Η Ζωή μου Ήταν Όλο Αλλαγές για τον Ιεχωβά
Όπως το αφηγήθηκε ο Σμιθ Μπελ
«Η οδός όμως των δικαίων είναι ως το λαμπρόν φως, το φέγγον επί μάλλον και μάλλον, εωσού γίνη τελεία ημέρα».—Παροιμίαι 4:18.
Το εδάφιο αυτό δείχνει αλλαγή και πρόοδο, και καθώς κάνω σκέψεις πάνω στα εκατό χρόνια της ζωής μου, μπορώ να δω πώς ο Ιεχωβά πράγματι συνέχισε να λαμπρύνει το μονοπάτι της αλήθειας. Αυτό απαίτησε προθυμία να δεχτούν την αλλαγή αυτή και την πρόοδο εκείνοι που προσπαθούσαν να τον υπηρετήσουν.
Το Βοήθημα Βιβλικής Μελέτης Τίθεται Εκτός Νόμου
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή στην πορεία της ζωής μου ήρθε στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Βλέπω ακόμη τα λόγια που είχαν τυπωθεί στις τοπικές εφημερίδες της αγροτικής περιοχής Σασκάτσουαν του Καναδά το 1918: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΗΚΕ: ΤΟ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ, ΑΠΟ ΤΟΝ Κ. Τ. ΡΩΣΣΕΛ». Πιθανόν δε θα είχα εντυπωσιαστεί τόσο πολύ εκτός από το γεγονός ότι αυτός ήταν ο ίδιος συγγραφέας των Βιβλικών ομιλιών που συνήθιζε να διαβάζει ο πατέρας μου όταν εγώ μεγάλωνα κοντά στο Γουάιτ Γουώτερ της Μανιτόμπα. Ιδιαίτερα θυμάμαι πόσο συμφωνούσε με τις ομιλίες του Κυρίου Ρώσσελ που υποδείκνυαν από την Αγία Γραφή ότι δεν υπάρχει πύρινος άδης.
Τώρα όλοι φαίνονταν να μιλάνε γι’ αυτό το βιβλίο, και η περιέργειά μου είχε αυξηθεί πολύ. Γιατί θα έπρεπε ένα σχολιολόγιο πάνω στην Αγία Γραφή, περισσότερο από καθετί άλλο, να κρατηθεί μακριά από το γενικό κοινό; Από την άλλη, δεν έλεγε το άρθρο ότι αυτό φερόταν ότι περιείχε στασιαστικές και αντιπολεμικές δηλώσεις; Οπωσδήποτε, έπρεπε να βρω το βιβλίο εκείνο! Αλλά όσο και αν προσπάθησα δε βρήκα κανένα. Απεναντίας, μου δόθηκαν τα άλλα βιβλία της ίδιας σειράς με τον τίτλο Το Θείο Σχέδιο των Αιώνων. Όταν τέλειωσα το διάβασμά τους και τα παράβαλα με τη Γραφή μου, έμεινα εκστατικός. Περιείχαν την αλήθεια!
Πριν από τον καιρό αυτό το ενδιαφέρον μου για τη θρησκεία ήταν τελείως τυχαίο, παρ’ ότι είχα καταφέρει να διαβάσω μια φορά την Αγία Γραφή. Πράγματι, είχε πακεταριστεί μαζί με τα υπόλοιπα υπάρχοντά μου από τη μητέρα μου όταν έφυγα από τη Μανιτόμπα για να έρθω δυτικά στο Σασκάτσουαν να φτιάξω το δικό μου αγροτικό σπιτικό σε ηλικία 22 ετών. Το 1905 καθώς η αναγνωστική ύλη που είχα κατ’ αρχή μαζί μου ελαττώθηκε στη διάρκεια του πρώτου εκείνου χειμώνα, άρχισα να κοιτάζω στα σοβαρά την Αγία Γραφή και την αλήθεια που περιείχε. Το συμπέρασμά μου ήταν ότι τίποτα στον κόσμο δεν επρόκειτο να βελτιωθεί, ωσότου ο Σατανάς δεθεί και ριχτεί στην άβυσσο όπως δηλωνόταν στην Αποκάλυψη 20:1-3.
Γνώριζα ότι Πρέπει να Κηρύξω
Τα επόμενα λίγα χρόνια πέρασαν γρήγορα, καθώς παντρεύτηκα και άρχισα να φτιάχνω την οικογένειά μου. Αλλά τώρα, που είχα διαβάσει το Θείο Σχέδιο, είδα ότι δεν μπορούσα να κάθομαι τεμπέλικα και να περιμένω να συμβούν αυτά τα πράγματα και να ελπίζω ότι θα θερίσω όλες τις ευλογίες για τον εαυτό μου. Πρέπει να πω και σε άλλους για τα υπέροχα πράγματα που είχε υποσχεθεί ο Ιεχωβά.
Οι γείτονές μου θα ήταν το λογικότερο μέρος για να αρχίσω να κηρύττω, σκέφτηκα, και αυτοί ασφαλώς θα ήταν εξίσου ευτυχισμένοι όπως ήμουν και εγώ να ακούσουν τα καλά νέα. Άρχισα να διευθετώ για μια Γραφική μελέτη σπίτι μου και προσκάλεσα τους φίλους μου από τα γειτονικά αγροκτήματα να καθήσουν μαζί μου. Ωστόσο, αντί να έχω την αναμενόμενη ανταπόκριση, έγινε τελείως φανερό ότι αυτοί νόμιζαν πως είχα χάσει τα λογικά μου! Πρότειναν ότι μάλλον θα ήταν καλύτερο να υπηρετήσω την κοινότητα στην περίπτωση που θα δεχόμουν τη θέση του επόπτη στο τοπικό Κατηχητικό σχολείο συνδυασμένων δογμάτων. Συμφώνησα να πάω την επόμενη Κυριακή και κατόπιν να λάβω την απόφασή μου.
Όταν έφτασα, πληροφορήθηκα ότι το θέμα της ημέρας θα ήταν «Ποιοι Είναι Πιο Θρησκευόμενοι—Οι Άντρες ή οι Γυναίκες;» Χωρίς να περιμένω για το κήρυγμα, στράφηκα προς την πόρτα και δεν επέστρεψα πότε πίσω. Πώς θα μπορούσα να ικανοποιηθώ με τέτοιες ανοησίες, όταν τα μάτια μου είχαν ανοίξει σε πραγματικά σημαντικές αλήθειες που με απελευθέρωσαν από το φόβο των αιώνιων βασάνων και εξήγησαν την όμοια με ύπνο κατάσταση των νεκρών, για να μην αναφέρουμε τη μεγαλειώδη ελπίδα της αιώνιας ζωής; Η διδασκαλία της Βίβλου για την ανάσταση ήταν μεγάλη ανακούφιση για τη σύζυγό μου και μένα, καθώς δυο μικρές κόρες μας είχαν πεθάνει. Η πίκρα μας εξαφανίστηκε όταν συνειδητοποιήσαμε ότι ο Θεός δεν τις πήρε για να έχει περισσότερους αγγέλους πάνω στα ουράνια.—Εκκλησιαστής 9:5, 10· Ησαΐας 25:8· Ιωάννης 5:29· Αποκάλυψις 21:3-5.
Τον καιρό εκείνο περίπου, ήρθα σε επαφή με άλλους ενδιαφερόμενους Σπουδαστές της Βίβλου στην περιοχή Γουίκυ, η οποία είναι η κοντινότερη κωμόπολη, και έτσι σχηματίστηκε μια εκκλησία περίπου δώδεκα ατόμων. Σχεδόν από την αρχή διορίστηκα να διεξάγω την εβδομαδιαία συζήτησή μας της Σκοπιάς τις Κυριακές. Η ευθύνη αυτή μου ανατέθηκε προτού ακόμη βαφτιστώ!
Αλλαγές στις Απόψεις που Είχα για τα Πράγματα
Το 1922 βαφτίστηκα. Κατόπιν βαφτίστηκε η σύζυγός μου, λίγο καιρό αργότερα, και έτσι συνέβη μια άλλη αλλαγή. Παραιτήθηκα από το κοινοτικό συμβούλιο. Είδα ότι η αφοσίωσή μου δεν μπορούσε να χωριστεί στα δυο. Δεν μπορούσα να βγαίνω έξω στους ανθρώπους της γύρω περιοχής και να μιλάω για τον τρόπο με τον οποίο η Βασιλεία του Θεού επρόκειτο να μας ανακουφίσει από τις αδικίες του κόσμου, ενώ θα συνέχιζα να προσπαθώ να βοηθώ τις ανθρώπινες προσπάθειες. Ιδιαίτερα εφόσον η Βίβλος δηλώνει καθαρά ότι αυτές είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.—Αποκάλυψις 19:11-18.
Με μεταφορικά μέσα που ήταν πολύ πιο αργά από ό,τι σήμερα, το έργο μας κηρύγματος διεξαγόταν κάπως διαφορετικά από όσο σήμερα. Διαλέγαμε μια ορισμένη περιοχή σχολείου και επισκεπτόμαστε τα σπίτια όλων όσων ανήκαν σ’ αυτήν. Δαπανούσαμε τη μέρα προσκαλώντας τους να έρθουν στο σχολείο την Κυριακή για ν’ ακούσουν μια Βιβλική ομιλία. Θυμάμαι μια Κυριακή που ένας αδελφός και εγώ πηγαίναμε από αγρόκτημα σε αγρόκτημα προσκαλώντας τους ανθρώπους στο σχολείο το απόγευμα εκείνο και επίσης τους προσφέραμε έξι Βιβλικά βοηθήματα προς 3 δολάρια. Χτυπήσαμε μια πόρτα όπου βγήκε μια κυρία και κατέστησε σαφές ότι ποτέ δε θα μπορούσε να διαβάσει όλα εκείνα τα βιβλία. Ο αδελφός απάντησε, «Κυρία, δεν πρέπει απλά και μόνο να διαβάσεις αυτά τα βιβλία αλλά πρέπει επίσης να μάθεις όλα όσα περιέχονται σ’ αυτά, αν θες να ζήσεις!» Τώρα έχουμε έναν πιο ευγενικό τρόπο για να πλησιάζουμε τους ανθρώπους, αλλά τουλάχιστον η ειλικρίνειά μας ήταν καθαρά φανερή παρά την αγενή συμπεριφορά μας.
Στη διάρκεια των επόμενων λίγων χρόνων αρκετοί στην εκκλησία μας έγιναν ανήσυχοι σχετικά με τη σωστή μας θέση στη διάταξη του Ιεχωβά. Πόσο ευτυχισμένοι ήμαστε που, το 1935, το φως έλαμψε περισσότερο για να μας δείξει ποιοι αποτελούσαν το ‘μεγάλο πλήθος’ που αναφέρεται στην Αποκάλυψη 7:9-17. Το μεγάλο πλήθος δεν ήταν μια δευτερεύουσα ουράνια τάξη και έτσι δε θα συμμετείχε στα εμβλήματα του κρασιού και του άζυμου ψωμιού στην ετήσια Ανάμνηση του θανάτου του Χριστού. Ήταν τόσο μεγάλη η ανακούφιση να μπορείς ν’ αποβλέπεις με εμπιστοσύνη στο να ζήσεις σε μια παραδεισένια γη για πάντα, σαν μέρος των «πράων» για τους οποίους ο Ιησούς είπε ότι θα κληρονομήσουν την γη, τα «άλλα πρόβατά του».—Ματθαίος 5:5· Ιωάννης 10:16· Ησαΐας 65:17-25.
Τα Βιβλικά Έντυπα Τίθενται Εκτός Νόμου και Πάλι!
Το 1940, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι θρησκευτικοί εναντιούμενοι, εργαζόμενοι μέσα από τα πολιτικά κανάλια, για μια φορά ακόμη διέκριναν την ευκαιρία τους να απαγορεύσουν τις δραστηριότητές μας. Όλα αυτά έγιναν χωρίς διόλου προειδοποίηση. Τον καιρό εκείνο συνέβη η οικογένειά μου και εγώ να επισκεπτόμαστε τη Μανιτόμπα. Όταν επιστρέψαμε σπίτι μας και πήγαμε να ταΐσουμε τα άλογα, από τα δοχεία βγάλαμε και άλλα πράγματα εκτός από βρώμη! Φαίνεται ότι οι αδελφοί είχαν αρκετό καιρό ώστε να μεταφέρουν τα βιβλία της εκκλησίας από το χώρο της συνάθροισής μας και να τα κρύψουν μέσα στα δοχεία των ζωοτροφών μας έτσι ώστε να μην μπορούν να κατασχεθούν. Οι αρχές κλείδωσαν το κτίριο εκείνο και δήμευσαν το λογαριασμό μας στην τράπεζα. Έτσι έπρεπε να κάνουμε κρυφές διευθετήσεις για να κάνουμε συναθροίσεις σε διαφορετικό σπίτι κάθε εβδομάδα.
Το 1941 η σύζυγός μου, η κόρη μου και εγώ ήρθαμε στη Βρετανική Κολομβία, αφήνοντας το γιο μας στο αγρόκτημα. Είχαμε σχεδιάσει να περάσουμε το χειμώνα μας στην ακτή. Εφόσον το έργο μας ήταν ακόμη κάτω από απαγόρευση, πακετάραμε προσεκτικά όσα περισσότερα βιβλία μπορούσαμε και τα βάλαμε μέσα στο φορτηγό μας. Όταν φτάσαμε στο Γουάιτ Ροκ, έπιασα αμέσως δουλειά σαν ξυλουργός και, εφόσον δεν υπήρχε καθόλου εκκλησία, άρχισα να κάνω τυχαίες ερωτήσεις για να βρω άλλους με παρόμοια πίστη στην περιοχή. Οι συζητήσεις γίνονταν περίπου ως εξής: Εγώ έλεγα, «Τι άποψη έχεις για την απαγόρευση αυτή των Μαρτύρων του Ιεχωβά;» Η απάντησή τους μπορεί να ήταν, «Δεν ξέρω και πολλά σχετικά μ’ αυτό, αλλά νομίζω ότι ο τάδε που ζει εκεί τους συμπαθεί». Κατόπιν ερχόμουν σ’ επαφή με το άτομο εκείνο και σύντομα ένας όμιλος από έξι ή εφτά από μας αρχίσαμε να κάνουμε την εβδομαδιαία μελέτη της Σκοπιάς.
Επειδή το Γουάιτ Ροκ βρίσκεται στα Αμερικανικά σύνορα και η απαγόρευση δεν επεκτεινόταν μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, διάφορα άτομα περνούσαν πεζοί τα σύνορα και γύριζαν πίσω φέρνοντας τα τελευταία αντίτυπα της Σκοπιάς. Αν πήγαιναν χωρίς αυτοκίνητο υπήρχε λιγότερη πιθανότητα να τους γίνει έρευνα, και εμείς μπορούσαμε έτσι να προμηθευόμαστε την τελευταία πνευματική τροφή. Ενώ η δράση μας και τα έντυπά μας ήταν απαγορευμένα, εκείνοι που ήταν πραγματικά υπεύθυνοι, δηλαδή ο κλήρος, δεν μπορούσαν να απαγορεύσουν και τη Βίβλο επίσης. Έτσι πηγαίναμε στα σπίτια των ανθρώπων χρησιμοποιώντας μόνο το Λόγο του Θεού.
Κάποτε σχεδιάσαμε μια αιφνιδιαστική επίθεση στο Γουάιτ Ροκ, μια κωμόπολη με 1.500 περίπου άτομα τον καιρό εκείνο. Συγκεντρώσαμε όλα τα βιβλιάρια που είχαν κρύψει οι αδελφοί και τα είχαν θάψει και τα προσθέσαμε σ’ αυτά που είχα φέρει εγώ από το Σασκάτσουαν. Τα φτιάχναμε ανά τρία μέσα σε σελοφάν με μια λωρίδα γύρω τους, και ένα βράδι μετά τα μεσάνυχτα τα αφήσαμε στα κατώφλια των ανθρώπων.
Το επόμενο πρωί πήγα στη δουλειά ως συνήθως, και οι συζητήσεις φαίνεται να συγκεντρώνονταν γύρω από τη δραστηριότητά μας της προηγούμενης νύχτας. Όλοι φαίνονταν πεπεισμένοι ότι υπήρχαν πάρα πολλοί από αυτούς τους «Μάρτυρες» στην περιοχή, εφόσον όλοι είχαν λάβει βιβλιάρια ανεξάρτητα από το μέρος της κωμόπολης όπου ζούσαν.
Θρησκευτική Περηφάνια και Προκατάληψη
Σύντομα μετά το τέλειωμα της απαγόρευσης το 1943 ιδρύθηκε επίσημα μια εκκλησία στο Γουάιτ Ροκ και η οικογένειά μου και εγώ αποφασίσαμε να παραμείνουμε εκεί. Νοικιάσαμε ένα οίκημα για να το χρησιμοποιούμε σαν χώρο συναθροίσεων, αλλά οι εναντιούμενοι έκαναν τόσο πολύ θόρυβο ώστε ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί κανείς. Ακούγαμε τύμπανα, διάφορα σκεύη της κουζίνας και κόρνες αυτοκινήτων από το δρόμο, καθώς και χτυπήματα και γροθιές από τη διπλανή πόρτα. Όλα αυτά μας έκαναν να αισθανθούμε ότι δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι.
Μετακομίσαμε σ’ ένα άλλο νοικιασμένο κτίριο έξω από την κωμόπολη όπου επικρατούσε ησυχία, και μέχρι τότε η εκκλησία μας είχε αυξηθεί περίπου σε 50 ευαγγελιζόμενους. Λίγο καιρό μετά μπορέσαμε να κτίσουμε μια καινούργια Αίθουσα Βασιλείας στην κωμόπολη, αλλά μετά από εφτά περίπου χρόνια αρχίσαμε να έχουμε ανάγκη για περισσότερο χώρο. Ευτυχώς, μπορέσαμε να πουλήσουμε την αίθουσα για λογική ποσότητα χρημάτων και μ’ αυτά μπορέσαμε να αγοράσουμε ένα οικόπεδο στο κέντρο της κωμόπολης. Έτσι οικοδομήσαμε την καινούργια μας Αίθουσα Βασιλείας χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να δανειστούμε καθόλου χρήματα.
Μεγάλες Προσωπικές Αλλαγές
Η δεκαετία του 1950 έφερε μια άλλη μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου την οποία, με τη βοήθεια του Ιεχωβά, μπόρεσα επιτέλους να επιτελέσω. Ήταν να εγκαταλείψω τη συνήθεια του καπνίσματος. Επί πολλά χρόνια ήμουν ένα είδος όχι τακτικού καπνιστή, εφόσον δεν του επέτρεπα ποτέ να παρέμβει στην υπηρεσία μου στον Ιεχωβά, αλλά ποτέ δεν το είχα εγκαταλείψει τελείως από την άλλη. Αυτό ενοχλούσε τη συνείδησή μου κατά καιρούς, αλλά εφόσον οι περασμένες πληροφορίες πάνω στη σοβαρότητα της ανθυγιεινής αυτής συνήθειας ήταν κάτι που απλά δηλωνόταν με τακτ, εγώ την συνέχιζα.
Μόνο όταν οι εκδόσεις της Σκοπιάς δήλωσαν καθαρά ότι ‘κανείς δε θα επιτρεπόταν να ανέβει στην εξέδρα σαν ομιλητής αν κάπνιζε’, ξαναδιάβασα τα εδάφια 2 Κορινθίους 7:1, Ρωμαίους 12:1, 2 και Παροιμίαι 3:5. Γνώριζα ότι η συνήθειά μου να καπνίζω έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Όταν τελικά πλησίασα στον Ιεχωβά με προσευχή με τη σωστή στάση, εκείνος παρέσχε ‘βοήθεια στο σωστό χρόνο’, και μπόρεσα να την εγκαταλείψω απευθείας και για πάντα. Και, πράγμα που είναι και το πιο σημαντικό, η επιθυμία μου να ξανακαπνίσω δεν επέστρεψε ποτέ πια.—Εβραίους 4:16.
Ο Ιεχωβά συνέχισε να ευλογεί τις προσπάθειες του ομίλου μας για να κάνουμε μαθητές, και μέχρι το 1967 η εκκλησία μας, το Γουάιτ Ροκ, είχε αυξηθεί σε αρκετές εκατοντάδες ευαγγελιζόμενους. Τον καιρό αυτό έγινε φανερό ότι η όρασή μου δεν επρόκειτο να μου επιτρέψει να οδηγώ αυτοκίνητο πια και έτσι η κόρη μας, ο γαμπρός μας και τα εγγόνια μας μάς ενθάρρυναν να μετακομίσουμε στο Γουίντμπυ Άιλαντ της Ουάσιγκτον για να είμαστε κοντά τους. Είδαμε ότι ήταν λυπηρό να εγκαταλείψουμε όλους τους φίλους μας, αλλά όλοι στην καινούργια μας εκκλησία μάς έκαναν να αισθανόμαστε τόσο ευπρόσδεκτοι, και σύντομα είχαμε περισσότερους φίλους. Η σύζυγός μου έχει πεθάνει από το 1973· απολαύσαμε έναν υπέροχο γάμο σχεδόν 67 ετών, και αποβλέπω στη μέρα που και πάλι θα είναι γεμάτη ζωή και με καλή υγεία.
Στο μεταξύ έχω τόσα πολλά για τα οποία να ευχαριστώ τον Ιεχωβά, μέρος των οποίων είναι το προνόμιο που μου έχει χορηγήσει να δω ‘το λίγο να γίνεται χίλια και το μικρό δυνατό έθνος’. Επίσης, παρά τα προχωρημένα μου χρόνια, βρίσκω μεγάλη χαρά να υπηρετώ τους αδελφούς μου σαν πρεσβύτερος στην τοπική εκκλησία. Και εξακολουθώ με την οικογένειά μου μαζί να πηγαίνω από πόρτα σε πόρτα για να βρίσκω ακόμη περισσότερους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για κάτι καλύτερο από αυτό που έχει να προσφέρει το ετοιμοθάνατο αυτό σύστημα πραγμάτων. Ο Ιεχωβά ασφαλώς έχει επιταχύνει το έργο του ‘στον δικό του καθορισμένο χρόνο’, ακριβώς όπως υποσχέθηκε, και με έχει πράγματι ευλογήσει επειδή ακολούθησα την στοργική του ηγεσία.—Ησαΐας 60:22.