Αναζητώντας «Πρόβατα» στις Λιβεριανές Θαμνώδεις Εκτάσεις
ΕΝΑΣ ψηλός βοσκός Μαντίνγκο στέκεται σιωπηλός πάνω σ’ ένα λόφο «μπαγκ-α-μπαγκ» (τερμιτών), και φοράει ένα μπλε μακρύ ένδυμα για να προστατεύει το σώμα του από τον καυτό Αφρικανικό ήλιο. Κάτω από τα άγρυπνα μάτια του, το κοπάδι του απολαμβάνει το ζουμερό χορτάρι που φυτρώνει πλάι στα έλη και στους αλμυρούς βάλτους της Σάττερ Κρηκ. Είναι ένα ανάμικτο κοπάδι, όπου τα κατσίκια έχουν λείο άσπρο και καφέ τρίχωμα και τα πρόβατα είναι ψηλά, λεπτά και άσπρα.
Καθώς σταματούμε για να δούμε το κοπάδι, θυμόμαστε την παραβολή του Ιησού για τα πρόβατα και τα ερίφια. Προείπε ότι όλα τα έθνη θα συνάγονταν μπροστά του και ότι θα χώριζε τα προβατοειδή άτομα που θα ήταν στο δρόμο για την αιώνια ζωή από τα εριφοειδή άτομα που θα άξιζαν καταστροφή. (Ματθ. 25:31-46) Γι’ αυτό θέλουμε να ρωτήσουμε: Πώς προοδεύει αυτό το διαχωριστικό έργο; Έχουν βρεθεί «πρόβατα» στις θαμνώδεις εκτάσεις της Λιβερίας;
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΤΑ «ΠΡΟΒΑΤΑ» ΤΟΥ
Υπάρχουν πάνω από 1.000 προβατοειδείς δούλοι του Ιεχωβά στη Λιβερία. Θα θέλατε να μάθετε πώς βρήκε ο Θεός και φρόντισε για τα «πρόβατά» του σ’ αυτή τη χώρα; Τότε γιατί να μην έρθετε μαζί μας σε μια επίσκεψη σε μερικά μέρη όπου ζουν και συναθροίζονται;
Αρχίζοντας από την πρωτεύουσα, τη Μονροβία, συναντούμε ένα νεαρό που μελετά τη Γραφή στον ιεραποστολικό οίκο στην πόλη Κράουν Χιλ. Κάποτε ζούσε στο εσωτερικό της χώρας, μακρυά από οποιονδήποτε Μάρτυρα του Ιεχωβά. Πώς τους βρήκε;
«Δεν ήμουν ικανοποιημένος με τη θρησκεία του πατέρα μου,» εξηγεί. «Έτσι προσευχήθηκα στον Θεό για την καθοδήγησή του. Λίγες μέρες αργότερα, στο σπίτι ενός γείτονα, είδα ένα αντίτυπο του βιβλίου Η Αλήθεια που Οδηγεί στην Αιώνιο Ζωή. Το δανείσθηκα και το διάβασα. Βέβαιος ότι είχα βρει την απάντηση στην προσευχή μου, έγραψα στο γραφείο του Συλλόγου Σκοπιά στη Μονροβία. Αλλά ήμουν πολύ ανυπόμονος και δεν περίμενα γι’ απάντηση· έτσι ταξίδεψα στη Μονροβία, βρήκα τους Μάρτυρες και άρχισαν μαζί μου μια Γραφική μελέτη.» Όταν κάποιος γνωστός τον ρώτησε, «Ποιος σε παρέσυρε στους Μάρτυρες του Ιεχωβά;» απάντησε, «Κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο τον Ιεχωβά.»
Γύρω στα 160 χιλιόμετρα (100 μίλια) από τη Μονροβία κάτω προς την ακτή, ερχόμαστε στην πόλη Μπιουκάναν. Ιδρύθηκε το 1830 από Αμερικανο-Λιβεριανούς που ήταν κάποτε σκλάβοι στην Αμερική και είχαν εγκατασταθεί εδώ ανάμεσα στους ντόπιους της φυλής Μπάσσα. Η Μπιουκάναν σήμερα ευημερεί σαν λιμάνι όπου φθάνει με σιδηρόδρομο από τα βουνά Νίμπα σιδηρομετάλλευμα, που εδώ επεξεργάζεται και κατόπιν εξάγεται. Καθώς μπαίνουμε στην πόλη βλέπουμε μια μικρή πράσινη Αίθουσα Βασιλείας σκαρφαλωμένη ψηλά σ’ ένα ανάχωμα πάνω από τον ασφαλτόδρομο. Θέλετε να μπούμε μέσα;
Μας χαιρετούν 40 χαμογελαστά πρόσωπα. Ο Κόλλη έχει ειδικό λόγο για να χαμογελάει. Είναι ένας από τους πολλούς που βαπτίσθηκαν τα τελευταία χρόνια. «Όταν φοιτούσα στο γυμνάσιο στην Κακάτα,» λέει, «μερικοί από τους συμμαθητές μου συνήθιζαν να μου μιλάνε για τον Ιεχωβά και με προσκαλούσαν στις Αίθουσες Βασιλείας τους· αλλά εγώ απόφευγα γιατί πίστευα ότι οι νόμοι τους ήταν πολύ περιοριστικοί. Εν τούτοις, όταν αποφοίτησα και πήγα στη Μπιουκάναν, άρχισα να παρατηρώ ότι η ζωή των Μαρτύρων πήγαινε καλύτερα από τη δική μου γιατί ήταν πιο πειθαρχημένοι. Έτσι έγραψα ένα γράμμα στην εκκλησία και ζήτησα βοήθεια. Ένας από τους πρεσβυτέρους άρχισε μαζί μου μια μελέτη, και σήμερα είμαι ευτυχισμένος που είμαι ένας αφιερωμένος δούλος του Ιεχωβά.» Ναι, με το άγιο πνεύμα του ο Ιεχωβά βρήκε αυτούς τους προβατοειδείς ανθρώπους και τους κατεύθυνε στα συναγμένα ποίμνιά του.
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΤΡΕΦΕΙ ΤΑ «ΠΡΟΒΑΤΑ ΤΟΥ
Πολλοί που απολαμβάνουν τώρα «αγαθήν νομήν» ανάμεσα στα «πρόβατα» του Ιεχωβά έψαχναν κάποτε για πνευματική τροφή στις εκκλησίες του λεγόμενου Χριστιανικού κόσμου. Ο Ιεχωβά οδήγησε στοργικά αυτά τα άτομα σ’ εκείνους που είχαν δώσει προσοχή στη νουθεσία του Ιησού να ‘τρέφουν τα αρνία του.’—Ιεζ. 34:2, 14, 15· Ιωάν. 21:15.
Ανάμεσα σ’ εκείνους που έψαχναν για πνευματική τροφή ήταν ο Φρανσίς. Ζει σ’ ένα από τα πολλά κατάμεστα σπίτια στην άκρη του Μπάσροντ Άιλαντ, σ’ ένα μέρος της Μονροβίας που ονομάζεται Κλάρα Τάουν. Πώς βρήκε πνευματική τροφή;
«Ανήκα στην Πεντηκοστιανή Εκκλησία,» εξηγεί, «αλλά μ’ ενοχλούσε το γεγονός ότι για ορισμένα μέλη κρατούσαν ειδικές θέσεις. Ήθελα να καταλάβω τη Γραφή, αλλά ο διάκονος ξόδευε τον περισσότερο χρόνο μιλώντας για χρήματα. Είπε ότι αν δεν δωρίζαμε χρήματα στην εκκλησία, δεν μπορούσαμε να πάμε στον ουρανό. Τότε μια μέρα ένας από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά μού άφησε ένα αντίτυπο του περιοδικού Η Σκοπιά. Όταν το διάβασα είδα τη διαφορά μεταξύ των διδασκαλιών της Γραφής και των συνηθειών της εκκλησίας μου. Ο Μάρτυρας ξαναγύρισε και μου έδωσε τακτική βοήθεια για να καταλάβω την Αγία Γραφή, και η γνώση μου αύξησε καθώς άρχισα να παρακολουθώ τις συναθροίσεις. Ο ξάδερφός μου ήρθε μαζί μου στη μελέτη και βαπτισθήκαμε και οι δυο μας.»
Αφήνοντας πίσω μας το Μπάσροντ Άιλαντ, το ταξί μας φέρνει πάνω από τον Ποταμό Μοντσερράντο, περνάμε τον εμπορικό τομέα και μπαίνουμε στη Σίνκορ, το πιο μοντέρνο μέρος της Μονροβίας. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά συναθροίζονται εδώ σε μια όμορφη Αίθουσα Βασιλείας. Εδώ βρίσκουμε επίσης έναν που έψαχνε να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά του. Μας λέει:
«Όταν φοιτούσα στο γυμνάσιο, μ’ ενοχλούσε η στάση του καθηγητή των θρησκευτικών. Επί παραδείγματι ένα βιβλίο που μελετούσαμε παρουσίαζε τον Ιησού σαν αμαθή και προληπτικό γιατί πίστευε ότι υπήρχαν δαιμόνια που μπορούσαν να καταλάβουν τους ανθρώπους. Λαχταρούσα να μάθω αν η Γραφή ήταν ο Λόγος του Θεού ή ο λόγος ανθρώπων. Μ’ ενοχλούσε επίσης το ότι υπήρχαν πολλές θρησκείες που ονομάζονταν Χριστιανικές.»
Αργότερα συνταυτίσθηκε με τη θρησκεία Μπαχάι αλλά «αυτό μάλλον μεγάλωσε το κενό» που ο νεαρός αισθανόταν μέσα του. Συνεχίζει:
«Δέχθηκα τη θέση του δασκάλου στη Γκάντα, όπου ζούσε η μητέρα μου. Αυτή μελετούσε με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Με τον καιρό, κι εγώ επίσης δέχθηκα μια οικιακή Γραφική μελέτη αλλά με τη σκέψη ν’ αποδείξω στον Μάρτυρα ότι είχε παροδηγηθεί. Μετά την πρώτη μας συζήτηση, στην οποία με κατέπληξε με τις απαντήσεις του από τη Γραφή σε όλες μου τις ερωτήσεις, αναγκάσθηκα να συμπεράνω ότι εγώ ήμουν εκείνος που είχα παροδηγηθεί. . . . Αποφάσισα να διαβάσω μερικές παλιότερες εκδόσεις της Σκοπιάς για να δω μήπως θα μπορούσα να βρω τίποτα αντιφάσεις. Αλλά αυτά τα έντυπα απλώς ενίσχυσαν την πίστη μου στη Γραφή σαν τον Λόγο του Θεού και στους Μάρτυρες σαν λαό του.
«Κατόπιν άρχισα να κάνω αλλαγές στη ζωή μου. Έπαψα να καπνίζω, παραιτήθηκα από τη Μεθοδιστική Εκκλησία και άρχισα να λέω αυτά που πίστευα σ’ άλλους, και μεταξύ αυτών και στην αρραβωνιαστικιά μου. Κι αυτή επίσης δέχθηκε την αλήθεια παρά την οικογενειακή εναντίωση και την αποβολή της από το σχολείο επειδή διακράτησε Χριστιανική ουδετερότητα. Παντρευτήκαμε και βαπτισθήκαμε το 1971.»
Από τότε αυτό το ζευγάρι είχε το προνόμιο να βοηθήσει αρκετούς άλλους να γίνουν δούλοι του Ιεχωβά. Ο άνδρας υπηρετεί τώρα σαν διορισμένος πρεσβύτερος στην εκκλησία.
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΑ «ΠΡΟΒΑΤΑ» ΤΟΥ
Πριν τα βρει ο Ιεχωβά, πολλά «πρόβατα» είχαν απομακρυνθεί από τις δίκαιες αρχές του Λόγου του. Παρακαλούμε να εξετάσετε τα επόμενα παραδείγματα:
Πέρα από το Σάττερ Κρηκ στην πόλη Γκάρντερσβιλ ζει ένας γεροδεμένος άνδρας της φυλής Κρου, που κάποτε ήταν τόσο καυγατζής ώστε οι φίλοι του τού έδωσαν το παρατσούκλι «Πυροσβεστική Υπηρεσία.» Η γυναίκα του, η Ζωή, έχει ετοιμάσει λίγες πατάτες και ρύζι. Καθώς τρώμε στη σκιά ενός δένδρου μάνγκο, μας λέει:
«Ενώ υπηρετούσα στην αστυνομία, απογοητεύθηκα όταν ματαιώθηκε η υποτροφία μου να εκπαιδευθώ στο εξωτερικό σαν πιλότος. Αποφάσισα να πάω σ’ ένα μάγο γιατρό [ένα μέντιουμ] για να πάρω μερικά ‘γιατρικά’ [φετίχ] για να με βοηθήσουν να επιτύχω τις φιλοδοξίες μου. Αλλ’ αυτό δεν με ωφέλησε. Κατόπιν δυο Μάρτυρες μας επισκέφθηκαν και αρχίσαμε μια Γραφική μελέτη. Το ενδιαφέρον μας μεγάλωνε καθώς μαθαίναμε για το σκοπό του Ιεχωβά να κάνει αυτή τη γη έναν παράδεισο όπου θα επικρατούσε δικαιοσύνη και ειρήνη. Αλλά η συνείδησή μας μάς ενοχλούσε γιατί γνωρίζαμε ότι δεν ζούσαμε σύμφωνα με τους δίκαιους κανόνες του Θεού. Αφού μάθαμε την αλήθεια για τα πονηρά πνεύματα, καταστρέψαμε τα ‘γιατρικά’ και άλλα πνευματιστικά αντικείμενα που είχαμε. Αποφασίσαμε να καθαρίσουμε τη ζωή μας, αλλ’ αυτό χρειάσθηκε λίγο καιρό γιατί η Ζωή ήταν ακόμη νόμιμα παντρεμένη με τον προηγούμενο σύζυγό της. Με τον καιρό μπόρεσε να πάρει διαζύγιο· παντρευτήκαμε και βαπτισθήκαμε τον επόμενο μήνα.»
Κατόπιν θα επισκεφθούμε τον Τζέρομ στην πόλη Μπονγκ Μαΐν. Για να πάμε εκεί, παίρνουμε ένα αυτοκίνητο από τη Μονροβία στην Κακάτα, μια απόσταση πάνω από 64 χιλιόμετρα (40 μίλια). Κατά μήκος του δρόμου, περνάμε ατέλειωτες σειρές από δένδρα από τα οποία βγαίνει το λάστιχο. Στην Κακάτα παίρνουμε ένα λεωφορείο και ταξιδεύουμε πάνω σ’ έναν χωματόδρομο. Σκορπισμένα ανάμεσα στις φάρμες με τα λαστιχόδενδρα και στην τροπική θαμνώδη περιοχή βρίσκονται μερικά τυπικά Λιβεριανά χωριά—ομάδες από λασπόσπιτα με οροφή από φοινικόφυλλα. Τελικά, φτάνουμε στην κατασκήνωση των ορυχείων σιδήρου και βρίσκουμε τον Τζέρομ κοντά στο ρυάκι, που μόλις είχε τελειώσει το πλύσιμο των ρούχων του. Καθώς περιμένουμε για να έρθουν σπίτι κι άλλοι Μάρτυρες από τη δουλειά, μας λέει τα παρακάτω για τον τρόπο που ο Ιεχωβά τον βοήθησε:
«Μου άρεσε να καπνίζω και να πίνω πολύ, και είχα δυο γυναίκες. Μια μέρα, καθώς έπινα μπύρα με μερικούς φίλους, ένας Μάρτυρας μας μίλησε για τη Γραφή και μας πρόσφερε το βιβλίο Αλήθεια. Οι φίλοι μου προσπάθησαν να με πείσουν να μην το δεχθώ, αλλά σκέφθηκα ότι αν είχα να ξοδεύω τόσα πολλά χρήματα για μπύρα, ασφαλώς θα μπορούσα να ξοδέψω [ένα μικρό ποσόν] για το βιβλίο. Είπαν ότι ποτέ δεν θα ξανάβλεπα τον Μάρτυρα. Αλλά αυτός ξαναγύρισε τον ορισμένο καιρό και αρχίσαμε μια Γραφική μελέτη μαζί.
«Καθώς γνώριζα τον Ιεχωβά, διαπίστωνα ότι ο τρόπος που ζούσα δεν τον ευαρεστούσε και ότι θα έβαζα σε τάξη τα οικονομικά μου αν εφάρμοζα τις Βιβλικές αρχές στη ζωή μου. Με τη βοήθεια του Ιεχωβά, μπόρεσα να σταματήσω το κάπνισμα και το πολύ ποτό, και σταμάτησα τη συντροφιά με τις φιλενάδες μου. Είμαι ευτυχισμένος που, αντί να σπαταλώ τη ζωή μου, μπορώ τώρα να τη χρησιμοποιώ για να βοηθήσω κι άλλους να μάθουν για τον Ιεχωβά Θεό και τον Υιό του, Ιησού Χριστό, κι αυτό το κάνω σαν ολοχρόνιος κήρυκας του ‘ευαγγελίου.’»
Γυρίζουμε στην Κακάτα για μια συνέλευση περιοχής όπου ακούμε την ακόλουθη πείρα που αφηγείται μια αδελφή από την Γκμπάρνγκα: «Όταν συνήθιζα να πουλώ ρούχα στην αγορά στη Γιεκέπα, οι άλλες γυναίκες της αγοράς παραπονιόνταν ότι οι φίλοι τους δεν τις συντηρούσαν αλλά, αντίθετα, τις έπαιρναν και μερικά από τα χρήματά τους που κέρδιζαν από το εμπόριο. Τις εξηγούσα τι λέει η Βίβλος για τον έντιμο γάμο και πώς η εφαρμογή των Βιβλικών αρχών μπορεί να φέρει ειρήνη κι ευτυχία στην οικογένεια. Αλλ’ αυτές απλώς με περιγελούσαν. Κατόπιν μια μέρα, ενώ έκανα έργο βοηθητικού σκαπανέως, συνάντησα μια απ’ αυτές τις εμπόρισσες γυναίκες. Ο φίλος της την είχε ενθαρρύνει να κάνει άμβλωση, κι αυτή παρά λίγο να πεθάνει απ’ αυτό. Θυμήθηκε τα ωραία πράγματα που συνήθιζα να της λέω και είπε ότι ήθελε να μελετήσει τη Γραφή και ν’ αλλάξει τη ζωή της. Η γυναίκα αυτή βαπτίσθηκε πέρυσι και τελευταία παντρεύτηκε μ’ ένα Χριστιανό.»
ΟΙ ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ
Ελπίζουμε ν’ απολαύσατε την επίσκεψή σας στη Λιβερία, και να σας βοήθησε να εκτιμήσετε πώς ο Ιεχωβά βρήκε και φρόντισε για τα πνευματικά πρόβατά του εδώ. Αλλά τι θα γίνει με το μέλλον; Είμαστε βέβαιοι ότι ο Θεός θα εξακολουθήσει να ευλογεί τις προσπάθειές μας καθώς αναζητούμε μ’ επιμέλεια περισσότερα από τα «πρόβατά» του.
Τον Δεκέμβριο του 1979 παραβρέθηκαν 1.956 άτομα στη Συνέλευση Περιφερείας «Ζώσα Ελπίς» και χαρήκαμε που βαπτίσθηκαν 17. Επίσης, έχουμε σοβαρές ενδείξεις ότι υπάρχουν κι άλλα «πρόβατα» που χρειάζονται βοήθεια, γιατί 3.931 άτομα συναθροίσθηκαν σ’ ολόκληρη τη Λιβερία στις 31 Μαρτίου 1980, για να γιορτάσουν τον θάνατο του Ιησού Χριστού.—1 Κορ. 11:23-26.
Καθώς το ποίμνιο εξακολουθεί ν’ αυξάνει σ’ αυτή τη χώρα, υπάρχει επίσης ελπίδα για επέκταση των εγκαταστάσεων για να φροντίσουν γι’ αυτά. Τον Μάιο του 1979 ενθουσιασθήκαμε να μάθουμε ότι το Κυβερνών Σώμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά εξουσιοδότησε την επιτροπή του τμήματος στη Λιβερία να ιδρύσει έναν αφιλοκερδή σύλλογο και ν’ αγοράσει οικόπεδο για να χτίσουμε το δικό μας γραφείο τμήματος και οίκο Μπέθελ. Από τότε, αγοράσαμε ένα πολύ ωραίο οικόπεδο. Πρόσφατα, προχωρήσαμε ακόμη περισσότερο όταν τα σχέδια του κτιρίου μας εγκρίθηκαν από τις τοπικές αρχές. Τώρα περιμένουμε ανυπόμονα τον καιρό που θα μπορούμε ν’ αρχίσουμε την κατασκευή.
Αληθινά έχουμε λόγους να χαιρόμαστε όταν σκεφτόμαστε πώς ο Ιεχωβά σύναξε κι ευλόγησε τον λαό του εδώ στη Λιβερία. Από τ’ απαλά νερά του Ποταμού Μάνο ως το Κέιπ Πάλμας στο νότο, και από τα τροπικά δάση της Νίμπα ως τις γεμάτες φοινικιές ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού, τα «πρόβατα» του Ιεχωβά συνάγονται. Και προσευχόμαστε όπως αυτός εξακολουθεί να ευλογεί τις γεμάτο ζήλο προσπάθειές μας να κηρύξουμε το ευαγγέλιο της βασιλείας και να μαθητεύσουμε τους προβατοειδείς ανθρώπους.