Ο Ιεχωβά Είναι το Φρούριό Μου
ΜΟΛΟΝΟΤΙ η νύχτα εκείνη του Νοέμβρη ήταν ζεστή, μια απαλή αύρα με δρόσιζε και με νανούριζε. Αλλά ξύπνησα ξαφνικά και άκουσα μια βραχνή φωνή να ρωτά, «Τι κάνεις εσύ εδώ;» με είχε ανακαλύψει ένας αστυφύλακας στη βραδυνή του περιπολία.
Βέβαια φοβήθηκα. Σηκώθηκα και αργά του εξήγησα πώς βρέθηκα να κοιμάμαι κάτω από ένα δέντρο μάγκο κοντά στην αυλή του σχολείου. Κατόπιν μου είπε: «Εντάξει, αλλά αν γίνει καμιά φασαρία εδώ γύρω, θα ψάξω να σε βρω.» Όταν έφυγε, ξάπλωσα πάλι και ξανάφερα στο νου μου τα γεγονότα που με είχαν οδηγήσει κάτω από κείνο το δέντρο.
ΝΕΑΡΟΣ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Όλα άρχισαν στο συνοικισμό που ζούσε ο αδερφός μου. Ήταν το 1946 όταν ήμουν τότε 15 ετών. Είχα αφήσει το χωριό μου στις όχθες του ποταμού Νίγηρα και είχα έρθει να ζήσω με τον αδελφό μου στο Λάγκος για να συνεχίσω το σχολείο. Ένας άλλος συγκάτοικος ονόματι Γιανγκ Ούμο, τράβηξε την προσοχή μου γιατί συχνά τον επισκέπτονταν άνθρωποι που αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον «αδελφέ» και «αδελφή». Αναρωτιόμουνα ποιοι ήταν αυτοί και πήγα στο δωμάτιο του Κυρίου Ούμο να τον ρωτήσω. Γρήγορα ήμουν απορροφημένος σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Όταν είπε ότι ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά, το ενδιαφέρον μου μεγάλωσε. Ένα νεαρό παιδί και η αδελφή του στο σχολείο μου ονομάζονταν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Είχαν τόσο καλή διαγωγή που συχνά απορούσα τι είδος θρησκεία ακολουθούσαν. Έτσι έγινα ακόμη πιο πρόθυμος ν’ ακούσω γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
Ο Κύριος Ούμο με ρώτησε αν πίστευα τη Γραφή και του είπα ότι πάντοτε τα κατάφερνα καλά στα θρησκευτικά στο σχολείο. Νόμιζα ότι ήξερα τη Γραφή. Αλλά όταν άρχισε να μου μιλάει για τη βασιλεία του Θεού και τις ευλογίες που θα έφερνε στο ανθρώπινο γένος, η Γραφή άρχισε να μου φαίνεται σαν ένα νέο βιβλίο.
Άκουγα με προσοχή καθώς μου εξηγούσε πώς η κυβέρνηση της βασιλείας του Θεού θα μεταμόρφωνε τη Γη σ’ ένα παράδεισο, πώς το θέλημα του Θεού θα γινόταν σε κείνο τον παράδεισο, και πώς οι πράοι θα λάβουν αιώνια ζωή. (Ματθ. 6:9, 10· Λουκ. 23:43· Αποκ. 20:5) Τα πράγματα μ’ έκαναν πολύ ευτυχισμένο, κι αποφάσισα να επισκεφτώ και πάλι τον Κύριο Ούμο για να μάθω περισσότερα απ’ αυτόν.
Είναι αλήθεια ότι στην αρχή δεν δεχόμουνα καθετί που έλεγε. Φοβόμουνα μήπως ήταν κανένας απ’ αυτούς τους ψευτοδάσκαλους εναντίον των οποίων μας είχαν προειδοποιήσει στην εκκλησία. Αλλά μολονότι διαφωνούσα μαζί του, εκτιμούσα βαθιά πολλά πράγματα που με μάθαινε από τη Γραφή.
Τότε μια μέρα μου είπε ότι δεν πίστευε στην Τριάδα. Ταράχτηκα και ήθελα να φύγω απ’ το δωμάτιό του. Αλλά μου είπε, «δεν με ρώτησες γιατί δεν πιστεύω στην Τριάδα.» Έτσι τον ρώτησα, και η απάντησή του άρχισε να με οδηγεί σε μια ολοκληρωτική θρησκευτική αλλαγή στη ζωή μου.
Άρχισε με το ερώτημα: «Είσαι εσύ ίσος με τον πατέρα σου σε καθετί, ακόμη και στην ημερομηνία γεννήσεως;» Τότε, ανοίγοντας τη Γραφή, μου έδειξε εκεί που ο Ιησούς είπε ότι είχε σταλεί από τον Πατέρα του και ότι ο Πατέρας του ήταν μεγαλύτερός του. (Ιωάν. 14:24, 28) Στρέφοντας στην αφήγηση του βαπτίσματος του Ιησού, μου έδειξε πόσο παράλογο ήταν να πιστεύουμε ότι ο Ιησούς ήταν ο Θεός αφού βλέπουμε ότι η φωνή του Θεού από τον ουρανό ήταν εκείνη που αναγνώρισε τον Ιησού σαν Υιό του. (Ματθ. 3:16, 17) Ο κύριος Ούμο μού τόνισε επίσης ότι η λέξη «Τριάδα» δεν υπάρχει στη Γραφή. Δέχτηκα αυτές τις εξηγήσεις γιατί η απόδειξη από τη Γραφή μού φάνηκε λογική.
Το βράδυ εκείνο γονάτισα να προσευχηθώ αλλά διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα. Από πολύ μικρή παιδική ηλικία είχα διδαχτεί να αρχίζω την προσευχή μου λέγοντας, «Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.» Αλλά τώρα που ήμουν πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει Τριάδα, τόβρισκα δύσκολο ν’ αρχίσω την προσευχή μ’ αυτά τα λόγια.
Την επόμενη μέρα αισθανόμουνα πολύ δυστυχισμένος κι αποφάσισα να διαβάσω τη Γραφή, αρχίζοντας από τον Ματθαίο. Συνέχισα αυτό αρκετές μέρες και διάβασα όλη την Καινή Διαθήκη ως την Αποκάλυψι. Όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο περισσότερο διαπίστωνα ότι όσα με είχε διδάξει ο Κύριος Ούμο ήταν σύμφωνα με τη Γραφή. Ήταν η αλήθεια!
Πήγα πίσω στο φίλο μου, και του είπα τι είχε συμβεί και τον παρακάλεσα να με διδάξει να προσεύχομαι. Χάρηκε που είχα διαβάσει τις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές και μου δάνεισε μερικά βιβλία και βιβλιάρια που είπε ότι θα με βοηθούσαν. Πραγματικά, αυτές οι εκδόσεις είχαν βαθιά επίδραση στη μελλοντική μου θρησκευτική ζωή.
ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟ
Στις αρχές του 1947 πήγα να ζήσω με τον ετεροθαλή αδερφό μου. Ήμουν τότε 16 χρόνων και είχα τελειώσει απ’ το σχολείο, δεν είχα χρήματα να πληρώσω για δίδακτρα στην ανώτερη σχολή και δυσκολευόμουν να βρω εργασία.
Καθώς τρώγαμε το βραδυνό φαγητό μας μια μέρα, ακούσαμε ένα χτύπο στην πόρτα και, προς έκπληξή μας, μπήκε στο δωμάτιο ένας λευκός άντρας. Ήταν ασυνήθιστο για έναν λευκό άντρα να επισκέπτεται τα σπίτια των Αφρικανών, ιδιαίτερα των φτωχών. Μας συστήθηκε, λέγοντας: «Είμαι ο Μόρτον απ’ τον Καναδά. Είμαι ένας από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, και σας φέρνω αγαθά νέα για μια κυβέρνηση που θα κυβερνήσει τη γη.»
Ο αδερφός μου συνήλθε από την έκπληξή του και είπε, «Έλα και τσίμπησε κάτι.» Για μεγάλη του έκπληξη, ο Κύριος Μόρτον πήρε ένα κομμάτι γλυκοπατάτα από το πιάτο, τη βούτηξε στη σάλτσα και την έφαγε, λέγοντας: «Αυτή είναι πολύ ωραία τροφή που προμήθευσε ο Θεός για τον άνθρωπο.» Κατόπιν εξήγησε το άγγελμά του.
Ο αδερφός μου πήρε τρία βιβλία και μου έδωσε το ένα που είχε τίτλο «Έστω ο Θεός Αληθής.» Μολονότι ο αδελφός μου και η γυναίκα του δεν ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για Γραφική μελέτη, εγώ προσκάλεσα τον Κύριο Μόρτον να έρθει και να με διδάξει.
Καθώς ο καιρός περνούσε, ανακάλυψα ότι ο οικογενειακός μας ράφτης είχε το ίδιο βιβλίο αλλά δεν υπήρχε κανείς για να τον βοηθήσει να το μελετήσει. Έτσι ύστερα από κάθε μελέτη με τον Κύριο Μόρτον, πήγαινα στο μαγαζί του και μελετούσα με το ράφτη το ίδιο κεφάλαιο που είχα κάνει μάθημα. Αυτό με βοήθησε να προοδεύσω και γρήγορα μπορούσα να χρησιμοποιώ την Γραφή για να υπερασπίζομαι την αλήθεια.
Μια μέρα είπα στον Κύριο Μόρτον ότι θα ήθελα να γίνω ιεραπόστολος σαν κι αυτόν. Γέλασε και είπε: «Θα γίνεις. Αλλά υπάρχουν πολλές δυσκολίες για τις οποίες θα πρέπει να προετοιμαστείς.» Μου έδειξε στη Γραφή ότι θα αντιμετώπιζα διωγμό, ακόμη κι απ’ τους στενούς συγγενείς. (Ματθ. 10:34-38) «Εν τούτοις» είπε, «ο Ιεχωβά δεν θα σε εγκαταλείψει αν παραμείνεις πιστός.» Δεν γνώριζα τότε ότι σύντομα θα μάθαινα την αλήθεια γι’ αυτά που μούχε πει.
ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Αργά ένα βράδυ τον Οκτώβριο του 1947, ο αδερφός μου με ξύπνησε και μούδωσε ένα τελεσίγραφο: ‘Σταμάτα να διαβάζεις με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά και ξαναγύρισε στην Αγγλικανική Εκκλησία, ή αλλιώς φύγε από το σπίτι. ‘Τον κοίταξα κατάπληκτος. Δεν είχα δουλειά και δεν είχα πουθενά να πάω. Το χωριό μου βρισκόταν 500 χλμ. (300 μίλια) μακρυά. Εφόσον ο αδερφός μου προφανώς το γνώριζε αυτό, αναρωτιόμουνα πού περίμενε να πάω στη μέση της νύχτας. Εν τούτοις, πήρα την απόφασή μου. Αρνήθηκα να εγκαταλείψω την υπηρεσία του Ιεχωβά.
Ο αδελφός μου εξεμάνη και άρχισε να με κτυπά με οτιδήποτε έβρισκε. Η γυναίκα του έκανε το ίδιο. Με κυνήγησε από το σπίτι και με καταδίωξε για αρκετή απόσταση. Πήγα σε μερικούς στενούς συγγενείς στην πόλη, αλλά αρνήθηκαν να με βάλουν μέσα να περάσω τη νύχτα. Ένας συγγενής είπε: «Δεν είπες πως ο Ιεχωβά είναι ο Πατέρας σου και η Οργάνωση η Μητέρα σου; Πήγαινε λοιπόν στον Ιεχωβά να σε βάλει μέσα!»
Τότε ήταν που πήρα την απόφαση την οποία κράτησα μέχρι σήμερα. Θα εμπιστευόμουν τον Ιεχωβά σαν φρούριό μου και θα τον υπηρετούσα οτιδήποτε κι αν μου συνέβαινε.—Ψαλμ. 27:1, 10.
Μη έχοντας πού να πάω, πήγα σ’ ένα χωράφι κοντά στο σχολείο που παρακολουθούσα και κοιμήθηκα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο μάγκο. Εκεί ήταν που με βρήκε ο αστυνόμος, αφού είχα κοιμηθεί εκεί αρκετές νύχτες.
Τη μέρα πήγαινα έξω στη θαμνώδη έκταση και μάζευα λίγα καυσόξυλα, και τα πουλούσα για ν’ αγοράσω τρόφιμα. Λίγες μέρες αργότερα, με βρήκε ο Κύριος Μόρτον. Όταν άκουσε την ιστορία μου, μου μίλησε ενθαρρυντικά, και μου υπενθύμισε αυτά που μου είχε πει για την αντιμετώπιση των δυσκολιών αν επιθυμούσα να υπηρετήσω τον Ιεχωβά. Με προσκάλεσε να τον επισκεφτώ στο μέρος που έμενε.
Αυτό άνοιξε για μένα το δρόμο να συναναστραφώ με τον όμιλο των ιεραποστόλων, που λεγόταν οικογένεια Μπέθελ, και να βοηθώ στις εργασίες στον ιεραποστολικό οίκο. Πάντοτε απολάμβανα να τρώγω μ’ εκείνη την οικογένεια. Πραγματικά, αισθανόμουνα ότι ήμουν μέρος της οικογένειας και γρήγορα άρχισα να τους αποκαλώ «αδερφέ» και «αδερφή».
ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΣΠΙΤΙ ΣΕ ΣΠΙΤΙ
Μια μέρα ο αδερφός Μόρτον απρόσμενα με προσκάλεσε να τον συνοδεύσω στο κήρυγμα από σπίτι σε σπίτι. Στην πρώτη πόρτα εξέτασε σύντομα ένα Γραφικό θέμα και κατόπιν πρόσφερε ένα Βιβλίο σαν Γραφικό βοήθημα μελέτης.
Κατόπιν ο αδελφός Μόρτον μούδωσε την τσάντα και είπε: «Βλέπεις εκείνον τον άνθρωπο που στέκεται στη γωνία; Πήγαινε και κήρυξέ του.» Η καρδιά μου κτύπησε. Αλλά είπα σιγανά μια προσευχή και πήγα στον άνθρωπο, φέρνοντας στη μνήμη μου εκείνα που είχαμε πει στον πρώτο άνθρωπο, γιατί είχαν ειπωθεί πολύ απλά. Διάβασα το ίδιο εδάφιο από τη Γραφή, κι ανταποκρίθηκε καλά. Έτσι είχα ξεκινήσει στο έργο κηρύγματος και γνώριζα ότι τίποτε δεν θα με σταματούσε.
ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΚΑΠΑΝΕΩΣ
Είχα μάθει ότι, αφού είχα αφιερώσει τη ζωή μου στον Ιεχωβά, θα έπρεπε να βαπτιστώ στο νερό, όπως είχε κάνει κι ο Ιησούς. Το βάπτισμά μου έγινε τον Δεκέμβριο του 1947, στην πρώτη ακριβώς συνέλευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά που παρακολούθησα. Τώρα όλα τα μέλη αυτής της αυξανόμενης ομάδας των Μαρτύρων ήταν πραγματικά πνευματικοί αδελφοί μου και αδελφές μου.
Λίγους μήνες αργότερα εγγράφηκα σαν σκαπανέας (ολοχρόνιος κήρυκας). Αυτό μου άνοιξε πολλές ευκαιρίες στο έργο κηρύγματος και αύξησε το ρυθμό με τον οποίον αποκτούσα πείρα στη μαρτυρία από σπίτι σε σπίτι.
Μια απ’ τις πρώτες πραγματικά δύσκολες συζητήσεις ήλθε όταν συνάντησα ένα πάστορα Αντβεντιστή της Εβδόμης Ημέρας. Γρήγορα έπιασε συζήτηση στο θέμα για το Σάββατο και μου έκανε κήρυγμα, ισχυριζόμενος ότι το Σάββατο πρέπει να τηρείται κάθε βδομάδα. Τώρα τα πράγματα αντιστράφηκαν εναντίον μου. Βρήκα αυτόν τον οικοδεσπότη να μου κηρύττει, ενώ εγώ του διάβαζα τα εδάφια που μου έλεγε και άκουγα την εξήγησή του. Του είπα ότι ήξερα πολύ λίγα για το Σάββατο αλλά υποσχέθηκα να κάνω μερική έρευνα και να ξαναγυρίσω αργότερα.
Όταν ξαναγύρισα, βρήκα μερικά από τα εκκλησιαστικά μέλη μαζί του. Έλπιζε να χρησιμοποιήσει την περίπτωση για να εντυπωσιάσει την εκκλησία του. Όταν με σύστησε σ’ αυτούς, είπε: «Αυτός είναι ένας νεαρός Μάρτυρας του Ιεχωβά που παροδηγήθηκε από μερικούς ψευτοδάσκαλους. Είμαι ευτυχισμένος που άκουσε τη διδασκαλία μου και ήρθε για περισσότερες εξηγήσεις.» Του ζήτησα να μου επιτρέψει να μιλήσω πρώτος. Αρχίζοντας με το ίδιο εδάφιο που είχε πάρει απ’ το νόμο του Μωυσή, αναφέρθηκα στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές και εξήγησα γιατί οι Χριστιανοί δεν είναι κάτω από την υποχρέωση να τηρούν ένα εβδομαδιαίο Σάββατο.—Ρωμ. 10:4· Γαλ. 4:9-11· Κολ. 2:16, 17.
Έκπληκτος για την αυξημένη γνώση μου, ο πάστορας είπε: Χειρίστηκες τις Γραφές πολύ καλά. Αυτό θα έπρεπε να είναι σε θέση να κάνουν τα μέλη της εκκλησίας μου. Θα έπρεπε να μπορούν να πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα και να υπερασπίζονται την πίστη τους, όπως έκανες εσύ.» Το βράδυ εκείνο αυτός και τα εκκλησιαστικά του μέλη δέχτηκαν 29 βιβλία Γραφικής μελέτης.
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΜΟΥ
Για να φροντίζω για μερικές οικονομικές υποχρεώσεις μου, ανάλαβα εργασία στους σιδηροδρόμους της Νιγηρίας, και έμενα μ’ έναν άλλο ετεροθαλή αδελφό μου. Εδώ αντιμετώπισα άλλη μια δοκιμασία της εμπιστοσύνης μου στον Ιεχωβά.
Είχα δεχθεί ένα διορισμό στο πρόγραμμα μιας συνελεύσεως περιφερείας των Μαρτύρων του Ιεχωβά που θα γινόταν στην ανατολική Νιγηρία στις αρχές του 1950. Αυτή ήταν η πρώτη μου συμμετοχή σ’ ένα πρόγραμμα συνελεύσεως και ασφαλώς δεν ήθελα να την χάσω. Έτσι έκανα μια αίτηση στον προϊστάμενο του τμήματος της εργασίας μου, ζητώντας μια τετραήμερη άδεια χωρίς αποδοχές. Αλλά αυτός την απόρριψε. Ήμουν τόσο απογοητευμένος που έχασα την όρεξή μου. Ολόκληρη την ημέρα δεν έφαγα τίποτε, και διέθετα το χρόνο μου για να προσεύχομαι στον Ιεχωβά να μου ανοίξει το δρόμο.
Το επόμενο πρωί, πήγα κατ’ ευθείαν στον διευθυντή του τμήματος, μολονότι οι νεώτεροι υπάλληλοι απαγορευόταν να το κάνουν αυτό. Όταν του είπα ότι ήμουν ένας Μάρτυς του Ιεχωβά, είπε: «Θάπρεπε να το ξέρω αυτό. Σε έχω δει πόσο ευσυνείδητα εργάζεσαι, και μου θυμίζεις τον αδερφό μου στην Αγγλία που είναι το μόνο μέλος της οικογενείας μας που είναι Μάρτυς του Ιεχωβά. Τον θεωρούμε φανατικό γιατί αρνήθηκε να πάει στο στρατό και να πολεμήσει στον πόλεμο. Αλλά είναι ο μόνος απ’ την οικογένειά μας τον οποίο εμπιστευόμαστε. Είναι καλό να έχουμε ένα Μάρτυρα του Ιεχωβά να εργάζεται μαζί μας.»
Του είπα τότε για την επιθυμία μου να παραβρεθώ στη συνέλευση και για την αίτησή μου για μια τετραήμερη άδεια χωρίς αποδοχές. Είπε: «Και βέβαια πρέπει να πας στη συνέλευση. Αλλά χρειάζεσαι περισσότερο από τέσσερις μέρες γιατί το ταξίδι είναι μακρυνό. Θα σου δώσω μια ολόκληρη βδομάδα. Έλα μαζί μου.» Με πήρε στον προϊστάμενο και είπε: «Θάσαι ευτυχισμένος να ξέρεις ότι έχουμε ένα Μάρτυρα του Ιεχωβά μαζί μας. Είναι πολύ ειλικρινείς, έντιμοι και σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι. Γι’ αυτό δώσε στον Κύριο Όλι επτά μέρες άδεια να πάει στη συνέλευσή του, με πληρωμή.»
Ύστερα από λίγο καιρό ήρθε μια πρόσκληση να υπηρετήσω στα γραφεία του τμήματος του Βιβλικού και Φυλλαδικού Συλλόγου Σκοπιά στο Λάγκος. Αυτός ο Σύλλογος είναι το νομικό σωματείο που χρησιμοποιούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Έτσι τον Απρίλιο του 1951, έγινα μέλος της οικογένειας Μπέθελ του Λάγκος.
Ο αδερφός μου, εκδηλώνοντας την αποδοκιμασία του γι’ αυτό που έκανα είπε: «Τώρα που αποφάσισες ν’ αφήσεις την εργασία σου και να πας να υπηρετήσεις τον Ιεχωβά σου, αν σου συμβεί κάτι στο μέλλον, μην έρθεις σε μένα γιατί ασφαλώς δεν θα σε βοηθήσω.» Τον διαβεβαίωσα ότι ήμουν βέβαιος πως ο Ιεχωβά θα φρόντιζε για μένα. Κι αυτό ασφαλώς εξακολούθησε να το κάνει στη διάρκεια των 30 χρόνων που υπηρετώ στο Μπέθελ. Αυτά υπήρξαν χρόνια μεγάλης χαράς, γεμάτα με ευκαιρίες και προνόμια.
Είναι ενισχυτικό για την πίστη να φέρνω στο νου τα περασμένα χρόνια και να βλέπω πώς ο Ιεχωβά υπήρξε το φρούριο μου και πώς προοδευτικά ικανοποίησε τις ανάγκες μου. Σε μια συνέλευση το 1953 συνάντησα τη Φραντσίσκα, μια νεαρή Τογκολέζα αδελφή. Ύστερα από αλληλογραφία τριών χρόνων παντρευτήκαμε. Εξακολούθησε να υπηρετεί στο πλευρό μου και, παρά τα προβλήματα υγείας, υπήρξε για μένα μεγάλη ενθάρρυνση. Η υπηρεσία μου μ’ έφερε σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Νιγηρίας. Είχα το προνόμιο να μιλήσω σε μεγάλα ακροατήρια στις συνελεύσεις μας και να διδάξω περιοδεύοντες διακόνους (επισκόπους περιοχής και περιφερείας) σε σχολές προγραμματισμένες για την εκπαίδευσή τους.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που η Φραντσίσκα κι εγώ ταξιδέψαμε στο εξωτερικό. Αυτό έγινε για να παρακολουθήσουμε μια διεθνή συνέλευση στο Λονδίνο το 1969. Αυτό το θεώρησα σαν υποτροφία από την οργάνωση του Ιεχωβά. Πώς θα μπορούσα να ταξιδέψω στο Λονδίνο εάν η οργάνωση του Ιεχωβά δεν μου άνοιγε τον δρόμο; Από τότε πήγαμε σε συνελεύσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Αφρικής.
Το 1976 και 1978, ήταν μεγάλη μας χαρά να ζήσουμε προσωρινά με την οικογένεια Μπέθελ του Μπρούκλυν στα κεντρικά γραφεία του Βιβλικού και Φυλλαδικού Συλλόγου Σκοπιά στη Νέα Υόρκη! Μαζί με άλλα μέλη των επιτροπών των τμημάτων απ’ όλο τον κόσμο, είχα προσκληθεί σε ειδικές συναθροίσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα που γίνονταν κάτω από τη διεύθυνση του κυβερνώντος σώματος των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Τι περισσότερο θα μπορούσα να ζητήσω, παρά να μπορέσω να παραμείνω πιστός στον στοργικό μας Θεό, τον Ιεχωβά;
Ο δρόμος της υπηρεσίας μου δεν υπήρξε πάντοτε εύκολος. Συνάντησα δυσκολίες, δοκιμασίες, αρρώστιες, και ατυχήματα που με τρόμαξαν. Η πίστη μου δοκιμάστηκε. Αλλά έλαβα επίσης ένα πλούτο Χριστιανικής γνώσεως και πνευματικής δυνάμεως, μαζί με ανείπωτες χαρές στην υπηρεσία του Ιεχωβά και των αδελφών.
Αυτή η υπόσχεση του Ιησού βγήκε αληθινή στην περίπτωσή μου: «Δεν είναι ουδείς όστις αφήσας οικίαν, ή αδελφούς, ή αδελφάς, ή πατέρα, ή μητέρα, ή γυναίκα, ή τέκνα, ή αγρούς, ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, δεν θέλει λάβει εκατονταπλασίονα τώρα εν τω καιρώ τούτω, οικίας και αδελφούς και αδελφάς και μητέρας και τέκνα και αγρούς μετά διωγμών, και εν τω ερχομένω αιώνι ζωήν αιώνιον.» Τα αισθήματά μου είναι σαν τα αισθήματα του ψαλμωδού, που είπε: «Θέλω λέγει προς τον Κύριον, Συ είσαι καταφυγή μου, και φρούριόν μου· Θεός μου επ’ αυτόν θέλω ελπίζει.»—Ψαλμ. 91:2· Μάρκ. 10:29, 30.