Χριστιανική Ακεραιότητα στη Σπαρασσόμενη από τον Πόλεμο Λιβερία
Όπως το αφηγήθηκε ένας αυτόπτης μάρτυρας
«ΟΤΑΝ οι ελέφαντες μαλώνουν και το χορτάρι επίσης θα υποφέρει». Πόσο καλά συνοψίζει αυτή η παροιμία της Δυτικής Αφρικής το τι συνέβη στη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου στη Λιβερία! Περίπου 20.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, και ο μισός από τον πληθυσμό της χώρας που είναι 2,6 εκατομμύρια εκτοπίστηκε. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που υπέφεραν δεν ήταν στρατιώτες· ήταν «το χορτάρι»—άκακοι άντρες, γυναίκες και παιδιά.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το Δεκέμβριο του 1989, οι σχεδόν 2.000 Μάρτυρες του Ιεχωβά στη Λιβερία απολάμβαναν σταθερές αυξήσεις σε αριθμό και απέβλεπαν στο μέλλον με εμπιστοσύνη. Δυστυχώς, αποτέλεσαν μέρος ‘του χορταριού που υπέφερε’.
Η Εξάπλωση του Πολέμου
Ο πόλεμος άρχισε κατά μήκος των συνόρων της Λιβερίας με την Ακτή Ελεφαντοστού, και σύντομα πρόσφυγες άρχισαν να καταφεύγουν στην πρωτεύουσα, τη Μονρόβια, μια πόλη με μισό και πλέον εκατομμύριο κατοίκους. Από το Μάρτιο έως το Μάιο του 1990, καθώς οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν στις νότιες περιοχές, οι ιεραπόστολοι των Μαρτύρων του Ιεχωβά έφυγαν πρώτα από την Γκάντα και κατόπιν από την Γκμπάρνγκα. Ήταν ανάμεσα στους τελευταίους κατοίκους που εγκατέλειψαν αυτές τις πόλεις. Ο πόλεμος έφτασε στο αποκορύφωμά του όταν ένοπλες δυνάμεις μπήκαν στη Μονρόβια στις 2 Ιουλίου 1990.
Κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για τη φρίκη που ακολούθησε. Τρεις διαφορετικοί στρατοί συνέχισαν να πολεμούν μεταξύ τους στους δρόμους μέχρις εσχάτων, με βαρύ πυροβολικό, ρουκέτες και εκτοξευτές οπλοβομβίδων. Όσοι δεν σκοτώθηκαν επειδή ήταν μέλη κάποιας εχθρικής φυλής υποβάλλονταν σε συνεχείς παρενοχλήσεις και έρευνες. Μια αυγουστιάτικη νύχτα περισσότεροι από 600 άντρες, γυναίκες και παιδιά που είχαν ζητήσει καταφύγιο στη Λουθηρανική Εκκλησία του Αγ. Πέτρου θανατώθηκαν από ένα πολεμοχαρές στρατιωτικό απόσπασμα.
Εκατοντάδες άτομα διέφυγαν τις εχθροπραξίες μόνο με τα ρούχα που φορούσαν. Οικογένειες χωρίστηκαν και για πολλούς μήνες κατόπιν δεν μπορούσαν να ξανασμίξουν. Όλος ο πληθυσμός της Μονρόβιας φαινόταν ότι είχε μετακινηθεί, και τα άδεια σπίτια κατοικούνταν από στρατιώτες και πρόσφυγες που είχαν καταφύγει εκεί από άλλα μέρη της πόλης. Ο μισός και πλέον πληθυσμός της Μονρόβιας είχε εκτοπιστεί. Οι περισσότεροι έχασαν ό,τι είχαν, καθώς επίσης και τουλάχιστον ένα συγγενή τους στο θάνατο. Μερικοί έχασαν πολύ περισσότερους.
Η κατάσταση έφτασε σε τόσο κρίσιμο σημείο, ώστε πέντε άλλες δυτικοαφρικανικές χώρες έστειλαν στρατιώτες για να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν την ειρήνη. Μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου του 1990, οι περισσότερες εχθροπραξίες είχαν σταδιακά σταματήσει. Αλλά τότε το φάσμα της πείνας κάλυψε την καμένη πόλη σαν σάβανο. Οι υπηρεσίες παροχής βοήθειας ανέφεραν ότι σε κάποια στιγμή σχεδόν το ένα τρίτο των παιδιών της Μονρόβιας που ήταν κάτω των πέντε ετών υποσιτίζονταν και περισσότεροι από εκατό άνθρωποι πέθαιναν κάθε μέρα. Οι συνθήκες γίνονταν ακόμα πιο δύσκολες από τους κερδοσκόπους· πολλοί έκλεβαν το ρύζι που προοριζόταν για παροχή βοήθειας και κατόπιν το πουλούσαν 20 και πλέον δολάρια (περ. 3.600 δρχ.) το φλιτζάνι. Οι ασθένειες εξαπλώνονταν ραγδαία, ιδιαίτερα η χολέρα, εφόσον οι εγκαταστάσεις ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης της πόλης είχαν καταστραφεί εντελώς.
Οι περίπου χίλιοι Μάρτυρες του Ιεχωβά που κατοικούσαν στη Μονρόβια υπέφεραν επίσης τρομερά. Η πλειονότητα εγκατέλειψε την πόλη και πήγε στην ύπαιθρο, ενώ άλλα άτομα έφυγαν με πλοίο για την Γκάνα και τη Νιγηρία ή οδικώς για την Ακτή Ελεφαντοστού ή τη Σιέρα Λεόνε. Από τον Ιούλιο έως το Δεκέμβριο του 1990, 30 και πλέον Μάρτυρες έχασαν τη ζωή τους. Μερικοί σκοτώθηκαν από πυροβολισμούς, ενώ άλλοι πέθαναν από τις αρρώστιες και την πείνα. Ο Άλαν Μπάτεϊ και ο Άρθουρ Λόουσον, Αμερικανοί ιεραπόστολοι απόφοιτοι της Σχολής Διακονικής Εκπαίδευσης, ήταν προφανώς ανάμεσα σ’ εκείνους που σκοτώθηκαν. Πόσο παρηγορητική είναι η Γραφικά βασισμένη ελπίδα της ανάστασης για όσους από εμάς έχασαν συγγενείς ή φίλους στη διάρκεια αυτού του τρομερού καιρού!—Πράξεις 24:15.
Η Χριστιανική Αδελφότητα σε Δράση
Καθώς ο πόλεμος συνέχισε να μαίνεται, πολλοί εκτοπισμένοι Μάρτυρες έσπευσαν να βρουν καταφύγιο στο γραφείο τμήματος των Μαρτύρων του Ιεχωβά και στον ιεραποστολικό οίκο που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της πόλης. Μερικοί ζήτησαν προστασία επειδή ανήκαν σε κάποια φυλή μέλη της οποίας σκότωναν οι στρατιώτες που βρίσκονταν στην περιοχή. Στους περισσότερους δόθηκαν διορισμοί εργασίας στο τμήμα, και η βοήθεια που πρόσφεραν στο μαγείρεμα και στο καθάρισμα ήταν ανεκτίμητη, ενώ άλλοι διορίστηκαν να ψάχνουν για βρώσιμα χόρτα στους γειτονικούς βάλτους όταν οι συνθήκες έξω το επέτρεπαν.
Άνθρωποι κοιμούνταν παντού, στις κρεβατοκάμαρες των ιεραποστόλων, στους διαδρόμους, στο Τμήμα Αποστολής και στα γραφεία. Σκάψαμε και φτιάξαμε αφοδευτήρια. Οι γυναίκες είχαν διοριστεί να υπηρετούν ως νοσοκόμες, και φρόντισαν επιτυχώς πολλές περιπτώσεις ελονοσίας και πυρετού. Επίσης η διάρροια αποτελούσε συχνά πρόβλημα.
Κάναμε ειδικές διευθετήσεις μέσα στον οίκο που περιλάμβαναν και ασκήσεις για τις περιπτώσεις βομβαρδισμών. Έτσι, όταν το πυροβολικό των αντιμαχόμενων δυνάμεων εκτόξευε βλήματα, εμείς είχαμε εκπαιδευτεί να πηγαίνουμε γρήγορα σε προφυλαγμένες περιοχές του τμήματος. Αν και ο τοίχος μας που είχε τρία μέτρα ύψος παρείχε κάποια προστασία, δεν ήταν αρκετός για να εμποδίσει τα βλήματα εποστρακισμού. Η στέγη μας σύντομα έμοιαζε με σουρωτήρι με όλες αυτές τις τρύπες που είχε!
Πολλοί Μάρτυρες διακινδύνεψαν τη ζωή τους για να προστατέψουν ομοπίστους τους από εκείνους που ήθελαν να τους σκοτώσουν επειδή ανήκαν σε εχθρική φυλή. Κάποια μέρα μια Χριστιανή αδελφή έφτασε κλαίγοντας στο γραφείο τμήματος με τα παιδιά της που είχαν επιζήσει, το ένα από τα οποία ήταν μωρό δυο εβδομάδων. Ο σύζυγός της και ο έφηβος γιος της είχαν μόλις πυροβοληθεί και σκοτωθεί μπροστά στα μάτια της. Ένας άλλος Μάρτυρας κατάφερε να κρύψει αυτήν και τα άλλα παιδιά της όταν οι δολοφόνοι επέστρεψαν να ψάξουν γι’ αυτούς.
Άλλη μια οικογένεια έφτασε στο τμήμα μαζί με μια αβάφτιστη ευαγγελιζόμενη, η οποία τους είχε προστατέψει για να μην τους σκοτώσουν άτομα της δικής της φυλής. Κατόπιν, όταν η κατάσταση άλλαξε και η αβάφτιστη ευαγγελιζόμενη βρέθηκε σε κίνδυνο, η οικογένεια την έσωσε από άτομα της δικής τους φυλής.
Επανειλημμένα, οι ιεραπόστολοι συνομιλούσαν με οπλισμένους άντρες στην πύλη του γραφείου τμήματος στην προσπάθειά τους να τους εμποδίσουν να ψάξουν ή να λεηλατήσουν το κτίριο. Κάποια φορά, εισέβαλε μια εξαγριωμένη ομάδα, μας έθεσε υπό την απειλή των όπλων και επέμεναν ότι κρύβαμε μέλη κάποιας συγκεκριμένης φυλής. Έμειναν έκπληκτοι όταν είδαν πόσο ήρεμα συμπεριφέρονταν οι τοπικοί Μάρτυρες καθώς κάθονταν ήσυχοι και παρακολουθούσαν τη Χριστιανική συνάθροιση που είχαμε. Έψαξαν το κτίριο αλλά δεν βρήκαν αυτό που ζητούσαν. Μπορούσαμε πάντα να διαβεβαιώνουμε τους απρόσκλητους επισκέπτες ότι δεν κρύβαμε στρατιώτες ή κάποιον εχθρό τους. Ως Χριστιανοί ήμασταν ουδέτεροι.
Κάποτε, ενώ είχαν κλιμακωθεί οι εχθροπραξίες, μια ομάδα από Μάρτυρες έφτασε στο τμήμα μεταφέροντας έναν αδελφό που ήταν ετοιμοθάνατος από καρκίνο. Δυστυχώς, αυτός πέθανε λίγο αργότερα. Ανοίχτηκε ένας τάφος στην αυλή, και έγινε μια πολύ συγκινητική κηδεία! Ο αδελφός ήταν ένας από τους καλύτερους τοπικούς πρεσβυτέρους μας και είχε πολλά χρόνια πιστής υπηρεσίας. Περίπου εκατό άτομα που είχαν εκτοπιστεί συγκεντρώθηκαν στη ρεσεψιόν για να παρακολουθήσουν την ομιλία της κηδείας, η οποία εκφωνήθηκε κάτω από τους ήχους των πυροβολισμών.
Εξασφαλίζουμε Τρόφιμα και Νερό
Τα αποθέματα τροφίμων ήταν πολύ περιορισμένα. Ακόμα και πριν αρχίσει ο πόλεμος, οι έμποροι είχαν πάψει να εισάγουν αγαθά. Έτσι, πολύ λίγα τρόφιμα είχαν απομείνει στην πόλη. Το δικό μας απόθεμα τροφίμων στο τμήμα ήταν ικανό να επαρκέσει για τα 12 μέλη της οικογένειάς μας επί πολλούς μήνες, αλλά μερικές φορές ζούσαν μαζί μας μέχρι και 200 άτομα, περιλαμβανομένων και γειτόνων μας που δεν ήταν Μάρτυρες και οι οποίοι είχαν απελπιστική ανάγκη βοήθειας. Ο καθένας περιοριζόταν σ’ ένα μικρό γεύμα ημερησίως· κρατηθήκαμε στη ζωή μ’ αυτά τα τρόφιμα επί αρκετούς μήνες. Όλοι μας πεινούσαμε. Τα μωρά είχαν αποστεωθεί και κρέμονταν αδύναμα στην αγκαλιά των γονέων τους.
Σύντομα το απόθεμα των τροφίμων μας άρχισε να εξαντλείται. Πού θα μπορούσαμε να βρούμε κι άλλα τρόφιμα; Κανένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό στη Μονρόβια. Όπου κι αν κοίταζε κανείς έβλεπε πεινασμένους ανθρώπους να γυρίζουν στους δρόμους ψάχνοντας για τροφή. Οι άνθρωποι έτρωγαν τα πάντα—περιλαμβανομένων σκυλιών, γατιών και ποντικών. Δυο ιεραπόστολοι από το τμήμα αποφάσισαν να προσπαθήσουν να πάνε στην Κακάτα, μια πόλη που απέχει περίπου 60 χιλιόμετρα, όπου οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει.
Κόλλησαν περιοδικά Σκοπιά και ταμπέλες στα παράθυρα του αυτοκινήτου για να δείξουν ότι ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αφού πέρασαν από αρκετά σημεία ελέγχου, τους σταμάτησε και τους ανέκρινε ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας ο οποίος είχε χειροβομβίδες κρεμασμένες μπροστά στο στήθος του και ένα περίστροφο στο πλευρό του. Είπαν ότι ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά· επίσης του είπαν ότι ήθελαν να πάνε στην Κακάτα για να βρουν λίγα τρόφιμα.
«Ακολουθήστε με», είπε αυτός. «Εγώ είμαι ο διοικητής εδώ». Τους πήγε στο αρχηγείο του. Όταν έμαθε ότι στέγαζαν εκτοπισμένους ανθρώπους, διέταξε τους άντρες του να μεταφέρουν στο τμήμα μας 20 σάκους με ρύζι, που ο καθένας ζύγιζε 45 κιλά! Επίσης, τους χορηγήθηκε μια άδεια για να πάνε στην Κακάτα, και ένας οπλισμένος φρουρός διορίστηκε να τους συνοδεύσει για να περάσουν με ασφάλεια από τα υπόλοιπα σημεία ελέγχου.
Στην Κακάτα βρήκαν τον Αβραάμ, Χριστιανό αδελφό μας ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος. Αυτός είχε αποθηκεύσει χαρτοκιβώτια με είδη τροφίμων για εμάς, όπως κονιοποιημένο γάλα, ζάχαρη, κονσερβοποιημένα λαχανικά και άλλα απαραίτητα είδη. Ήταν πραγματικά θαυμάσιο να βλέπει κανείς τον τρόπο με τον οποίο παρασχέθηκε φροντίδα στους αδελφούς μας στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Ο Ιεχωβά πρέπει να ήταν ικανοποιημένος που είχαμε μοιραστεί την τροφή μας με τους φίλους μας και τους γείτονές μας, επειδή τώρα οι προμήθειές μας αναπληρώνονταν.—Παροιμίαι 11:25, ΜΝΚ.
Στην άλλη πλευρά της Μονρόβιας, οι ιεραπόστολοι σε κάποιον ιεραποστολικό οίκο φρόντιζαν επίσης για εκτοπισμένα άτομα, και έλαβαν κι αυτοί βοήθεια από εκεί που δεν το περίμεναν. Για παράδειγμα, ένας ιεραπόστολος έλαβε τρεις σάκους με ρύζι από ένα στρατιώτη ο οποίος τον θυμόταν από τότε που είχε υπηρετήσει στην περιοχή του στρατιώτη πριν από 16 περίπου χρόνια. Ένας άλλος ιεραπόστολος έλαβε τέσσερις σάκους με ρύζι ύστερα από μια συνάντηση που είχε προσωπικά με τον αρχηγό μιας από τις αντιμαχόμενες φατρίες.
Σε κάποια στιγμή φάνηκε ότι θα έπρεπε να εκκενώσουμε το τμήμα εξαιτίας έλλειψης νερού. Το πηγάδι μας ήταν επί αρκετό καιρό η μόνη πηγή πόσιμου νερού για πολλά άτομα στην κοινότητα. Όμως το απόθεμα καυσίμων που είχαμε για την εγκατάσταση της ηλεκτρικής γεννήτριας για την αντλία άρχισε να εξαντλείται. Όταν ένας άντρας ο οποίος είχε βρει προστασία στο τμήμα τις πρώτες μέρες που είχαν αρχίσει οι εχθροπραξίες έμαθε το πρόβλημά μας, μάς βρήκε καύσιμα από εκτίμηση για ό,τι είχαμε κάνει γι’ αυτόν· έτσι το απόθεμα του νερού μας δεν εξαντλήθηκε ποτέ.
Διατήρηση Πνευματικής Δύναμης
Όταν και οι τελευταίοι από εμάς τους ιεραποστόλους αναγκαστήκαμε να φύγουμε από τη Λιβερία τον Οκτώβριο του 1990, εκείνο που μας ενδιέφερε περισσότερο ήταν το εξής: Πώς θα αντιμετώπιζαν την κατάσταση οι αδελφοί μας και οι αδελφές μας; Από τις εκθέσεις που έχουμε λάβει από τότε είναι φανερό ότι έχουν παραμείνει απασχολημένοι στη διακονία.
Πριν από τον πόλεμο ο μέσος όρος ωρών που αφιέρωνε ο κάθε Μάρτυρας στη διακονία ήταν περίπου 17 το μήνα. Εντούτοις, στη διάρκεια του πολέμου, παρά τη διαρκή ανάγκη που υπήρχε να ψάχνουν για τροφή στο δάσος, οι Μάρτυρες σε μερικές εκκλησίες είχαν κατά μέσο όρο 20 και πλέον ώρες ανά ευαγγελιζόμενο! Επιπλέον, λόγω της έλλειψης που υπήρχε στα περιοδικά Σκοπιά, πολλές από τις αδελφές μας αντέγραφαν τα άρθρα μελέτης με το χέρι ώστε να υπάρχουν περισσότερα αντίτυπα για να μοιραστούν για τη μελέτη την Κυριακή.
Οι τέσσερις πιο κοντινές εκκλησίες στη Μονρόβια ήταν γεμάτες με Μάρτυρες οι οποίοι είχαν φύγει λόγω των εχθροπραξιών που γίνονταν στην πόλη. Αυτοί οι αδελφοί έχασαν ό,τι είχαν, αφού δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους για να πάρουν τίποτα. Στην πραγματικότητα, οι γραμμές της μάχης χώριζαν πολλούς επί μήνες από τα ίδια τα παιδιά και τους γονείς τους! Στην Ανάμνηση του θανάτου του Ιησού που διεξάχθηκε στις 30 Μαρτίου, αυτές οι τέσσερις εκκλησίες είχαν ένα συνολικό αριθμό 1.473 παρόντων.
Οι 300 περίπου Μάρτυρες που είχαν παραμείνει στη Μονρόβια κατέβαλαν ειδική προσπάθεια να κάνουν βοηθητικό σκαπανικό το μήνα της Ανάμνησης, παρ’ όλο που μόλις πριν από μερικές εβδομάδες ήταν τόσο αδύναμοι σωματικά από την πείνα ώστε μόλις και μετά βίας περπατούσαν. Εργάστηκαν πολύ σκληρά για να προσκαλέσουν ανθρώπους στην Ανάμνηση, και ο αριθμός των παρόντων ήταν 1.116 άτομα.
Ένας Χριστιανός πρεσβύτερος στη Μονρόβια εξήγησε: «Αποφασίσαμε να αρχίσουμε να συναθροιζόμαστε ξανά στην Αίθουσα Βασιλείας μας ξεκινώντας από το Δεκέμβριο του 1990. Ο πρώτος αριθμός των παρόντων ήταν 17. Αργότερα ανέβηκε στους 40, και παρέμεινε στους 40 για λίγο καιρό. Κατόπιν, στις 24 Φεβρουαρίου, ο αριθμός των παρόντων αυξήθηκε σε 65 και μια εβδομάδα αργότερα σε 85. Επίσης, σχεδόν όλα τα άτομα στην εκκλησία ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση να κάνουν βοηθητικό σκαπανικό το Μάρτιο».
Φροντίδα για Άλλους
«Οι αδελφοί της εκκλησίας μας ήταν απασχολημένοι να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον [μεταξύ των αντιμαχόμενων φυλών] στη διάρκεια του πολέμου», παρατήρησε κάποιος συγγενής ενός από τους Μάρτυρες που δεν ήταν Μάρτυρας ο ίδιος, «και ποτέ δεν είχαν χρόνο για τους ομοπίστους». Αλλά πόσο διαφορετική ήταν η κατάσταση στο λαό του Ιεχωβά!
Ο πρόεδρος μιας ομάδας παροχής βοήθειας στην περιοχή, λόγου χάρη, έγραψε στους αδελφούς οι οποίοι φρόντιζαν το τμήμα, το Φεβρουάριο του 1991: «Αυτό το γράμμα αποτελεί ένδειξη ευχαριστίας και εκτίμησης για εσάς και το ίδρυμά σας, για τους χώρους αποθήκευσης που συνεχίζετε να μας παραχωρείτε κατά τη διάρκεια της διανομής τροφής στο λαό μας. Η ανθρωπιστική σας χειρονομία δείχνει την προθυμία που έχετε ως Εταιρία να φέρετε ειρήνη και καλοσύνη στη χώρα. Παρακαλούμε συνεχίστε τις καλές σας υπηρεσίες».
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά σε άλλες χώρες ανταποκρίθηκαν αμέσως στις ανάγκες των Λιβεριανών αδελφών τους. Βοήθεια στάλθηκε από χώρες όπως η Σιέρα Λεόνε και η Ακτή Ελεφαντοστού από τη Δυτική Αφρική, η Ολλανδία και η Ιταλία από την Ευρώπη, και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένα μικρό κορίτσι, του οποίου η μητέρα εκτελέστηκε επειδή ανήκε σε μια από τις εχθρικές φυλές, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη που ένιωθε για τη βοήθεια την οποία έλαβε. Έγραψε: «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα όσα μου στείλατε. Με κάνετε να νιώθω σαν να είναι η μητέρα μου κοντά μου. Έχασα κι εκείνη και το μικρό μου αδελφό στον πόλεμο. Ζητάω από τον Ιεχωβά να σας ευλογεί όλους. Είμαι 11 ετών».
Νιώθοντας κι αυτός ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που έλαβε, κάποιος αδελφός που έχει εξαμελή οικογένεια, και του οποίου η σύζυγος έπρεπε να κρύβεται επί μήνες λόγω της φυλής στην οποία ανήκε, έγραψε: «Δεν διαρρήξαμε τα σπίτια των ανθρώπων για να λεηλατήσουμε και να πουλήσουμε την περιουσία τους, και όμως, ανόμοια με τους γείτονές μας, έχουμε κάτι να φάμε κάθε μέρα επειδή γνωρίζουμε πώς να χρησιμοποιούμε σοφά εκείνα τα λίγα που έχουμε. Αυτό το έχουμε μάθει από τον Ιεχωβά».
Πολύ εντυπωσιακό ήταν επίσης το πνεύμα που είχε ένας αδελφός ο οποίος κατέφυγε στην Ακτή Ελεφαντοστού μαζί με τη σύζυγό του και τα δυο του παιδιά. Εγκατέλειψε ένα υπέροχο σπίτι το οποίο αργότερα κάηκε ολοσχερώς. Εντούτοις είπε ότι αυτό που τον πλήγωσε περισσότερο δεν ήταν η απώλεια του σπιτιού του αλλά της θεοκρατικής του βιβλιοθήκης!
Μάθαμε Πολύτιμα Μαθήματα
Αναπολώντας το παρελθόν, μπορώ να εκτιμήσω το ότι ο Ιεχωβά μάς δίδαξε πολλά πολύτιμα μαθήματα. Γνωρίζοντας προσωπικά πολλά άτομα που διατήρησαν την ακεραιότητά τους και επέζησαν, καθώς και μερικά που κράτησαν την ακεραιότητά τους και πέθαναν, έμαθα να εκτιμώ τη σπουδαιότητα του να έχω τη διανοητική στάση που είχε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος είπε: ‘Εάν τε ζώμεν, δια τον Ιεχωβά ζώμεν· εάν τε αποθνήσκωμεν, δια τον Ιεχωβά αποθνήσκομεν. Εάν τε λοιπόν ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Ιεχωβά είμεθα’.—Ρωμαίους 14:8.
Ένας άλλος ιεραπόστολος που είναι πολύ καιρό σ’ αυτή την υπηρεσία έγραψε: «Καθώς περάσαμε όλα αυτά μάθαμε ότι ο Ιεχωβά είναι Βοηθός που δεν έχει όμοιό του. Όπως ακριβώς είπε ο Παύλος: ‘Το είχαμε πάρει απόφαση ότι η θανατική μας καταδίκη ήταν αναπόφευκτη· έτσι δεν ελπίζαμε πια στις δικές μας δυνάμεις, παρά μόνο στη βοήθεια του Θεού, που ανασταίνει τους νεκρούς’». (2 Κορινθίους 1:9, ΝΔΜ· Ψαλμός 30:10) Πρόσθεσε: «Ο πόλεμος μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο λαός του Ιεχωβά είναι πραγματικά μια αδελφότητα, ντυμένος με την αυτοθυσιαστική αγάπη που εξήρε ο Ιησούς».—Ιωάννης 13:35.
Ένα γράμμα που έστειλε μια Λιβεριανή αδελφή σε μερικούς από εμάς τους ιεραποστόλους που έπρεπε να εγκαταλείψουμε τη χώρα στη διάρκεια των εχθροπραξιών οι οποίες έλαβαν χώρα τον Οκτώβριο του 1990 δείχνει πολύ καθαρά τη δύναμη της Χριστιανικής αδελφότητάς μας. «Προσεύχομαι να επιστρέψετε όλοι στη Λιβερία σύντομα και να μπορέσουμε να έχουμε μια συνέλευση», έγραψε αυτή. «Ω! Ανυπομονώ να έρθει αυτή η μέρα. Και μόνο η σκέψη της με κάνει ευτυχισμένη».
Ναι, θα είναι θαυμάσιο να βλέπει κανείς την πλήρη αποκατάσταση των κανονικών Χριστιανικών δραστηριοτήτων στη Λιβερία. Η αδελφή μας έχει δίκιο· η πρώτη συνέλευση στη Μονρόβια μετά την επιστροφή των ιεραποστόλων και άλλων προσφύγων θα είναι χαρωπή περίσταση. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό!
[Χάρτης στη σελίδα 27]
(Για το πλήρως μορφοποιημένο κείμενο, βλέπε έντυπο)
ΛΙΒΕΡΙΑ
Μονρόβια
Κακάτα
Γκμπάρνγκα
Γκάντα
ΣΙΕΡΑ ΛΕΟΝΕ
ΓΟΥΙΝΕΑ
ΑΚΤΗ ΕΛΕΦΑΝΤΟΣΤΟΥ
Ατλαντικός Ωκεανός
[Εικόνα στη σελίδα 28]
Παιδιά εκτοπισμένων Μαρτύρων στο γραφείο τμήματος στη διάρκεια του πολέμου
[Εικόνα στη σελίδα 31]
Λιβεριανοί πρόσφυγες καθώς διαλέγουν ρούχα από προσφορές των Μαρτύρων της Ακτής Ελεφαντοστού