Βρίσκοντας Κάτι Καλύτερο από τον Πλούτο
Αφήγησις υπό Σόζο Μίμα
Το 1946 επέστρεψα στο Κιότο της Ιαπωνίας, αφού έμεινα τέσσερα χρόνια στην Μαντζουρία και στην Κίνα, πολεμώντας στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πραγματικά, ήμουν τυχερός—εκατομμύρια άλλοι δεν επέστρεψαν.
Πίσω στην πατρίδα μου, η χώρα μου ήταν γεμάτη ερείπια. Ολόκληρες πόλεις είχαν καταστραφή. Οι άνθρωποι ευρίσκοντο σε κατάστασι συγχύσεως και υπέφεραν από πείνα. Έβλεπε κανείς τις μητέρες ν’ αναζητούν υπολείμματα τροφίμων για τα βρέφη τους που λιμοκτονούσαν. Συγχρόνως, όμως, οι πλούσιοι μπορούσαν πάντοτε ν’ αγοράζουν ό,τι εχρειάζοντο στη «Μαύρη Αγορά.» Εγνώριζα τι εσήμαινε να είναι κανείς φτωχός και δεν ήθελα ποτέ να το ξαναδοκιμάσω. Η απόκτησις χρημάτων, λοιπόν, έγινε ο κύριος στόχος της ζωής μου.
Αλλά, όπως θα παρατηρήσετε, βρήκα κάτι καλύτερο από τα υλικά αποκτήματα.
Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν τριών ετών και με ανέθρεψε η γιαγιά μου. Κατοικούσα σε μια υπαίθρια περιοχή κοντά στο Κιότο ώσπου απεφοίτησα από το γυμνάσιο σε ηλικία 16 ετών. Δεν συμπαθούσα πολύ το σχολείο, και γι’ αυτό απεφάσισα ν’ ασχοληθώ με τη μικρή επιχείρησι του πατέρα μου που συνίστατο στην πώλησι ειδών από άχυρο, δηλαδή τσαντών από άχυρο, σχοινιών, ψαθών, κλπ. Έμεινα εκεί ως τότε που η Ιαπωνία εισήλθε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τότε, το 1941, σε ηλικία 20 ετών, με κάλεσαν στο στρατό.
Εκείνες τις μέρες σκεπτόμουν πολύ και διερωτόμουν τι συμβαίνει σ’ ένα άτομο όταν πεθαίνη. Πολλούς από μας τους νέους μάς απασχολούσε το θέμα του θανάτου, επειδή γνωρίζαμε ότι οι νέοι που θα πήγαιναν στον πόλεμο πιθανώς θα εφονεύοντο. Μου εφαίνετο άδικο ν’ απολαμβάνουν τη ζωή τα γηραιότερα άτομα, κι εγώ να πεθάνω νέος. Μολονότι ο Σιντοϊσμός ήταν επικρατούσα θρησκεία στην Ιαπωνία τότε, δεν μου προμήθευσε ποτέ κάτι που θα με βοηθούσε πνευματικά.
Μετά την επιστροφή μου από τον πόλεμο, σύμφωνα με ένα Ανατολικό έθιμο, νυμφεύθηκα τη χήρα του αδελφού μου, ο οποίος είχε φονευθή στον πόλεμο. Μετά από λίγο καιρό, εκείνη πέθανε από φυματίωσι. Ακολουθώντας ένα άλλο Ιαπωνικό έθιμο, ο πατέρας μου διευθέτησε, μέσω ενός μεσάζοντος, να νυμφευθώ τη σημερινή μου σύζυγο, τη Μιτσούη.
Η εκπαίδευσίς μου ήταν περιωρισμένη και διερωτόμουν τι να κάνω για να ζήσω. Επειδή είχαμε χάσει τα περισσότερα από τα υλικά αποκτήματά μας στη διάρκεια του πολέμου, εκείνο που είχε τώρα σημασία για μένα ήταν η οικονομική εξασφάλισις, να κάνω όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Η ευφυΐα και η σκληρή εργασία αποτελούσαν το κλειδί της επιτυχίας, όπως πίστευα, και όχι κατ’ ανάγκην η καλή εκπαίδευσις. Με τον καιρό άνοιξα μια νέα επιχείρησι που συνίστατο στη μεταφορά κιβωτίων με νωπά λαχανικά και οπωρικά από τους τόπους παραγωγής προς την αγορά.
Εργαζόμουν σκληρά μέρα και νύχτα προσπαθώντας ν’ αναπτύξω την επιχείρησι αυτή. Και άρχισε πράγματι να επιτυγχάνη, μολονότι εγώ δεν αποκτούσα όσα πλούτη ήλπιζα. Κατόπιν, άρχισα να πληρώνω το τίμημα για τη σκληρή, παράλογη πίεσι που είχα επιβάλει στον εαυτό μου. Αρρώστησα βαριά και μπήκα στο νοσοκομείο.
Επί εβδομάδες η σύζυγός μου έπρεπε να με φροντίζη. Νόμιζα ότι η ασθένειά μου ήταν ανίατη και ότι θα πέθαινα. Έτσι, άρχισε πάλι να με απασχολή το θέμα του θανάτου και το τι συμβαίνει σ’ ένα άτομο όταν πεθαίνη.
ΕΧΕΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ;
Για να βρω απάντησι, στράφηκα στη θρησκεία. Στα νεανικά μου χρόνια είχα μάθει κάτι για τον Βουδδισμό Σινσού κι έτσι τώρα άρχισα πάλι να ενδιαφέρωμαι γι’ αυτόν. Ο Βουδδισμός διδάσκει ότι υπάρχει ένας κόσμος αθανάτων πνευμάτων, και ότι όλοι όσοι πεθαίνουν γίνονται μέρος αυτού του πνευματικού κόσμου. Διδάσκει, επίσης, ότι τα πνεύματα μερικών ανθρώπων θα βασανίζωνται σ’ έναν «άδη.»
Το πίστευα αυτό, και γι’ αυτό είχα πεποίθησι ότι οι άνθρωποι έχουν κάτι αθάνατο μέσα τους που επιζή κατά τον θάνατο και ζη μέσα σ’ ένα πνευματικό κόσμο. Επιθυμούσα να βεβαιωθώ ότι αυτή η υποτιθέμενη εσωτερική ζωή μου δεν θα πήγαινε σε κάποιο τόπο βασάνων, αλλά θ’ απελάμβανε ένα ευτυχισμένο μέλλον μετά τον θάνατο. Εν τούτοις, για μεγάλη απογοήτευσι, εκείνος που μου δίδασκε τη θρησκεία του Βουδδισμού Σινσού πέθανε και δεν μπορούσα να λάβω τις απαντήσεις που ήθελα.
Εξακολουθούσα ακόμη ν’ αναζητώ την οδό της σωτηρίας παρακολουθώντας άλλες Βουδδιστικές συναθροίσεις. Πήγα μάλιστα και σε μερικές Προτεσταντικές και Καθολικές εκκλησίες. Ενδιαφέρει να λεχθή ότι διεπίστωσα ότι κι αυτές οι θρησκείες δίδασκαν σχεδόν όμοια πράγματα με τους Βουδδιστάς, δηλαδή, ότι ένα άτομο μπορεί ή να δαπανήση την μεταθάνατο ζωή του σ’ ένα τόπο πυρίνων βασάνων ή ν’ απολαμβάνη σωτηρία στον ουρανό, ανάλογα με τη ζωή που είχε ζήσει όταν ήταν στη γη. Αλλά οι απαντήσεις δεν ήσαν ικανοποιητικές. Επίσης, μπόρεσα να διακρίνω την ιδιοτέλεια και την απληστία αυτών των εκκλησιών και έπαυσα να πηγαίνω σ’ αυτές.
Στη διάρκεια της ασθενείας μου, μ’ επισκέφθηκε η Λωίς Ντάυερ, μια Αυστραλιανή ιεραπόστολος των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Αυτή προσφέρθηκε να κάνη μια Γραφική μελέτη στο σπίτι μου δωρεάν κι εγώ ευχαρίστως δέχθηκα. Αλλά καθώς η μελέτη προχωρούσε, η χαρά μου μεταστράφηκε σε στενοχώρια.
Αυτό ωφείλετο ιδιαίτερα στη Βιβλική διδασκαλία ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι αθάνατη. Η Λωίς μού διάβασε Γραφικά εδάφια όπως το Ιεζεκιήλ 18:4, που λέγει: «Η ψυχή η αμαρτήσασα, αυτή θέλει αποθάνει.» Πολύ θύμωσα που το άκουσα αυτό, προσπάθησα μάλιστα να σταματήσω τη μελέτη. Επίσης, η μελέτη κατά καιρούς εφαίνετο δύσκολη, πράγμα που μ’ έκανε να ερωτώ: «Γιατί πρέπει να μελετά κανείς τόσο δύσκολα πράγματα για ν’ αποκτήση σωτηρία; Δεν υπάρχει κανένας απλούστερος τρόπος;»
Η Λωίς εξήγησε ότι εξ αιτίας των ψευδών που δίδαξαν οι θρησκείες επί αιώνες, οι εσφαλμένες αντιλήψεις είναι βαθιά ριζωμένες στην καρδιά των ανθρώπων. Η επιμελής μελέτη, λοιπόν, είναι αναγκαία για να διακρίνωμε μεταξύ της αληθείας και της πλάνης. Είπε επίσης ότι μόνο η αλήθεια θα οδηγήση τους ανθρώπους σε αιώνια σωτηρία.
Μετά την εξήγησι αυτή που μου έδωσε, άρχισα ν’ αναγνωρίζω ότι είναι πραγματικά αναγκαία η σοβαρή μελέτη για να μάθω τις αλήθειες του Θεού. Αυτό το Γραφικό εδάφιο μ’ εντυπωσίαζε: «Εάν ζητήσης αυτήν ως αργύριον και εξερευνήσης αυτήν ως κεκρυμμένους θησαυρούς, τότε θέλεις εννοήσει τον φόβον του Ιεχωβά και θέλεις ευρεί την επίγνωσιν του Θεού.» (Παροιμ. 2:4, 5, ΜΝΚ) Τότε άρχισα ν’ απολαμβάνω την Αγία Γραφή. Καθώς εξετάζαμε τις διδασκαλίες της άρχισα να κατανοώ εκείνα που μελετούσαμε.
Κατενόησα ότι είναι αλήθεια το ότι οι άνθρωποι είναι ψυχές και ότι στον θάνατο η ψυχή πεθαίνει. Οι νεκροί δεν έχουν συνειδητότητα. (Εκκλησ. 9:5, 10· Ψαλμ. 146:4) Αλλά ο Παντοδύναμος Θεός έχει τη δύναμι να επαναφέρη ανθρώπους στη ζωή και η βέβαιη υπόσχεσίς του είναι ότι θα το κάνη. (Ιωάν. 5:28, 29· Πράξ. 24:15) Η Γραφή επίσης σαφώς διδάσκει ότι αυτή η γη στην οποία ζούμε θα μετατραπή σε μια ωραία κατοικία για τους ανθρώπους που υπακούουν στον Θεό. (Αποκάλ. 21:3, 4) Αυτές οι Γραφικές διδασκαλίες άρχισαν να με εντυπωσιάζουν βαθιά και να επηρεάζουν τη ζωή μου.
Σύντομα ανέρρωσα και μπόρεσα να επανέλθω στην εργασία μου για να στηρίξω τη βυθιζόμενη επιχείρησί μου. Αλλά η άποψίς μου για την απόκτησι πλούτου, καθώς και για τον Βουδδισμό, είχαν αλλάξει. Άρχισα να λέγω στον Βουδδιστή ιερέα όσα είχα μάθει από την Αγία Γραφή. Αυτό έκαμε τον πατέρα μου να οργισθή και μας έδιωξε από το σπίτι του. Έτσι, διαμορφώσαμε ένα από τα δωμάτια στο γραφείο της εργασίας μου και μετακομίσαμε εκεί.
ΕΠΙΔΙΩΞΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ ΣΤΟΧΟΥ
Εκείνο τον καιρό ο τόπος συναθροίσεων των Μαρτύρων του Ιεχωβά ήταν σε απόστασι μιας ώρας με το αυτοκίνητο. Ήταν ένας δημόσιος χώρος, ένα μικρό νοικιασμένο δωμάτιο ιαπωνικού τύπου, διαστάσεων περίπου τέσσερα επί επτά μέτρα (13 επί 23 πόδια). Οι κάτοικοι των συνεχομένων δωματίων έπαιζαν ιαπωνικό σκάκι που λέγεται Γκο, ή μάθαιναν τη χρήσι του άβακος και έκαναν πολύ θόρυβο. Εντυπωσιάσθηκα από την ειλικρίνεια και τον ενθουσιασμό των ατόμων που παρακολουθούσαν τις συναθροίσεις, περιλαμβανομένων και πολλών νεαρών, οι οποίοι πρόσεχαν πολύ την ύλη που μελετάτο παρά τις γύρω ενοχλήσεις.
Πάντοτε θα θυμάμαι την πρώτη Ανάμνησι του θανάτου του Χριστού που παρακολούθησα το έτος 1955. Όπως θα γνωρίζετε, η εορτή αυτή λέγεται «Δείπνον του Κυρίου» ή «Κυριακόν δείπνον.» (1 Κορ. 11:20) Μη γνωρίζοντας τι είδους δείπνο θα παρετίθετο, πήγα μαζί με ένα άλλον σπουδαστή της Γραφής φορώντας το καλύτερο μου κοστούμι και χωρίς να έχω φάγει το βραδυνό μου φαγητό. Στο δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι, πεινούσαμε πολύ και οι δύο!
Έπειτα άρχισα να παρακολουθώ τις εξαμηνιαίες συνελεύσεις περιοχής των Μαρτύρων του Ιεχωβά που διαρκούσαν δυο ή τρεις μέρες. Τις ημέρες που παρακολουθούσα τις συνελεύσεις ανησυχούσα για την εργασία μου. Αλλά η ευτυχισμένη επικοινωνία με τους θαυμάσιους ανθρώπους που ήσαν εκεί άρχισε να μου γίνεται πιο σπουδαία από την απόκτησι χρήματος.
Μου φαινόταν λογικό ότι αν η Αγία Γραφή περιέχη την οδό της σωτηρίας, το πιο σωστό πράγμα να κάνω ήταν να μεταδίδω τις αλήθειές της και στους άλλους. Με τον καιρό άρχισα να βοηθώ τους άλλους να μελετούν την Αγία Γραφή στο σπίτι τους. Η πρώτη τακτική μελέτη που διεξήγα ήταν μ’ ένα ζωγράφο. Ένα βράδυ που χιόνιζε, καθώς πήγαινα προς το σπίτι μου, ήλθαν στη διάνοιά μου ερωτήματα: «Γιατί το κάνω αυτό σε μια τόσο προχωρημένη ώρα; Γιατί να μην απολαμβάνω εγώ τη δική μου σωτηρία; Γνωρίζω τη σπουδαιότητα του έργου, αλλά γιατί . . . ;»
Καθώς προχωρούσα με κόπο μέσα στο χιόνι, προσευχόμουν στον Ιεχωβά γι’ αυτό το ζήτημα. Τότε θυμήθηκα εκείνο που είχε πει η ιεραπόστολος όταν την ερώτησα αν υπάρχη ένας απλούστερος τρόπος σωτηρίας. Είχε πει: «Ο Θεός είναι αγάπη και η ιδιοτέλεια και το μίσος προέρχονται από τον Διάβολο.» Πράγματι, πολλοί άνθρωποι επιδίδονται στην ιδιοτελή αναζήτησι πλούτου. Αλλά διέκρινα ότι αυτό το έργο του κηρύγματος είναι κάτι πολύ ανιδιοτελές· είναι έργο του Θεού. Μ’ αυτό, ο Ιεχωβά θέλει να συνάξη ανθρώπους που θ’ ακούσουν και θα εκπαιδευθούν για σωτηρία.
Εκείνη τη στιγμή κατενόησα πληρέστερα την αγάπη του Θεού και πόσο σπουδαίοι είναι οι κόποι της αγάπης που καταβάλλομε. Προτού κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα ευχαρίστησα με την καρδιά μου τον Ιεχωβά για την κατανόησι που μου έδωσε. Αυτή την εμπειρία τη θυμάμαι καθαρά μέχρι σήμερα.
ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ
Τώρα άρχισα να συναντώ περισσότερη εναντίωσι από την οικογένεια και τους συγγενείς, καθώς και από άλλους φίλους. Ένας ιδιαίτερος λόγος ήταν το ότι δεν συμμετείχα σε συνήθειες που πολύ συχνά έχουν θρησκευτικά χαρακτηριστικά, όπως είναι οι κηδείες.
Η σύζυγός μου δεν ήταν ευχαριστημένη με τις αλλαγές που έκανα και ζήτησε διαζύγιο, πράγμα που με συγκλόνισε. Εν τούτοις, μπόρεσα να συζητήσω μαζί της και να τη βοηθήσω ν’ αντιληφθή πόσο ανόητη θα ήταν μια τέτοια ενέργεια. Αργότερα κι εκείνη, επίσης, άρχισε να μελετά την Αγία Γραφή. Ήμουν πολύ ευτυχισμένος όταν αφιέρωσε τη ζωή της στον Ιεχωβά και βαπτίσθηκε ως Μάρτυς του Ιεχωβά το έτος 1957.
Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο ν’ αναθρέψωμε τα δύο μικρά κορίτσια μας στην οδό της αληθινής Χριστιανοσύνης, διότι οι άνθρωποι της κοινότητός μας τηρούν με ζήλο τις αντιχριστιανικές θρησκευτικές εορτές, στις οποίες τα μικρά παιδιά προσελκύονται πάρα πολύ εύκολα. Προσπαθούσα να διδάξω τις θυγατέρες μου γιατί ωρισμένοι εορτασμοί και συνήθειες δεν ευαρεστούν τον Θεό. Ανασκοπούσα μαζί καθώς επιστρέφαμε σπίτι όσα μαθαίναμε στις Χριστιανικές συναθροίσεις μας και συχνά τις επαινούσα αν τα ενεθυμούντο καλά. Αυτό τους ενεθάρρυνε να προσέχουν. Επίσης, η σύζυγός μου κι εγώ προσέχαμε πολύ να ζούμε σύμφωνα μ’ αυτά που διδάσκαμε, και πάντοτε να δίνωμε καλά παραδείγματα στα παιδιά.
ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ, ΠΙΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ
Το 1957, σε μια συνέλευσι στην Οζάκα, ανακοινώθηκε ότι οι ιεραπόστολοι στο Κιότο αναχωρούσαν για άλλους διορισμούς. Στη διάρκεια της συνελεύσεως τονίσθηκε η ανάγκη για ολοχρονίους «σκαπανείς» κήρυκες. Άρχισα, λοιπόν, να σκέπτωμαι αν θα μπορούσα να γίνω ένας σκαπανεύς σχεδιάζοντας με σύνεσι τον χρόνο μου.
Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι, προσπάθησα να γίνω προσωρινός σκαπανεύς, εργαζόμενος μέρος μόνο του χρόνου μου στην εργασία μου. Κατόπιν προσέλαβα έναν υπάλληλο να φροντίζη για την επιχείρησί μου όταν εγώ θ’ απουσίαζα στο έργο του κηρύγματος. Μετά από ένα χρόνο, η εργασία μου πήγαινε τόσο καλά όσο και το προηγούμενο έτος. Άρχισα, λοιπόν, να κάνω έργο τακτικού σκαπανέως. Αργότερα, το 1964, αποφάσισα να πουλήσω την επιχείρησί μου. Απ’ αυτά που εισέπραξα από την πώλησι και εργαζόμενος μέρος του χρόνου μου σε μια εταιρία παραγωγής και εκτροφής ψαριών μπόρεσα να συντηρώ την οικογένειά μου και να παραμένω στο έργο σκαπανέως μέχρι σήμερα.
Απολαμβάνω πολλά οφέλη καθώς ακολουθώ τη συμβουλή του Ιησού να ‘μη θησαυρίζωμε εις εαυτούς θησαυρούς επί της γης, όπου σκώληξ και σκωρία αφανίζει και όπου κλέπται κλέπτουσι· αλλά να θησαυρίζωμε εις εαυτούς θησαυρούς εν ουρανώ.’ (Ματθ. 6:19, 20) Ένα απ’ αυτά τα οφέλη ήταν η κατασκευή μιας Αιθούσης Βασιλείας στο οικόπεδό μου το 1965.
Όταν ήλθα για πρώτη φορά σ’ επαφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά υπήρχαν μόνο 10 διαγγελείς της Βασιλείας στο Κιότο οι οποίοι συναθροίζοντο στο μικρό εκείνο νοικιασμένο δωμάτιο. Αλλά τώρα υπάρχουν εννέα ακμάζουσες εκκλησίες, με 700 και πλέον ευαγγελιζομένους και 96 σκαπανείς στο Κιότο! Και υπάρχουν επίσης έξη ωραίες Αίθουσες Βασιλείας. Έχω δει με τα μάτια μου και συμμετείχα κι εγώ σ’ αυτή την αύξησι λατρείας προς τον Ιεχωβά τα περασμένα 23 χρόνια.
Μια επωφελής πείρα που ποτέ δεν θα λησμονήσω είναι το ότι παρακολούθησα τη διεθνή συνέλευσι του 1958 στη Νέα Υόρκη, στο Στάδιο Γιάνκη και στο Πόλο Γκράουντς. Καθώς έβλεπα περίπου 180.000 ανθρώπους την πρώτη μέρα μπόρεσα ν’ αντιληφθώ ότι ο Ιεχωβά Θεός συνάγει ασφαλώς τον λαό του απ’ όλες τις γλώσσες και τις εθνικότητες ως αληθινούς λάτρεις του.
Υπήρξε ιδιαίτερη ευχαρίστησις για μένα να βλέπω την πνευματική ανάπτυξι εκείνων με τους οποίους έχω μελετήσει την Αγία Γραφή. Μερικοί απ’ αυτούς υπηρετούν τώρα ως σκαπανείς και βοηθούν κι άλλους να μάθουν την οδό της σωτηρίας. Η σύζυγός μου υπήρξε μια πιστή σύντροφος τα πολλά αυτά χρόνια και απολαμβάνομε τακτικά μαζί το έργο του κηρύγματος. Οι δύο θυγατέρες μας είναι τώρα έγγαμες κι έχουν και οι δύο μια πλήρη μερίδα στην υπηρεσία σκαπανέως.
Όταν επαναφέρω στη μνήμη μου τον καιρό που ο κυριώτερος στόχος μου στη ζωή ήταν να γίνω πλούσιος, δεν συγκρίνεται το πόσο πιο ευτυχής είμαι αφ’ ότου άλλαξα στόχο στη ζωή. Αληθινά, δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να παραβληθή με την ευχαρίστησι και την ικανοποίησι που προέρχονται από τη χρησιμοποίησι της ζωής στην υπηρεσία του Μεγαλειώδους Δημιουργού μας.
[Φωτογραφία του Σόζο Μίμα στη σελίδα 8]