Η Λατρεία των Αρχαίων Ελλήνων και η Ζωή στον Άλλο Κόσμο
Ναοί και Είδωλα
Οι αρχαίοι Έλληνες έχτιζαν μεγαλοπρεπείς ναούς προς τιμή των θεών, και κατασκεύαζαν πανέμορφα αγάλματα από μάρμαρο και μπρούντζο που τους απεικόνιζαν. Τα ερείπια μερικών από τους πιο φημισμένους αυτούς ναούς βρίσκονται στην Ακρόπολη της Αθήνας, και περιλαμβάνουν τον Παρθενώνα, τα Προπύλαια και το Ερεχθείο. Στην πόλη αυτή ο Παύλος μίλησε ενώπιον ακροατηρίου και σχολίασε τον καταφανή φόβο απέναντι στους θεούς που ήταν έκδηλος στην Αθήνα, και δήλωσε ρητά στους ακροατές του ότι ο Πλάστης του ουρανού και της γης «δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς», και ότι, σαν γένος Θεού, δεν θάπρεπε να φαντάζονται τον Δημιουργό «ότι είναι όμοιος με χρυσόν ή άργυρον ή λίθον, κεχαραγμένα διά τέχνης και επινοίας ανθρώπου».—Πράξεις 17:22-29.
Μαντεία, Αστρολογία και Τόποι Προσκυνήματος
Τα μαντεία, μέσω των οποίων οι θεοί υποτίθεται ότι αποκάλυπταν κρυμμένες γνώσεις, είχαν στην αρχαιότητα πολλούς ζηλωτές πιστούς. Τα πιο φημισμένα μαντεία είχαν ναούς στη Δήλο, στους Δελφούς και στη Δωδώνη. Εδώ, καταβάλλοντος αμοιβή, τα άτομα έπαιρναν απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλλαν στο μαντείο. Οι απαντήσεις ήταν συνήθως διφορούμενες, και χρειάζονταν την ερμηνεία των ιερέων. Στους Φιλίππους της Μακεδονίας, το κορίτσι που είχε την τέχνη του προμαντέματος (από το οποίο ο Παύλος έκανε να βγει το δαιμόνιο) ενεργούσε σαν μάντισσα ‘παρέχοντας στους κυρίους της μεγάλα κέρδη’. (Πράξεις 16:16-19) Ο καθηγητής Τζ. Έρνεστ Ράιτ ανάγει την προέλευση της σύγχρονης αστρολογίας μέσω των Ελλήνων στους μάντεις της Βαβυλώνας. (Βιβλική Αρχαιολογία, σ. 37, στα Αγγλικά). Οι τόποι προσκυνήματος όπου υποτίθεται ότι οι άνθρωποι θεραπεύονταν ήταν επίσης πολύ δημοφιλείς στην αρχαιότητα.
Η Φιλοσοφική Διδασκαλία της Αθανασίας
Επειδή οι Έλληνες φιλόσοφοι ενδιαφέρονταν για τα θεμελιώδη ερωτήματα της ζωής, οι απόψεις τους χρησίμευσαν επίσης στη διαμόρφωση των θρησκευτικών απόψεων του λαού. Ο Σωκράτης, τον 5ο αιώνα π.Χ., δίδασκε την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής. Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα παρατίθενται τα εξής λόγια του Σωκράτη: «Η ψυχή, το αόρατο μέρος, . . . που έχει φύση τόσο ανώτερη από το σώμα, θα μπορούσε, καθώς αποχωρίζεται από το σώμα, να διασκορπιστεί ευθύς και να αφανιστεί; . . . Κάθε άλλο . . . Μάλλον, να ποιο θα είναι το αποτέλεσμα: Αν αναχωρήσει σε κατάσταση αγνότητας, . . . τότε, λοιπόν, επειδή είναι έτσι ετοιμασμένη, η ψυχή αναχωρεί για την αόρατη εκείνη περιοχή που ανήκει στη δική της φύση, την περιοχή του θείου, του αθάνατου, του συνετού, και τότε η μοίρα της είναι να παραμένει ευτυχισμένη . . . σε κατάσταση απελευθερωμένη από φόβους και άγριες επιθυμίες, και τα άλλα κακά της ανθρωπότητας, . . . και περνάει το υπόλοιπο της ύπαρξης της μαζί με τους θεούς». Σε άμεση αντίθεση με την Ελληνική διδασκαλία της ψυχής σαν άυλης, αόρατης και αθάνατης, η Αγία Γραφή δείχνει ότι η ψυχή, σε σχέση με τα γήινα πλάσματα, αναφέρεται σ’ αυτό που είναι υλικό, απτό, ορατό και θνητό.—Ιεζεκιήλ 18:4· Εκκλησιαστής 9:5, 10.
Όσο για την αρχαία λέξη ψυχή, τα λεξικά δίνουν ορισμούς, όπως «ζωή», και «ο συνειδητός εαυτός ή η προσωπικότητα σαν κέντρο των αισθημάτων, των επιθυμιών και των συναισθημάτων», «μια ζωντανή ύπαρξη», και δείχνουν ότι ακόμη και σε μη Βιβλικά Ελληνικά έργα ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν «για τα ζώα». (Λίντελ και Σκωτ Ένα Ελληνο-Αγγλικό Λεξικό, 1968, 9η έκδοση, σσ. 2026, 2027· Ντόνεγκαν Ένα Νέο Ελληνικό και Αγγλικό Λεξικό, σ. 1404.) Βέβαια, οι πηγές αυτές, επειδή έχουν να κάνουν πρωταρχικά με κλασικά Ελληνικά έργα, περιέχουν όλες τις έννοιες που έδιναν στη λέξη ψυχή οι Έλληνες φιλόσοφοι. Προφανώς επειδή μερικοί φιλόσοφοι δίδασκαν ότι η ψυχή βγαίνει από το σώμα στο θάνατο, ο όρος ψυχή εφαρμόστηκε επίσης και στην «πεταλούδα ή πεταλουδίτσα της νύχτας», πλάσματα τα οποία περνάνε από στάδιο μεταμόρφωσης, αλλαγής από κάμπια σε πτερωτό.
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τη λέξη ψυχή με ποικίλους τρόπους και χωρίς συνέπεια, γιατί οι ατομικές και οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσαν τη λέξη. Για τον Πλάτωνα, στη φιλοσοφία του οποίου (όπως αναγνωρίζεται γενικά) πρέπει να αποδοθεί η ευθύνη για το χαρακτήρα που προσέλαβε η λέξη ψυχή, δηλώνεται ότι «ενώ μερικές φορές μιλάει για το ένα από [τα υποτιθέμενα] τρία μέρη της ψυχής, το ‘άυλο’, σαν κατ’ ανάγκη αθάνατο, ενώ τα άλλα δύο μέρη είναι θνητά, μιλάει επίσης σαν να υπάρχουν δυο ψυχές μέσα σ’ ένα σώμα, η μια αθάνατη και θεία, η άλλη θνητή».—«Σκέψεις Πάνω στην Τριμερή Θεωρία της Ανθρώπινης Φύσης» του Α. ΜακΚέητζ, στο Εβαντζέλικαλ Κουώρτερλυ, 15 Απριλίου 1931, σ. 121.
Μια εξέταση δείχνει ότι, ενώ η έννοια του όρου ψυχή είναι πλατιά, με διάφορες αποχρώσεις, ανάμεσα στους Βιβλικούς συγγραφείς δεν υπάρχει ασυνέπεια, σύγχυση ή δυσαρμονία σχετικά με τη φύση του ανθρώπου, όπως υπήρχε ανάμεσα στους Έλληνες φιλοσόφους της Κλασικής λεγόμενης Περιόδου.