Ευτυχισμένοι Εκείνοι που Βρίσκονται Άγρυπνοι!
«Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, τους οποίους ελθών ο κύριος θέλει ευρεί αγρυπνούντας»!—ΛΟΥΚΑΣ 12:37.
1. Γιατί οι δούλοι του Ιεχωβά συνεχίζουν πάντοτε ‘να τον προσμένουν’, αλλά ποια ερώτηση μπορεί να γίνει σχετικά με τις εκκλησίες του Χριστιανικού κόσμου;
‘Ο ΙΕΧΩΒΑ είναι Θεός κρίσης. Ευτυχισμένοι είναι όλοι εκείνοι που συνεχίζουν να τον προσμένουν’. (Ησαΐας 30:18) Από τότε που ο Ιεχωβά ανήγγειλε την τελική ήττα του Φιδιού και την απελευθέρωση μέσω του Υποσχεμένου Σπέρματος, οι πιστοί του δούλοι ζουν με την προσδοκία της εκπλήρωσης εκείνης της υπόσχεσης. (Γένεσις 3:15) Βοηθούν, όμως, οι θεολόγοι του Χριστιανικού κόσμου τα μέλη των εκκλησιών τους να συνεχίσουν να παραμένουν άγρυπνοι για την τελική εκείνη απελευθέρωση από τον Σατανά και το σπέρμα του;
2. Γιατί θα έπρεπε τα ‘έθνη’ να περιμένουν τον «Σηλώ»;
2 Στην προφητεία του που έκανε από το κρεβάτι του θανάτου, ο Ιακώβ προείπε ότι το Σπέρμα της υπόσχεσης θα ερχόταν μέσω της φυλής του Ιούδα. Δίνοντας στο Σπέρμα το συμβολικό όνομα Σηλώ, ο Ιακώβ δήλωσε ότι ‘σ’ αυτόν θα ανήκει η υπακοή των λαών’. Σύμφωνα με την Ελληνική Μετάφραση των Εβδομήκοντα, ο Σηλώ ‘θα είναι η προσδοκία των εθνών’. (Γένεσις 49:10) Τα ‘έθνη’ ολοένα και περισσότερο θα έχουν το νου τους για να δουν τον Σηλώ, επειδή ο Ιεχωβά είπε στον παππού τού Ιακώβ, στον Αβραάμ: ‘Μέσω του σπέρματός σου όλα τα έθνη της γης εξάπαντος θα ευλογηθούν’. (Γένεσις 22:18) Όμως πρώτα αυτό το σπέρμα, ο Σηλώ, ή ο Μεσσίας, έπρεπε να έρθει στη γη ανάμεσα στους απογόνους του Αβραάμ και να γεννηθεί μέσα στη φυλή του Ιούδα.
Ένα Άγρυπνο Ιουδαϊκό Υπόλοιπο
3. Τι δηλώνει ο Λουκάς σχετικά με την προσδοκία του Ιουδαϊκού λαού το 29 μ.Χ., και το υποστηρίζει η ιστορία αυτό;
3 Ο Ιουδαίος ιστορικός Λουκάς λέει ότι «τω δεκάτω πέμπτω έτει της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος [το 29 μ.Χ.]», «επρόσμενεν ο λαός, και διελογίζοντο πάντες εν ταις καρδίαις αυτών περί του Ιωάννου [τον Βαφτιστή], μήποτε αυτός είναι ο Χριστός [στα Εβραϊκά Μασσίαχ, ο Μεσσίας]». (Λουκάς 3:1, 15) Υποστηρίζει η κοσμική ιστορία τη δήλωση αυτή του Λουκά; Η νέα Αγγλική έκδοση του έργου τού Έμιλ Σίρερ Ιστορία του Ιουδαϊκού Λαού την Εποχή του Ιησού Χριστού ρωτάει: «Παρέμεινε συνεχώς ζωντανή ανάμεσα στο λαό η ελπίδα αυτή [η Μεσσιανική προσδοκία];» Σαν απάντηση, λέει: «Τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες, και ιδιαίτερα τον πρώτο αιώνα μ.Χ., έγινε για μια ακόμη φορά πολύ ζωντανή, όπως δείχνουν αποφασιστικότατα τα Ψευδεπίγραφα [Ιουδαϊκή αποκαλυπτική φιλολογία], τα Κουμράν [κοινοτικές συγγραφές της Νεκράς Θάλασσας], ο Ιώσηπος και τα Ευαγγέλια. . . . Τα οράματα του βιβλίου του Δανιήλ . . . άσκησαν βαθιά επιρροή στο σχηματισμό της μεσσιανικής ιδέας».
4, 5. (α) Γιατί περίμεναν οι Ιουδαίοι τον Μεσσία τον καιρό εκείνο, και πώς επιβεβαιώνεται αυτό; (β) Τι είδους Μεσσία περίμεναν πολλοί Ιουδαίοι, αλλά σε ποιους αποκάλυψε ο Ιεχωβά τον ερχομό τού αληθινού Μεσσία;
4 Σχολιάζοντας το εδάφιο Ματθαίος 2:2, κάποιος λόγιος έγραψε: «Υπήρχε, τον καιρό εκείνο, μια κυριαρχούσα προσδοκία ότι κάποιο αξιομνημόνευτο πρόσωπο επρόκειτο να εμφανιστεί στην Ιουδαία. Οι Ιουδαίοι απέβλεπαν ανυπόμονα στον ερχομό του Μεσσία. Υπολογίζοντας το χρόνο που αναφέρεται από τον Δανιήλ (κεφάλαιο 9:25-27), γνώριζαν ότι πλησίαζε η περίοδος που θα έπρεπε να εμφανιστεί ο Μεσσίας». Μπορούμε επίσης να πούμε ότι οι Ρωμαίοι ιστορικοί Σουετώνιος και Τάκιτος, καθώς και οι Ιουδαίοι ιστορικοί Ιώσηπος και Φίλωνας, αναφέρουν την κατάσταση αυτή της προσδοκίας. Το Γαλλικό Βιβλικό Εγχειρίδιο, από τους Μπακουέζ και Βιγκουρού (Τόμος 3, σελίδα 191), το επιβεβαιώνει αυτό, και αναφέρει: «Οι άνθρωποι γνώριζαν ότι οι εβδομήντα εβδομάδες ετών που είχαν αναφερθεί από τον Δανιήλ πλησίαζαν στο τέλος τους· κανείς δεν εξεπλάγη που άκουσε τον Ιωάννη τον Βαφτιστή να αναγγέλλει ότι η Βασιλεία του Θεού είχε πλησιάσει».
5 Συνεπώς, υπάρχει ιστορική απόδειξη ότι οι Ιουδαίοι πρόσμεναν τον ερχομό του Μεσσία, ή το Υποσχεμένο Σπέρμα, και ότι η προσδοκία αυτή οφειλόταν στο ότι είχαν παραμείνει άγρυπνοι για την εκπλήρωση του καιρού της προφητείας.a (Δανιήλ 9:24-27) Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι Ιουδαίοι του πρώτου αιώνα, που ανήκαν στις διάφορες αιρέσεις του Ιουδαϊσμού, έλπιζαν ότι θα ερχόταν κάποιος πολιτικός Μεσσίας, ο οποίος, όπως αναφέρεται στη Συνοπτική Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια, «θα κατέστρεφε τους εχθρούς του Ισραήλ και θα εγκαθιστούσε μια τέλεια εποχή ειρήνης και τελειότητας». Αλλά ένα υπόλοιπο πιστών Ιουδαίων πρόσμεναν με προσήλωση τον ερχομό του αληθινού Μεσσία. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ, οι γονείς του Ιωάννη του Βαφτιστή, καθώς και ο Συμεών, η Άννα, ο Ιωσήφ και η Μαρία. (Ματθαίος 1:18-21· Λουκάς 1:5-17, 30, 31, 46, 54, 55· 2:25, 26, 36-38) Σ’ αυτούς, και όχι στους θρησκευτικούς ηγέτες του Ιουδαϊσμού, επιβεβαίωσε ο Ιεχωβά αυτό που η προφητεία του Δανιήλ τους είχε καταστήσει ικανούς να περιμένουν άγρυπνοι, δηλαδή, τον ερχομό του Υποσχεμένου Σπέρματος, ή του Μεσσία, ‘όταν έφτασε το πλήρες όριο του χρόνου’.—Γαλάτας 4:4.
Η Αγρύπνια των Πρώτων Χριστιανών
6. Πώς ανατρέφονταν οι νεαροί Ιουδαίοι, και πώς αυτό βοήθησε μερικούς να γίνουν μαθητές του Ιησού;
6 Ο Ιωσήφ και η Μαρία γνώριζαν ότι το παιδί Ιησούς που ανέτρεφαν επρόκειτο να γίνει ο Μεσσίας. Μιλώντας για την ανατροφή του, Η Νέα Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει: «Ο Ιησούς πιθανότατα μεγάλωσε μέσα στην ευσέβεια που καλλιεργούνταν στο σπίτι και στη συναγωγή (που περιλάμβανε τη μελέτη της Βίβλου, την υπακοή στο Νόμο, την προσευχή, και την προσδοκία για τον τελικό ερχομό του Μεσσία)». Και άλλοι νεαροί που ανατράφηκαν στα σπίτια πιστών ανθρώπων του Ιουδαϊκού υπολοίπου εμποτίστηκαν με τη Μεσσιανική ελπίδα, και η σωστή αυτή προσδοκία κατέστησε ικανούς τουλάχιστον μερικούς από αυτούς να ακούσουν πρόθυμα την κλήση να γίνουν μαθητές του Ιησού.—Μάρκος 1:17-20· Ιωάννης 1:35-37, 43, 49.
7. (α) Δίδαξε ο Ιησούς ότι η Βασιλεία βρίσκεται μέσα στον καθένα μεμονωμένο Χριστιανό; (β) Για ποιο πράγμα έπρεπε να κρατηθούν άγρυπνοι οι Χριστιανοί;
7 Προς το τέλος της επίγειας διακονίας του, ο Ιησούς δίδαξε τους μαθητές του να συνεχίσουν να παραμένουν άγρυπνοι για τη μελλοντική «παρουσία» του και τον ερχομό της Βασιλείας του. Η Μπριτάνικα αναφέρει: «Τα παραδοσιακά αυτά μοτίβα για το τέλος του κόσμου, την Τελική Κρίση, και τον νέο κόσμο του Θεού δε λείπουν από τα λεγόμενα του Ιησού που διατηρήθηκαν στην παράδοση των Ευαγγελίων. Έτσι, ο Ιησούς με κανέναν τρόπο δεν άλλαξε τη Βασιλεία των Ουρανών σε μια καθαρά θρησκευτική εμπειρία της ατομικής ανθρώπινης ψυχής ούτε έδωσε στην Ιουδαϊκή εσχατολογική προσδοκία την έννοια μιας εξελικτικής διαδικασίας που δεσπόζει στον κόσμο ή κάποιου στόχου εφικτού με ανθρώπινη προσπάθεια. . . . Ούτε συμμετείχε ούτε ενθάρρυνε την ελπίδα σε έναν εθνικό μεσσία. . . ούτε υποστήριξε τις προσπάθειες των Ζηλωτών να επιταχύνουν τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού». Όχι, έδωσε στους Χριστιανούς ένα σημάδι με πολλά χαρακτηριστικά, από το οποίο για πρώτη φορά θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν την προσέγγιση της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, και κατόπιν, πολύ αργότερα, να διακρίνουν το ‘σημάδι της παρουσίας του και της συντέλειας του συστήματος πραγμάτων’.—Ματθαίος 24:3 ως 25:46· Λουκάς 21:20-22.
8. Τι δείχνει ότι ο Ιησούς δεν πίστευε ότι θα ερχόταν στη Βασιλεία του πολύ σύντομα, έτσι ποια συμβουλή έδωσε στους ακολούθους του;
8 Αυτοί που δεν έχουν θρησκευτικές δεσμευτικές αντιλήψεις κι ακόμη μερικοί από τους θεολόγους του Χριστιανικού κόσμου ισχυρίζονται ότι οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι η παρουσία του Χριστού επρόκειτο να συμβεί στις μέρες τους. Μερικοί ακόμη υποθέτουν ότι ο ίδιος ο Ιησούς πίστευε ότι θα ερχόταν στη Βασιλεία του πολύ σύντομα. Αλλά στην παραβολή του για τα τάλαντα και τις μνες, ο Ιησούς έδειξε ότι μόνο «μετά» από «καιρόν πολύν» θα επέστρεφε στη βασιλική του δύναμη και θα διακανόνιζε τους λογαριασμούς με τους δούλους του στους οποίους είχε εμπιστευθεί τα υπάρχοντά του. (Ματθαίος 25:14, 19· Λουκάς 19:11, 12, 15) Και στην προφητεία του για το ‘σημάδι της παρουσίας του και της συντέλειας του συστήματος πραγμάτων’, παραδέχτηκε ότι ‘ούτε οι άγγελοι των ουρανών ούτε ο Γιος, αλλά μονάχα ο Πατέρας’ γνώριζε τη ‘μέρα και την ώρα’ που θα ερχόταν το τέλος. Κατόπιν πρόσθεσε: «Αγρυπνείτε λοιπόν, διότι δεν εξεύρετε ποία ώρα έρχεται ο Κύριος υμών».—Μάρκος 13:32· Ματθαίος 24:3, 14, 36, 42.
9. Μήπως ο απόστολος Παύλος έδωσε την εντύπωση πως πίστευε ότι η παρουσία του Χριστού επρόκειτο να γίνει στις μέρες του; Εξηγήστε.
9 Όσο για την πεποίθηση των πρώτων Χριστιανών στην αμεσότητα της παρουσίας του Χριστού, ένα σύγγραμμαb δηλώνει: «Η περίπτωση τού να δεχτούμε ότι ο Παύλος πρόσμενε την παρουσία σύντομα στην 1 Θεσ. απέχει από του να είναι χωρίς αμφισβήτηση. Από το 1 Θεσ. 5:10 ακόμη ο Παύλος υπολόγιζε τη δυνατότητα να πεθάνει. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα ότι όταν έλεγε ο Παύλος ‘εμείς’ στην 1 Θεσ. 4:15 και 17, ταύτιζε έτσι τον εαυτό του με την τελευταία γενιά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ο ίδιος θα ανήκε σ’ αυτή». Στη δεύτερη επιστολή του στον Τιμόθεο, ο Παύλος σαφώς δήλωσε ότι δεν έλπιζε να λάβει την ανταμοιβή του μέχρι ‘τη μέρα εκείνη’, τη μέρα της ‘φανέρωσης’ του Χριστού στη Βασιλεία του, όταν Αυτός θα ‘έκρινε τους ζωντανούς και τους νεκρούς’.—2 Τιμόθεον 4:1, 8.
10. Πώς αποδείχτηκε ζωοσωτήρια για τους Ιουδαίους Χριστιανούς του πρώτου αιώνα η Χριστιανική αγρύπνια;
10 Ενώ πρόσμεναν την παρουσία του Ιησού Χριστού και τον ερχομό της Βασιλείας του, οι Χριστιανοί έπρεπε να παραμένουν άγρυπνοι. Η σωστή Χριστιανική αγρύπνια κατέστησε ικανούς τους Ιουδαίους Χριστιανούς να αναγνωρίσουν το σημείο που είχε δώσει ο Ιησούς για την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. (Λουκάς 21:20-24) Όταν ο Κέστιος Γάλλος επιτέθηκε στην Ιερουσαλήμ το 66 μ.Χ., οι άγρυπνοι Χριστιανοί επωφελήθηκαν από την αιφνίδια, ανεξήγητη αναχώρησή του και έφυγαν από την πόλη, καθώς και από την τριγύρω περιφέρεια της Ιουδαίας. Σύμφωνα με τους πρώτους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, τον Ηγήσιππο, τον Ευσέβιο και τον Επιφάνειο, οι Ιουδαίοι Χριστιανοί κατέφυγαν πέρα από τον Ιορδάνη σ’ έναν τόπο που ονομαζόταν Πέλλα. Επειδή ήταν πνευματικά τελείως άγρυπνοι, σώθηκαν από το θάνατο ή την αιχμαλωσία, όταν τα Ρωμαϊκά στρατεύματα επέστρεψαν το 70 μ.Χ. κάτω από τον Στρατηγό Τίτο και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ. Πόσο ευτυχισμένοι θα πρέπει να ήταν αυτοί οι Χριστιανοί που είχαν παραμείνει άγρυπνοι!
Η Χριστιανική Προσδοκία Μετά το 70 μ.Χ.
11, 12. Ποια επρόκειτο να είναι η σωστή στάση για τους Χριστιανούς μετά από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., και πώς αυτό θα τους προστάτευε;
11 Εφόσον η παρουσία του Ιησού επρόκειτο να συμβεί ‘μετά από πολύ καιρό’, ποια θα έπρεπε να είναι η σωστή στάση των Χριστιανών μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. και σ’ όλους τους αιώνες μέχρι τον καιρό του τέλους; Θα έπρεπε να ψυχραθεί η Χριστιανική προσδοκία, να «μπει στον πάγο», σαν να λέγαμε; Όχι! Οι τρεις επιστολές και η Αποκάλυψη του αποστόλου Ιωάννη γράφτηκαν όλες μετά από το 70 μ.Χ. Στην πρώτη του επιστολή, ο Ιωάννης προειδοποιεί ενάντια στον «αντίχριστο» και λέει στους Χριστιανούς να παραμείνουν σε ενότητα με τον Χριστό προσμένοντας την «παρουσία» Του και τη φανέρωσή Του. (1 Ιωάννου 2:18, 28· 3:2) Και στις τρεις επιστολές, ο Ιωάννης προειδοποιεί ενάντια στους αποστάτες. Όσο για την Αποκάλυψη, από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι προσανατολισμένη προς τον ερχομό του Χριστού σε δόξα στη Βασιλεία του, ενώ η προτελευταία φράση της είναι: «Αμήν, ναι, έρχου, Κύριε Ιησού».—Αποκάλυψις 22:20.
12 Οι Χριστιανοί έπρεπε να είναι προσανατολισμένοι προς την παρουσία. Δηλαδή έπρεπε, μέρα με τη μέρα, να ζουν με την προσδοκία της «παρουσίας» του Χριστού. Ο Ερνστ Μπενζ, ένας καθηγητής της εκκλησιαστικής ιστορίας, γράφει: «Τα ‘έσχατα πράγματα’ ήταν, από την άποψη του επείγοντος, τα πρώτα πράγματα για τους πιστούς της πρώτης εκκλησίας. Το κεντρικό περιεχόμενο της πίστης και της ελπίδας τους ήταν ο ερχομός της Βασιλείας του Θεού». Ακόμη κι αν η Βασιλεία δεν επρόκειτο να έρθει στη διάρκεια της δικής τους ζωής, η σωστή αυτή στάση της προσδοκίας θα προστάτευε τους Χριστιανούς από του να γίνουν πνευματικά νωθροί και να αναμιχτούν με τον κόσμο του Σατανά.—1 Ιωάννου 2:15-17.
13, 14. Ποια δύο άκρα υπήρχαν ανάμεσα στους αποστάτες Χριστιανούς τον δεύτερο και τον τρίτο αιώνα μ.Χ.;
13 Ομολογουμένως, καθώς η αποστασία αναπτυσσόταν μετά τον θάνατο των αποστόλων, μερικοί απέκτησαν εσφαλμένες ιδέες σχετικά με την εγγύτητα του ερχομού του Χριστού στην Βασιλεία του. Στο έργο του Η Πρώτη Εκκλησία και ο Κόσμος, ο Σ. Τζ. Καντού λέει: «Ο Ειρηναίος [δεύτερος αιώνας μ.Χ.] και ο Ιππόλυτος [τέλος του δεύτερου, αρχές του τρίτου αιώνα μ.Χ.] πίστευαν και οι δυο ότι ήταν δυνατόν να υπολογιστεί με κάποιο βαθμό ακρίβειας χρόνου πότε θα ερχόταν το τέλος». Μερικοί, εξαιτίας εσφαλμένης χρονολόγησης, πίστεψαν ότι είχαν σχεδόν παρέλθει 6.000 χρόνια ανθρώπινης ιστορίας και ότι η έλευση της έβδομης χιλιετηρίδας βρισκόταν κοντά. Φυσικά είχαν λάθος. Αλλά τουλάχιστον προσπαθούσαν να κρατηθούν πνευματικά άγρυπνοι.
14 Από την άλλη, οι περισσότεροι αποστάτες Χριστιανοί έχασαν κάθε έννοια του επείγοντος και της προσδοκίας της Βασιλείας. Το Θεολογικό Λεξικό της Καινής Διαθήκης μας πληροφορεί: «Επηρεασμένοι από τη μεταφυσική [φιλοσοφία] του Πλάτωνα και της ηθικής των Στωικών, οι Χριστιανοί Απολογητές [εκκλησιαστικοί «πατέρες» του δεύτερου και της αρχής του τρίτου αιώνα] έκαναν λίγη χρήση της ιδέας της βασιλείας του Θεού. Στο βαθμό που έχουν κάποια εσχατολογία, αυτή κυριαρχείται από την ιδέα της τελειοποίησης του μεμονωμένου Χριστιανού. . . . Οι Ελληνικές απόψεις για την αθανασία, για την αιώνια ζωή και για την γνώση είναι πιο σημαντικές από τη βιβλική άποψη για τη [Βασιλεία του Θεού] . . . Παρόμοια στον Ωριγένη [γύρω στο 185 έως γύρω στο 254 μ.Χ.], . . . δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου χώρος για το βιβλικό άγγελμα της βασιλείας του Θεού».
15. Καθώς η αποστασία αναπτυσσόταν, ποια στάση υιοθέτησαν οι καθιερωμένες εκκλησίες απέναντι στη διδασκαλία για τα «Έσχατα Πράγματα»;
15 Κυρίως αυτή ήταν η στάση που επικρατούσε στο διάβα των αιώνων ανάμεσα στις Χριστιανικές, όπως λέγονταν, εκκλησίες. Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα αποκαλύπτει: «Από τον καιρό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου (πέθανε το 337) η πολιτική αναγνώριση της Χριστιανοσύνης είχε κατανοηθεί σαν η πραγματοποιημένη ελπίδα της Βασιλείας του Χριστού. Η μελλοντική εσχατολογία εξακολούθησε να υπάρχει σε καταπιεσμένες παράνομες αιρέσεις». «Στην περίοδο πριν από τη Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα, αιρετικές ομάδες . . . κατηγόρησαν τη Ρωμαϊκή Εκκλησία ότι πρόδωσε την αρχική εσχατολογική επικείμενη προσδοκία».
‘Ευτυχισμένοι Είναι Εκείνοι που Βρίσκονται Άγρυπνοι’
16. Ποιοι όμιλοι εμφανίστηκαν τον 19ο αιώνα, και τι πίστευαν μερικοί απ’ αυτούς;
16 Εφόσον «οι πιο καθιερωμένες Χριστιανικές εκκλησίες» δεν ήταν πια άγρυπνες για την παρουσία του Χριστού και για την ανάληψη της Βασιλικής του δύναμης, απόμενε στους ομίλους που οι εκκλησίες εκείνες αποκαλούσαν «αιρετικές ομάδες» να το κάνουν αυτό. Το 19ο αιώνα, αρκετές τέτοιες ομάδες εμφανίστηκαν σε χώρες όπου η Βίβλος και τα μέσα για τη μελέτη της ήταν προσιτά στον κοινό λαό. Οι κύριες εκκλησίες, για τις οποίες οποιαδήποτε διδασκαλία σχετικά με τα «Έσχατα Πράγματα» είχε καταστεί χωρίς νόημα, περιφρονητικά αποκάλεσαν τις ομάδες αυτές αντβεντιστικές ή χιλιαστικές, επειδή οι ομάδες αυτές ήταν άγρυπνες για τη δεύτερη έλευση του Χριστού και πίστευαν ότι ο Χριστός επρόκειτο να βασιλεύσει για χίλια χρόνια. Πολλές από τις ομάδες αυτές περίμεναν τον Χριστό να επιστρέψει στη γη για να εγκαταστήσει τη χιλιετή Βασιλεία του. Μερικές από αυτές υπολόγισαν ότι η δεύτερη έλευση του Χριστού θα έπρεπε να γίνει το 1835 (οι Ιρβινγκίτες στην Αγγλία), το 1836 (οι ακόλουθοι του Μπένγκελ στη Γερμανία), το 1843 (οι ακόλουθοι του Μίλλερ στις Ηνωμένες Πολιτείες) και το 1889 (μια Μενονιτική ομάδα στη Ρωσία).
17, 18. Πώς αντέδρασαν οι καθιερωμένες εκκλησίες του Χριστιανικού κόσμου, όμως τι είπε ο Ιησούς ότι θα έψαχνε να βρει όταν θα ‘ερχόταν’;
17 Φυσικά, «οι πιο καθιερωμένες Χριστιανικές εκκλησίες» αναγάλλιασαν όταν αυτές οι προβλέψεις αποδείχτηκαν εσφαλμένες. Εξάπαντος, οι Καθολικοί, οι Ορθόδοξοι και οι κύριες Προτεσταντικές Εκκλησίες δεν είχαν κάνει τέτοια λάθη. Γι’ αυτές, η διδασκαλία για τα «Έσχατα Πράγματα» ήταν «χωρίς νόημα». Αυτές από αιώνες τώρα είχαν πάψει να ‘κρατιούνται άγρυπνες’.—Μάρκος 13:37.
18 Ωστόσο, ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, τους οποίους ελθών ο κύριος θέλει ευρεί αγρυπνούντας . . . Τις λοιπόν είναι ο πιστός οικονόμος και φρόνιμος, τον οποίον θέλει καταστήσει ο κύριος αυτού επί των υπηρετών αυτού, διά να δίδη εν καιρώ την διωρισμένην τροφήν; Μακάριος ο δούλος εκείνος, τον οποίον ελθών ο κύριος αυτού θέλει ευρεί πράττοντα ούτως»!—Λουκάς 12:37-43.
19, 20. (α) Ποιος όμιλος ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1870, και γιατί αυτοί αποσυνταυτίστηκαν από τις άλλες ομάδες; (β) Ποιο περιοδικό έγινε το επίσημο όργανο αυτού του ομίλου, και πώς έχει βοηθήσει αυτό το περιοδικό έναν αυξανόμενο αριθμό αληθινών Χριστιανών;
19 Ανάμεσα στις αιρετικές, όπως τις ονομάζουν, ομάδες, οι οποίες πρόσμεναν το σημάδι για την επιστροφή του Χριστού στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, ήταν μια τάξη Γραφικής μελέτης στην οποία προΐστατο ο Κάρολος Ρώσσελ στο Πίτσμπουργκ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ρώσσελ έγραψε: «Από το 1870 μέχρι το 1875 ήταν ένας καιρός σταθερής αύξησης στη χάρη και στη γνώση και στην αγάπη του Θεού και του Λόγου του. . . . Ωστόσο, τότε απλά λαβαίναμε το γενικό σχεδιάγραμμα του σχεδίου του Θεού και αποβάλλαμε πολλά λάθη που τα κρατούσαμε επί πολλά χρόνια. . . . Αισθανθήκαμε πολύ λυπημένοι με το λάθος που είχαν οι Δεύτεροι Αντβεντιστές, οι οποίοι πρόσμεναν τον Χριστό να έρθει με σάρκα».
20 Ο Ρώσσελ και οι σύντροφοί του σύντομα αντιλήφθηκαν ότι η παρουσία του Χριστού θα ήταν αόρατη. Αποσυνταυτίστηκαν από τις άλλες ομάδες και, το 1879, άρχισαν να εκδίδουν την πνευματική τροφή στο περιοδικό Σκοπιά του Πύργου της Σιών και Κήρυξ της του Χριστού Παρουσίας. Από το πρώτο έτος της έκδοσής του, το περιοδικό αυτό υπέδειξε, με γερή Γραφική υποστήριξη, το 1914 σαν μια χρονολογία-σταθμό στη Βιβλική χρονολογία. Έτσι όταν άρχισε η αόρατη παρουσία του Χριστού το 1914, αυτοί οι Χριστιανοί ήταν ευτυχισμένοι που είχαν βρεθεί άγρυπνοι! Για πάνω από έναν αιώνα, το περιοδικό αυτό, που τώρα ονομάζεται Η Σκοπιά—Αγγέλλουσα τη Βασιλεία του Ιεχωβά, έχει βοηθήσει έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό αληθινών Χριστιανών να ‘συνεχίσουν να προσέχουν’ και να ‘συνεχίσουν να αγρυπνούν’. (Μάρκος 13:33) Το πώς ακριβώς έχει γίνει αυτό θα εξεταστεί στο ακόλουθο άρθρο.
[Υποσημειώσεις]
a Για πλήρη συζήτηση της χρονολογικής αυτής προφητείας, βλέπε «Ελθέτω η Βασιλεία Σου», σελίδες 58-66.
b Το Νέο Διεθνές Λεξικό της Θεολογίας της Καινής Διαθήκης, Τόμος 2, σελίδα 923.
Μερικές Ερωτήσεις Ανασκόπησης
◻ Τι αποδεικνύει τη Μεσσιανική προσδοκία των Ιουδαίων του πρώτου αιώνα;
◻ Πώς βοήθησε η αγρύπνια τους Ιουδαίους Χριστιανούς;
◻ Ποια επίδραση είχε η αποστασία πάνω στη Χριστιανική προσδοκία;
◻ Τι είδους δούλο θα αναζητούσε να βρει ο Χριστός καθώς ο καιρός του τέλους θα πλησίαζε;
◻ Ποια ομάδα Χριστιανών ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις αυτές, και με τη βοήθεια ποιου περιοδικού;
[Εικόνα στη σελίδα 12]
Οι εκδότες του περιοδικού αυτού ήταν πάντα άγρυπνοι