    • Προτιμήσεις
    • Copyright © 2026 Watch Tower Bible and Tract Society of Pennsylvania
    • Όροι Χρήσης
    • Πολιτική Απορρήτου
    • Ρυθμίσεις Απορρήτου
    • JW.ORG
    • Σύνδεση
    Κοινή Χρήση