Τα Αγαθά Νέα Φθάνουν «Έως Εσχάτου της Γης»
ΠΡΟΤΟΥ ο Ιησούς αναληφθή στους ουρανούς, είπε στους μαθητάς του ότι θα ήσαν μάρτυρες του «έως εσχάτου της γης.»—Πράξ. 1:8.
Ο Ιησούς εννοούσε, φυσικά, ότι τα αγαθά νέα της Βασιλείας θα εκηρύττοντο παντού, ακόμη και σε χώρες που ευρίσκοντο μακρυά από την Ιερουσαλήμ. Αυτό γίνεται τώρα. Αλλά σε μερικές περιοχές υπάρχουν εμπόδια μεγαλύτερα από την απόστασι, τα οποία πρέπει να υπερνικηθούν για να φθάσουν τα αγαθά νέα στους ανθρώπους. Αυτά τα εμπόδια είναι οι οροσειρές, οι ζούγκλες και οι τόποι που είναι προσιτοί μόνο αν κάποιος είναι πρόθυμος να υποστή κινδύνους από φίδια, έντομα, ληστάς, ακόμη και από τα στοιχεία της φύσεως.
Μια απ’ αυτές τις χώρες είναι η Ονδούρα. Αυτή η χώρα, που είναι η μεγαλύτερη δημοκρατία της Κεντρικής Αμερικής (43.277 τετραγωνικά μίλια [111.687 τετραγωνικά χιλιόμετρα]) βρίσκεται στον δέκατο πέμπτο παράλληλο βορείως του ισημερινού. Συνορεύει δυτικά με τη Γουατεμάλα και το Ελ Σαλβαδόρ και νοτίως με τη Νικαράγουα. Ο Κολόμβος «ανεκάλυψε» αυτή τη χώρα το 1502 και της έδωσε αυτό το όνομα που σημαίνει «βάθη,» προφανώς λόγω του βαθέος ύδατος των ακτών της. Οι περισσότερες ακτές της εκτείνονται στην Καραϊβική θάλασσα με μια μικρή μόνο λωρίδα στον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι παράλιες πεδιάδες είναι τροπικές, αλλά το εσωτερικό της χώρας είναι πολύ ορεινό.
Τα δάση της Ονδούρας είναι πλούσια σε δένδρα μαονιού, ενώ στις παράλιες πεδιάδες εκτείνονται τεράστιες φυτείες μπανάνας. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σ’ αυτή την όμορφη χώρα, από τους οποίους τα εβδομήντα τοις εκατό ζουν σε 10.000 και πλέον μικρά χωριά και απομονωμένους οικισμούς.
Η Ρωμαιοκαθολική θρησκεία επικρατεί στην Ονδούρα από τον δέκατο έκτο αιώνα. Από τότε έχουν παρεισδύσει μερικές Προτεσταντικές αιρέσεις. Έτσι, ο λαός της Ονδούρας έχει διδαχθή ότι υπάρχει ένας Χριστός, ένας ουρανός και μία κόλασις και ότι πρέπει να προσεύχωνται στους «αγίους.» Αλλά έχουν πολύ λίγη γνώσι της Αγίας Γραφής και χιλιάδες απ’ αυτούς είναι αναλφάβητοι. Ήταν λοιπόν ένα τεράστιο έργο αυτό που ανέλαβαν οι πρώτοι ιεραπόστολοι των μαρτύρων του Ιεχωβά που έφθασαν εκεί το 1946. Για να μεταδώσουν τα αγαθά νέα της Μεσσιανικής βασιλείας του Θεού στον λαό, οι ιεραπόστολοι έπρεπε να μιλήσουν στους ανθρώπους στη γλώσσα των.
Αυτοί οι πρώτοι ιεραπόστολοι έφθασαν στην πρωτεύουσα Τεγκουσιγκάλπα και δέχθηκαν αυτή την πρόκλησι. Αυτό απαιτούσε εγκαρτέρησι και θυσία πολλών ανέσεων.
Οι ιεραπόστολοι άρχισαν το έργο τους με τους ανθρώπους των πιο πυκνοκατοικημένων περιοχών, κυρίως της Τεγκουσιγκάλπα. Βρήκαν πολλούς ανθρώπους πρόθυμους ν’ ακούσουν τα αγαθά νέα της Βασιλείας. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν να φθάσουν τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που ζούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές.
Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΤΕ
Μια από τις μεγαλύτερες ανάγκες ήταν να δοθή η Αγία Γραφή στα χέρια των ανθρώπων. Το 1967 η Μετάφρασις Νέου Κόσμου τον Αγίων Γραφών στην Ισπανική γλώσσα προσεφέρθη στο κοινό της Ονδούρας σε κόστος στο οποίο μπορούσαν ν’ ανταποκριθούν. Εκείνο το έτος περίπου 3.000 Γραφές διετέθησαν στα χέρια των ανθρώπων.
Η δύναμις του Λόγου του Θεού, καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να τον κατανοούν, κατεδείχθη από το γεγονός ότι μέχρι το 1968 χίλια τουλάχιστον άτομα είχαν αρχίσει να κηρύττουν τα αγαθά νέα! Τώρα οι ιεραπόστολοι είχαν βοήθεια στο έργο τους κι έτσι μπορούσαν να στρέψουν την προσοχή τους στο να φθάσουν τα δύο και πλέον εκατομμύρια των ανθρώπων που ευρίσκοντο σε απομονωμένες περιοχές και οι οποίοι δεν είχαν ακούσει το άγγελμα της αληθείας. Ένα εμπόδιο ήταν ότι υπήρχαν πολλοί νέοι και άπειροι, μολονότι ήσαν ζηλωταί. Αυτοί έπρεπε να εκπαιδευθούν. Έτσι, άρχισε ένα εντατικό πρόγραμμα Γραφικής μελέτης κατ’ οίκους. Το βιβλίο Η Αλήθεια που Οδηγεί στην Αιώνιο Ζωή, το οποίο κυκλοφόρησε εκείνο το έτος, βοήθησε εκείνους που το μελετούσαν να κατανοήσουν πιο σύντομα και βαθειά τις βασικές διδασκαλίες και τις αρχές της Αγίας Γραφής.
Στις συνελεύσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά σ’ ολόκληρο τον κόσμο, εγίνετο έκκλησις επί αρκετά χρόνια για άτομα που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν εκεί όπου «η ανάγκη είναι μεγάλη.» Εκείνοι, των οποίων οι περιστάσεις τους το επέτρεπαν, προσεκλήθησαν να γράψουν στα κεντρικά γραφεία των Μαρτύρων του Ιεχωβά σ’ εκείνη τη χώρα για πληροφορίες σχετικά με τη στέγασι, τις συνθήκες ζωής, τη δυνατότητα για εργασία ή απασχόλησι κλπ. ‘Ποια θα ήταν η ανταπόκρισις;’ ήταν το ερώτημα που απασχολούσε τις διάνοιες των ιεραποστόλων στην Ονδούρα.
Η απάντησις στο ερώτημα των ήλθε, ιδιαιτέρως το 1968. Από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο εκείνου του έτους, 450 άτομα έγραψαν στην Ονδούρα από είκοσι τέσσερις χώρες. Στα επόμενα δύο έτη, περισσότερες από εξήντα οικογένειες είχαν εκλέξει την Ονδούρα ως νέα τους κατοικία. Τώρα υπάρχουν εκατό άτομα από άλλες χώρες τα οποία κηρύττουν τα αγαθά νέα στην Ονδούρα. Είκοσι τρεις απ’ αυτούς είναι στην ολοχρόνια υπηρεσία. Έτσι, αυτά τα άτομα τα οποία ανέλαβαν εθελοντικώς αυτό το έργο για να βοηθήσουν τον λαό της Ονδούρας να μάθη περισσότερα για τον Θεό και τον Λόγο του, έπρεπε να έχουν πραγματική επιθυμία να υπηρετήσουν τον Θεό και μεγάλη αγάπη και υπομονή, διότι το να λάβουν αυτή την απόφασι εσήμαινε να μάθουν μια νέα γλώσσα και να προσαρμοσθούν με τις οικογένειές των σ’ ένα νέο τρόπο ζωής.
ΟΙ ΜΑΚΡΥΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣΙΤΕΣ
Η πραγματική ώθησις για τη διάδοσι του αγγέλματος σε απομονωμένες περιοχές άρχισε το 1971. Μέχρι τότε είχαν ιδρυθή εκκλησίες σε στρατηγικά σημεία σ’ ολόκληρη τη χώρα. Σ’ αυτές είχαν ανατεθή μεγαλύτεροι τομείς. Οι ποταμοί και τα όρη χρησίμευσαν για σύνορα. Έπειτα, το 1972, με μια σειρά μικρών «συνελεύσεων περιοχής» σε κατάλληλα εκλεγείσες περιοχές της χώρας, οι εκκλησίες προμηθεύθηκαν χάρτες και ανέλαβαν περιοχές στις οποίες δεν είχαν γίνει προηγουμένως επισκέψεις. Οι εκκλησίες διωργάνωσαν αποστολές με αυτοκίνητα, ακόμη και με λεωφορεία, τα Σαββατοκύριακα, ώστε οι Μάρτυρες να επισκεφθούν κάθε σπίτι της περιοχής, άσχετα με το πόσο απομονωμένο ήταν.
Οι άνθρωποι επεφύλασσαν στους εργάτες αυτούς ευγενική και θερμή υποδοχή. Μερικοί προσέφεραν ημιόνους και άλογα για να μεταβούν οι Μάρτυρες σε τόπους που μπορούσαν να φθάσουν με δυσκολία. Άλλοι ήθελαν να προσφέρουν χρήματα, υλικά αγαθά και προσωπική εργασία για να κτισθούν Αίθουσες Βασιλείας στις κοινότητές των ώστε να μπορούν να συγκεντρώνωνται για να διαβάζουν την Αγία Γραφή. Συχνά, ολόκληρα χωριά άνοιγαν τα σπίτια τους και παρακαλούσαν τους Μάρτυρες να μείνουν και να τους διδάξουν. Αρκετοί Καθολικοί και Προτεστάνται λαϊκοί ηγέτες ήσαν οι πρώτοι που δέχθηκαν την αλήθεια, παρά την εναντίωσι του κλήρου των.
Χρειάσθηκε υπομονή από μέρους εκείνων που έκαμαν αυτό το έργο της ‘ανευρέσεως’ των ‘προβατοειδών’ ανθρώπων που ήσαν διασκορπισμένοι σ’ αυτές τις απομακρυσμένες περιοχές. Μερικοί δαπάνησαν μέρες σκαρφαλώνοντας σε βουνά, εξερευνώντας μεγάλες περιοχές ψάχνοντας για σπίτια. Εκοιμώντο όπου τους εύρισκε το σκοτάδι. Χρησιμοποιήθηκε σχεδόν κάθε είδος μεταφοράς αλλά το κυριώτερο ήταν το περπάτημα. Και οι αποστάσεις, οι ποταμοί, τα βουνά, οι καταρρακτώδεις βροχές και τα έντομα δεν ήσαν τα μόνα προβλήματα. Ο αναλφαβητισμός των κατοίκων ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο. Αλλά η υπομονή των Μαρτύρων, και η φλογερή επιθυμία των ανθρώπων να κατανοήσουν την Αγία Γραφή, βοήθησε πολλούς να μάθουν ανάγνωσι και γραφή. Ύστερα υπήρχε και το ηθικό πρόβλημα. Πολλά ζεύγη ζούσαν μαζί χωρίς γάμο, με μια απλή συναίνεσι. Αλλά οι ειλικρινείς εκζητηταί της αληθείας, διέκριναν την ανάγκη να έχουν μια καλή συνείδησι και να είναι καθαροί για να προσφέρουν ευπρόσδεκτη υπηρεσία στον Ιεχωβά, τον Θεό της Αγίας Γραφής κι έτσι νομιμοποίησαν τους γάμους των.
Η ταχεία ανταπόκρισις αυτών των ανθρώπων γίνεται φανερή στην περίπτωσι ενός Πεντηκοστιανού ιεροκήρυκος. Αυτός έλαβε το βιβλίο Η Αλήθεια που Οδηγεί στην Αιώνιο Ζωή όταν επεσκέφθη μια πόλι. Σε μια άλλη ευκαιρία, ένας Μάρτυς του Ιεχωβά του έδειξε πώς γίνονται οι Γραφικές μελέτες με τη βοήθεια αυτού του βιβλίου. Όταν επέστρεψε στο απομονωμένο χωριό του, αυτός ο άνδρας άρχισε να κηρύττη από σπίτι σε σπίτι, αρχίζοντας σύντομα αρκετές Γραφικές μελέτες. Όταν αργότερα, μια ομάδα Μαρτύρων του Ιεχωβά επεσκέφθη το χωριό για να κηρύξη εξεπλάγησαν πολύ όταν οι άνθρωποι τους εδέχοντο με τα λόγια, «Μελετούμε ήδη με τους Μάρτυρας του Ιεχωβά και σας περιμέναμε.» Άλλοι έλεγαν, «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά εδώ μας έπεισαν ότι η θρησκεία σας είναι η αληθινή.» Όταν ανεκάλυψαν την πηγή όλου αυτού τον κηρύγματος και της διδασκαλίας, βρήκαν τον πρώην Πεντηκοστιανό ιεροκήρυκα ο οποίος είχε λάβει σταθερή θέσι υπέρ της Γραφικής αληθείας και ο οποίος είχε σταματήσει τη συνήθεια που είχε προηγουμένως να πίνη πολύ και είχε αποχωρισθή πλήρως από μια γυναίκα με την οποία συζούσε ανήθικα. Σ’ αυτό το χωριό 320 άτομα παρηκολούθησαν μια δημόσια διάλεξι.
Μήπως το ενδιαφέρον αυτών των ανθρώπων να μάθουν για τον Θεό είναι απλώς ένα επιπόλαιο και περαστικό συναίσθημα; Η απάντησις γίνεται φανερή από τη βαθειά αγάπη που δείχνουν ο ένας για τον άλλο. Όταν ο τυφών Φίφι έπληξε την Καραϊβική ακτή τον Σεπτέμβριο του 1974, αυτοί γρήγορα ήλθαν προς βοήθεια των άλλων συμμαρτύρων και των ενδιαφερομένων ανθρώπων, των συγγενών και όλων των άλλων που μπορούσαν να βοηθήσουν στη διάρκεια αυτής της τραγικής περιόδου. Μια οικογένεια που απετελείτο από είκοσι τρία μέλη έχασε δύο σπίτια, ένα γκαράζ κι ένα εργαστήριο λόγω της καταστροφής. Μόνο δύο απ’ αυτούς ήσαν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Εν τούτοις, οι Μάρτυρες στην κοινότητα τους ανέλαβαν όλους κάτω από τη φροντίδα των. Τους προσέφεραν στέγη, τροφή και φρόντισαν αυτή την άπορη οικογένεια επί πέντε μήνες, τους αγόρασαν νέα γη και τους έκτισαν νέα σπίτια. Βλέποντας αυτή την απόδειξι της Χριστιανικής αγάπης, άλλα δεκαεννέα μέλη αυτής της οικογενείας έχουν αρχίσει από τότε να μελετούν την Αγία Γραφή.
Έτσι, τα λόγια του Ιησού, ότι τα αγαθά νέα θα εκηρύττοντο σε όλη την κατοικημένη γη, εκπληρώνονται και το έργο προχωρεί με γοργό ρυθμό στην Ονδούρα. Το γραφείο του τμήματος στην Ονδούρα έχει αναλάβει τώρα τη φροντίδα του έργου που γίνεται σε αρκετές νήσους της Καραϊβικής. Ανάμεσα στους κατοίκους υπάρχουν όμιλοι που μιλούν Αγγλικά, ένας όμιλος Αφρικανικής καταγωγής που ομιλεί τη διάλεκτο Μορένο, μερικοί που μιλούν την Αραβική και την Κινεζική, και η Ινδιάνικη φυλή Σάμπο που ζουν σε μια περιοχή της ζούγκλας.
Εν τούτοις, υπάρχει πολύ έργο ακόμη να γίνη εκεί. Αλλά, προς το παρόν, υπάρχουν περισσότεροι από τρεις χιλιάδες δραστήριοι διαγγελείς των αγαθών νέων της βασιλείας στην Ονδούρα. Σχεδόν πενήντα εκκλησίες έχουν ιδιόκτητες Αίθουσες Βασιλείας στις οποίες συναθροίζονται, και υπάρχουν λαμπρές προοπτικές για μεγαλύτερη ακόμη επέκτασι με κάθε τρόπο. Η βάσις για μια τέτοια σκέψι είναι το γεγονός ότι στις 27 Μαρτίου 1975, παρηκολούθησαν τον εορτασμό της Αναμνήσεως του θανάτου του Χριστού 12.092 άτομα. Αυτός ο αριθμός είναι τριπλάσιος και πλέον από τον αριθμό των δραστήριων Μαρτύρων στη χώρα.
Ασφαλώς, είναι δίκαιος ο έπαινος που κάνουν οι υπεύθυνοι για το έργο εκεί, ότι η Ονδούρα είναι εκπληκτικά όμορφη χώρα αλλά ότι η πραγματική ομορφιά της βρίσκεται ανάμεσα στους ευγενικούς της ανθρώπους, χιλιάδες από τους οποίους ανταποκρίνονται με ζήλο στα αγαθά νέα για τη Βασιλεία του Ιησού Χριστού που θα κάμη σύντομα την Ονδούρα και ολόκληρη τη γη, παράδεισο.—Αποκάλ. 21:3, 4.