Υπομένοντας Ύστερα από ένα Τραγικό Χαμό
Αφήγηση από την Ελίζ Χαρμς
ΠΡΙΝ από 40 χρόνια, στις 8 Ιανουαρίου 1941, ο σύζυγός μου, Γιοχάννες Χαρμς, εκτελέστηκε από τους Ναζί. Γιατί; Επειδή η συνείδησή του δεν του επέτρεπε να πάει στον πόλεμο και να σκοτώνει συνανθρώπους του στην αντίθετη πλευρά του Ναζιστικού μετώπου μάχης. Είχε αρνηθεί σταθερά να πει «χάιλ» Χίτλερ. Ο Γιοχάννες δεν φοβήθηκε να κρατήσει μια τέτοια Χριστιανική ουδετερότητα ακόμη και με τίμημα την ίδια τη ζωή του.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω το συγκινητικό γράμμα που έστειλε στον πατέρα του, τον Μάρτιν, λίγο πριν εκτελεστεί. Ο σύζυγός μου έγραφε:
«Τώρα, δόθηκε και σ’ εμένα μια ευκαιρία ν’ αποδείξω την πιστότητά μου στον Κύριο μέχρι θανάτου, ναι, την πιστότητά μου όχι μόνο μέχρι θανάτου, αλλά ακόμη και με θάνατο. Η θανατική μου καταδίκη έχει ήδη αναγγελθεί και μ’ έχουν αλυσοδεμένο μέρα και νύχτα—τα σημάδια (στο χαρτί) είναι από τις χειροπέδες—αλλά δεν έχω ακόμη νικήσει απόλυτα. Δεν είναι εύκολο να παραμείνει πιστός ένας Μάρτυς του Ιεχωβά. Έχω ακόμη την ευκαιρία να σώσω την επίγεια ζωή μου, αλλά παράλληλα να χάσω την πραγματική ζωή. Ναι, δίνεται η ευκαιρία στο Μάρτυρα του Ιεχωβά να παραβεί την ομολογία της πίστεώς του ακόμη κι όταν βρίσκεται μπροστά στην αγχόνη. Επομένως, βρίσκομαι ακόμη στα μέσα του αγώνα κι έχω ακόμη πολλές νίκες να κερδίσω προτού μπορέσω να πω ότι ‘τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, την πίστιν διετήρησα· του λοιπού μένει εις εμέ ο της δικαιοσύνης στέφανος, τον οποίον ο Κύριος θέλει μοι αποδώσει, ο δίκαιος κριτής.’ Ο αγώνας αναμφίβολα είναι δύσκολος, αλλά είμαι με όλη μου την καρδιά ευγνώμων στον Κύριο που όχι μόνο μου έδωσε την αναγκαία δύναμη ν’ αντέξω μέχρι τώρα μπροστά στο θάνατο αλλά μου έδωσε και μια χαρά που θα ήθελα να τη μοιρασθώ με όλους τους αγαπημένους μου.
«Αγαπητέ μου πατέρα, είσαι ακόμη στη φυλακή, και δεν ξέρω αν θα πάρεις ποτέ αυτό το γράμμα. Αν ποτέ ελευθερωθείς όμως, μείνε τόσο πιστός όπως τώρα, γιατί όπως ξέρεις κανείς που βάζει το χέρι του στο αλέτρι και κυττάζει προς τα πίσω δεν είναι άξιος για τη βασιλεία του Θεού . . . .
«Όταν, αγαπητέ μου πατέρα, θα είσαι και πάλι στο σπίτι, κοίταξε να φροντίζεις ιδιαίτερα την αγαπημένη μου Λίσχεν, γιατί θα είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτή, να ξέρει ότι ο αγαπημένος της δεν θα ξαναγυρίσει πια. Ξέρω πως θα το κάνεις αυτό και σ’ ευχαριστώ εκ των προτέρων. Αγαπητέ μου πατέρα, σου ζητώ νοερά, να παραμείνεις πιστός, όπως κι εγώ προσπάθησα να παραμείνω πιστός, και κάποτε θα ξαναϊδωθούμε πάλι. Θα σε σκέφτομαι μέχρι την τελευταία στιγμή.»
Ίσως να διερωτάσθε τι συνέβη στον πατέρα του Γιοχάννες και σ’ εμένα μετά την εκτέλεσή του. Υπομείναμε, παραμείναμε πιστοί στον Ιεχωβά, όπως μας ενεθάρρυνε ο Γιοχάννες να κάνουμε.
Ναι, ο πατέρας του Γιοχάννες, ο Μάρτιν, βρισκόταν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Σάκσενχάουζεν όταν ο Γιοχάννες εκτελέστηκε, και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου. Μετά γύρισε πίσω στο Βίλελμσχάφεν και βοήθησε την ανοικοδόμηση της εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά εκεί. Υπηρέτησε πιστά τον Ιεχωβά Θεό μέχρι που πέθανε το 1976, στην ηλικία των 90 χρόνων.
Όσο για μένα, τώρα ζω σ’ ένα μικρό διαμέρισμα εδώ στο Βίλελμσχάφεν, στο μέρος που μεγάλωσα και παντρεύτηκα τον Γιοχάννες το 1936. Αν και η υγεία μου δεν είναι πολύ καλή, ναι, εξακολουθώ να είμαι δραστήρια σαν Μάρτυς του Ιεχωβά.
Αν ξαναπαντρεύτηκα; Όχι. Φυσικά, Γραφικά ήμουνα ελεύθερη να ξαναπαντρευτώ. Αλλά η σκέψη να βρω την ευτυχία στην αγκαλιά ενός άλλου άνδρα, αφού ο Γιοχάννες είχε κάνει τέτοιο αγώνα για να παραμείνει πιστός—όχι, για μένα προσωπικά η σκέψη αυτή δεν μου άρεσε καθόλου.
Προτού εξηγήσω τι με βοήθησε να υπομείνω διάφορα πράγματα στη διάρκεια των τελευταίων 40 ετών, θα σας αφηγηθώ πρώτα τις καταστάσεις που οδήγησαν στην εκτέλεση του Γιοχάννες.
ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Ο Γιοχάννες συνελήφθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1940. Αυτή ήταν ήδη η δεύτερη φυλάκισή του μετά το γάμο μας. Η αδελφή μου κι εγώ μπορούσαμε να τον επισκεπτόμαστε κάθε τρεις με τέσσερις βδομάδες. Στη διάρκεια της δεύτερης επισκέψεώς μας μάθαμε ότι είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Έτσι δεν με εξέπληξε τελείως όταν τον κρέμασαν στις 8 Ιανουαρίου 1941, αν και αυτό με συγκλόνισε, φυσικά. Ήταν ένα σκληρό χτύπημα για μένα.
Αλλά ήξερα ότι ο Γιοχάννες δεν πέθανε σαν εγκληματίας. Ήξερα επίσης ότι οι αξιωματικοί επανειλημμένα προσπάθησαν με διάφορα μέσα να τον κάνουν να συμβιβαστεί. Ήξερα τις δύσκολες στιγμές που πέρασε. Λίγα μπορούσα να κάνω για να τον βοηθήσω. Έτσι, όταν με ειδοποίησαν ότι εκτελέστηκε, ανακουφίστηκα που έμαθα ότι όλα τέλειωσαν. Προς στιγμή, ξέχασα τον εαυτό μου, σκεπτόμενη απλώς: «Τώρα δεν μπορούν να τον κάνουν να συμβιβαστεί. Δεν υπάρχει κίνδυνος πια μήπως δεν παραμείνει πιστός. Έμεινε πιστός μέχρι θανάτου.»
Ήμασταν παντρεμένοι μόνο περίπου τέσσερα χρόνια κι οκτώ μήνες. Επειδή ήμασταν αρραβωνιασμένοι τρία χρόνια, μπορούσαμε να παντρευτούμε πιο γρήγορα, αλλά το καθυστερούσαμε. Ξέραμε τα προβλήματα που θα έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουμε. Ακόμα και τότε, οι καιροί ήταν δύσκολοι στη Γερμανία. Μάλιστα, η δράση των Μαρτύρων του Ιεχωβά είχε απαγορευθεί στη χώρα.
Όταν ο πατέρας του Γιοχάννες (ο οποίος έκτιε ήδη τη δεύτερη τιμωρία του στη φυλακή) απροσδόκητα λευτερώθηκε από τη φυλακή, επωφεληθήκαμε από την ευκαιρία να παντρευτούμε. Θυμάμαι ακόμη ότι ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα το Μάιο του 1936. Απολαμβάναμε χαρά μαζί σαν ανδρόγυνο μέχρι που οι Ναζί συνέλαβαν τον Γιοχάννες.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΩ ΣΚΛΗΡΗ
Μερικοί αφήνουν τις αναποδιές να τους σκληραίνουν. Αρχίζουν ν’ αμφιβάλλουν για την αγάπη του Θεού. Βρίσκουν λάθη σ’ αυτόν, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο ν’ αμφιβάλλουν για την ύπαρξή του. Όταν ο Γιοχάννες εκτελέστηκε, γνώριζα ότι αυτό έγινε για κάποιο λόγο. Τον σκότωσαν επειδή διακράτησε την ακεραιότητά του στον Θεό. Αλλά έξι μήνες μετά που έχασα τον Γιοχάννες, ο θάνατος χτύπησε και πάλι—η μητέρα μου πέθανε! Το γεγονός αυτό, πρέπει να ομολογήσω, μ’ έκανε σχεδόν να γίνω πιο σκληρή με τον Θεό. Διερωτόμουνα: «Γιατί, στον καιρό της θλίψεώς μου, να πρέπει να πεθάνει, το μόνο πρόσωπο στο οποίο μπορούσα να στηριχτώ;»
Όμως, μετά από λίγο καιρό αρχίσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε τη φρίκη του πολέμου—τις τρομερές αεροπορικές επιδρομές, για παράδειγμα, που κατάστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά μερικές Γερμανικές πόλεις. Επειδή έπρεπε να εργαστώ για να ζήσω, άρχισα να σκέφτομαι: «Ποιος θα φρόντιζε τη μητέρα μου σ’ αυτό το δύσκολο καιρό, αν ήταν ζωντανή; Επειδή ήταν τυφλή, ποιος θα είχε το χρόνο να τη βοηθάει να πηγαίνει στο καταφύγιο όταν γίνονταν οι αεροπορικές επιδρομές;» Τι δοκιμασία θα ήταν γι’ αυτή! Σιγά σιγά ξαναβρήκα την ισορροπία μου, κατανοώντας ότι μερικές φορές ο Ιεχωβά επιτρέπει πράγματα που εμείς μπορεί να μην τα καταλαβαίνουμε, αλλά που στην πραγματικότητα δείχνουν ότι «είναι πολυεύσπλαχνος . . . και οικτίρμων.» (Ιακ. 5:11) Πείστηκα ότι όσο καιρό κρατώ μια κατάλληλη στάση και τον εμπιστεύομαι απόλυτα, τα πράγματα πάντα θα καταλήγουν στο καλό μου.
Να κι άλλο ένα παράδειγμα. Μέναμε σ’ ένα διαμέρισμα τεσσάρων δωματίων. Όμως, όταν ο σύζυγός μου εκτελέστηκε, δεν είχα το δικαίωμα να το κρατήσω. Με διέταξαν να φύγω. Αλλά πού θα πήγαινα; Σαν από θαύμα, η σύζυγος ενός αξιωματικού του στρατού, η οποία μετατέθηκε σ’ ένα άλλο μέρος με το σύζυγό της, κανόνισε να κρατήσω εγώ τα τρία δωμάτια στο διαμέρισμα που άφηναν. Παρ’ όλα αυτά, με βαριά καρδιά μετακόμισα από το μέρος που είχαμε ζήσει με τον Γιοχάννες. Όμως, τι νομίζετε ότι συνέβη μετά από έξι μήνες περίπου; Το σπίτι καταστράφηκε τελείως σε μια αεροπορική επιδρομή!
ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ—ΟΧΙ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ
Όταν ο Γιοχάννες εκτελέστηκε, εργαζόμουν σ’ ένα γραφείο. Όταν οι συνάδελφοί μου έμαθαν τι είχε συμβεί, προσπάθησαν, με το δικό τους τρόπο, να με παρηγορήσουν. Με προσκαλούσαν στις κοινωνικές συγκεντρώσεις τους. Ενώ εγώ εκτιμούσα τις καλοπροαίρετες προσπάθειές τους, εύρισκα γνήσια παρηγοριά κάπου αλλού—στον Ιεχωβά Θεό και στο Λόγο του, τη Βίβλο.
Υπήρξαν στιγμές, λυπάμαι που το λέω, που οι άλλοι δεν έλεγαν πάντα πολύ ενθαρρυντικά πράγματα. Θυμάμαι μια φορά όταν μια γυναίκα μου είπε (κι αυτό έγινε όχι πολύ μετά το θάνατο του Γιοχάννες): «Είναι δικό σας φταίξιμο· Δεν ήταν ανάγκη να συμβεί αυτό. Ήταν φταίξιμο του Γιοχάννες!»
Τι σκληρό πράγμα να το λέει κανείς! Ναι, από μια άποψη, όμως—και της το είπα αυτό—είχε δίκιο. Ήταν ‘δικο μας φταίξιμο’. Ο Γιοχάννες μπορούσε να το αποφύγει. και αν είχα κι εγώ προσπαθήσει να τον πείσω να συμβιβαστεί, ίσως κι εγώ, επίσης, να το απέφευγα. Αλλά πόσο ευτυχισμένη ήμουν που και οι δυο είχαμε παραμείνει πνευματικά ισχυροί και είχαμε υπομείνει! Ήμουν ευτυχισμένη που ‘εν μέρει έφταιγα’ κι εγώ.
Φυσικά, πέρασα θλιβερές στιγμές. Αλλά ο Ιεχωβά «είναι πολυεύσπλαχνος», και πάντα προμήθευε παρηγοριά. Μερικές φορές η παρηγοριά ερχόταν με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους. Θυμάμαι μια Κυριακή περίπου τρεις μήνες μετά την εκτέλεση του Γιοχάννες. Ο καιρός ήταν μελαγχολικός. Αυτό, μαζί με όλα τα άλλα που είχα περάσει, με είχαν πραγματικά καταβάλει. Το μεγαλύτερο μέρος της μέρας το πέρασα κλαίγοντας, πηγαίνοντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο και η μητέρα μου έτρεχε από πίσω, προσπαθώντας να με παρηγορήσει. Πάλεψα με τα δάκρυά μου, αλλά δεν μπορούσα να τα ελέγξω. Θυμάμαι ότι σκεφτόμουνα: «Τουλάχιστον συνήθιζες να παίρνεις ένα γράμμα μια φορά το μήνα, αλλά τώρα ούτε κι αυτό—ούτε μια σειρά! Αν μπορούσα να έπαιρνα ένα ακόμα γράμμα—ένα μόνο ακόμα!»
Την ίδια εκείνη μέρα, αργότερα, άνοιξα τη ντουλάπα κι άρχισα να ψάχνω μερικά από τα πράγματα του συζύγου μου που μου είχαν στείλει μετά την εκτέλεση του. Ανάμεσα σ’ αυτά υπήρχε κι ένα μικρό δερμάτινο κουτί που χρησιμοποιείτο για μολύβια κι άλλα πράγματα. Ξαφνικά, παρατήρησα ότι μια πλευρά ήταν ασυνήθιστα παχιά! Έδειχνε να υπήρχε κάτι μέσα. Το άνοιξα σχίζοντάς το, έχωσα τα δάχτυλά μου μέσα και άρχισα να βγάζω μικρά κομμάτια χαρτί. Ναι, ήταν γράμματα που ο Γιοχάννες είχε γράψει με πολύ μικρά γράμματα, σαν ημερολόγιο. Υπήρχαν συνολικά 20 γράμματα! Μπορείτε να φαντασθείτε πώς αισθάνθηκα. Ένα γράμμα θα μ’ έκανε να χαρώ. Αλλά 20; Θυμάμαι την υπόσχεση που έκανα στον Ιεχωβά. «Ποτέ δεν θα ξαναπαραπονεθώ!»
ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Στη διάρκεια των τελευταίων 40 ετών ποτέ δεν σκέφτηκα να εγκαταλείψω τον αγώνα. Γιατί να το κάνω; Ο Γιοχάννες έκανε μια εισφορά στον Ιεχωβά με το να κρατήσει την ακεραιότητά του ως τον θάνατο· κι εγώ μπορώ να συμβάλω με το να υπομένω όσο είμαι ζωντανή. (Παράβαλε με Ρωμαίους 12:1.) Φυσικά, δεν ήταν εύκολο, και δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω από μόνη μου. Η προσευχή ήταν μια πολύ σπουδαία βοήθεια για μένα. Και το κήρυγμα σε άλλους για τη βασιλεία του Θεού ήταν μια πραγματική ευλογία, επίσης. Όταν αισθανόμουν λυπημένη έκανα το καλύτερο που μπορούσα, έβγαινα έξω και κήρυττα το «ευαγγέλιο». Η προσπάθεια να παρηγορήσω άλλους με το άγγελμα της Βίβλου μ’ έκανε να ξεχνάω τα δικά μου προβλήματα.
Αργότερα, μπόρεσα να σταματήσω την κοσμική μου δουλειά. Τότε είχα περισσότερο χρόνο να δαπανώ κηρύττοντας σ’ άλλους το «ευαγγέλιο». Ένας Μάρτυς μου έδωσε ένα μικρό αυτοκίνητο κι έτσι μπορούσα να κηρύττω σε απομακρυσμένες περιοχές, και μπόρεσα ν’ αρχίσω αρκετές Γραφικές μελέτες με ενδιαφερόμενα άτομα. Μια περίπτωση τη θυμάμαι ιδιαίτερα.
Επισκέφθηκα μια γυναίκα το απόγευμα μιας Πέμπτης και θυμάμαι που της είπα: «Θα ήταν πολύ καλύτερα αν μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτά τα σημεία συστηματικά με τη βοήθεια ενός βιβλίου.» Εκείνη συμφώνησε. Έπειτα εγώ πρόσθεσα: «Επίσης έχουμε και μερικές θαυμάσιες συναθροίσεις. Μπορώ να σας πάρω την Κυριακή, αν θα θέλατε να έρθετε.» Επειδή δεν ήθελα να χάσω χρόνο, μπήκα αμέσως στο θέμα!
Δέχτηκε να έρθει στη συνάθροιση. Έτσι την άλλη Κυριακή το απόγευμα χτύπησα την πόρτα της, κι εκείνη μου είπε: «Ελάτε μέσα για ένα λεπτό. Ο σύζυγός μου δεν είναι ακόμα έτοιμος.»
«Πώς;» υποθέτω πως έδειξα την έκπληξή μου. «Ο σύζυγός σας θέλει να έρθει κι αυτός μαζί ;»
Και πράγματι ήρθε. Αργότερα, τους είπα για τις άλλες συναθροίσεις μας κι άρχισαν να τις παρακολουθούν κι αυτές. Μετά από λίγο καιρό βαφτίστηκαν, και άρχισε στο σπίτι τους μια μελέτη βιβλίου εκκλησίας. Σήμερα, σχεδόν 30 χρόνια από τότε, η μελέτη εξακολουθεί να γίνεται εκεί.
Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
Αναπολώντας το παρελθόν, μπορώ να πω ότι αρκετά πράγματα με βοήθησαν να υπομείνω. Πρώτα απ’ όλα, ο Γιοχάννες κι εγώ προσπαθήσαμε να είμαστε έτοιμοι, να σκεφτόμαστε τι θα μπορούσε να συμβεί στον τομέα των δοκιμασιών. Στην περίπτωσή μας, το ότι σκεφτόμασταν από πριν την κατάσταση και αποφασίσαμε τι θέλαμε να κάνουμε είναι εκείνο που μας βοήθησε να την αντιμετωπίζουμε όταν δημιουργούταν.
Αποφεύγαμε επίσης να κάνουμε οτιδήποτε που θα μπορούσε να κάνει τις δοκιμασίες μας πιο δύσκολες. Για παράδειγμα, σαν νεαρό ανδρόγυνο δεν χρεωνόμαστε άσκοπα. Αυτό ασφαλώς θα έκανε την κατάσταση πολύ πιο δύσκολη—και για τους δύο μας.
Καθώς τα χρόνια κυλούσαν έμαθα επίσης να μην περιμένω πάρα πολλά από τους άλλους. Μερικές φορές μπορεί να σκεφτόμαστε ότι οι Χριστιανοί αδελφοί μας δεν μας επισκέπτονται πολύ συχνά ή δεν μας προσέχουν αρκετά. Αλλά γιατί θα έπρεπε να θέλω να κλέψω από το χρόνο και την ενέργειά τους που χρειάζονται για τις δικές τους οικογένειες και τις διάφορες εκκλησιαστικές ευθύνες; Έφτασα στο σημείο να κατανοήσω ότι αν δεν περιμένω πάρα πολλά από τους άλλους, δεν θα απογοητεύομαι εύκολα. Κάθε πράξη καλοσύνης και φροντίδας που συμβαίνει να μου δείξουν έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για μένα και μου δίνει πρόσθετο λόγο να ευχαριστώ τον Ιεχωβά.
Φυσικά, το πιο σπουδαίο πράγμα που με βοήθησε να υπομένω ήταν η εμπιστοσύνη μου στον Ιεχωβά, παρουσιάζοντας όλα τα προβλήματά μου σ’ αυτόν με προσευχή.
Στο τελευταίο γράμμα που έγραψε σ’ εμένα ο Γιοχάννες, ώρες πριν την εκτέλεσή του, εξέφρασε αυτή τη σκέψη που μου έμεινε από τότε και που με ενεθάρρυνε να υπομείνω: «Δεν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στον Θεό μας για κάποια αμοιβή, αλλά για ν’ αποδείξουμε με τη σταθερότητά μας στην υπηρεσία Του ότι άνθρωποι, σαν τον Ιώβ, μπορούν να κρατήσουν ακεραιότητα κάτω από τις πιο δύσκολες δοκιμασίες.»
Πόσο ευτυχισμένος θα ήταν ο Γιοχάννες αν μπορούσε να μάθει τότε αυτά που ξέρω εγώ τώρα! Θα χαιρόταν να μάθαινε ότι ο πατέρας του, μετά από πέντε περίπου δεκαετίες υπηρεσίας στον Ιεχωβά, παρέμεινε πιστός μέχρι θανάτου, και ότι 40 χρόνια μετά την εκτέλεση του εγώ, η «αγαπημένη Λίσχεν» του εξακολουθώ να είμαι μεταξύ των ευτυχισμένων που προσπαθούν να υπομείνουν πιστά.
[Εικόνα στη σελίδα 28]
Ο Γιοχάννες Χαρμς και η ειδοποίηση θανάτου του που έστειλαν οι αρχές των Ναζί