Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Εφόσον οι Ιουδαίοι ιερείς φορούσαν κάλυμμα της κεφαλής όταν υπηρετούσαν στο ναό, γιατί ο απόστολος Παύλος έγραψε αργότερα ότι οι άνδρες δεν πρέπει να φέρουν κάλυμμα της κεφαλής, αλλά, μάλλον, οι γυναίκες έπρεπε να φέρουν;—Λ. Χ., Η.Π.Α.
Αυτές οι δυο οδηγίες ήσαν κάτω από διαφορετικές διατάξεις. Μόνο όταν επήλθε το οριστικό τέλος της Ιουδαϊκής διατάξεως, μαζί με τα συστήματα του ιερέων, θυσιών και λατρείας στο ναό, εξήγησε ο Παύλος τι επιθυμούσε ο Θεός σχετικά με το κάλυμμα της κεφαλής κάτω από τη Χριστιανική διάταξι. (Εβρ. 9:26) Ακριβώς όπως είχε ο Ιεχωβά το δικαίωμα να μεταβάλη τον τρόπο του ενεργείας για την αληθινή λατρεία, έτσι μπορούσε να κάμη αλλαγή σχετικά με το ποιος έπρεπε να φέρη κάλυμμα της κεφαλής.—Δαν. 4:35.
Το να φορούν κάλυμμα της κεφαλής οι Ισραηλίται ιερείς δεν ήταν ζήτημα προσωπικής εκλογής· ήταν εντολή του Θεού. Ο αρχιερεύς ώφειλε να φέρη μια ειδική μίτρα. Ένα μικρό χρυσό πέταλον επάνω στο οποίο ήσαν χαραγμένες οι λέξεις «Αγιασμός εις τον Ιεχωβά» ήταν τοποθετημένο στο έμπροσθεν μέρος της μίτρας κι έτσι έφθασε να βρίσκεται στο μέτωπο του αρχιερέως. (Έξοδ. 28:4, 36-38, ΜΝΚ) Οι υφιερείς έφεραν μιτρίδια διαφορετικού κάπως τύπου. (Έξοδ. 28:40) Και στις δύο περιπτώσεις τα καλύμματα της κεφαλής εθεωρούντο ως ένα σημείο υποταγής στον Ιεχωβά, καθώς επίσης ήσαν «προς δόξαν και τιμήν.» (Έξοδ. 28:2, 40) Έτσι οι ιερείς έφεραν καλύμματα της κεφαλής από υπακοή στον Θεό και Νομοθέτη των.
Εν τούτοις, περιγράφοντας εκείνο που ήταν κατάλληλο στη Χριστιανική εκκλησία, ο απόστολος Παύλος έδειξε ότι οι γυναίκες που προσεύχονται ή προφητεύουν εντός της εκκλησίας, εκεί όπου κανονικά ένας άνδρας θα το έπραττε αυτό, οφείλουν να φορούν κάλυμμα της κεφαλής. Για τον άρρενα διακονικό υπηρέτη στην εκκλησία, ένα κάλυμμα της κεφαλής θα ήταν ακατάλληλο· θα κατήσχυνε την κεφαλή του, τον Χριστό. (1 Κορ. 11:3-16) Ας σημειώσωμε, όμως, ότι υπήρχε κάποια διαφορά εδώ. Στο ναό ή τη σκηνή κάτω από την Ιουδαϊκή διάταξι, καμμιά γυναίκα δεν εκτελούσε ιερατικά καθήκοντα· έτσι δεν υπήρχε ανάγκη να γίνη διάκρισις μεταξύ αρρένων και θηλέων. Αλλά στη Χριστιανική εκκλησία άτομα τόσο εκ των αρρένων όσο και εκ των θηλέων μπορούσαν να υπηρετούν. Έτσι, υπό έμπνευσιν, ο Παύλος ετόνισε κατάλληλα ότι κάτω από ωρισμένες περιστάσεις μια Χριστιανή γυναίκα ώφειλε να «έχη εξουσίαν επί της κεφαλής αυτής, δια τους αγγέλους,» ενώ οι άνδρες οι οποίοι εκπροσωπούσαν με άμεσο τρόπο τον Χριστό ώφειλαν να το πράττουν αυτό ασκεπείς.
Και στις δύο περιπτώσεις, κάτω από την Ιουδαϊκή ιερατική διάταξι και κάτω από την Χριστιανική διάταξι, η κάλυψις της κεφαλής εχρησίμευε ως σημείον υποταγής. Αλλά υπήρχε διπλός λόγος για να καλύπτουν την κεφαλή των οι γυναίκες, οι οποίες υπηρετούσαν στη Χριστιανική εκκλησία. Αυτές εξεικόνιζαν έτσι την υποταγή της εκκλησίας στον Χριστό, και, επιπροσθέτως, με το να φορούν κάλυμμα της κεφαλής ανεγνώριζαν την ηγετική θέσι του άρρενος στη διάταξι του Θεού.—1 Κορ. 11:8, 9· Εφεσ. 5:21-24.
● Τι εννοεί η Γραφή, όταν ομιλή για Χριστιανούς, οι οποίοι ‘ασπάζονται αλλήλους εν φιλήματι αγίω’;—Λ. Λ., Καναδάς.
Στο τέλος τεσσάρων από τις επιστολές του, ο απόστολος Παύλος ενεθάρρυνε Χριστιανούς του πρώτου αιώνος να ‘ασπασθούν αλλήλους εν φιλήματι αγίω.’ (Ρωμ. 16:16· 1 Κορ. 16:20· 2 Κορ. 13:12· 1 Θεσ. 5:26) Και με ομοία διάθεσι, ο απόστολος Πέτρος παρώτρυνε: «Ασπάσθητε αλλήλους εν φιλήματι αγάπης.» (1 Πέτρ. 5:14) Μολονότι η Γραφή δεν δίνει λεπτομέρειες γι’ αυτή τη συνήθεια μεταξύ των Χριστιανών του πρώτου αιώνος, μια σύντομη εξέτασις του εθίμου τού φιλήματος μεταξύ των Εβραίων ρίχνει λίγο φως σ’ αυτό το ζήτημα.
Στα Βιβλικά χρόνια η στοργή, ο σεβασμός ή ειρήνη εξεδηλώνοντο συχνά με φίλημα στις παρειές, στο μέτωπο, στα χείλη ή στο χέρι. Αυτό μπορούσε να γίνη χωρίς ρομαντικές ή ερωτικές εξάρσεις. Υπάρχουν Βιβλικά παραδείγματα αρρένων συγγενών που ησπάζοντο μεταξύ των, και φιλήματος μεταξύ αρρένων και θηλέων συγγενών. (Γεν. 29:11, 13· Έξοδ. 18:7) Επίσης, το φίλημα ήταν μια εκδήλωσις στοργής μεταξύ ανδρών, οι οποίοι ήσαν πολύ καλοί φίλοι. (2 Σαμ. 19:39· Πράξ. 20:37) Αυτά τα δείγματα φιλίας και στοργής μπορεί να φαίνονται ασυνήθιστα σε άτομα που έχουν εκπαιδευθή να είναι πιο συγκρατημένα στα αισθήματα των. Αλλά σ’ εκείνους τους ανθρώπους αυτό δεν ήταν περισσότερο ασυνήθιστο από όσο είναι μια εγκάρδια χειραψία μεταξύ στενών φίλων σήμερα.
Έτσι ο Παύλος και ο Πέτρος δεν εγκαθίδρυαν κάποια νέα Χριστιανική συνήθεια ή ιεροπρεπή θρησκευτικό τύπο. Μάλλον, συνέχιζαν ένα τύπο χαιρετισμού, ο οποίος ήταν ήδη κοινός στην εποχή των. Μεταξύ των Χριστιανών αυτό δεν ήταν ένας απλός τοπικισμός, αλλά αντανακλούσε πραγματικά την αδελφική και πνευματική ενότητα εκείνων οι οποίοι ήσαν ‘ενωμένοι με την αληθινή λατρεία. Όταν οι συγ-Χριστιανοί χαιρετούσαν ‘αλλήλους εν φιλήματι αγίω,’ δεν υπήρχε ακατάλληλη οικειότης ή κάτι σκανδαλώδες, αλλά μια εκδήλωσις αγνής, ευσεβούς στοργής. Αυτή η ιδία στενή, θερμή και αγνή πνευματική στοργή και αδελφοσύνη καλλιεργείται μεταξύ των αληθινών Χριστιανών σήμερα, μολονότι τοπικές συνήθειες χαιρετισμού λαμβάνουν συνήθως κάποια άλλη μορφή.—Ιωάν. 13:34, 35.