Προσπαθείτε να Γίνεσθε «Μιμηταί του Θεού»
«Γίνεσθε λοιπόν μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά.»—Εφεσ. 5:1.
1. (α) Πώς μπορεί να επηρεάση ένα άτομο η φυσική τάσις του να μιμήται τους άλλους; (β) Ποιον ιδιαίτερα μας ενθαρρύνει η Αγία Γραφή να μιμηθούμε;
Ο ΚΑΘΕΝΑΣ μερικές φορές προσπαθεί να μιμηθή κάποιον. Τα τέκνα προσπαθούν να μιμηθούν τους γονείς των ή, πολύ συχνά, άλλα παιδιά με τα οποία παίζουν. Αν προσπαθούν να μιμηθούν καλές ιδιότητες, αυτό είναι προς όφελος τους. Αν μιμηθούν κάτι που είναι κακό, αυτό καταλήγει σε βλάβη τους. Ενδιαφέρει να σημειωθή ότι εμείς καλούμεθα να γίνωμε «μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά.» (Εφεσ. 5:1) Μπορούμε εμείς πραγματικά να είμεθα μιμηταί του Θεού; Ας δούμε αν υπάρχη μια τέτοια δυνατότης.
2. Σύμφωνα με τα εδάφια Γένεσις 1:26, 27 πώς επλάσθη ο πρώτος άνθρωπος, και τι θα εσήμαινε αυτό για όλους τους απογόνους του;
2 Στην αρχή, πριν από 6.000 χρόνια, όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, η Βίβλος μάς λέγει: «Ας κάμωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημών, καθ’ ομοίωσιν ημών· . . . Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα εαυτού· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν· άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς.» (Γέν. 1:26, 27) Το πρώτο βιβλίο της Βίβλου, η Γένεσις, προχωρεί κατόπιν και λέγει: «Και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός· και είπε προς αυτούς ο Θεός, Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και γεμίσατε την γην, και κυριεύσατε αυτήν.» (Γεν. 1:28) Μέχρι τώρα έχουν ζήσει επάνω στη γη δισεκατομμύρια άνθρωποι, όλοι απόγονοι του Αδάμ και της Εύας, οι οποίοι θα έπρεπε να ομοιάζουν στον Θεό και Πατέρα τους. Ο Θεός ήταν πράγματι ο Πατέρας των. Αυτό μπορεί ν’ αποδειχθή αν διαβάσωμε τι έγραψε ο Λουκάς στο 3ο κεφάλαιον και 38 εδάφιον της αφηγήσεως του Ευαγγελίου του, που αναφέρεται στον «Αδάμ [υιόν] του Θεού.» Ο Αδάμ λοιπόν ήταν υιός του Θεού και όλοι εμείς προερχόμεθα από τον Αδάμ. Όταν δημιουργήθηκε ο Αδάμ είχε τις ιδιότητες του Θεού, τις θαυμάσιες ιδιότητες της σοφίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης και της δυνάμεως. Ο Αδάμ ήταν τέλειος άνθρωπος.—Δευτ. 32:4.
3. Γιατί οι σημερινοί άνθρωποι δεν αντανακλούν πλήρως τις θείες ιδιότητες;
3 Αλλά τα πράγματα άλλαξαν από τότε. Γιατί; Διότι ο Αδάμ παρήκουσε τον Θεό, και μολονότι μερικοί άνθρωποι εκδηλώνουν σε κάποιο βαθμό τις καλές ιδιότητες που είχε αρχικά ο τέλειος άνθρωπος, η αμαρτία είναι εκείνη που κυριαρχεί. Ο απόστολος Παύλος το εξέφρασε αυτό πολύ καλά στην επιστολή του προς Ρωμαίους 5:12: «Δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, επειδή πάντες ήμαρτον.» Έτσι «εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ» μέχρι σήμερα. Τι ντροπή! (Ρωμ. 5:14) Μήπως εδώ τελειώνουν όλα; Όχι! Ο Λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας δίνει ελπίδα λέγοντας: «Καθώς πάντες αποθνήσκουσιν εν τω Αδάμ, ούτω και πάντες θέλουσι ζωοποιηθή εν τω Χριστώ.» (1 Κορ. 15:22) Πώς διευθετήθηκε αυτό;
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, «ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ»
4. Με ποια διευθέτησι έγινε δυνατόν να αποκτήσουν αιώνια ζωή οι απόγονοι του Αδάμ;
4 Θυμηθήτε το εξής: Μετά την παρακοή του Αδάμ, ο Ιεχωβά Θεός εξακολούθησε να ενδιαφέρεται πολύ για το ανθρώπινο γένος και ο σκοπός του ήταν να γεμίση αυτή η γη από ανθρώπους. Εν τούτοις, η θεία δικαιοσύνη έπρεπε να ικανοποιηθή και γι’ αυτό έδωσε έναν λυτρωτή, δηλαδή εξαγοραστή, για τους απογόνους του Αδάμ. Οι Γραφές μάς πληροφορούν: «Τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.» (Ιωάν. 3:16) Τι αγάπη! Ο Υιός του Θεού έκαμε την εμφάνισί του ως τέλειος άνθρωπος με το να γεννηθή από την παρθένο Μαρία. Ήταν πράγματι ο ‘δεύτερος Αδάμ’ ή ο δεύτερος τέλειος άνθρωπος στη γη. (1 Κορ. 15:45) Παρέδωσε τη ζωή του και εξηγόρασε όλη την ανθρώπινη οικογένεια. Ο Ιησούς Χριστός αποδείχθηκε ο λυτρωτής του ανθρωπίνου γένους όπως είναι γραμμένο: «Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε δια να υπηρετηθή, αλλά δια να . . . δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών.» (Ματθ. 20:28) Οι Χριστιανοί κατανοούν ότι υπάρχει «είς Θεός, είς και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς Χριστός, όστις έδωκεν εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων.»—1 Τιμ. 2:5, 6.
5. (α) Ποια ομοιότης υπήρχε μεταξύ του πρώτου ανθρώπου Αδάμ και του Ιησού Χριστού; (β) Αν θέλωμε να γίνωμε μιμηταί του Θεού τίνος το παράδειγμα πρέπει ν’ ακολουθήσωμε;
5 Μπορούμε να πούμε γι’ αυτόν τον ‘δεύτερον Αδάμ,’ τον Ιησού Χριστό, ότι και αυτός, επίσης, εμιμείτο τον ουράνιο Πατέρα του. (Εβρ. 1:3) «Είναι εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως.» (Κολ. 1:15) Οι Χριστιανοί καλούνται να ‘περιπατούν αξίως του Ιεχωβά’ για να τον ευαρεστούν σε όλα. (Κολ. 1:10) Εκείνοι λοιπόν που θέλουν να μιμούνται τον Ιεχωβά Θεό πρέπει ν’ αποβλέπουν στον Ιησού Χριστό ως το παράδειγμα τους, ώστε να βαδίζουν στα ίχνη του.
6. (α) Πώς η ιδιότης της ταπεινοφροσύνης βοήθησε τον Ιησού να συμμορφωθή πλήρως με το θέλημα του Πατρός του; (β) Όταν μελετούμε τα όσα είπε και έκαμε ο Ιησούς, με ποιον άλλον γνωριζόμεθα καλύτερα, και γιατί;
6 Μολονότι ο Ιησούς έγινε κατ’ εικόνα του ουρανίου Πατρός του, ποτέ δεν επεδίωξε να εξισωθή με τον Θεό, διότι διαβάζομε: «Ο Χριστός Ιησούς . . . εν μορφή Θεού υπάρχων, δεν ενόμισεν (δεν διενοήθη, ΜΝΚ) αρπαγήν το να ήναι ίσα με τον Θεόν· αλλ’ εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους, και ευρεθείς κατά το σχήμα ως άνθρωπος, εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού.» (Φιλιππ. 2:5-8) Βλέπομε λοιπόν ότι ο Ιησούς Χριστός, που έγινε τέλειος άνθρωπος, υπήκουσε σε όλα όσα ο Ιεχωβά Θεός είπε ότι έπρεπε να κάμη. Εκείνοι που θέλουν να γίνουν μιμηταί του Θεού πρέπει να βαδίζουν με τον τρόπο που εβάδισε και ο Ιησούς, διότι αυτός είπε: «Ο μη αγαπών με τους λόγους μου δεν φυλάττει· και ο λόγος τον οποίον ακούετε, δεν είναι ιδικός μου, αλλά του πέμψαντός με Πατρός.» (Ιωάν. 14:24) Ο Ιησούς εμιμείτο τόσο πολύ τον Πατέρα του τον Ιεχωβά Θεό και ήταν σε τόση αρμονία με τις δίκαιες οδούς Του στη ζωή, ώστε όταν μιλούσε ο ακροατής δεν άκουγε ποτέ κάτι που προήρχετο από τη φαντασία του Ιησού. Γιατί; Διότι η Γραφή λέγει: «Δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ’ εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο· επειδή όσα εκείνος πράττει, ταύτα και ο Υιός πράττει ομοίως. Διότι ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και δεικνύει εις αυτόν πάντα όσα αυτός πράττει, και μεγαλύτερα τούτων έργα θέλει δείξει εις αυτόν.»—Ιωάν. 5:19, 20.
7. Πού βρίσκαμε το ιστορικό του θαυμασίου παραδείγματος που μας έδωσε ο Ιησούς;
7 Σήμερα έχομε στην Αγία Γραφή το ιστορικό αυτού του θαυμάσιου παραδείγματος του Ιησού Χριστού, του μονογενούς Υιού του Θεού. Τριαντατρία χρόνια και μισό που έζησε ως άνθρωπος εδώ στη γη αποδείχθηκε όμοιος με τον ουράνιο Πατέρα του. Έθεσε πράγματι το τέλειο παράδειγμα εκείνου που είχε γίνει ‘κατ’ εικόνα Θεού.’ Μολονότι ήταν άνθρωπος, αληθινά ήταν ο Υιός του Θεού, ο ‘δεύτερος Αδάμ,’ που ‘αίρει’ την αμαρτίαν του κόσμου.—Ιωάν. 1:29.
8. Η πραγματοποίησις ποιας ελπίδος θα εξαρτηθή από το αν καταβάλλωμε εντατική προσπάθεια να μιμηθούμε τον Θεό;
8 Οι Χριστιανοί σήμερα προτρέπονται να καταβάλλουν μια εντατική προσπάθεια να μιμηθούν τον Ιεχωβά Θεό, και δεν υπάρχει λόγος να παύση ο Χριστιανός να προσπαθή. Αν ένας Χριστιανός σήμερα διατηρή επίγειες ελπίδες και αναμένη να ζήση αιωνίως μετά το τέλος της Μεσσιανικής βασιλείας του Ιησού Χριστού, πρέπει βεβαίως ν’ αντανακλά την εικόνα του Θεού μέχρι τότε. Γιατί; Διότι όταν ο Ιησούς Χριστός παραδώση τα πάντα στον Πατέρα, όποιος θα ζη τότε στη γη θα είναι υιός του Θεού μέσω του Χριστού—όπως είπε ο Ιεχωβά, «κατ’ εικόνα ημών, καθ’ ομοίωσιν ημών.» Ο σκοπός που είχε ο Ιεχωβά για το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος όταν είπε, «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην,» θα έχη τότε πραγματοποιηθή.—Γεν. 1:26-28· Ρωμ. 8:20, 21.
ΜΠΟΡΟΥΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΙΜΗΤΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;
9. (α) Μήπως επειδή γεννηθήκαμε στην αμαρτία καθιστά αδύνατον να προσπαθούμε να μιμούμεθα τον Θεό; (β) Με ποια ιδιότητα ιδιαίτερα μπορούμε ν’ αποδείξωμε ότι καταβάλλομε προσπάθεια να τον μιμούμεθα;
9 Είναι αλήθεια ότι στο παρόν σύστημα πραγμάτων η φυσική τάσις του ανθρώπου κλίνει προς την αδικοπραγία. Αυτό συμβαίνει διότι ο άνθρωπος γεννήθηκε στην αμαρτία και διαμορφώθηκε στην ανομία. Ωστόσο, ο Λόγος του Θεού στην προς Εφεσίους επιστολή κεφάλαιο πέμπτο, αρχίζοντας από το πρώτο εδάφιο λέγει τα εξής: «Γίνεσθε λοιπόν μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά, και περιπατείτε εν αγάπη, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν εις τον Θεόν εις οσμήν ευωδίας.» Γνωρίζομε ότι ο Ιεχωβά Θεός έστειλε τον Υιόν του στον κόσμο και ότι η θυσία του στο ξύλο του μαρτυρίου επλήρωσε το τίμημα ή το αντίλυτρο. Αλλά ο Ιησούς έκαμε κάτι ακόμη. Μας έδωσε ένα τέλειο παράδειγμα για να ακολουθήσουμε! Ο Ιησούς ήταν άνθρωπος ακεραιότητος, γι’ αυτό πρέπει να τον μιμούμεθα στην αγάπη. Ο Χριστός βέβαια μας αγάπησε, γιατί αλλιώς ποτέ δεν θα πέθαινε στο ξύλο του μαρτυρίου—μ’ έναν τρομερό θάνατο—για να προσφέρη την απολυτρωτική θυσία. Αυτός ο τρόπος ζωής, αυτό το παράδειγμα που έθεσε ο Ιησούς, ήταν κάτι υπέροχο και πολύ ευάρεστο στον Ιεχωβά. Και πριν ακόμη πληρώση ο Ιησούς την απολυτρωτική τιμή με το αίμα του, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είπε για τον Ιησού Χριστό: «Ιδού, ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.»—Ιωάν. 1:29.
10. (α) Ποιο Γραφικό παράδειγμα δείχνει ότι ακόμη κι ένας ατελής άνθρωπος μπορεί να είναι «άμεμπτος και ευθύς» ενώπιον του Θεού; (β) Ποια πρόκλησι έκαμε ο Σατανάς σχετικά με τον Ιώβ;
10 Αν βαδίζωμε στην οδόν της ζωής που εβάδισε και ο Ιησούς Χριστός, τότε κι εμείς βέβαια θα προσπαθούμε να μιμούμεθα τον Ιεχωβά Θεό, τον Πατέρα του και ουράνιο Πατέρα μας. Είναι πολύ εύκολο να πη κανείς, «Μα εγώ είμαι ατελής και δεν μπορώ να ενεργώ όπως ο Ιησούς.» Μη ξεχνάτε, όμως, ότι υπήρχε ένας ατελής άνθρωπος στη γη ο οποίος εβάδισε με ακεραιότητα και αποδείχθηκε ευάρεστος στον Θεό ως το τέλος ακριβώς της ζωής του. Αυτός είχε ζήσει πολύν καιρό προτού ζήση ο Ιησούς στη γη. Το όνομα αυτού του ανθρώπου ήταν Ιώβ. Το βιβλίο του Ιώβ στην Αγία Γραφή μάς λέγει ότι αυτός ο άνθρωπος κατοικούσε στη γη της Αυσίτιδος [Ουζ], ήταν «άμεμπτος και ευθύς.» (Ιώβ 1:1) Ο Ιώβ αληθινά επίστευε στον Θεό και απεστρέφετο την αδικοπραγία. Είχε επτά γυιους και τρεις θυγατέρες και ευημερούσε πολύ. Είχε τεράστιες αγέλες προβάτων, βοδιών και καμήλων και ήταν ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος στην Ανατολή. Ενώ ο Ιώβ απελάμβανε όλη αυτή την ευημερία και ευλογία από τον Ιεχωβά Θεό, η Βιβλική αφήγησις μάς λέγει: «Ημέραν δε τινα ήλθον οι υιοί του Θεού δια να παρασταθώσιν ενώπιον του Ιεχωβά, και μεταξύ αυτών ήλθε και ο Σατανάς. Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Πόθεν έρχεσαι; Και ο Σατανάς απεκρίθη προς τον Ιεχωβά και είπε, Περιελθών την γην και εμπεριπατήσας εν αυτή πάρειμι. Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νουν σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού; Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Ιεχωβά και είπε, Μήπως δωρεάν φοβείται ο Ιώβ τον Θεόν; δεν περιέφραξας κυκλόθεν αυτόν και την οικίαν αυτού και πάντα όσα έχει; τα έργα των χειρών αυτού ευλόγησας, και τα κτήνη αυτού επληθύνθησαν επί της γης· πλην τώρα έκτεινον την χείρά σου και έγγισον πάντα όσα έχει, δια να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον. Και είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σατανάν, Ιδού, εις την χείρά σου πάντα όσα έχει· μόνον επ’ αυτόν μη επιβάλης την χείρά σου. Και εξήλθεν ο Σατανάς απ’ έμπροσθεν του Ιεχωβά.»—Ιώβ 1:6-12, ΜΝΚ.
11, 12. (α) Κάτω από ποιες περιστάσεις αποδείχθηκε ο Ιώβ πιστός στον Θεό; (β) Πώς ανταποκρίθηκε ο Ιώβ επειδή προσπαθούσε να είναι μιμητής του Θεού;
11 Από εκείνη τη στιγμή ο Σατανάς έκαμε σχεδόν ό,τι μπορούσε για να παραβιάση την ακεραιότητα και την άμεμπτη στάσι του δούλου του Ιεχωβά Ιώβ, αλλ’ ο Ιώβ δεν υπέκυψε ακόμη και στην πιο σκληρή και ωμή μεταχείρισι του Σατανά. Ο θάνατος των τέκνων του, η απώλεια όλου του πλούτου του, και αργότερα η επίσκεψις των λεγομένων σοφών ανδρών για να του πουν πόσο έσφαλε, δεν τον έκαμαν να εγκαταλείψη την πιστή του πορεία. Ο Ιώβ απήντησε σ’ εκείνους τους λεγόμενους φίλους του: «Πολλά τοιαύτα ήκουσα· άθλιοι παρηγορηταί είσθε πάντες.» (Ιώβ 16:2) Στην πραγματικότητα η κατάστασίς του ήταν τόσο εξαθλιωμένη ώστε ο Ιώβ ανεφώνησε στο Θεό, «Οι τάφοι είναι έτοιμοι δι’ εμέ.» (Ιώβ 17:1) Αλλ’ ο Ιώβ δεν πέθανε. Παρέμεινε πιστός και άμεμπτος ενώπιον του Θεού, ακόμη και ανάμεσα σε όλους εκείνους που τον παρώτρυναν να διαρρήξη την ακεραιότητά του. Τελικά, σύμφωνα με τη Βιβλική αφήγησι «Ευλόγησεν ο Κύριος τα έσχατα του Ιώβ μάλλον παρά τα πρώτα· ώστε απέκτησε δεκατέσσαρας χιλιάδας προβάτων και εξακισχιλίας καμήλους και χίλια ζεύγη βοών και χιλίας όνους. Εγεννήθησαν έτι εις αυτόν επτά υιοί και τρεις θυγατέρες· και εκάλεσε το όνομα της πρώτης Ιεμιμά· και το όνομα της δευτέρας Κεσιά· και το όνομα της τρίτης Κερέν-αππούχ· και δεν ευρίσκοντο εφ’ όλης της γης γυναίκες ωραίαι ως αι θυγατέρες του Ιώβ· και ο πατήρ αυτών έδωκεν εις αυτάς κληρονομίαν μεταξύ των αδελφών αυτών. Μετά ταύτα έζησεν ο Ιώβ εκατόν τεσσαράκοντα έτη, και είδε τους υιούς αυτού και τους υιούς των υιών αυτού, τετάρτην γενεάν.»—Ιώβ 42:12-17.
12 Όταν διαβάζωμε όλη τη ζωή του Ιώβ και βλέπωμε πώς αντιμετώπισε όλα τα προβλήματά του, ασφαλώς μπορούμε να πούμε, όπως είπε και ο Θεός, ότι ήταν άνθρωπος άμεμπτος και ευθύς, εφοβείτο τον Θεόν και απείχε από κακό. Ο Ιώβ προσπαθούσε να είναι μιμητής του Θεού. Ανταμείφθηκε για την ακεραιότητα του και θα λάβη και επιπρόσθετη αμοιβή στον ωρισμένο καιρό. Ο Ιάκωβος έγραψε γι’ αυτόν τα εξής: «Ηκούσατε την υπομονήν του Ιώβ, και είδετε το τέλος του Ιεχωβά ότι είναι πολυεύσπλαγχνος ο Ιεχωβά και οικτίρμων.»—Ιακ. 5:11, ΜΝΚ.
13. Τι θα μπορούσε, ωστόσο να πη ένα άτομο γι’ αυτά τα παραδείγματα;
13 Θα μπορούσε κανείς να πη: «Ήταν εύκολο για τον Ιησού Χριστό που ήταν τέλειος άνθρωπος να τηρήση ακεραιότητα και να βαδίση άμεμπτα ενώπιον του Θεού του. Ίσως να υπήρξε κι ένας Ιώβ, ένας ατελής άνθρωπος, που έκαμε σχεδόν το ίδιο. Αλλά πώς μπορούμε εμείς να το κάμωμε αυτό σήμερα;» Ακόμη και στις ημέρες του αποστόλου Παύλου, πώς μπορούσε να γίνη αυτό; Ο Παύλος ενουθέτησε την εκκλησία της Εφέσου: «Γίνεσθε λοιπόν μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά, και περιπατείτε εν αγάπη, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς.» (Εφεσ. 5:1, 2) Μήπως ο Παύλος ζητούσε από εκείνους τους Χριστιανούς να κάμουν κάτι το αδύνατο; Όχι, καθόλου!
ΓΙΝΕΣΘΕ «ΤΕΚΝΑ ΥΠΑΚΟΗΣ,» ΟΧΙ ΑΠΕΙΘΕΙΣ
14. Για να είναι κανείς μιμητής του Θεού ποια πράγματα πρέπει να μισή;
14 Ο ψαλμωδός το διετύπωσε πολύ καλά. Είπε: «Οι αγαπώντες τον Ιεχωβά, μισείτε το κακόν.» (Ψαλμός 97:10) Αν πρέπει να μισούμε εκείνο που είναι κακό, τότε πρέπει να γνωρίζωμε τι είναι κακό και να κάνωμε το αντίθετο. Να κάνωμε το καλό! Ο Παύλος μάς βοηθεί με συμβουλές να διακρίνωμε τι είναι κακό. Στην επιστολή του προς Εφεσίους έγραψε εν συνεχεία: «Πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία ή πλεονεξία μηδέ ας ονομάζηται μεταξύ σας, καθώς πρέπει εις αγίους, μηδέ αισχρότης και μωρολογία ή βωμολοχία, τα οποία είναι απρεπή, αλλά μάλλον ευχαριστία. Διότι τούτο εξεύρετε, ότι πας πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, όστις είναι ειδωλολάτρης, δεν έχει κληρονομίαν εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού.» (Εφεσ. 5:3-5) Βλέπομε απ’ αυτό, λοιπόν, ότι ένας Χριστιανός πρέπει να είναι ηθικώς καθαρός. Τα λόγια του πρέπει να είναι, ευπρεπή όταν ομιλή στους άλλους. Δεν μπορεί να είναι πλεονέκτης. Πρέπει να φέρεται, με εντιμότητα στα άτομα που είναι γύρω του. Με λίγα λόγια, πρέπει να μισή ό,τι είναι κακό αν αγαπά αληθινά τον Ιεχωβά Θεό. Έτσι, αν θέλη κανείς να είναι μιμητής του Θεού, ασφαλώς δεν θα κάνη αυτά που αναφέρει παραπάνω ο απόστολος Παύλος.
15. (α) Εναντίον τίνων λέγει ο Παύλος ότι έρχεται η οργή του Θεού; (β) Πώς αυτοί δείχνουν ότι είναι απειθείς;
15 Τι συμβαίνει σ’ εκείνους που επιδίδονται σ’ αυτά που αναφέρει ο Παύλος—πορνεία, ακάθαρτα λόγια και απληστία; Ο Παύλος λέγει: «Μηδείς ας μη σας απατά με ματαίους λόγους· επειδή δια ταύτα έρχεται η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας. Μη γίνεσθε λοιπόν συμμέτοχοι αυτών.» (Εφεσ. 5:6, 7) Ο Θεός είναι πολύ σαφής. Οργή πρόκειται να έλθη σ’ εκείνους που στασιάζουν εναντίον του, που δεν υπακούουν. Ο Αδάμ ήταν στασιαστής. Δεν υπήκουσε στον Θεό, μολονότι του είχαν δοθή οι ιδιότητες της σοφίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης και της δυνάμεως, και είχε κάθε τι για να ζη κάτω από θαυμάσιες συνθήκες. Ωστόσο, ήθελε ν’ αποφασίζη μόνος του τι ήταν καλό και τι ήταν κακό. Παρέβλεψε το γεγονός ότι αυτές οι αποφάσεις αποτελούσαν προνόμια του Ιεχωβά. Αυτός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος και ο Δημιουργός όλων των ζώντων πλασμάτων και θέλει όλα τα ζώντα νοήμονα πλάσματα να είναι όπως αυτός· μας προσκαλεί, αν και είμεθα ατελείς, να γίνωμε μιμηταί του. Ο Θεός αγαπά το ανθρώπινο γένος και ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Ενδιαφερόμεθα εμείς για τον Ιεχωβά Θεό; Αν δεν ενδιαφερώμεθα και αρνούμεθα ν’ ακολουθήσωμε την οδό του και θέλωμε να βαδίζωμε στη δική μας οδό και να λαμβάνωμε δικές μας αποφάσεις, αντίθετες με τις συμβουλές του Θεού, τότε μπορούμε ν’ αναμένωμε ‘την οργή του Θεού που έρχεται στους υιούς της απειθείας.’ Η έντονη νουθεσία που δίνει ο Παύλος στη Χριστιανική εκκλησία είναι για Χριστιανούς που δεν είναι συμμέτοχοι εκείνων των ‘υιών της απειθείας’—εκείνων που πηγαίνουν αντίθετα με την οδόν του Θεού.
16. Ποια στάσι ως προς την πορνεία πρέπει ν’ αποφεύγουν εκείνοι που θέλουν να έχουν την εύνοια του Θεού;
16 Γνωρίζομε τι είναι πορνεία, αλλά σήμερα οι θρησκευόμενοι κάνουν τολμηρές δηλώσεις λέγοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα το κακό στις προγαμιαίες σχέσεις, τίποτε το κακό στην ομοφυλοφιλία. Αλλά δεν λέγει η Γραφή ότι η γαμήλιος κοίτη πρέπει να είναι αμίαντος και ότι οι άρρενες που κοιμούνται μαζί με άρρενες είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θεού και θα λάβουν τη θεία καταδίκη; Βεβαίως τα λέγει αυτά η Αγία Γραφή. (Εβρ. 13:4· Ρωμ. 1:27, 32) Αν λοιπόν ένα άτομο ισχυρίζεται ότι είναι Χριστιανός και προσπαθεί να είναι μιμητής του Θεού ακολουθώντας την πορεία της ζωής που μας υπέδειξε ο Ιησούς Χριστός, τότε οφείλει να καταβάλλη εξαιρετική προσπάθεια να ζη σαν Χριστιανός, ώστε να έχη την εύνοια του Θεού και πλούσιες ευλογίες.—1 Κορ. 6:18· 1 Θεσσ. 4:3, 8.
17. Εξετάζοντας ο Πέτρος τις αλλαγές που πρέπει να κάνουν οι Χριστιανοί στη ζωή τους, τι είδους άτομα τους προέτρεψε να είναι;
17 Όταν ένα άτομο γίνεται Χριστιανός, πρέπει να κάμη μεγάλες αλλαγές στη ζωή του. Ο απόστολος Πέτρος έγραψε μια επιστολή στους πρώτους Χριστιανούς και το διετύπωσε αυτό ως εξής: «Ως τέκνα υπακοής μη συμμορφούμενοι με τας προτέρας επιθυμίας, τας οποίας είχετε εν αγνοία υμών, αλλά καθώς είναι άγιος εκείνος, όστις σας εκάλεσεν, ούτω και σεις γίνεσθε άγιοι εν πάση διαγωγή· διότι είναι γεγραμμενον· Άγιοι γίνεσθε, διότι εγώ είμαι άγιος.» (1 Πέτρ. 1:14-16) Παρατηρούμε εδώ ότι ο Πέτρος απευθύνεται στην εκκλησία του Θεού ως «τέκνα υπακοής.» Αν οι Χριστιανοί θέλουν να είναι ευπειθείς στον Λόγο του Θεού, τότε βέβαια δεν θα συμμορφώνωνται με τις δικές των επιθυμίες και ασφαλώς δεν θα βαδίζουν στην οδό που εβάδιζαν άλλοτε. Αλλά θα προσπαθήσουν να είναι όπως ο Θεός και να βαδίζουν στα ίχνη του Ιησού Χριστού.
ΕΠΩΦΕΛΕΙΣΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
18. Δείχνοντας αγάπη, τι πρέπει να κάμωμε για να ‘γίνομε υιοί του Πατρός μας του εν τοις ουρανοίς’;
18 Όταν ο Ιησούς ήταν εδώ στη γη έκαμε την εξής δήλωσι στους ακροατάς του: «Ηκούσατε ότι ερρέθη, Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου και μίσει τον εχθρόν σου. Εγώ όμως σας λέγω, Αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους, οίτινες σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους, οίτινες σας μισούσι, και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων, οίτινες σας βλάπτουσι και σας κατατρέχουσι, δια να γείνητε υιοί του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς, διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Διότι εάν αγαπήσητε τους αγαπώντας σας, ποίον μισθόν έχετε;» (Ματθ. 5:43-46) Αν πρόκειται να «γίνητε υιοί του Πατρός σας» όπως έγινε ο Ιησούς Χριστός, τότε όχι μόνο πρέπει ν’ αγαπάτε τον πλησίον σας, αλλά να δείχνετε αγάπη και στους εχθρούς σας επίσης. Το κάνετε αυτό;
19. Όπως αναφέρεται στα εδάφια Εφεσίους 3:18, 19, τι πρέπει να κατανοήση όλος ο λαός του Θεού;
19 Στον Λόγο του Θεού στην επιστολή 1 Ιωάννου 4:11, βρίσκομε τα εξής λόγια: «Αγαπητοί, επειδή ούτως ηγάπησεν ημάς ο Θεός, και ημείς χρεωστούμεν να αγαπώμεν αλλήλους.» Όταν ένα άτομο γίνεται Χριστιανός πρέπει ν’ αναπτύξη βαθειές ρίζες. Πρέπει να προσπαθήση να φθάση στην πληρότητα που απαιτεί ο Θεός. Ο Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, το διατυπώνει αυτό με τον εξής τρόπο: «Ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι εν αγάπη, να καταλάβητε μετά πάντων των αγίων τι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, και να γνωρίσητε την αγάπην του Χριστού την υπερβαίνουσαν πάσαν γνώσιν, δια να πληρωθήτε με όλον το πλήρωμα του Θεού.» (Εφεσ. 3:18, 19) Η ενθάρρυνσις του Λόγου του Θεού για τους Χριστιανούς είναι να καταβάλουν έντονη προσπάθεια για να κατανοήσουν το μέγεθος της αγάπης που έδειξε ο Χριστός, και μιμούμενοι αυτόν, να προσπαθήσουν να γίνουν μιμηταί του Θεού. Οι Χριστιανοί πρέπει ν’ αγωνισθούν για να το επιτύχουν.
20. Πώς αυτά που έγραψε ο Παύλος για την αγάπη, στην προς Ρωμαίους επιστολή 8:31-39, δίνουν πολύ καλή ενθάρρυνσι για μας;
20 Μας δίνουν πολύ καλή ενθάρρυνσι αυτά που έγραψε ο απόστολος Παύλος: «Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί προς ταύτα; Εάν ο Θεός ήναι υπέρ ημών, τις θέλει είσθαι καθ’ ημών; Επειδή όστις τον ίδιον εαυτού Υιόν δεν εφείσθη, αλλά παρέδωκεν αυτόν υπέρ πάντων ημών, πώς και μετ’ αυτού δεν θέλει χαρίσει εις ημάς τα πάντα; Τις θέλει εγκαλέσει τους εκλεκτούς του Θεού; Θεός είναι ο δικαιών· τις θέλει είσθαι ο κατακρίνων; Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και αναστάς, όστις και είναι εν τη δεξιά του Θεού, όστις και μεσιτεύει υπέρ ημών. Τις θέλει μας χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις, ή στενοχωρία ή διωγμός ή πείνα ή γυμνότης ή μάχαιρα; Καθώς είναι γεγραμμένον, Ότι ένεκα σού θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. Αλλ’ εις πάντα ταύτα υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς. Επειδή είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις, ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα ούτε βάθος, ούτε άλλη τις κτίσις, θέλει δυνηθή να χωρίση ημάς από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.»—Ρωμ. 8:31-39.
21. (α) Γιατί ο Παύλος είπε στους άλλους να τον μιμούνται; (β) Σχετικά με αυτό, τι ευθύνη έχομε όλοι μας;
21 Ο Παύλος είχε πλήρη πεποίθησι ότι ο Ιεχωβά τον αγαπούσε και γι’ αυτό προσπαθούσε με ζήλο να είναι μιμητής του Θεού. Γι’ αυτό, όταν έγραφε στους Φιλιππησίους είπε τα εξής: «Εκείνα τα οποία και εμάθετε και παρελάβετε και ηκούσατε και είδετε εν εμοί, ταύτα πράττετε· και ο Θεός της ειρήνης θέλει είσθαι μεθ’ υμών.» (Φιλιππ. 4:9) Ο απόστολος Παύλος εγνώριζε πολύ καλά ότι όλοι μας κάνομε λάθη, αλλά εγνώριζε ότι ο ίδιος κατέβαλλε σκληρή προσπάθεια και έθετε το ορθό παράδειγμα για τους αδελφούς. Γι’ αυτό και είπε: «Αδελφοί, συμμιμηταί μου γίνεσθε και παρατηρείτε τους όσοι περιπατούσιν ούτω, καθώς έχετε τύπον ημάς.» (Φιλιππ. 3:17) Οι πρεσβύτεροι, καθώς και άλλοι που είναι στην αλήθεια πολύν καιρό ή κι ένα βραχύ χρονικό διάστημα, έχουν μεγάλη ευθύνη να δίνουν το ορθό παράδειγμα, όπως έκανε και ο Παύλος. Αν δεν το κάνουν αυτό, τότε θα γίνουν πρόσκομμα στους άλλους αδελφούς που είναι στην οργάνωσι του Θεού. Ο Παύλος μάς νουθετεί ως εξής: «Μη γίνεσθε πρόσκομμα μήτε εις Ιουδαίους μήτε εις Έλληνας μήτε εις την εκκλησίαν του Θεού, καθώς και εγώ κατά πάντα αρέσκω εις πάντας, μη ζητών το ιδικόν μου συμφέρον, αλλά το των πολλών, δια να σωθώσι.»—1 Κορ. 10:32, 33.
22. Τι μπορεί να μας βοηθήση να επιτύχωμε στις προσπάθειές μας να είμεθα μιμηταί του Θεού;
22 Ο Παύλος είχε απέναντι των ανθρώπων το ίδιο ακριβώς πνεύμα που έχει ο Ιεχωβά Θεός. Αυτό το έμαθε από τον Ιεχωβά. Εγνώριζε πόσο αναγκαίο είναι ν’ αγαπούμε τον πλησίον μας και να τους δώσωμε μια πλήρη ευκαιρία ν’ αποκτήσουν αιώνια ζωή. Γι’ αυτό και λέγει τα εξής στο επόμενο ακριβώς εδάφιο: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς και εγώ του Χριστού.» (1 Κορ. 11:1) Ο Παύλος είχε προσηλωμένο το βλέμμα του στον Υιόν του Θεού. Εγνώριζε ότι ο Ιησούς ήταν τέλειος και ότι ήταν ένα θαυμάσιο παράδειγμα στην προσπάθεια του να μιμήται τον Πατέρα του, και γι’ αυτό ο Παύλος είχε την ίδια επιθυμία που είχε και ο Ιησούς. Ο Παύλος εγνώριζε τι ήταν γραμμένο στο Λόγο του Θεού και γι’ αυτό μας συμβουλεύει όλους λέγοντας: «Ενθυμείσθε τους προεστώτάς σας, οίτινες ελάλησαν προς εσάς τον Λόγον του Θεού, των οποίων μιμείσθε την πίστιν.» (Εβρ. 13:7) Δεν θέλομε ν’ ακολουθούμε τους τρόπους του παλαιού κόσμου. Μολονότι ζούμε μέσα σ’ αυτόν, δεν αποτελούμε μέρος του. Το καλύτερο παράδειγμα που θα μπορούσαμε ν’ ακολουθήσωμε είναι εκείνο που μας δίνει ο ίδιος ο Ιεχωβά Θεός. Επίσης, ο Ιησούς, όταν ήταν στη γη, είπε ότι «όστις είδεν εμέ είδε τον Πατέρα.» (Ιωάν. 14:9) Αν λοιπόν θέλωμε να μιμηθούμε τον Ιεχωβά Θεό ή να είμεθα όμοιοι με αυτόν, τότε ασφαλώς πρέπει ο καθένας μας να είναι όμοιος με τον Ιησού Χριστό, ένας άνθρωπος ακεραιότητος.
[Εικόνα στη σελίδα 201]
Ο Αδάμ ήταν υιός του Θεού που έγινε «κατ’ εικόνα Θεού,» και όλοι εμείς προερχόμεθα από τον Αδάμ
[Εικόνα στη σελίδα 203]
Όταν μιμούμεθα τον Ιησού Χριστό γινόμεθα μιμηταί του Θεού, διότι ο Ιησούς εμιμείτο τον ουράνιο Πατέρα του. Ο Ιωάννη ο Βαπτιστής είπε ότι ο Ιησούς είναι «ο Υιός του Θεού»