Αγιότητα—Μια Χριστιανική Απαίτηση
Ο ΑΡΧΗΓΟΣ των Χριστιανών, ο Γιος του Θεού, όταν γεννήθηκε ως άνθρωπος ήταν άγιος (Λουκάς 1:35) και διακράτησε αυτή την αγιότητα σε όλη την επίγεια ζωή του. (Ιωάννης 17:19· Πράξεις 4:27· Εβραίους 7:26) Αυτή η αγιότητα ήταν πλήρης, τέλεια, και γέμιζε όλες τις σκέψεις, τα λόγια και τις πράξεις του. Διακρατώντας την αγιότητά του ακόμα και μέχρι το θυσιαστικό του θάνατο, έδωσε σε άλλους τη δυνατότητα να αποκτήσουν αγιότητα. Συνεπώς, εκείνοι που καλούνται να ακολουθούν τα βήματά του λαβαίνουν μια «άγια κλήση». (2 Τιμόθεο 1:9) Γίνονται οι χρισμένοι του Ιεχωβά, οι πνευματικοί αδελφοί του Ιησού Χριστού, και αποκαλούνται ‘άγιοι’. (Ρωμαίους 15:26· Εφεσίους 1:1· Φιλιππησίους 4:21) Λαβαίνουν αγιότητα μέσω πίστης στη λυτρωτική θυσία του Χριστού. (Φιλιππησίους 3:8, 9· 1 Ιωάννη 1:7) Η αγιότητα, λοιπόν, δεν είναι έμφυτη σε αυτούς ούτε τους ανήκει μέσω της δικής τους αξίας, αλλά την αποκτούν μέσω του Ιησού Χριστού.—Ρωμαίους 3:23-26.
Οι πολλές αναφορές που γίνονται στη Γραφή σε ζώντα μέλη της εκκλησίας ως «αγίους» δείχνουν ξεκάθαρα ότι δεν γίνεται κανείς ‘άγιος’ από ανθρώπους ή από κάποια οργάνωση ούτε χρειάζεται να περιμένει να πεθάνει πρώτα για να γίνει ‘άγιος’. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ‘άγιος’ ως συνέπεια του ότι ο Θεός τον καλεί να γίνει συγκληρονόμος με τον Χριστό. Είναι άγιος στα μάτια του Θεού ενόσω βρίσκεται στη γη, έχοντας την ελπίδα της ουράνιας ζωής στο πνευματικό βασίλειο, όπου κατοικούν ο Ιεχωβά Θεός και ο Γιος του, μαζί με τους άγιους αγγέλους.—1 Πέτρου 1:3, 4· 2 Χρονικών 6:30· Μάρκος 12:25· Πράξεις 7:56.
Η Καθαρή Διαγωγή Είναι Απαραίτητη
Εκείνοι που έχουν αυτή την άγια υπόσταση ενώπιον του Ιεχωβά αγωνίζονται, με τη βοήθεια του πνεύματος του Θεού, να φτάσουν την αγιότητα του Θεού και του Χριστού. (1 Θεσσαλονικείς 3:12, 13) Αυτό απαιτεί μελέτη του Λόγου αλήθειας του Θεού και την εφαρμογή του στη ζωή τους. (1 Πέτρου 1:22) Απαιτεί αποδοχή της διαπαιδαγώγησης του Ιεχωβά. (Εβραίους 12:9-11) Επομένως, αν ένα άτομο είναι γνήσια άγιο, θα επιδιώκει μια πορεία αγιότητας, καθαρότητας καθώς επίσης ευθύτητας σε σχέση με την ηθική. Οι Χριστιανοί νουθετούνται να παρουσιάσουν τα σώματά τους στον Θεό ως θυσία η οποία είναι άγια, ακριβώς όπως ήταν άγιες οι αποδεκτές θυσίες που παρουσιάζονταν στο αρχαίο θυσιαστήριο. (Ρωμαίους 12:1) Η αγιότητα στη διαγωγή είναι εντολή: «Σύμφωνα με τον Άγιο, ο οποίος σας κάλεσε, γίνετε και εσείς οι ίδιοι άγιοι σε όλη τη διαγωγή σας, επειδή είναι γραμμένο: ‘Πρέπει να είστε άγιοι, επειδή εγώ είμαι άγιος’».—1 Πέτρου 1:15, 16.
Εκείνοι που γίνονται μέλη του σώματος του Χριστού είναι «συμπολίτες των αγίων και μέλη του σπιτικού του Θεού». (Εφεσίους 2:19) Παρομοιάζονται με έναν άγιο ναό, ο οποίος αποτελείται από ζωντανές πέτρες και είναι για τον Ιεχωβά, και απαρτίζουν ‘βασιλικό ιερατείο, άγιο έθνος, λαό για ειδική ιδιοκτησία’. (1 Πέτρου 2:5, 9) Πρέπει να καθαριστούν από «κάθε μόλυσμα σάρκας και πνεύματος, τελειοποιώντας αγιότητα με φόβο Θεού». (2 Κορινθίους 7:1) Αν ένας Χριστιανός συνηθίζει να κάνει πράγματα που είτε μολύνουν ή καταστρέφουν το σάρκινο σώμα του είτε το καθιστούν βρώμικο ή ακάθαρτο, ή αν ακολουθεί μια πορεία αντίθετη από εκείνη της Αγίας Γραφής σε δογματικά ή ηθικά θέματα, δεν αγαπάει ούτε φοβάται τον Θεό και απομακρύνεται από την αγιότητα. Επομένως, δεν γίνεται να συνεχίζει κάποιος να πράττει την ακαθαρσία και να παραμένει άγιος.