Η Ελπίδα της Κτίσεως—Προσμένει την Πραγματοποίησί Της
«Επ’ ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις θέλει ελευθερωθή από της δουλείας της φθοράς και μεταβή εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού.»—Ρωμ. 8:20, 21.
1, 2. Πώς διαφέρομε από τους κοσμικούς οι οποίοι ελπίζουν «κατά της ελπίδας» για την ανθρώπινη κτίσι;
Η ΕΛΠΙΔΑ για το ανθρώπινο γένος φαίνεται αβάσιμη! Δεν είναι λίγοι αυτοί που το νομίζουν αυτό.
2 Εξ άλλου, υπάρχουν άλλοι οι οποίοι «ελπίζουν κατά της ελπίδας.» Δηλαδή εξακολουθούν να ελπίζουν χωρίς κάποια βάσι για ν’ αναμένουν εκπλήρωσι της ελπίδας τους. Εν τούτοις, εμείς ελπίζομε έχοντας στερεή βάσι για να προσμένωμε την πραγματοποίησι της ένδοξης ελπίδας μας. Σ’ αυτό μοιάζομε μ’ έναν άνθρωπο των αρχαίων χρόνων.
3. Απ’ αυτή την άποψι, με ποιον μοιάζομε και πώς πραγματοποιήθηκε η ορθά βασισμένη ελπίδα εκείνου του αρχαίου πατριάρχη;
3 Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας κάτοικος της Ανατολής ονομαζόμενος Αβραάμ, που έζησε πρώτα στον τόπο που σήμερα καλείται Ιράκ. Ο Αβραάμ, πιστεύοντας σε μια ειδική ελπίδα που ετέθη ενώπιον του, μετέβη στην περιοχή της πόλεως που λέγεται Βηρ-σαβεέ προς βορράν του Όρους Σινά. Στην περίπτωσι του Αβραάμ, η ελπίδα για ωρισμένα έθνη συνεδέθη με τη γέννησι ενός άρρενος βρέφους από τη σύζυγό του Σάρρα. Ο Αβραάμ ήταν ενενήντα εννέα ετών και η σύζυγός του 89. Κανονικά, η πολύ προχωρημένη αυτή ηλικία έπρεπε να είχε γκρεμίσει τις ελπίδες του για τη γέννησι ενός γιου. Αλλά στον Αβραάμ είχε δοθή η υπόσχεσις από ένα Πρόσωπο που ποτέ δεν αφήνει τις υποσχέσεις του ανεκπλήρωτες, δηλαδή, από τον Θεό του, τον Ιεχωβά. Τι έκανε λοιπόν, ο Αβραάμ; Ενέμεινε σταθερά στη Θεόδοτη ελπίδα του. Η ιστορική αφήγησις στη Βίβλο λέγει: «Καίτοι μη έχων ελπίδα επίστευσεν επ’ ελπίδι, ότι έμελλε να γείνη πατήρ πολλών εθνών κατά το λαληθέν [παρά Θεού]· Ούτω θέλει είσθαι το σπέρμα σου.» (Ρωμ. 4:18) Η ελπίδα του Αβραάμ δεν έμεινε απραγματοποίητη, διότι, μ’ ένα θαύμα, απέκτησε τον γιο του τον Ισαάκ από τη σύζυγό του Σάρρα. Απ’ αυτή τη γέννησι, προήλθαν έθνη!
4. (α) Με τι συνδέεται ολόκληρη η ανθρώπινη κτίσις, όχι μόνο σχετικά με τον παρόντα ζώντα πληθυσμό, αλλά πριν από πόσο καιρό; (β) Ποια ερωτήματα εγείρονται σχετικά με τον πρώτο άνθρωπο όταν ήταν ο μοναδικός φύλακας στην επίγεια κατοικία του;
4 Σήμερα, όλη η ανθρώπινη κτίσις συνδέεται με μια Θεόδοτη ελπίδα! Αυτή η ελπίδα περιλαμβάνει, όχι μόνο τον παρόντα ζώντα πληθυσμό της γης, αλλά όλη την ανθρώπινη κτίσι ως τους άμεσους απογόνους του πρώτου ανθρώπου που έζησε στη γη, του Αδάμ. Προς έπαινο του Δημιουργού του, ο πρώτος αυτός άνθρωπος εφέρθη σε ύπαρξι απόλυτα τέλειος στο σώμα και στο πνεύμα. Τοποθετήθηκε σε μια τέλεια επίγεια κατοικία στον κήπο της Εδέμ, με όλες τις προβλέψεις για τη συντήρησι της τέλειας ανθρώπινης ζωής με ευτυχία. Ο Δημιουργός του, ο ουράνιος Πατέρας του, έγινε σύντροφός του, και του μιλούσε τακτικά από το αόρατο βασίλειο. Εκτός απ’ αυτό, ο Αδάμ περιβαλλόμενος απ’ όλα τα ζώα της γης, τα πτηνά και τα ψάρια στον κήπο της Εδέμ, είχε πάρα πολλά να κάνη ώστε να μην αισθάνεται μοναξιά. Αλλά γιατί ο ουράνιος Πατέρας του Αδάμ τον έθεσε σ’ αυτόν τον ευχάριστο Παράδεισο; Μήπως για να είναι ένας μοναχικός δασοφύλακας ή κηπουρός; Πόσο καιρό επρόκειτο να ζήση και ν’ απολαμβάνη όλη αυτή την αγαθότητα από τα χέρια του Ζωοδότου του;
5. Από ποιο άτομο εξαρτώντο οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, και ποια κατάλληλη συμβουλή θα ’πρεπε να θυμάται ο τέλειος Αδάμ;
5 Στον Αδάμ δόθηκε να καταλάβη ότι όλα αυτά εξαρτώντο απ’ αυτόν! Με την τέλεια μνήμη του, ο Αδάμ ποτέ δεν θα μπορούσε να λησμονήση τη συμβουλή που του έδωσε ο ουράνιος Πατέρας του: «Από παντός δένδρου του παραδείσου ελευθέρως θέλεις τρώγει, από δε του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού δεν θέλεις φάγει απ’ αυτού· διότι καθ’ ην ημέραν φάγης απ’ αυτού, θέλεις εξάπαντος αποθάνει.»—Γέν. 2:16, 17.
6. Τι διήνοιξε αυτή η θεία εντολή για το ανθρώπινο γένος, και πώς ήλθαν σε ύπαρξι οι απόγονοι του Αδάμ;
6 Αυτή η θεία εντολή άνοιγε στον Αδάμ το δρόμο για την αιώνιο ζωή, αν αυτό ήταν το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν. Όπως δείχνει η αφήγησις πιο κάτω, ο Αδάμ έζησε 930 χρόνια, αλλά θα μπορούσε να ζη για πάντα. Αυτός ευθύνεται που πεθαίνομε εμείς σήμερα. Όπως όλοι μας πρέπει να καταλάβωμε, αυτός ο πρώτος άνθρωπος στη γη απέκτησε απογόνους· αλλιώς εμείς δεν θα ζούσαμε στη γη. Αλλ’ αυτό δεν έγινε με τον απάνθρωπο τρόπο αναπαραγωγής που οι επιστημονικοί πειραματιστές σήμερα ονομάζουν «κλωνισμό,» χωρίς άρρεν και θήλυ, όπως συμβαίνει στην περίπτωσι μερικών φυτών. Αντιθέτως, όπως στην περίπτωσι των πτηνών και των χερσαίων ζώων, ο Θεός έπλασε γι’ αυτόν ένα θηλυκό ανθρώπινο ταίρι, μια σύζυγο, αφαιρώντας μια πλευρά από το πλευρό του Αδάμ για ν’ αρχίση τη δημιουργία της. Ο Θεός, ενώνοντας σε γάμο τον πρώτο άνδρα με την πρώτη γυναίκα στη γη, έθεσε ενώπιόν τους την ελπίδα ατελεύτητης ζωής στην παραδεισιακή γη. Τους ευλόγησε και τους είπε ν’ αναπαραγάγουν το είδος τους για να γεμίσουν όλη τη γη, στην οποία θα εξετείνετο ο παράδεισος.—Γεν. 2:18-24· 1:26-28.
7. Ποια κατάστασι των ανθρωπίνων υποθέσεων δεν ανέμεναν ο Αδάμ και η Εύα να έλθη σε λειτουργία, και γιατί δεν πρέπει να ρίχνωμε την ευθύνη για την πορεία των ανθρωπίνων υποθέσεων στον όφι;
7 Η προοπτική για όλη την ανθρωπότητα ήταν τότε πολύ ελπιδοφόρος. Ο Αδάμ και η Εύα ποτέ δεν ανέμεναν να δουν τους απογόνους τους «να συστενάζουν και να συναγωνιούν» ένεκα της σωματικής, ηθικής και κοινωνικής καταστάσεως στην οποία βρισκόμεθα εμείς σήμερα. Όταν από ανυπακοή έφαγαν από τον καρπό του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, αυτό ουσιαστικά μπορεί να τους φάνηκε σαν ένα πολύ μικρό πράγμα, αλλά αυτό ήταν εκείνο που προκάλεσε την παρούσα κατάστασι. Με το να φάνε κατά παράβασι, πρώτα η Εύα κι ύστερα ο Αδάμ γκρέμισαν τη Θεόδοτη ελπίδα τους, ενόσω ήσαν ακόμη άτεκνοι. Αν ο Θεός δεν επενέβαινε κάπως, εμείς σήμερα θα βρισκόμαστε σε πλήρη απελπισία. Είναι αλήθεια ότι, ένας όφις στην Εδέμ αναμείχθηκε στην πορεία των πραγμάτων, αλλά ας μην τα ρίχνωμε όλα σ’ αυτό το ερπετό. Αντιθέτως, η Αγία Γραφή μάς δείχνει τον αόρατο πνευματικό χειριστή που ήταν αποφασισμένος να απομακρύνη τον Αδάμ και την Εύα από το να έχουν τον Ιεχωβά Θεό ως ελπίδα τους.
8. Τι παρωδηγήθηκε η Εύα να κάνη, και γιατί εμείς σήμερα δεν βρισκόμεθα στον αρχικό κήπο της Εδέμ;
8 Αυτός ο στασιαστικός μηχανορράφος που μίλησε μέσω του όφεως, απάτησε την Εύα στην προσπάθεια να κάνη τον εαυτό της σαν τον Θεό. Σ’ αυτή τη θέσι, θα ανέπτυσσε μια ελπίδα δικής της εκλογής. Ως τότε, ο σύζυγός της, ο Αδάμ, υπήρξε προφήτης του Θεού γι’ αυτήν. Ο Αδάμ ενήργησε ως εκπρόσωπος του Θεού λέγοντάς της για την εντολή του Θεού να μη φάνε από τον απαγορευμένο καρπό. Αλλ’ αυτή αφού επεδίωκε να γίνη θεά τρώγοντας από τον απαγορευμένο καρπό, ενήργησε ως προφήτις του όφεως χρησιμοποιώντας την ωραία φωνή της για να πείση τον Αδάμ να ενωθή μαζί της στην ανομία. Τελικά, για λόγους που δυσφημούν τον Θεό, ο Αδάμ “υπήκουσε εις τον λόγον της γυναικός του,” της ψευδούς προφήτιδος. (Γέν. 3:17) Γι’ αυτό, ο Ιεχωβά Θεός ανήγγειλε μια δίκαιη καταδίκη θανάτου σ’ αυτόν τον άπιστο προφήτη του, τον Αδάμ. Η Εύα, η σύζυγος του Αδάμ ήλθε κάτω απ’ αυτή την καταδίκη. Τώρα λοιπόν σαν νεκροί, εξεβλήθησαν από τον κήπο της Εδέμ, για να ζήσουν τον υπόλοιπο καιρό τους στην ακαλλιέργητη γη. Όλοι μας, ως αγέννητοι ακόμη στα όργανα αναπαραγωγής του Αδάμ και της Εύας, εκδιωχθήκαμε μαζί τους.
9. Μήπως ετέθη ενώπιον των δύο εσκεμμένων αμαρτωλών κάποια διαφορετική προοπτική από κείνη που εξετέθη στην εντολή που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ, και πώς αφέθη η περίπτωσις σχετικά με μας, τους απογόνους τους;
9 Καμμιά προοπτική διαφορετική από κείνη που εξετέθη στην εντολή που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ δεν επιφυλάχθηκε για τους αρχικούς και εκούσιους παραβάτες του νόμου, τον Αδάμ και την Εύα. Ορθά λοιπόν, καμμιά ελπίδα δεν ετέθη ενώπιον τους, διότι είχαν απορρίψει την αρχική Θεόδοτη ελπίδα τους. Αλλά μήπως η περίπτωσις αυτή αφέθηκε χωρίς ελπίδα για όλους μας, τους ανεύθυνους απογόνους τους; Ευτυχώς για μας, Όχι!
ΠΑΡΟΧΗ ΕΛΠΙΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ
10. Ποιος ήταν ο πρώτος που καταδικάσθηκε στην Εδέμ, πώς ωνομάσθηκε, και ποια επρόκειτο να είναι η τύχη του στην προλεχθείσα διαμάχη;
10 Λόγια ελπίδας δεν απευθύνθηκαν στον Αδάμ και στην Εύα προσωπικά· εκείνοι απλώς τα άκουσαν. Τα λόγια του Θεού που περιείχαν μια βάσι για να έχωμε ελπίδα απευθύνονταν στο στασιαστικό πνεύμα που είχε απατηλά χρησιμοποιήσει τον όφι για να παρακινήση την Εύα να γίνη μια επιτυχής προφήτις γι’ αυτόν. Αυτός στιγματίσθηκε με το όνομα Σατανάς ο Διάβολος. Επειδή εγκαινίασε την πορεία δολιότητας και απάτης με σκοπό να εξαπατά, ακόμη και μέσω ενός όφεως στην Εδέμ, ωνομάσθηκε επίσης «ο όφις ο αρχαίος.» (Αποκ. 12:9· 20:2) Αυτό το πνευματικό πλάσμα που μόνο του έκανε τον εαυτό του θεό, ήταν το πρώτο πλάσμα που εψεύσθηκε εναντίον του Θεού και στη γυναίκα και ήταν το πρώτο που υπέστη μια δικαστική απόφασι από τον Θεό στην Εδέμ. Σ’ αυτόν ο Θεός απήγγειλε την κατάρα του και κατόπιν προείπε έναν αγώνα στον οποίο «ο όφις ο αρχαίος» και όσοι παίρνουν το μέρος του στη διαμάχη, θα υφίσταντο ήττα.
11. Πώς η διατύπωσις της καταδίκης στον «όφιν τον αρχαίον» παρέχει κάποια ελπίδα σχετικά με τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας;
11 Στον «όφιν τον αρχαίον» ο Θεός είπε: «Έχθραν θέλω στήσει αναμέσον σού και της γυναικός, και αναμέσον του σπέρματός σου και του σπέρματος αυτής· αυτό θέλει σου συντρίψει την κεφαλήν, και συ θέλεις κεντήσει την πτέρναν αυτού.» (Γέν. 3:14, 15) Αυτό σήμαινε καταστροφή για «τον όφιν τον αρχαίον» και το σπέρμα του. Αλλά, παρείχε αυτή η δικαστική απόφασις του Θεού λόγους ελπίδας για τους μελλοντικούς απογόνους του Αδάμ και της Εύας; Όχι, όχι άμεσα, αλλά μόνο κατά συμπερασμό ή κατά ένα υπονοούμενο τρόπο.
12. Τα λόγια του Θεού προς τον Σατανά τι είδους “γυναίκα” έφεραν στην υπόθεσι, και γιατί δεν θα μπορούσε η Μαρία, η μητέρα του Ιησού Χριστού, να είναι αυτή η “γυναίκα”;
12 Ω! μια γυναίκα παρεμβάλλεται στην υπόθεσι. Ποια επρόκειτο να είναι αυτή; Έπρεπε να είναι μία που θα επεδείκνυε εχθρότητα και μίσος, κατά του αρχαίου όφεως και του σπέρματός του. Η Εύα, που είχε κάνει τον εαυτό της ψευδοπροφήτιδα για τον όφιν τον αρχαίον, δεν μπορούσε να είναι κατάλληλη. Είχε πεισθή να πιστεύση ότι ο Ιεχωβά Θεός ήταν ψεύστης. Και η Μαρία ακόμη, η μητέρα του Ιησού Χριστού, δεν θα μπορούσε ν’ αποδειχθή κατάλληλη. Θα περνούσαν τέσσερις χιλιάδες χρόνια ώσπου να γεννηθή αυτή η Ιουδαία κόρη ως απόγονος του Αβραάμ και κάτω από τον Ιουδαϊκό Νομικό κώδικα. Ο πρωτότοκος γιος της, ο Ιησούς, έζησε στη γη μόνο 331⁄2 χρόνια. Όταν η επίγεια μητέρα του είδε τι είχε προξενήσει ο «όφις ο αρχαίος» σ’ αυτόν τον θαυματουργικά δοσμένο γιο της στο Γολγοθά, είχε ζήσει το καλύτερο μέρος της ζωής της. Γι’ αυτό και η ίδια θα μπορούσε να έχη δείξει εχθρότητα στον «όφιν τον αρχαίον» μόνο για λίγες δεκαετίες ζωής.
13. Ποια ή τι μόνο θα μπορούσε ν’ αποδειχθή ότι είναι η “γυναίκα” που αναφέρθηκε, και σε ποια θέσι χάρηκε που ετέθη ως προς τον συμβολικό όφι και το σπέρμα του;
13 Λογικά, η «γυναίκα» της προφητείας του Θεού θα ήταν μια γυναίκα που έζησε και άκουσε όταν ο Θεός μίλησε στον «όφιν τον αρχαίον» στην Εδέμ. Η συμβολική «γυναίκα» θα ζούσε πολύ καιρό μετά τον θάνατο της Εύας, ναι, ως τον καιρό που ο Θεός θα έκανε να γεννήση η «γυναίκα» το υποσχεμένο «σπέρμα,» που αποδείχθηκε ότι θα γινόταν 3.000 και πλέον χρόνια μετά το θάνατο της Εύας. Ποια, λοιπόν, θα ήταν αυτή η συμβολική «γυναίκα» εκτός από τη «γυναίκα» του Θεού, δηλαδή την ουράνια οργάνωσί του από άγια πνευματικά πλάσματα που αρνήθηκαν να ενωθούν με «τον όφιν τον αρχαίον» στην αποστασία του; Αυτοί σεβάσθηκαν το γάμο του Θεού με την πιστή του παγκόσμια οργάνωσι και δεν διαζεύχθηκαν απ’ αυτόν για να ενωθούν με την οργάνωσι που θα νυμφευόταν «τον όφιν τον αρχαίον.» Θα ευχαριστούντο πολύ αν έθετε ο Θεός έχθρα μεταξύ αυτών και του ωργανωμένου «σπέρματος», ‘’του όφεως του αρχαίου.”
14. (α) Έτσι, η προοπτική τίνος πράγματος ετέθη ενώπιον της «γυναικός» του Θεού μαζί με ποια μετέπειτα πείρα που είναι κοινή στις γυναίκες; (β) Μήπως εμείς γεννηθήκαμε ως τέκνα Θεού, κι ωστόσο ποια ελπίδα τίθεται ενώπιον του ανθρωπίνου γένους;
14 Στην Εδέμ, λοιπόν, ο Θεός έθεσε την προοπτική ενώπιον της όμοιας με σύζυγο ουράνιας οργανώσεώς του να γίνη μητέρα. Από τότε αυτή μπορούσε να ελπίζη να γίνη μητέρα του «σπέρματος» του οποίου ο Ανήρ της, ο Ιεχωβά Θεός, θα ήταν Πατήρ. Η πραγματοποίησις αυτής της ελπίδας άξιζε αναμονή 4.000 ετών από μέρους της «γυναικός» του Θεού. Αυτή η «γυναίκα» ήταν πρόθυμη να υποστή όλες τις ωδίνες που θα μπορούσε να της επιφέρη αυτό, ακριβώς όπως και στην περίπτωσι της συμβολικής γυναίκας που παρατηρήθηκε στο όραμα που περιγράφει ο Χριστιανός απόστολος Ιωάννης στην Αποκάλυψι 12:1-5. Η μητρότης είναι φυσιολογική επιθυμία όλων των ενηλίκων γυναικών. Γιατί, λοιπόν, να μην τεθή η μητρότης ενώπιον της όμοιας με οργάνωσι ουρανίας «γυναικός» του Θεού; Κατάλληλα, η ελπίδα της μητρότητος αποδόθηκε στη «γυναίκα» του Θεού προτού ο Θεός αφήση σπλαγχνικά την Εύα, τη σύζυγο του ήδη αμαρτωλού Αδάμ, να λάβη πείρα της μητρότητος έξω από την Εδέμ. Αλλά δεν ήταν έκφρασις κάποιας ευλογίας τα λόγια που είπε ο Θεός στην αμαρτωλή Εύα: «Θέλω υπερπληθύνει τας λύπας σου και τους πόνους της κυοφορίας σου· με λύπας θέλεις γεννά τέκνα.» (Γένεσις 3:16 έναντι του εδαφίου 1:28) Ο Αδάμ, διαβιβάζοντας στους απογόνους του πληροφορίες για την προφητεία του Θεού σχετικά με το «σπέρμα» της «γυναικός,» δεν ενεργούσε σαν προφήτης του Θεού. Είτε πίστευσαν ο Αδάμ και η Εύα στην υπόσχεσι του Θεού που αναγράφεται στο εδάφιο Γένεσις 3:15 είτε όχι, εκείνο που εννοούσε ο Θεός για τους απογόνους τους ήταν να στηρίξουν μια ελπίδα σ’ αυτή την υπόσχεσι. Μολονότι ο Αδάμ δημιουργήθηκε ως υιός «του Θεού,» εμείς, οι ατελείς, αμαρτωλοί απόγονοι, δεν γεννηθήκαμε σαν υιοί του Ιεχωβά Θεού. (Λουκ. 3:38) Επομένως, εμείς δεν έχομε με φυσικό τρόπο τη μαρτυρία του αγίου πνεύματος του Θεού με το δικό μας ανθρώπινο πνεύμα ότι είμεθα τέκνα Θεού. Εν τούτοις, υπάρχει κάποια ελπίδα να επανέλθωμε στην οικογένεια των υιών του Θεού; Ναι, υπάρχει!
15. Τι δείχνει το γεγονός ότι σήμερα υπάρχουν πάνω από 4.000.000.000 ζώντες πάνω στη γη σχετικά με την υπόθεσι του ανθρωπίνου γένους;
15 Αν η κατάστασις ήταν απελπιστική για μας, γιατί ο Θεός άφησε τόσο πολλούς από μας να γεννηθούν από τον Αδάμ και την Εύα—πάνω από 100 γενεές απογόνων τους ως τώρα; Σήμερα, μετά απ’ όλους τους πολέμους και τις άλλες καταστροφές εκτός από τις ασθένειες και το φυσικό θάνατο, υπάρχουν πάνω από 4.200.000.000 ζώντες, και προλέγεται ότι ως το έτος 2.000 μ.Χ. θα υπάρχουν 6 δισεκατομμύρια ανθρώπων στη γη. Μήπως όλα αυτά ήσαν μάταια; Προφανώς όχι!
16. (α) Λόγω της αδυναμίας του ανθρώπου, από τίνος την ικανότητα εξαρτάται η πραγματοποίησις της ελπίδας της κτίσεως; (β) Τίνος η γέννησις και η ζωή στη γη απετέλεσε σημείο στροφής στην ανθρώπινη ιστορία;
16 Φυσικά, ο άνθρωπος δεν μπορεί να “ανορθωθή με δικές του δυνάμεις.” Ωστόσο η υπόθεσις της ανθρώπινης κτίσεως δεν μένει χωρίς ελπίδα, παρά την απαισιόδοξη όψι των πραγμάτων. Αυτό δεν οφείλεται σε κάτι που μπορεί να κάνη ο ίδιος ο άνθρωπος, αλλά βασίζεται στερεά σε ό,τι ο Θεός έχει κάνει ήδη και θα κάνη ακόμη σύμφωνα με την απαράβατη υπόσχεσί του. Επειδή ο Θεός επέτρεψε σε 70 περίπου γενεές να γεννηθούν από τον Αδάμ και την Εύα, επέτρεψε στον Υιό του από τον ουρανό να γεννηθή ως ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός. Επάνω στη γη ο Υιός του Θεού εξετέλεσε το θέλημα του Θεού προς όφελος όλης της ανθρωπότητος. Αυτό απετέλεσε ένα σημείο στροφής στην ιστορία για μας τους ανθρώπους.
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ «ΥΠΕΤΑΧΘΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ» ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
17. Στα εδάφια Ρωμαίους 8:19-24, τι έγραψε ο απόστολος Παύλος σχετικά με την υποταγή του ανθρωπίνου γένους στη μάταιη προσπάθεια από μέρους του και σχετικά με την αναμονή της κτίσεως;
17 Περίπου 23 χρόνια αφότου ο Ιησού Χριστός ετερμάτισε την επίγεια πορεία του και ανελήφθη στον ουρανό, ο Χριστιανός απόστολος Παύλος έγραψε στην εκκλησία της Ρώμης στην Ιταλία, και είπε: «Η μεγάλη προσδοκία της [ανθρώπινης] κτίσεως προσμένει την φανέρωσιν των υιών του Θεού. Επειδή η κτίσις υπετάχθη εις την ματαιότητα, ουχί εκουσίως, αλλά διά τον υποτάξαντα αυτήν, επ’ ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις θέλει ελευθερωθή από της δουλείας της φθοράς και μεταβή εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. Επειδή εξεύρομεν ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συναγωνιά έως του νυν και ουχί μόνον αυτή, αλλά και αυτοί οίτινες έχομεν την απαρχήν του Πνεύματος, και ημείς αυτοί στενάζομεν εν εαυτοίς περιμένοντες την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος ημών. Διότι με την ελπίδα εσώθημεν.»—Ρωμ. 8:19-24.
18. (α) Ποιος ήταν εκείνος που υπέταξε ολόκληρη την ανθρώπινη κτίσι στη ματαιότητα, και πώς συνέβη αυτό; (β) Πού μας έχουν φέρει σήμερα οι ανθρώπινοι θεσμοί, και ταυτίζεται εκείνο που επίκειται με την «μεγάλη προσδοκία» της κτίσεως που συστενάζει;
18 Εκείνος μέσω του οποίου η ανθρώπινη κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα ή απογοήτευσι ήταν ο Θεός. Εμείς δεν υποταχθήκαμε σ’ αυτή με τη θέλησί μας, εφόσον εμείς δεν θελήσαμε από μόνοι μας να γεννηθούμε. Ο Θεός θέλησε να έλθωμε σε ύπαρξι, παρά το γεγονός, ότι αυτός καταδίκασε τον Αδάμ και την Εύα σε θάνατο. (Γεν. 3:16-24· 5:1-4) Εν τούτοις, εμείς δεν γεννηθήκαμε με «την ελευθερίαν της δόξης» που είχαν ο Αδάμ και η Εύα στην αρχή στον κήπο της Εδέμ ως “τέκνα του Θεού.” Γεννηθήκαμε στη “δουλεία της φθοράς,” υπό την καταδίκη όλων των απογόνων του Αδάμ σε θάνατο. (Ρωμ. 5:12) Γι’ αυτό, δεν μπορέσαμε να σώσωμε τους εαυτούς μας. Όλες οι προσπάθειές μας για αυτοσωτηρία ήσαν καταδικασμένες σε ματαιότητα. Πού μας έχουν φέρει όλες οι προσπάθειες των ανθρωπίνων κυβερνήσεων; Πού μας έχουν φέρει ως σήμερα όλες οι κοινωνικές, οικονομικές, δημοσιονομικές, ιατρικές και επιστημονικές διευθετήσεις της φιλόδοξης ανθρωπότητας; Όλοι μας υφιστάμεθα ακόμη διανοητική, σωματική και ηθική φθορά. Επίσης, φαίνεται τώρα σαν να πρόκειται να σημάνη ένα απότομο τέλος για όλους μας μέσω ενός πυρηνικού πολέμου με διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, που μπορούν να αναδύωνται από τις θάλασσες και να πέφτουν από τους ουρανούς. Μήπως μπορεί αυτό να περιγραφή ως η «μεγάλη προσδοκία» της κτίσεως που συστενάζει;
19. Για ποιο σκοπό υπέταξε ο Θεός τον άνθρωπο στη ματαιότητα, αλλά με βάσι ποια ελπίδα το έκανε αυτό;
19 Εν τούτοις, ο Δημιουργός του ανθρώπου δεν υπόκειται ο ίδιος σε ματαιότητα. Η διεφθαρμένη ανθρωπότητα δεν μπορεί να ματαιώση το σκοπό του Δημιουργού. Γι’ αυτό, ο ίδιος αποτελεί μια ελπίδα για μας. Θέλει συνεπώς να εναποθέτωμε την εμπιστοσύνη μας, όχι στους εαυτούς μας, αλλά σ’ αυτόν. Αυτός υπέταξε όλους μας σε ανθρώπινη ανικανότητα, για να μη μπορούμε να έχωμε καμμιά βάσι να προσηλώσωμε την ελπίδα μας στους εαυτούς μας. Αυτός που είναι η μοναδική Πηγή ελπίδας, υπέταξε την ανθρωπότητα σε ματαιότητα, αλλά όχι σε μια βάσι χωρίς ελπίδα. Αντιθέτως, όπως λέγουν τα εδάφια προς Ρωμαίους 8:20, 21, «επ’ ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις θέλει ελευθερωθή από της δουλείας της φθοράς και μεταβή εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού,»
20. (α) Μήπως ο λεγόμενος «ελεύθερος κόσμος» απολαμβάνει «την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού»; (β) Η «μεγάλη προσδοκία της κτίσεως» προσμένει τη φανέρωσι τίνος πράγματος;
20 Σήμερα οι άρχοντες μιας ωρισμένης πολιτικής ιδεολογίας κατατάσσουν την επικράτειά τους ως «ελεύθερο κόσμο» σε αντίθεσι με τους λαούς που βρίσκονται κάτω από αντίθετες κυριαρχίες. Αλλά όποιοι κι αν είναι οι ισχυρισμοί των αντιμαχομένων πολιτικών ομάδων, κανείς απ’ αυτούς δεν έχει «την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού.» Ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μόνο προσφέρει την ελπίδα στην ανθρώπινη οικογένεια να αποκατασταθή στη σχέσι που είχε ο Αδάμ και η Εύα όταν ο Θεός τους δημιούργησε στην Εδέμ. Αλλά αυτή η αποκατάστασις πρόκειται να γίνη με μια μελλοντική ενέργεια από μέρους του Θεού. Ποια θα είναι αυτή η ενέργεια το μαθαίνομε από τα λόγια του αποστόλου: «Η μεγάλη προσδοκία της κτίσεως προσμένει την φανέρωσιν των υιών του Θεού.» (Ρωμ. 8:19) Ο απόστολος Παύλος, που έγραψε αυτά τα λόγια στην επιστολή προς Ρωμαίους 8:15-17, κατέταξε τον εαυτό του μεταξύ αυτών των «υιών του Θεού.»
21. Ποιος είναι ο κυριώτερος απ’ αυτούς τους “υιούς του Θεού,” και πώς θεραπεύθηκε το “κέντημα” που υπέστη στην “πτέρνα” με ποιο σκοπό υπ’ όψιν, σύμφωνα με τα εδάφια Εβραίους 2:14, 15;
21 Αυτοί οι ειδικοί “υιοί του Θεού” αποτελούν το σπέρμα της «γυναικός» του Θεού, όπως ελέχθη στην προφητεία που είπε ο Θεός στην Εδέμ, στο εδάφιο Γένεσι 3:15. Ο πρώτιστος από το «σπέρμα» αυτό της ουράνιας οργανώσεως του Θεού είναι ο Ιησούς Χριστός, εκείνος τον οποίο ο Θεός άφησε τον «όφιν τον αρχαίον» να «κεντήσει» στην πτέρνα στον θάνατό του επάνω στο ξύλο του μαρτυρίου το έτος 33 μ.Χ. Αλλά ο Θεός εθεράπευσε εκείνη την πληγή της πτέρνας με το ν’ αναστήση τον πιστό του Υιό την τρίτη ημέρα από το θάνατο του. Με την ανάστασί του σαν ουράνιος πνευματικός Υιός του Θεού, όχι σαν ανθρώπινος Υιός, μπορούσε να ληφθή και πάλι από την ουράνια “γυναίκα” του Θεού. Αυτός, όπως λέγει και η επιστολή προς Εβραίους 2:14, 15 θα «καταργήση διά του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και ελευθερώση εκείνους, όσοι διά τον φόβον του θανάτου ήσαν διά παντός του βίου υποκείμενοι εις την δουλείαν.»
22. Ποια είναι τα δευτερεύοντα μέλη του «σπέρματος» της «γυναικός» του Θεού;
22 Τα δευτερεύοντα μέλη του «σπέρματος» της σύνθετης «γυναικός» του Θεού είναι οι μαθητές του Ιησού Χριστού, εκείνοι που γεννώνται από το πνεύμα του Θεού για να γίνουν πνευματικοί “υιοί του Θεού” και συγκληρονόμοι του μεγαλύτερου αδελφού τους, του Ιησού Χριστού, στον ουρανό.
23. Σύμφωνα με τα εδάφια 1 Πέτρου 1:3, 4, σε ποιο είδος ελπίδας αναγέννησε ο Θεός τα δευτερεύοντα μέλη του «σπέρματος,» και εξακολουθεί να είναι αυτή η ελπίδα ζώσα μέχρι σήμερα;
23 Ο απόστολος Πέτρος χαρακτηρίζει την ουράνια ελπίδα τους ως «ζώσαν» όταν γράφη σ’ αυτούς: «Ευλογητός ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όστις κατά το πολύ έλεος αυτού ανεγέννησεν ημάς εις ελπίδα ζώσαν διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εκ νεκρών, εις κληρονομίαν άφθαρτον και αμίαντον και αμάραντον, πεφυλαγμένην εν τοις ουρανοίς δι’ ημάς.» (1 Πέτρ. 1:3, 4) Αυτή η ελπίδα τους εξακολουθεί να είναι ακόμη “ζώσα” σήμερα. Δεν έχει σβήσει λόγω κάποιας φαινομενικής καθυστερήσεως στην πραγματοποίησί της για το υπόλοιπο εκείνων που βρίσκονται ακόμη στη γη. Αυτοί αναμένουν να δουν σε λίγο την ελπίδα αυτή να πραγματοποιήται στον ωρισμένο καιρό του Θεού και Πατέρα τους, του Ιεχωβά. Ο απόστολος Παύλος επαναφέρει στη μνήμη μας το εδάφιο Γένεσις 3:15, όταν γράφη στην αναγεννημένη από το πνεύμα εκκλησία της Ρώμης και λέγει: «Ο δε Θεός της ειρήνης ταχέως θέλει συντρίψει τον Σατανάν υπό τους πόδας σας.»—Ρωμ. 16:20.
24. Από ποιον αναμένεται με προθυμία η φανέρωσις των «υιών του Θεού,» και μετά από ποιο γεγονός θα λάβη χώρα αυτή η φανέρωσις;
24 Η “φανέρωσις” αυτών των «υιών του Θεού» μαζί με τον πρώτιστο Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, στο εγγύς μέλλον, είναι αυτό που προσμένει «η μεγάλη προσδοκία της [ανθρώπινης] κτίσεως». Αλλά αναμένομε να επέλθη γρήγορα πριν απ’ αυτό το γεγονός η “μεγάλη θλίψις” την οποία ο ουράνιος Πατέρας, ο Ιεχωβά Θεός, θα εξαπολύση στους εναντιουμένους και τους διώκτες που ταλαιπωρούν τους πνευματικούς του υιούς και τους πιστούς συντρόφους τους.—Αποκ. 7:14, 15· 2 Θεσ. 1:6-10.