Γέεννα, Τόπος Αιωνίας Τιμωρίας
ΕΚΤΟΣ τον μικρόν αριθμόν των σοβαρών μελετητών της Γραφής, ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι πραγματικώς η Γέεννα. Η μεγάλη πλειονότης των ανθρώπων αγνοούν τελείως ένα ζήτημα, το οποίον έπρεπε να τους απασχολή πολύ. Είναι λυπηρό αυτό, διότι ως επί το πλείστον αυτοί δεν ευθύνονται για την άγνοιά τους. Πριν από εκατοντάδες χρόνια άνθρωποι προσκολλημένοι με φανατισμό στα σύμβολα πίστεως, παρερμήνευσαν στις πολλές μεταφράσεις των Γραφών μερικές Ελληνικές λέξεις. Αυτός είναι ένας λόγος για τη γενική παρανόησι του ζητήματος της αιωνίας τιμωρίας των ασεβών. Άλλος λόγος είναι το γεγονός ότι οι κληρικοί του Χριστιανισμού, μολονότι πολλοί απ’ αυτούς γνωρίζουν την αλήθεια πάνω στο ζήτημα αυτό, ελάχιστα ενδιεφέρθησαν να διαφωτίσουν τον λαό για τον αληθινό χαρακτήρα της Γεέννης.
Στη νοτιοδυτική πλευρά της αρχαίας πόλεως Ιερουσαλήμ και αμέσως έξω απ’ αυτήν, υπήρχε μία κοιλάς που ήταν πρώτα γνωστή στην Εβραϊκή ως γκέη μπεν χινώμ, «κοιλάς του υιού [ή, των υιών] του Χινώμ». Αργότερα ωνομάσθηκε απλώς γκέη χινώμ, δηλ. «κοιλάς του Χινώμ», ή Ελληνιστί Γέεννα. Ήταν μια μάλλον βαθιά και στενή φάραγγα, με απότομες βραχώδεις κατωφέρειες, όχι μακριά από τον μεγάλο ναό και το ανάκτορο του Σολομώντος. Ένα τμήμα της κοιλάδος αυτής ωνομάσθηκε αργότερα Τοφέθ, και μερικοί πιστεύουν ότι υπήρχε εκεί ένα άλσος προωρισμένο για μουσικές εορτές, όπου οι βασιλικοί ψαλτωδοί και μουσικοί του Σολομώντος συνηθροίζοντο για να γεμίσουν την κοιλάδα από άσματα αίνου στον Ιεχωβά.—Ιησούς Ναυή 15:8· 2 Βασιλέων 23:10· Ιερεμίας 19:2, 6.
Εν τούτοις, ο Σολομών, στο γήρας του, όταν η καρδιά του απεμακρύνθη από την υπηρεσία του μόνου αληθινού Θεού, ανήγειρε βδελυκτούς βωμούς στη φάραγγα αυτή προς τιμήν των ειδωλολατρικών θεών, των Μολώχ, Βάαλ, Χεμώς και Αστάρτης. (1 Βασιλέων 11:5-7) Λέγεται ότι ένα τερατώδες ορειχάλκινο είδωλο ανηγέρθη στο μέρος εκείνο το οποίον εθερμαίνετο από μέσα και στου οποίου τα πυρακτωμένα χέρια οι ειδωλολάτραι έρριχναν ζωντανούς τους γυιούς και τις θυγατέρες των. Έτσι η φάραγγα αυτή που άλλοτε αντηχούσε τους αίνους του Ιεχωβά εγέμιζε από τους θρήνους μικρών παιδιών που προσεφέροντο θυσία στον θεό του πυρός Μολώχ.—2 Χρονικών 28:3· 33:6.
Στον ωρισμένο καιρό, ο πιστός Βασιλεύς Ιωσίας εξηφάνισε αυτή τη διαβολική μορφή λατρείας, και για να μην επαναληφθή η πράξις αυτή εμόλυνε τη φάραγγα με οστά νεκρών. (2 Βασιλέων 23:10, 14· 2 Χρονικών 34:4, 5) Έκτοτε η Γέεννα έγινε ο κοινός λάκκος όπου διωχετεύοντο όλες οι ακαθαρσίες της πόλεως και ερρίπτοντο όλα τα απορρίμματα. Επίσης ερρίπτοντο εκεί και τα πτώματα ζώων και εκτελεσθέντων εγκληματιών. Ήταν για την πόλι ένας κλίβανος προς αποτέφρωσιν και για να διατηρήται η φωτιά προσέθεταν και θειάφι. Οι πλευρές της φάραγγος παρουσίαζαν ανωμαλίες, και μερικά από τα απορρίμματα εσκάλωναν πάνω στους βράχους κι έτσι άρχιζε μια αποσύνθεσις και αν υπήρχαν σάρκες κατετρώγοντο από τα σκουλήκια και όχι από τη θειώδη φωτιά που υπήρχε στο βάθος της φάραγγος. Στη διάνοια των Ιουδαίων η Γέεννα ήταν ένα ζωηρό σύμβολο καταστροφής και ένα βδέλυγμα, ένας αποτροπιασμός στα μάτια και μια δυσωδία στους μυκτήρας.
Πόσο κατάλληλο και παραστατικό παράδειγμα ήταν η Γέεννα για να το χρησιμοποιήση ο Ιερεμίας! Όταν ο προφήτης εκείνος του Θεού έδειχνε τον μολυσμένον εκείνον τόπον σαν παράδειγμα του τι επρόκειτο να κάμη ο Ιεχωβά στο στασιαστικό εκείνο έθνος, οι Ιουδαίοι εννοούσαν πολύ καλά τον προφήτη. Εννοούσαν ότι ο Παντοδύναμος Θεός θα κατέστρεφε το έθνος τόσον τέλεια όσον καταστρέφονται όλα όσα ρίχνονται μέσα στην κατά γράμμα Γέεννα. «Ούτω θέλω κάμει εις τον τόπον τούτον, λέγει ο Ιεχωβά, και εις τους κατοίκους αυτού, και θέλω κάμει την πόλιν ταύτην ως την Τοφέθ· και οι οίκοι της Ιερουσαλήμ, και οι οίκοι των βασιλέων του Ιούδα, θέλουσι μιανθή, καθώς ο τόπος της Τοφέθ.» «Δια τούτο, ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Ιεχωβά καθ’ ας δεν θέλει ονομάζεσθαι πλέον Τοφέθ, ουδέ φάραγξ του υιού Εννόμ, αλλ’ Η φάραγξ της σφαγής.»—Ιερεμίας 19:12, 13· 7:32, 33, Α.Σ.Μ.
Αυτό συνέβη πραγματικά όταν η Ιερουσαλήμ κατεστράφη τελικά στο 70 μ.Χ. Κατά τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο, 2.000.000 έως 3.000.000 κάτοικοι πέθαναν από πείνα ή ασθένεια ή εφονεύθησαν από τους Ρωμαίους, και φαίνεται ότι πολλά από τα νεκρά σώματά των είχαν ριφθή στη Γέεννα ύστερα από τον τρομερό εκείνο πόλεμο.
Τώρα λοιπόν, έχοντας υπ’ όψι τι ήταν η Γέεννα, κατά γράμμα και συμβολικά, ποια καλύτερη εξεικόνισι ή σύμβολο θα μπορούσε να χρησιμοποιήση ο Μέγας Προφήτης, Χριστός Ιησούς, μιλώντας στους Ιουδαίους για την τιμωρία των εκουσίων ασεβών; Όταν έλεγε ότι μερικοί απ’ αυτούς θα καταντούσαν στη Γέεννα, οι ακροαταί του προ δύο χιλιετηρίδων εγνώριζαν ακριβώς τι εννοούσε. Εγνώριζαν ότι εάν η φωτιά με το θειάφι δεν κατηνάλισκε τα νεκρά σώματά των, αυτό θα το έκαναν τα σκουλήκια που υπήρχαν πάντα εκεί. Είτε το ένα συνέβαινε είτε το άλλο, οι Ιουδαίοι εγνώριζαν καλά ότι το να ριφθούν στη Γέεννα εσήμαινε ότι ήσαν εγκληματίαι ανάξιοι ταφής και αναστάσεως, και μόνον άξιοι εκμηδενίσεως.
Αλλά μερικοί μπορεί να ρωτήσουν: «Πότε και πού ο Ιησούς μίλησε για τη Γέεννα; Στην Καθολική Μετάφρασι Ντουαί καθώς και στην Προτεσταντική του Βασιλέως Ιακώβου, δεν βρίσκομε τη λέξι Γέεννα.» Πολύ σωστά. Αυτό συμβαίνει διότι οι άνθρωποι που μετέφρασαν τη Βίβλο από την αρχική της γλώσσα, την Εβραϊκή ή την Ελληνική ή από την Λατινική Βουλγάτα, στην Αγγλική, στις αρχές του δεκάτου εβδόμου αιώνος, ήσαν τόσο πολύ προσκολλημένοι στα ανθρωποποίητα σύμβολα πίστεως για τα «αιώνια βάσανα» και το «πυρ του άδου», ώστε δεν ήσαν ελεύθεροι να κάμουν ούτε μια ειλικρινή μετάφρασι. Γι’ αυτό, στα δώδεκα μέρη των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, που κοινώς ονομάζονται «Καινή Διαθήκη», όπου υπάρχει η λέξις Γέεννα, την μετέφρασαν «άδης» [στην αγγλική hell], τη λέξι δε αυτή τη χρησιμοποίησαν για να αποδώσουν και την Εβραϊκή λέξι Σιεόλ και τις Ελληνικές λέξεις Άδης και Τάρταρος.
Όλοι οι νεώτεροι μεταφρασταί που χαίρουν κάποιας υπολήψεως, Καθολικοί και Διαμαρτυρόμενοι, αναγκάσθηκαν σε υποσημειώσεις να απολογηθούν για το χονδροειδές λάθος στα ακόλουθα εδάφια: Ματθαίος 5:22, 29, 30· 10:28· 18:9· 23:15, 33· Μάρκος 9:43, 45, 47· Λουκάς 12:5· Ιάκωβος 3:6. Η Αγγλική Ανατεθεωρημένη Μετάφρασις, η Αμερικανική Στερεότυπη Μετάφρασις, η Αμερικανική Ανατεθεωρημένη Μετάφρασις, η Μετάφρασις της Καθολικής Συναδελφώσεως, η Μετάφρασις Σπένσερ (Καθολική), η Μετάφρασις Γιάγκ, Ρόδερχαμ, Γουέημαουθ, Μόφφατ, Εμφατικόν Δίγλωττον, Μετάφρασις Νέου Κόσμου, και πολλές άλλες νεώτερες μεταφράσεις, ή διορθώνουν το λάθος στο Κείμενον ή παραθέτουν υποσημειώσεις.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΒΑΣΑΝΑ ΣΤΗ ΓΕΕΝΝΑ
‘Τι σημαίνει αυτό; Δεν υπάρχουν αιώνια βάσανα μέσα στο άσβεστο πυρ της Γεέννης;’ Ναι, δεν υπάρχουν· αυτή είναι η αλήθεια, έστω κι αν είναι αντίθετη στην κοινή γνώμη. Η γενική γνώμη των θρησκευομένων ανθρώπων είναι ότι η Γέεννα είναι ένα άλλο όνομα της φανταστικής εκκλησιαστικής λίμνης του πυρός που με τόσο φανατισμό διδάσκει ο κλήρος. Το να μεταφέρωμε απλώς αναλλοίωτη την Ελληνική λέξι Γέεννα στις Αγγλικές ή άλλες ξενόγλωσσες Γραφές δεν σημαίνει τίποτε αν ο κλήρος εξακολουθή να απατά τον λαό να πιστεύη οτι η Γέεννα είναι τόπος αιωνίων βασάνων. Καθώς αναφέρει η Αμερικανική Εγκυκλοπαιδεία (έκδοσις 1943, τόμ. 14, σελ. 81): «Πολλή σύγχυσις και παρεξήγησις έλαβε χώραν με την επιμονή των πρώτων μεταφραστών της Βίβλου να αποδίδουν την Εβραϊκή λέξι Σιεόλ και την Ελληνική λέξι Γέεννα με τη λέξι Άδης [hell]. Η απλή μεταγλώττισις των λέξεων αυτών από τους μεταφραστάς των ανατεθεωρημένων εκδόσεων της Γραφής δεν ήταν αρκετή για να εκκαθαρίση επαρκώς αυτή τη σύγχυσι και την παρανόησι.»
Υπάρχει ευρεία διαφορά μεταξύ του αιωνίου βασανισμού και της αιωνίας καταστροφής. Η Γέεννα συμβολίζει το δεύτερον, δηλαδή τόπον αιωνίας καταστροφής. Δεν υπήρχε καμμία σκέψις για βασανισμό στην αρχαία Γέεννα που ήταν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, διότι τίποτε ζωντανό δεν ερρίπτετο εκεί. Για να βασανισθή έπρεπε να είναι ζωντανό! Συνεπώς η Γέεννα δεν μπορεί να συμβολίζη βασανισμόν, είτε προσωρινόν είτε αιώνιον.
Πάνω στο σημείο αυτό καλό θα είναι να εξετάσωμε τι έχουν να πουν οι νεώτεροι μεταφρασταί. Η υποσημείωσις στο Ματθαίος 5:22, της Μεταφράσεως Καθολικής Συναδελφώσεως έκδοσις 1941, δεν λέγει ότι εγκληματίαι ερρίπτοντο ζωντανοί στη Γέεννα για να βασανισθούν στο πυρ και το θείον της, αλλά ότι ήταν μάλλον ένας τόπος «όπου εκαίοντο τα πτώματα των εγκληματιών μετά τη θανάτωσί των». Σχολιάζοντας το εδάφιο αυτό ο Ρωμαιοκαθολικός Διδάκτωρ Φ. Α. Σπένσερ, στη δική του μετάφρασι του 1937, λέγει ότι όταν ο Βασιλεύς Ιωσίας εβεβήλωσε τη φάραγγα της Γεέννης, «οι Ιουδαίοι την χρησιμοποιούσαν έκτοτε για να ρίπτουν όλα τα απορρίμματά των και τα πτώματα νεκρών ζώων και εγκληματιών. Για την πρόληψι μολύνσεως διετηρείτο πάντοτε φωτιά στην φάραγγα· έτσι ο τόπος αυτός έγινε ο τύπος της καταστάσεως της τιμωρίας των απολλυμένων». Βλέπετε ότι υπήρχε φωτιά στην κατά γράμμα Γέεννα, μάλιστα, αλλ’ αυτή δεν εχρησιμοποιείτο για τον βασανισμό και των χειροτέρων ακόμη εγκληματιών, των οποίων τα πτώματα ερρίπτοντο εκεί, διότι αυτοί εθεωρούντο ανάξιοι αναστάσεως.
Το παράρτημα του Εμφατικού Διγλώττου του Βενιαμίν Ουίλσων (1864), στη σελ. 891, αφού παραθέτει σύντομη ιστορία της Γεέννης, προσθέτει: «Η Γέεννα, λοιπόν, όπως αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, συμβολίζει θάνατο και τελεία καταστροφή, αλλά σε κανένα μέρος αυτή δεν σημαίνει τόπον αιωνίων βασάνων». Σ’ αυτά μπορεί να προστεθή η κάτωθι χαρακτηριστική παράγραφος που βρίσκεται στο παράρτημα, σελ. 767, της Μεταφράσεως του Νέου Κόσμου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (1950): «Ζωντανά ζώα ή άνθρωποι ποτέ δεν ερρίπτοντο στη Γέεννα για να καούν ζώντες ή να βασανισθούν. Συνεπώς ο τόπος αυτός ποτέ δεν μπορεί να συμβολίζη μια αόρατη περιοχή όπου ανθρώπινες ψυχές βασανίζονται σε κατά γράμμα πυρ και κατατρώγονται από αθάνατα σκουλήκια στους αιώνας των αιώνων. (Ησαΐας 66:24) Επειδή στους νεκρούς εγκληματίας δεν εγίνετο έντιμη ταφή σε αναμνηστικό τάφο, ο οποίος συμβολίζει την ελπίδα της αναστάσεως, η Γέεννα εχρησιμοποιήθη από τον Ιησούν και τους μαθητάς του για να συμβολίση αιώνια καταστροφή, εξαφάνισι από το σύμπαν του Θεού, ή “δεύτερο θάνατο”, αιωνίαν τιμωρίαν. Συνεπώς το να καταδικασθή κανείς ώστε το σώμα του να ριφθή στη Γέεννα εθεωρείτο το χειρότερο είδος της τιμωρίας. Από την κατά γράμμα Γέεννα και τη σημασία της ελήφθη το σύμβολον της ‘λίμνης του πυρός και του θείου’ στην Αποκάλυψιν 19:20· 20:10, 14, 15· 21:8.»
Το «πυρ» είναι σύμβολον τελείας καταστροφής. Συνεπώς η Αποκάλυψις σε συμβολική γλώσσα λέγει ότι εκείνοι που δεν λαμβάνουν ζωήν ρίπτονται στη λίμνη του πυρός, που είναι ο «δεύτερος θάνατος». Ομοίως ο Ιούδας, εδάφιον 7, λέγει ότι τα Σόδομα και Γόμορρα ετιμωρήθησαν με «αιώνιον πυρ». Αυτό δεν είναι κατά γράμμα πυρ, διότι οι πόλεις εκείνες βρίσκονται τώρα κάτω από νερό, στον πυθμένα της Νεκράς θαλάσσης. Ο Ιησούς λέγει στην παραβολή ότι τα «πρόβατα» λαμβάνουν αιώνια ζωή, αλλά τα «ερίφια» λαμβάνουν το αντίθετο «αιώνιον κόλασιν [αποκοπήν]», δηλαδή, καταστρέφονται. (Ματθαίος 25:46 Μ.Ν.Κ.· Ε.Δ.) Η αφήγησις του πλουσίου και του Λαζάρου στο Λουκάς 16:19-31 είναι απλώς μια παραβολή, και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθή κατά γράμμα. Δεν υπάρχει ούτε ένα εδάφιο της Γραφής που να υποστηρίζη τα «αιώνια βάσανα» όταν αυτό κατανοηθή ορθώς. Εκείνο που δίκαια λαμβάνουν ο Διάβολος και οι ακόλουθοί του είναι αιωνία αποκοπή από τη ζωή σε τελεία εκμηδένισι.