Μια Ματιά στις Ειδήσεις
Ποιος Πρέπει ν’ Αποφασίση;
● «Ο κάθε άνθρωπος μπορεί ο ίδιος να αποφασίζη για τη ζωή του,» ανεκοίνωσε η εφημερίδα «Γουίνερ Κούριερ» αναφέροντας το περιεχόμενο μιας συσκέψεως των δικηγόρων της Αυστρίας στο Ότενστεϊν τον Φεβρουάριο του 1978. Κατέληξαν στη συμφωνία ότι ο ασθενής, και όχι ο ιατρός, έχει τη δύναμι να παίρνη αποφάσεις ζωής ή θανάτου για το άτομό του. Η εφημερίδα προσέθεσε ότι όταν επίκειται κίνδυνος θανάτου «ο ιατρός πρέπει να δεχθή την θέλησι του ασθενούς.»
Σύμφωνα μ’ αυτή την αρχή, ετονίσθη ότι ο γιατρός μπορεί να μη δώση αίμα σε κάποιο Μάρτυρα του Ιεχωβά, ο οποίος αρνείται να υποστή μετάγγισι αίματος προβάλλοντας σαν αιτία την πίστι του. Η παροχή αίματος κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί να δικαιωθή από νομικής πλευράς, ωμολόγησε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ Χέινζ Ζιπφ.
Όταν οι ιατροί, καθώς και όσοι ανήκουν στον νομικό κλάδο, σέβωνται την ανωτέρω αρχή στις σχέσεις τους με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, επιδεικνύουν τον σεβασμό που αρμόζει σε θέματα που αφορούν την ανθρώπινη συνείδησι. Επί πλέον, αυτοί οι ειδικοί με τον τρόπο αυτό συμπεριφέρονται προς τους άλλους όπως θα επιθυμούσαν οι ίδιοι να τους συμπεριφέρωνται οι άλλοι. Αυτός ο τρόπος ενεργείας είναι και σοφός και ικανοποιητικός, και εναρμονίζεται με τα εξής λόγια του Ιησού Χριστού: «Λοιπόν πάντα όσα αν θέλητε να κάμνωσιν εις εσάς οι άνθρωποι, ούτω και σεις κάμνετε εις αυτούς.»—Ματθ. 7:12.
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αναγνωρίζουν ότι αποτελεί υποχρέωσί τους ενώπιον του Θεού να ‘απέχουν . . . από αίματος,’ και εκτιμούν τη συνεργασία και τις υπηρεσίες των ιατρών και όλων εκείνων που αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ατόμου να λαμβάνη προσωπικές αποφάσεις σε τόσο σοβαρά θέματα. (Πράξ. 15:28, 29) Αναγνωρίζουν ότι η προοπτική αιωνίου ζωής εξαρτάται από την υπακοή τους προς τον Ιεχωβά Θεό.—1 Ιωάν. 5:3, 11.
Είναι η Ψυχοθεραπεία η Λύσις;
● Τελικά, πόσο επιτυχής είναι η ψυχιατρική θεραπεία; Μια πρόσφατη μελέτη παρακολουθήσεως πολλών νεαρών οι οποίοι έλαβαν τέτοια θεραπεία πριν από 30 και πλέον χρόνια στη Μασσαχουσέτη, των Η.Π., αποκαλύπτει ότι «σχεδόν χωρίς εξαίρεσι, η θεωρία φαίνεται ότι είχε ένα αρνητικό ή τουλάχιστον, ένα μη θετικό αποτέλεσμα στους νεαρούς στη μετέπειτα ζωή τους.»—«Σάιενς Νιούς,» 26 Νοεμβρίου 1977, σελ. 357.
Το ήμισυ από τα 500 και πλέον «κανονικά» και «δύσκολα» παιδιά ηλικίας πέντε έως 13 ετών, που εξελέγησαν στην τύχη, έλαβαν χωριστά το καθένα ψυχιατρική συμβουλή επί πέντε χρόνια. Το άλλο ήμισυ σε κάθε κατηγορία δεν έλαβε συμβουλή. Ένας έλεγχος των εγκληματολογικών αρχείων των ατόμων αυτών μετά από 30 χρόνια απεκάλυψε ότι εκείνοι που είχαν τύχει θεραπείας ενασχολήθησαν σε περισσότερα εγκλήματα από εκείνους που δεν είχαν τύχει θεραπείας. Επί πλέον, λέγει το περιοδικό «Σάιενς Νιούς,» «η τάσις αντικοινωνικής και εγκληματικής συμπεριφοράς αυξήθηκε (ή δεν μειώθηκε) μεταξύ αγοριών που έλαβαν θεραπεία επί μακρότερη περίοδο χρόνου, που είχαν πιο συχνή επαφή με συμβούλους, που άρχισαν θεραπεία ενωρίτερα από τη μέση ηλικία . . .» Ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Ντρέξελ λέγει ότι αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι «οι τόσο ευρέως διαδεδομένες πεποιθήσεις σχετικά με την ψυχιατρική θεραπεία μπορεί να είναι αβάσιμες.»
Οι Χειρουργοί Χρησιμοποιούν Απηρχαιωμένες Τεχνικές;
● Μια κυρία η οποία προσφάτως υπέστη εγχείρησι ανοιχτής καρδιάς, παραπονέθηκε σ’ έναν δημοσιογράφο της ιατρικής στήλης ότι έπαθε ηπατίτιδα όταν έφυγε από το νοσοκομείο. Ο δημοσιογράφος, Δρ Ρόμπερτ Μέντελζον, έγραψε ότι «δεν εξεπλάγην όταν άκουσα ότι [εκείνη] προσβλήθηκε από μολυσματική ηπατίτιδα μετά από εγχείρησι ανοιχτής καρδιάς, διότι το ενδεχόμενο να συμβή αυτή η σοβαρή περίπτωσις μετά από μεταγγίσεις αίματος είναι ευρέως γνωστό.»
Ο Δρ Μέντελζον εν συνεχεία έγραψε ότι ένας «μάλλον σημαντικός αριθμός εγχειρήσεων ανοιχτής καρδιάς που χρησιμοποιούν υποκατάστατα του αίματος εκτελούνται σε ασθενείς Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι απορρίπτουν την περίπτωσι μεταγγίσεως αίματος. Συχνά αναρωτιέμαι γιατί αυτές οι ίδιες μέθοδοι να μη χρησιμοποιούνται πιο ευρέως. Μια αιτία για την απροθυμία των χειρουργών να χρησιμοποιούν τέτοιες προηγμένες μεθόδους μπορεί να γίνη αντιληπτή από τις υποδείξεις του Δρος Μέντελζον σχετικά με το ότι οι άνθρωποι που χρειάζονται εγχείρησι θα πρέπει να ρωτούν τους χειρουργούς των «αν είναι εξοικειωμένοι μ’ αυτές τις επιστημονικές μεθόδους [σχετικά με εγχείρησι χωρίς αίμα].» Προφανώς πολλοί δεν είναι.
Αν όλοι οι χειρουργοί είναι ενημερωμένοι γι’ αυτό το ζήτημα, τότε, όπως παρατηρεί ο Δρ Μέντελζον, «ίσως αυτό μας προφυλάξη όλους από την περίπτωσι της ηπατίτιδος μετά από την εγχείρησι, και θα μας δώση και άλλα πλεονεκτήματα που μόνο οι Μάρτυρες του Ιεχωβά απολαμβάνουν.» Συμβαίνει αυτό που είπε ο Θεός στον Ιησού του Ναυή: Αν «κάμνης κατά πάντα όσα είναι γεγραμμένα» στο νόμο του Ιεχωβά, «τότε θέλεις ευοδούσθαι εις την οδόν σου, και τότε θέλεις φέρεσθαι μετά συνέσεως.»—Ιησ. Ναυή 1:8.
Χάσμα Επικοινωνίας
● Όταν νεαροί απ’ όλο τον κόσμο προσεκλήθησαν να πουν στον Πάπα Παύλο τον VI «οτιδήποτε πιστεύουν ότι χρειάζεται να γνωρίζη ο Πάπας για να αξιολογήση το έργο του γι’ αυτούς τους νέους,» 1.200 ανταποκρίθησαν με μια ευρεία κλίμακα παραπόνων. «Η εκκλησία φαίνεται ότι υποφέρει από το ίδιο πράγμα που υποφέρουν και οι νομικοί, από λειτουργική αγραμματοσύνη,» έγραψε ένας 16-χρονος Καθολικός. «Αυτό σημαίνει ότι όταν κάνης μια δήλωσι, μπορεί να κατανοηθή από τους επισκόπους, αλλά για τους κοινούς ανθρώπους είναι απλώς ένα σύνολο λέξεων.»
Ωστόσο, αντί να διασαφηνίζουν τα πνευματικά ζητήματα στους λαϊκούς, οι κληρικοί φαίνεται ότι έχουν την τάσι να τους κρατούν στο σκοτάδι. Ο Βενεδικτίνος ιερεύς Κόλμαν Μπάρι πρόσφατα συνέστησε να χρησιμοποιήται η Λατινική σ’ όλα τα συγγράμματα των θεολόγων για ν’ αποφευχθή ενόχλησι των λαϊκών από τις σκέψεις των θεολόγων. Έτσι, «οι θεολόγοι θα εκρίνοντο από τους ισαξίους των,» δήλωσε, «και όχι από εκκλησιαστικούς αναρμοδίους.»
Αλλά, αντί να θεωρούνται «εκκλησιαστικοί αναρμόδιοι,» δεν έπρεπε όλοι εκείνοι που ανήκουν στη Χριστιανική εκκλησία να διδάσκωνται τον Λόγο του Θεού εξ ίσου, όπως και οι πρώτοι Χριστιανοί; Και, όπως είπε ο απόστολος Παύλος, «εάν δεν δώσητε δια της γλώσσης φωνήν ευκατάληπτον, πώς θέλει γνωρισθή το λαλούμενον; Διότι θέλατε λαλεί εις τον αέρα.»—1 Κορ. 14:9-11.