Έργο Μαρτυρίας σ’ ένα Χωριό της Νιγηρίας
Ο Γκόστα προσεχτικά, αφού έκανε στροφή, μπήκε στην ανοιχτή αυλή και πάρκαρε κάτω από ένα δένδρο μάνγκο. Άνθρωποι άρχισαν να βγαίνουν από τα δυο σπίτια, που είχαν τοίχους από λάσπη. Ένας ηλικιωμένος καθόταν κάτω από ένα άλλο δένδρο και τον χαιρετήσαμε, λέγοντας «Γα ντομό-ο!» («Γεια σου!»). Μας κοίταξε προσεκτικά για αρκετά λεπτά. Κατόπιν, η έκφρασις στο ζαρωμένο πρόσωπό του μαλάκωσε και είπε, «Ομποκχιάν!» («Καλώς ήλθατε!»).
Τέσσερις από μας είχαμε πάει εκεί για να μιλήσωμε για το άγγελμα της Βίβλου στους χωρικούς. Επειδή αυτό το πρώτο σπίτι ήταν απομονωμένο από τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού και μπορούσαμε να παρκάρωμε εκεί το αυτοκίνητό μας, αποφασίσαμε ότι όλοι μας έπρεπε να λάβωμε μέρος σ’ αυτή την πρώτη επίσκεψι και, κατόπιν, να χωρίσωμε για ν’ αρχίσωμε έργο μαρτυρίας στους άλλους χωρικούς, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι.
Προτού ξεκινήσωμε για το χωριό, εξετάσαμε Γραφικά εδάφια και θέματα για συζήτησι. Γνωρίζαμε πόσο σπουδαίο είναι να βοηθήσωμε τους χωρικούς ν’ αποκτήσουν ακριβή γνώσι για τον αληθινό Θεό. (Ιωάν. 17:3) Γι’ αυτό τον σκοπό, είχαμε προσευχηθή στον Ιεχωβά να μας ευλογήση και να μας κατευθύνη στο έργο μαρτυρίας μας.
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ
Στα ανατολικά και νοτιοανατολικά μέρη της Νιγηρίας απολαμβάνομε τους λόφους και την ύπαιθρο με το ελαφρώς ανώμαλο έδαφός της, τον καθαρό ουρανό και τον δροσερό αέρα που μας ανακουφίζει κάπως από τη ζεστή υγρασία που επικρατεί σε άλλα μέρη της χώρας. Υπάρχουν, επίσης, ατέλειωτες ποικιλίες πουλιών και οι σποραδικοί πίθηκοι που δεν παύουν να μας γοητεύουν. Κατά κανόνα, στα χωριά τα σπίτια δεν είναι πολύ κοντά το ένα με το άλλο, όπως συμβαίνει στις πόλεις. Υπάρχουν μεμονωμένα σπίτια ή αυλές με δύο ή τρία σπίτια που είναι κτισμένα 50 έως 100 μέτρα (164 ως 328 πόδια) μακρυά από τον δρόμο και μπορεί να φθάση κανείς σ’ αυτά από ένα στενό, καλά σκουπισμένο μονοπάτι, περνώντας μέσα από φυτείες κασσάβας, γλυκοπατάτας και καρύδας. Καθώς πλησιάζομε τα σπίτια, είναι πάντοτε ευχάριστο να βλέπωμε πολύχρωμους μικρούς ανθόκηπους, που σκιάζονται από δένδρα σε σχήμα ομπρέλλας, κάτω από τα οποία μπορούμε να καθίσωμε και να μιλήσωμε για την Αγία Γραφή,
Προτού μπούμε σ’ ένα περίβολο που υπάρχουν πολλά τέτοια σπίτια, στεκόμαστε στην είσοδο και χτυπάμε τα χέρια μας—που ισοδυναμεί με το χτύπημα της εξώπορτας. Ο οικοδεσπότης και τρία ή τέσσερα παιδιά εμφανίζονται σύντομα. Μας προσκαλούν μέσα στο σπίτι και μας καλωσορίζουν με χειραψίες. Για τους πραγματικούς ξένους, όπως είμαστε κι εμείς, προσφέρονται αμέσως καθίσματα. Μας φέρνουν νερό και σαπούνι για να πλύνωμε τα χέρια μας. Μας προσφέρουν και τροφή—ίσως φρούτα ή βραστό καλαμπόκι. Πρέπει πρώτα να φάμε. Κατόπιν, τα μέλη του σπιτιού προετοιμάζονται ν’ ακούσουν το άγγελμά μας. Ακόμη και όταν δεν μας προσφέρουν τροφή, πάντοτε μας προσφέρουν νερό και, όταν ο επισκέπτης είναι τελείως ξένος ή ηλικιωμένος, ο οικοδεσπότης κράτα το ποτήρι γι’ αυτόν με τα δυο του τα χέρια σαν χειρονομία σεβασμού.
Οι άνθρωποι είναι πάντοτε πρόθυμοι ν’ ακούσουν τους ξένους. Όταν συνοδεύωμε ιθαγενείς Μάρτυρες από σπίτι σε σπίτι στο έργο κηρύγματος, διαπιστώνομε ότι η οικογένεια ακούει προσεκτικά τη συζήτησι που γίνεται στη δική της γλώσσα και, κατόπιν, απαιτεί να μιλήση και ο επισκέπτης, επίσης. Και τότε, η συζήτησις αρχίζει πάλι από την αρχή.
Μεγάλο ενδιαφέρον προστίθεται σ’ αυτές τις επισκέψεις από τις κινήσεις των πουλιών, των κατσικιών, των σκυλιών και των μικρών παιδιών, και συνήθως τα μικρά είναι γυμνά. Φαίνεται ότι η ζωτικότης αυτών των μικρών δεν έχει τέλος, καθώς περιφέρονται με θόρυβο γύρω από τα σπίτια με τα παιγνιδιάρικα σκυλάκια πίσω τους. Μερικές φορές έρχονται και μας παρατηρούν.
Στο τέλος της συζητήσεώς μας, προσφέρομε έντυπα Γραφικής μελέτης. Επειδή οι άνθρωποι έχουν λίγα χρήματα, μας δίνουν γλυκοπατάτες, αυγά, ψάρια, ή ακόμη και κοττόπουλα σε αντάλλαγμα. Κατόπιν, λέμε ‘αντίο,’ ανταλλάσσομε και πάλι χειραψία μαζί τους και φεύγομε για τον επόμενο περίβολο σπιτιών, συνοδευόμενοι από ένα πλήθος εκδηλωτικών παιδιών και από μερικούς ενηλίκους, επίσης. Συχνά ο αριθμός των παιδιών που μας ακολουθεί από σπίτι σε σπίτι μεγαλώνει ολοένα, και προσπαθούν δραστήρια να μας συστήσουν και να πουν στους γείτονες τους ότι ήλθαμε να τους μιλήσωμε για τον Θεό.
ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ
Όταν μας καλωσώρισε ο ηλικιωμένος άνδρας σ’ αυτό το χωριό στη δυτική Νιγηρία, περιμέναμε μια ενδιαφέρουσα συζήτησι. Αφού συστηθήκαμε και εξηγήσαμε τον σκοπό μας, εκείνος έκανε νόημα σε άλλους να μας φέρουν καρέκλες, και σύντομα καθόμαστε κάτω από το δένδρο. Η οικογένεια φαινόταν πρόθυμη ν’ ακούση. Στην οικογένεια αυτή περιελαμβάνοντο ο ηλικιωμένος άνδρας, δύο νεαρές γυναίκες, δύο αγόρια, δύο νεαροί άνδρες και ένας άλλος άνδρας τον οποίον θα ονομάσωμε Ιωσήφ. Φαινόταν μεθυσμένος.
Ο Ιωσήφ επιθυμούσε να μας προσκαλέσουν μέσα στο σπίτι· αλλ’ αυτό απερρίφθη από τις οδηγίες του ηλικιωμένου. Όλοι σέβονται ευγενικά τον λόγο ενός ηλικιωμένου. Χαρήκαμε που καθόμαστε έξω, διότι ένα ευχάριστο αεράκι κουνούσε τα φύλλα του δένδρου και μας δρόσιζε απαλά. Ο καθαρός, γαλάζιος απογευματινός ουρανός και το πλούσιο πράσινο φύλλωμα προμήθευαν το κατάλληλο ακριβώς περιβάλλον για να μιλήσωμε για τον Δημιουργό.
Ο Ναθ ήταν εκείνος που άνοιξε τη συζήτησι σχετικά με το πόσο σπουδαίο είναι να γνωρίζη κανείς τον Ιεχωβά. Ο Γκόστα, ο Ιερεμίας κι εγώ καθόμαστε πίσω και απολαμβάναμε τη συζήτησι ή, μάλλον, παρατηρούσαμε τις αντιδράσεις της οικογενείας. Ο Ιερεμίας όμως μπορούσε ν’ απολαμβάνη τη συζήτησι. Μιλούσαν στη γλώσσα Έντο, την τοπική του γλώσσα. Ο Γκόστα κι εγώ είμαστε Μάρτυρες ιεραπόστολοι από το Λάγος και δεν είχαμε την ευκαιρία να μάθωμε τη γλώσσα αυτή. Εν τούτοις, ακολουθώντας προσεκτικά τα Γραφικά εδάφια που εδιαβάζοντο, μπορούσαμε να καταλάβωμε αρκετά καλά τη συζήτησι, και ο Ναθ αργότερα εξήγησε σε όλους τι είχε λεχθή.
Επειδή ο Ναθ είχε μεγαλώσει σ’ αυτό το χωριό, εγνώριζε τις τοπικές συνήθειες. Επωφελήθηκε απ’ αυτή τη γνώσι και άρχισε τη συζήτησι εφιστώντας την προσοχή στην τρέχουσα σοδειά γλυκοπατάτας, λέγοντας: «Τον καιρό αυτό ο λαός μας είναι πολύ ευχαριστημένος, τώρα που οι γλυκοπατάτες είναι ώριμες για θερισμό και ανυπομονούν να θερίσουν τους καρπούς των κόπων τους.» Ο ηλικιωμένος απάντησε: «Αυτό είναι αλήθεια, και είμεθα πολύ ευγνώμονες που περιμένομε μια καλή σοδειά.»
«Υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία πρέπει να είμεθα ευγνώμονες,» συνέχισε ο Ναθ. «Εκτιμάτε ασφαλώς την ανάγκη για κατάλληλες εποχές και τις ορθές συνθήκες για φύτευσι, ανάπτυξι και θερισμό της σοδειάς σας. Δεν είναι πολύ στοργικό από μέρους του Θεού που μας έχει δώσει αυτά τα πράγματα;»
«Εμγουάντα-νο!» («Αυτό είναι αλήθεια!») μουρμούρισαν αρκετοί στην ομάδα.
«Αυτός ο στοργικός Θεός ενδιαφέρεται για τη δική μας ζωή, τη ζωή των ανθρώπων,» είπε ο Ναθ. «Παρέχει τα πράγματα που χρειαζόμεθα για να διατηρούμενα στη ζωή και να είμαστε ευτυχισμένοι τώρα, καθώς και τα πράγματα που χρειαζόμεθα για να μπορέσωμε ν’ αποκτήσωμε αιώνια ζωή. Γι’ αυτό ακριβώς ήλθαμε, για να σας βοηθήσωμε να γνωρίσετε αυτό τον στοργικό Θεό.»
Ο ηλικιωμένος παρετήρησε: «Χαιρόμεθα που ήλθατε,» και με τα λόγια του συμφώνησαν κι άλλοι που εξέφρασαν την εκτίμησί τους. Εν τούτοις, ο Ιωσήφ διέκοψε, έπιασε τον Γκόστα σταθερά από το γόνατο και είπε: «Θέλομε ν’ ακούσωμε αυτό τον άνδρα να μιλά.» Τα θολά μάτια του Ιωσήφ κοίταξαν γύρω την ομάδα, και προσπάθησε να σηκωθή, αλλά έπεσε και πάλι στην καρέκλα του, καθώς κάποιος τον έπιασε σταθερά από τον ώμο. Από την αρχή, είχαμε καταλάβει ότι είχε πιει πάρα πολύ φοινικόκρασο. Τα δύο νεαρά αγόρια έδειξαν με τα επιφωνήματά τους ότι δυσαρεστήθηκαν για τη διακοπή και ο Γκόστα καθησύχασε τον Ιωσήφ, βεβαιώνοντάς τον ότι θα μιλούσε αργότερα.
Ο Ναθ συνέχισε: «Για να σας δείξω πόσα πολλά οφείλομε στον Θεό και πόσο εξαρτώμεθα απ’ αυτόν, θα ήθελα να σας διαβάσω τι λέγει η Αγία Γραφή εδώ, στον Ψαλμό 145:15, 16.» Ενώ ο Ιερεμίας μετέφραζε στη γλώσσα Έντο, ο Ναθ διάβαζε στα Αγγλικά: «Οι οφθαλμοί πάντων αποβλέπουσι προς σε Ιεχωβά· και συ δίδεις εις αυτούς την τροφήν αυτών εν καιρώ. Ανοίγεις την χείρά σου και χορταίνεις την επιθυμίαν παντός ζώντος.» Ο Ναθ συνέχισε για να δείξη πόσο θαυμάσια ο Ιεχωβά Θεός έχει προμηθεύσει τροφή, ενδυμασία και στέγη, και με πόσο θαυμάσιο τρόπο έκανε τη γη για να κατοικήση σ’ αυτήν ο άνθρωπος και ν’ απολαμβάνη τη ζωή.
Πόσο κατάλληλο ήταν το περιβάλλον μας για μια τέτοια συζήτησι! Ο ήλιος είχε τώρα χαμηλώσει προς τα δυτικά και άρχιζαν να σχηματίζωνται λεπτές ακτίνες φωτός που πέρναγαν μέσα από τα δένδρα, καθώς ο αέρας ήταν γεμάτος με χρυσή σκόνη. Ένα ροζ-σομόν χρώμα έβαφε τα μακρυνά σύννεφα στις άκρες τους. Πίσω απ’ αυτά, το γαλάζιο φόντο του ουρανού συμπλήρωνε ένα πίνακα που έφερνε ευχαρίστησι στα μάτια. Μπορούσαμε πράγματι να είμεθα ευγνώμονες στον Θεό που έχει εμφυτεύσει μέσα μας εκτίμησι γι’ αυτή την ομορφιά.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΙΣ ΕΝΟΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ
Ενώ συνεχιζόταν αυτή η συζήτησις, οι δύο νεαρές γυναίκες έφυγαν για να φροντίσουν τα οικιακά τους καθήκοντα, αλλά επέστρεψαν μετά από λίγο. Αρκετοί περαστικοί, περιλαμβανομένου και ενός που ωδηγούσε μοτοποδήλατο, ήλθαν για ν’ ακούσουν. Έτσι, το ακροατήριό μας αυξήθηκε σε 15 άτομα από πέντε τουλάχιστον διαφορετικά σπίτια. Κατόπιν, ένας άλλος ηλικιωμένος, κουτσαίνοντας τρομερά στο βάδισμά του επειδή το ένα του πόδι ήταν άσχημα παραμορφωμένο, βγήκε έξω από ένα απ’ αυτά τα σπίτια και ενώθηκε στην παρέα μας. Αμέσως, άρχισε να συμμετέχη στη συζήτησι.
Ήταν μια ασυνήθης χειρονομία σεβασμού και ενδιαφέροντος εκ μέρους του. Κατά συνήθεια, ένας ηλικιωμένος Νιγηριανός δεν βγαίνει έξω από το σπίτι του να συναντήση ξένους. Οι ξένοι πρέπει να μπουν για να τον συναντήσουν. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο ο Ιωσήφ ίσως στην αρχή επέμεινε να μας προσκαλέσουν μέσα. Εν τούτοις, ο άλλος ηλικιωμένος καθόταν ήδη έξω και μας είχε καλοδεχθή.
Όταν έφθασε και ο δεύτερος ηλικιωμένος, ο Ναθ, βοηθούμενος από τα παραδείγματα του Ιερεμία, εξηγούσε ότι η ανθρωπότης γενικά δεν εκτίμησε τις στοργικές προμήθειες του Ιεχωβά. Δεν επιζήτησε να μάθη την αλήθεια σχετικά με τον Θεό για να τον υπηρετή «εν πνεύματι και αληθεία.» (Ιωάν. 4:24) Γι’ αυτό υπάρχουν τόσο πολλά παθήματα και καταπιέσεις επάνω στη γη. Εν τούτοις, ο Ναθ εξήγησε ότι έχομε λόγους να είμεθα ευτυχείς. Γιατί; Επειδή ο Θεός προμηθεύει άφθονα πράγματα για όλους τους ανθρώπους, εξασφαλίζει προστασία για κείνους που τον υπηρετούν και θα θέση τέλος στην ανομία, απομακρύνοντας τους εργάτες της αδικίας «όπως ακριβώς εσύ βγάζεις τα αγριόχορτα που απειλούν να καταστρέψουν τη σοδειά σου.» Κατόπιν, διάβασε το εδάφιο Ψαλμός 145:20, το οποίο λέγει: «Ο Κύριος φυλάττει πάντας τους αγαπώντας αυτόν· θέλει δε εξολοθρεύσει πάντας τους ασεβείς.»
Αυτά ήσαν πράγματι αγαθά νέα για τους ακροατές μας. Εξέφρασαν ικανοποίησι που ο Ιεχωβά προστατεύει τους δούλους του και θα καταστρέψη τους ασεβείς οι οποίοι δημιουργούν φασαρίες. «Αλλά,» ρώτησε ένας ακροατής, «πώς μπορούμε να γνωρίζωμε αν ο Θεός πρόκειται να μας προστατεύση;»
ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΕΟ
Ο Ναθ, απαντώντας, εξήγησε πόσο σπουδαίο είναι να γνωρίσωμε τον Θεό με ακρίβεια. Είπε: «Η Αγία Γραφή περιέχει όλες τις διδασκαλίες σχετικά με τον Θεό και μας λέγει γιατί και πώς πρέπει να τον λατρεύωμε. Παρατηρήστε εδώ πώς ο Θεός μάς προσκαλεί να τον εκζητούμε και να μάθωμε δικαιοσύνη, αν θέλωμε να έχωμε την προστασία του. Το εδάφιο Σοφονίας 2:3 αναφέρει: ‘Ζητείτε τον Κύριον, πάντες οι πραείς της γης, οι εκτελέσαντες τας κρίσεις αυτού· ζητείτε δικαιοσύνην, ζητείτε πραότητα, ίσως σκεπασθήτε εν τη ημέρα της οργής του Κυρίου.’»
Τη δήλωσι αυτή ακολούθησε μια ζωηρή συζήτησι, στη διάρκεια της οποίας τονίσθηκε ότι, όπως ακριβώς ο γεωργός παρατηρεί τους φυσικούς νόμους που διέπουν την εποχή, την κατάστασι του εδάφους και άλλα πράγματα όταν καλλιεργή τη σοδειά του, και εμείς επίσης πρέπει να παρατηρούμε τους νόμους του Ιεχωβά σχετικά με τη διαγωγή μας και τη λατρεία μας προς αυτόν. Πρέπει να ‘εκζητούμε τον Ιεχωβά.’ «Αυτό σημαίνει,» συνεπέρανε ο Ναθ, «ότι πρέπει να μελετούμε την Αγία Γραφή για να μάθωμε για τον Θεό και κατόπιν να προσπαθούμε να ζήσωμε σε αρμονία με το θέλημά του.»
Στο σημείο αυτό, ο πρώτος ηλικιωμένος παρατήρησε: «Όλα που μας είπες είναι αλήθεια. Αλλά εκεί που πάμε τώρα είναι πιο κοντά απ’ εκεί που ήλθαμε. Είμαστε τώρα πολύ ηλικιωμένοι και δεν μπορούμε ν’ αρχίσωμε να μαθαίνωμε καινούργια πράγματα. Αλλά μπορείς να διδάξης τα παιδιά μας.»
Ο δεύτερος ηλικιωμένος συμφώνησε μ’ αυτό και, κατόπιν, είπε: «Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν ενδιαφερόμεθα. Αλλιώς, δεν θα έβγαινα από το σπίτι για να έλθω στη συντροφιά σας. Αλλά είμαστε ηλικιωμένοι τώρα και δεν μπορούμε να διαβάσωμε. Πώς μπορούμε να μάθωμε όλα αυτά τα πράγματα για να γνωρίσωμε τον Θεό με τον τρόπο που μας εξήγησες; Μας έχουν επισκεφθή και πριν Μάρτυρες του Ιεχωβά και δεχθήκαμε μάλιστα και βιβλία απ’ αυτούς. Τα παιδιά μας τώρα πρέπει να διαβάσουν και να προσπαθήσουν να μάθουν αυτά τα πράγματα.»
Τόσο ο Γκόστα όσο κι εγώ προσκληθήκαμε να μιλήσωμε. Με μετάφρασι, εξηγήσαμε πόσοι ηλικιωμένοι άρχισαν να μελετούν την Αγία Γραφή και έμαθαν τόσα πολλά ώστε μπόρεσαν να διδάξουν και άλλους. Μερικοί που ήσαν πάνω από 70 ετών, ηλικία που σκεφθήκαμε ότι θα είναι η ηλικία των δύο αυτών ανδρών, κατώρθωσαν να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν σ’ αυτή τη γεροντική ηλικία.
Ο Ιωσήφ έδωσε περισσότερη προσοχή απ’ όση πριν καθώς ο Γκόστα εξηγούσε ότι ο Ιεχωβά δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους που έχουν γηράσει. Αντιθέτως, ο Θεός βοηθεί τους πρόθυμους να γίνουν κατάλληλοι για να συμμετέχουν στη γνωστοποίησι των σκοπών του. Ο Γκόστα περαιτέρω εξήγησε: «Ο Ιεχωβά ενδιαφέρεται ζωηρά για μας. Όταν συγκεντρωνώμεθα μαζί για να μιλήσωμε γι’ αυτόν, όπως ακριβώς κάναμε εδώ, ή όταν μελετούμε τον Λόγο του ή τον εξηγούμε στους άλλους, εκείνος προσέχει. Μπορείτε να είσθε βέβαιοι ότι εκείνος θα θυμηθή τις προσπάθειές σας να τον γνωρίσετε και να τον υπηρετήσετε, επειδή θ’ ακολουθήτε την πορεία που δείχνει ότι τρέφετε φόβο και σεβασμό για το όνομά του.»
Και πάλι μίλησαν και οι δύο ηλικιωμένοι, εκφράζοντας εκτίμησι για την επίσκεψί μας και δείχνοντας επιθυμία για βοήθεια να μελετήσουν την Αγία Γραφή. Διάφορα άτομα στην ομάδα δέχθηκαν τα περιοδικά και τους βεβαιώσαμε ότι θα εγίνοντο διευθετήσεις να τους επισκεφθούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά για να τους διδάσκουν τακτικά τη Γραφή. Κατόπιν, αφού ανταλλάξαμε και πάλι χειραψία με τον κάθε ένα προσωπικά και υπό το χορό του «Οκχιεντέχια!» («Αντίο!») τερματίσαμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα επίσκεψι.
Αυτή η μια επίσκεψις είχε καλύψει τον διαθέσιμο χρόνο μας. Όπως συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις, επιστρέψαμε σπίτι αισθανόμενοι ευτυχείς και ευγνώμονες για το προνόμιο που είχαμε να κάνωμε έργο μαρτυρίας σ’ αυτούς τους ταπεινούς χωρικούς, που τρέφουν τόσο βαθύ σεβασμό για τον Θεό και τον Λόγο του.