Υπήρξαν Πραγματικά ο Αδάμ και η Εύα;
«Ο πρώτος άντρας ήταν ο Αδάμ και η πρώτη γυναίκα ήταν η Εύα· αυτοί ήταν οι πρώτοι μας γονείς». Αυτή ήταν η άποψη που διατυπώθηκε το 1947 στο βασικό βοήθημα για τη διδασκαλία των παιδιών της Γαλλίας στην Καθολική πίστη, Κατήχηση για Χρήση στις Γαλλικές Ενορίες.
Αλλά μετά από ένα χρόνο, το 1948, η εξουσιοδοτημένη από την εκκλησία Γαλλική εγκυκλοπαίδεια Καθολικισμός έλεγε: «Κάθε εξελικτική διδασκαλία που λαβαίνει υπόψη ότι η ψυχή δημιουργήθηκε από τον Θεό δεν διαφωνεί με τη Βίβλο». Τον ίδιο ακριβώς χρόνο, η Παπική Βιβλική Επιτροπή χαρακτήρισε την αφήγηση της Γένεσης για τη δημιουργία σαν «μια δημοφιλή περιγραφή για την προέλευση της ανθρώπινης φυλής» που εξηγείται με «απλή συμβολική γλώσσα κατάλληλη για τη νοημοσύνη των υπανάπτυκτων ανθρώπων».
Το 1981 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄ έκανε την ακόλουθη δήλωση μπροστά στην Παπική Ακαδημία των Επιστημών: «Η Βίβλος δεν μιλάει για την προέλευση και τη σύνθεση του Σύμπαντος σαν μια επιστημονική πραγματεία αλλά για να διευκρινίσει την κατάλληλη σχέση του ανθρώπου με το Σύμπαν». Και η Λειτουργική Βίβλος που εγκρίθηκε επίσημα το 1976, συνοψίζει τις απόψεις πολλών Καθολικών θεολόγων πάνω στο ζήτημα της αφήγησης της Γένεσης για τη δημιουργία, αναφέροντας: «Στην πραγματικότητα, δεν είναι ούτε ιστορική ούτε επιστημονική αλήθεια».
Και άλλες εκκλησίες που ισχυρίζονται ότι είναι Χριστιανικές υποστηρίζουν εξίσου τη θεωρία της εξέλιξης. Ο Αλεξάντρ Βεστφάλ, ομότιμος καθηγητής θρησκευτικής ιστορίας και Βιβλικής θεολογίας στην Προτεσταντική Θεολογική Σχολή του Μοντομπάν της Γαλλίας, ανέφερε στο δικό του Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Βίβλου ότι η αφήγηση στη Γένεση σχετικά με τον Αδάμ και την Εύα και τα πρώτα δυο παιδιά τους «δεν θα πρέπει να θεωρηθεί σαν μια περιγραφή γεγονότων που έλαβε πραγματικά χώρα στη ζωή τεσσάρων ανθρώπων, αλλά σαν ένα διήγημα που χρησιμοποιεί αλληγορικό ύφος και ρητορικά σχήματα για το πώς ξεκίνησαν οι σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό». (Γένεσις 2:7–4:16) Το 1949 ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, που θεωρούνταν σαν ο κύριος επίσκοπος της Εκκλησίας της Αγγλίας, προχώρησε τόσο ώστε να πει: «Η Χριστιανική Εκκλησία σαν σύνολο έχει αποδεχθεί τη θεωρία της εξέλιξης σαν επιστημονικά αποδεδειγμένη».
Έτσι, με κατηγορηματικό τόνο το εβδομαδιαίο περιοδικό στη Γαλλική γλώσσα Λ’ Εξπρές ισχυρίζεται ότι κανένας «εκτός από τους αδαείς και λίγους παράξενους» δεν αμφισβητεί σήμερα το ότι ο άνθρωπος ανήκει στο βασίλειο των ζώων.
Η Αφήγηση για τη Δημιουργία και η Επιστήμη
Αλλά μήπως η αφήγηση για τη δημιουργία, η οποία ήταν παραδεκτή για πολλούς αιώνες, αξίζει τώρα ν’ απορριφθεί περιφρονητικά; Είναι αλήθεια πως το βιβλίο της Γένεσης δεν δίνει τεχνικές λεπτομέρειες για το πώς δημιουργήθηκαν τα φυτά και τα ζώα, αλλά η γενική του περιγραφή συμφωνεί τέλεια με τα επιστημονικά γεγονότα.
Για παράδειγμα, η Βίβλος δείχνει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινή καταγωγή, ότι προέρχονται από το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι, τον Αδάμ και την Εύα. Επιβεβαιώνοντας την κοινή φυλή της ανθρωπότητας, ο Αντρέ Λανζανύ, βοηθός διευθυντή στο Μουσείο του Ανθρώπου στο Παρίσι, εξήγησε σε μια ειδική έκδοση του Γαλλικού μηνιαίου περιοδικού Επιστήμη και Ζωή: «Τα βιολογικά και ιστορικά γεγονότα δείχνουν ότι το ενιαίο σύνολο του Ανθρώπου προχωρεί βαθιά και κυριαρχεί πάνω σ’ όλες τις διαφορές στο χρώμα του δέρματος ή στη συχνότητα των γονιδίων στο σύστημα Gm [χαρακτηριστικό της αιμοσφαιρίνης ορισμένων ομάδων του πληθυσμού]».
Το βιβλίο της Γένεσης παρέχει επίσης πληροφορίες πάνω σε ζητήματα τα οποία είναι πέρα από τη σφαίρα κατανόησης των επιστημόνων. Απαντώντας ο Νομπελίστας βιολόγος Φρανσουά Ζακόμπ σ’ ένα ερώτημα που του έθεσε το Παριζιάνικο περιοδικό Λ’ Εξπρές σχετικά με την «απίστευτη παραδοξολογία των γηρατειών», ομολόγησε: «Ο τρόπος λειτουργίας είναι ακατανόητος. Στην πραγματικότητα είναι τελείως παράδοξο για έναν οργανισμό που κατάφερε να παραχθεί με μια εξαιρετικά περίπλοκη διεργασία, να είναι ανίκανος μετά να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση. Το γεγονός ότι μια ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί να παραχθεί από ένα γονιμοποιημένο ωάριο είναι πιθανώς το πιο καταπληκτικό πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στη γη».
Και η Βίβλος, επίσης, δείχνει ότι, κατά κάποιο τρόπο, είναι παράδοξο το ότι ο άνθρωπος πρέπει να πεθαίνει. Σύμφωνα με την αφήγηση της δημιουργίας στο βιβλίο της Γένεσης, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να ζει, για να ‘διατηρείται σε καλή κατάσταση’, για πάντα. Ωστόσο, αυτό εξαρτιόταν από το αν θα διατηρούσε καλές σχέσεις μ’ Εκείνον που τον δημιούργησε. Όταν οι πρώτοι άνθρωποι εσκεμμένα στασίασαν ενάντια στις απαιτήσεις Του, αμάρτησαν. Η αμαρτία ήταν λοιπόν που εισήγαγε στην ανθρωπότητα την «παραδοξολογία» της διεργασίας του θανάτου. Η αμαρτία ‘προξένησε το θάνατο’ στους ανθρώπους, όπως είχε προειδοποιήσει ο Θεός ότι θα συνέβαινε.—Ρωμαίους 7:13· Γένεσις 3:16-19.
Επομένως, δεν είναι παράλογο να πιστεύουμε στην αφήγηση που βρίσκουμε στη Βίβλο για την προέλευση του ανθρώπου. Το επόμενο άρθρο θα παρουσιάσει αποδείξεις για να δείξει ότι ένας Χριστιανός δεν μπορεί ν’ απορρίψει αυτή την αφήγηση για τη δημιουργία του ανθρώπου χωρίς καταστρεπτικές συνέπειες ως προς την πίστη του στο θυσιαστικό θάνατο του Χριστού, που είναι η βάση της Χριστιανοσύνης. Παρακαλείσθε να το διαβάσετε.