6.000 Έτη Μεγαλειώδους Επιτυχίας του Σκοπού του Ιεχωβά για το Ανθρώπινο Γένος
ΟΤΑΝ ο Αδάμ απέρριψε απροκάλυπτα τη δίκαιη κυριαρχία του Ιεχωβά, ο Ιεχωβά συμπεριφέρθηκε στο ανθρώπινο γένος με ελεήμονα και στοργικό τρόπο. Δεν θανάτωσε αμέσως τον Αδάμ για ν’ αρχίση πάλι από την αρχή με το να δημιουργήση έναν αντικαταστάτη του εδώ στη γη. Αντιθέτως, ο Θεός προτίμησε να επιτρέψη στον Αδάμ να ζήση και ν’ αρχίση να παράγη την ανθρώπινη οικογένεια. Αυτή η οικογένεια που γεννήθηκε από τον Αδάμ είχε ‘υποταγή στη ματαιότητα’ από τον Θεό, διότι, μέσω κληρονομικότητας από τον Αδάμ, ήλθε κάτω από την καταδίκη του θανάτου. Μόνο του το ανθρώπινο γένος δεν θα μπορούσε να βρη κανένα τρόπο να ελευθερωθή απ’ αυτή τη δυσάρεστη κατάστασι. Εν τούτοις, αυτή η υποταγή στη ματαιότητα έγινε «επ’ ελπίδι» διότι ο Θεός, λόγω της ασύγκριτης αγαθότητός του βρήκε μια διέξοδο για τους πιστούς απογόνους του Αδάμ. Μ’ αυτόν τον τρόπο αυτοί μπορούν να «ελευθερωθούν από τη δουλεία της φθοράς» και να μεταβούν «εις την ελευθερίαν της δόξης» σαν αποκαταστημένα τέκνα του Θεού. Αυτή η μεγαλειώδης ελπίδα έγινε γνωστή μέσω μιας προφητείας που ο ίδιος ο Ιεχωβά είπε στην Εδέμ. Εξετάστε τώρα το υπόμνημα του Θεού, χιλιετηρίδα προς χιλιετηρίδα, σχετικά με το αν υπήρξε κάποια αργοπορία από μέρους του Θεού στο να εκπληρώση τον σκοπό του, δηλαδή να φέρη ανακούφισι στο ανθρώπινο γένος.—Ρωμ. 8:20, 21· Γέν. 3:15· 2 Πέτρ. 3:9.
ΑΠΟ ΤΟ 4026 ΕΩΣ ΤΟ 3026 π.Χ.
Στη διάρκεια των χιλιετηρίδων που προηγήθηκαν από τη δημιουργία του ανθρώπου, ο Θεός είχε δείξει βαθειά αγάπη και ενδιαφέρον με το να προετοιμάση μια παραδεισιακή κατοικία για την ανθρώπινη οικογένεια. Αλλ’ όταν ο άνθρωπος στην Εδέμ εστασίασε, ο Ιεχωβά, ως ο Παγκόσμιος Κυρίαρχος, διεξήγαγε μια δίκη, κατεδίκασε τον Αδάμ και την Εύα σε θάνατο και τους έδιωξε από τον ευχάριστο κήπο. Ο Ιεχωβά ενήργησε σύμφωνα με την ιδιότητα της δικαιοσύνης. Αλλά δεν εξετέλεσε την καταδίκη με τέτοιο τρόπο ώστε να εξαλείψη την ανθρώπινη φυλή. Επέτρεψε στο πρώτο ζεύγος, αν και ήσαν τώρα αμαρτωλοί, να αποκτήσουν τέκνα. Όταν κατεδίκασε τον Αδάμ και την Εύα, ο Ιεχωβά είπε, επίσης, ότι θα ήγειρε ένα «σπέρμα» ή απόγονο για να συντρίψη τον Σατανά και τους ακολούθους του. Αυτό έδειχνε ότι θα ενεργούσε με έλεος για τους απογόνους του Αδάμ, ώστε αυτοί να μπορούν να έχουν ελπίδα ανορθώσεως και ζωής μέσω αυτού του υποσχεμένου «σπέρματος.»—Γέν. 3:8-24.
Όταν ο Κάιν σκότωσε τον αδελφόν του Άβελ, ο Ιεχωβά εξήγησε καθαρά ότι το ανθρώπινο γένος επρόκειτο να είναι υπόλογο ενώπιόν του για ενοχή αίματος. Αυτός ο δίκαιος Θεός ενέπνευσε τον πιστό Ενώχ να προφητεύση ότι ο Ιεχωβά θα ήρχετο «με μυριάδας αγίων αυτού, δια να κάμη κρίσιν κατά πάντων και να ελέγξη πάντας τους ασεβείς εξ αυτών δια πάντα τα έργα της ασεβείας αυτών.» Ο Ιεχωβά, λοιπόν, έκαμε γνωστό ότι πάντοτε θα ενεργή ορθά και με δικαιοσύνη εναντίον των κακών, αλλά λόγω του ελέους του έδωσε μια θαυμάσια ελπίδα για κείνους που θα τον εσέβοντο.—Γέν. 4:9-11· Ιούδας 14, 15· Έξοδ. 34:6, 7.
ΑΠΟ ΤΟ 3026 ΕΩΣ ΤΟ 2026 π.Χ.
Στις αρχές αυτής της χιλιετηρίδος γεννήθηκε ο Νώε. Ο Ιεχωβά χρησιμοποίησε τον Νώε για να εκτελέση μια προφητική απεικόνισι της απελευθερώσεως που θα έφερνε τελικά στο ανθρώπινο γένος. Με ποιον τρόπο; Ο Ιεχωβά έφερε τον Κατακλυσμό για να κάμη κρίσιν εναντίον των ασεβών. Μόνον ο Νώε και η οικογένειά του επέζησαν μέσα στην κιβωτό μαζί με αντιπροσωπευτικά είδη όλων των ζώων, για να βγουν με τον καιρό στην καθαρισμένη γη. Πάνω από δύο χιλιετηρίδες αργότερα, ο Μεσσίας, Ιησούς, εξήγησε την προφητική σημασία του Κατακλυσμού. Είπε: «Και καθώς αι ημέραι του Νώε, ούτω θέλει είσθαι και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου. Διότι καθώς εν ταις ημέραις ταις προ του κατακλυσμού ήσαν τρώγοντες και πίνοντες, νυμφευόμενοι και νυμφεύοντες, έως της ημέρας καθ’ ην ο Νώε εισήλθεν εις την κιβωτόν, και δεν ενόησαν, εωσού ήλθεν ο κατακλυσμός και εσήκωσε πάντας, ούτω θέλει είσθαι και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου.» Μ’ αυτόν τον τρόπο ο «Υιός του ανθρώπου» ετόνισε ότι ο Ιεχωβά έχει προσδιωρισμένη «ημέρα και ώρα» που θα φέρη τη ‘μεγάλη θλίψι’ επάνω στη γη για να την καθαρίση από τους ασεβείς.—Γέν. 6:13-22· Ματθ. 24:36-39.
Μετά τον Κατακλυσμό, όταν ο Ιεχωβά επέτρεψε στον άνθρωπο να τρώγη τη σάρκα ζώων, είπε ότι η ζωή είναι ιερή και απαγόρευσε τη βρώσι οιουδήποτε αίματος. Αλλά και ενόσω ζούσε ακόμη ο Νώε, η καθαρισμένη ανθρώπινη κοινωνία διεφθάρη και έδειξε αδιαφορία για τον νόμο του Θεού, όταν ο Νεβρώδ, ένας αχαλίνωτος κυνηγός, έγινε ο πρώτος βασιλεύς της γης. Ο Ιεχωβά είχε ως σκοπό να απλωθή η ανθρώπινη κοινωνία σε όλη τη γη. Όταν ο Νεβρώδ εναντιώθηκε προκλητικά σ’ αυτόν τον σκοπό, προσπαθώντας να συγκεντρώση τον κόσμο του ανθρωπίνου γένους κάτω από την εξουσία του ως δικτάτωρ και «θεός,» ο Ιεχωβά ενήργησε! Συγχέοντας τη γλώσσα του ανθρωπίνου γένους, ο Ιεχωβά ανάγκασε τους ανθρώπους να διασκορπισθούν «επί το πρόσωπον πάσης της γης.» Έτσι έδειξε ότι όποιος προσπαθεί να παρεμποδίση τον δεδηλωμένο σκοπό του Θεού θ’ αποτύχη.—Γέν. 9:1-7· 10:9, 10· 11:1-9· Ησ. 55:11.
ΑΠΟ ΤΟ 2026 ΕΩΣ ΤΟ 1026 π.Χ.
Ο Ιεχωβά είχε κάμει γνωστό ότι το υποσχεμένο «σπέρμα» και ο Απελευθερωτής του ανθρωπίνου γένους, θα ήρχετο μέσω της οικογενειακής γραμμής του γυιου του Νώε Σημ. Σ’ αυτή τη γραμμή εμφανίσθηκε ο Αβραάμ, ένας άνθρωπος που λογίσθηκε δίκαιος λόγω της ισχυρής του πίστεως. Ο Θεός έκαμε μια διαθήκη με τον Αβραάμ, λέγοντας ότι μέσω του σπέρματος του Αβραάμ, θα «ευλογούντο» όλα τα έθνη της γης. Με το να κάμη τον Αβραάμ να φθάση στο σημείο να μη διστάση να προσφέρη τον γυιο του Ισαάκ ως θυσία, ο Θεός απεικόνιζε όχι μόνο τη μελλοντική θυσία του Υιού του ως αντίλυτρον για το ανθρώπινο γένος, αλλά επίσης τη θαυμάσια ελπίδα της αναστάσεως. Ο Θεός, επίσης, χρησιμοποίησε τον δισέγγονο του Αβραάμ Ιωσήφ στην Αίγυπτο για να δείξη πώς ο Μεσσίας θα εγείρετο ως σωτήρ του ανθρωπίνου γένους. Στη γειτονική πόλι Ουζ, η «διακράτησις ακεραιότητος» του Ιώβ στο ν’ αποδείξη τον Σατανά ψεύτη προεικόνιζε πώς ο Μεσσίας, καθώς και άλλοι πιστοί δούλοι του Θεού θα υπέμεναν πολύ διωγμό για τη διεκδίκησι των σκοπών του Ιεχωβά.—Γέν. 22:3-18· Εβρ. 11:17-19· Γέν. 47:21-27· Ιώβ 2:3.
Στον μέσον αυτής της χιλιετηρίδος, ο Ιεχωβά ωδήγησε τον Ισραήλ, υπό τον Μωυσή, έξω από την Αίγυπτο και τους είπε: «Σεις θέλετε είσθαι εις εμέ βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον.» Ο Θεός έδωσε ένα λεπτομερή νόμο στον Μωυσή μαζί με οδηγίες για τη σκηνή, την υπηρεσία της και το ιερατείο της. Όλα αυτά ήσαν προαναλαμπές του μελλοντικού χειρισμού των ζητημάτων από τον Ιεχωβά για τη συγκεφαλαίωσι των πάντων υπό τον Μεσσία. Καθώς αυτή η χιλιετηρίς επλησίαζε στο τέλος της, ο Θεός έκαμε διαθήκη με τον πιστό Βασιλέα Δαβίδ, που έδινε την υπόσχεσι ότι ο Μεσσίας, ως το ‘σπέρμα του Δαβίδ,’ θα εκάθητο επάνω στο θρόνο της βασιλείας του Θεού για πάντα. Καθώς τελείωνε η χιλιετηρίς, ο γυιος του Δαβίδ Σολομών συμπλήρωσε την ανοικοδόμησι του μεγάλου ναού του Ιεχωβά στην Ιερουσαλήμ. Πράγματι η επιτυχία του σκοπού του Θεού προχωρούσε με θαυμαστό τρόπο!—Έξοδ. 19:5, 6· Εφεσ. 1:9, 10· 1 Χρον. 17:11-14· 2 Χρον. 5:1.
ΑΠΟ ΤΟ 1026 ΕΩΣ ΤΟ 26 π.Χ.
Η αφιέρωσις του μεγαλειώδους ναού του Ιεχωβά που οικοδομήθηκε από τον Σολομώντα έγινε στο πρώτο έτος της τετάρτης χιλιετηρίδος. Αυτό συνέβη στο μέσον μεταξύ της δημιουργίας του Αδάμ και της εποχής μας. Κατάλληλα, ο Σολομών προσευχήθηκε να γίνη ο ναός στην Ιερουσαλήμ οίκος προσευχής για όλα τα έθνη. Αλλά ο Ιεχωβά είχε ειδικά εκλέξει τον Ισραήλ να είναι το μέσον, με το οποίο θα απεκάλυπτε το θείο σκοπό του για την αποκατάστασι του ανθρωπίνου γένους και μέσω αυτού συνέχισε να κάνη προφητικά υποδείγματα για μελλοντικά γεγονότα.—1 Βασ. 8:1-66· Μάρκ. 11:17.
Εν τούτοις, ο Ισραήλ απεστάτησε. Το έτος 740 π.Χ. ο Ιεχωβά χρησιμοποίησε την Ασσυρία ως ‘την ράβδον του θυμού του’ για να τιμωρήση και να στείλη σε εξορία το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ. Ομοίως, το 607 π.Χ. χρησιμοποίησε τη Βαβυλώνα για να ερημώση τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ. Μετά από εβδομήντα χρόνια ένα πιστό υπόλοιπο Ιουδαίων επέστρεψε από την εξορία στη Βαβυλώνα για ν’ αποκαταστήση την αληθινή λατρεία στην Ιερουσαλήμ.—Ησ. 10:5-11· Ιερεμ. 25:8-14.
Ο Θεός χρησιμοποίησε τον προφήτη Δανιήλ για να προφητεύση ότι ο «Χριστός ο Ηγούμενος» θα εμφανιζόταν εξήντα εννέα εβδομάδες ετών μετά την έκδοσι της διαταγής να ανοικοδομηθή η Ιερουσαλήμ, η οποία εξεδόθη το έτος 455 π.Χ. Επομένως, ο Μεσσίας, ο Κεχρισμένος του Θεού, θα έπρεπε να εμφανισθή το έτος 29 μ.Χ. Ο Θεός, επίσης, έδειξε ότι η κυριαρχία των εθνών στη γη, όπως επετράπη από τον Θεό και άρχισε στο έτος 607 π.Χ., θα διαρκούσε 2.520 χρόνια και, επομένως, θα τελείωνε το 1914 μ.Χ.—Δαν. 9:24-27· 4:16, 23, 25, 32.
Ο γραπτός κανών των Εβραϊκών Γραφών συμπληρώθηκε σ’ αυτή τη χιλιετηρίδα, προς το τέλος του πέμπτου αιώνος π.Χ. Αλλά γλωσσικά εμπόδια δεν επρόκειτο να εμποδίσουν την εξάπλωσι της ζωτικής πληροφορίας που περιείχετο σ’ εκείνους τους ιερούς ρόλους. Στη διάρκεια του τρίτου αιώνος π.Χ. άρχισε να γίνεται στην Αίγυπτο η Ελληνική Μετάφρασις των Εβδομήκοντα των Εβραϊκών Γραφών· αυτό έγινε προς όφελος των Ελληνοφώνων Ιουδαίων που ήσαν διασκορπισμένοι σε άλλες χώρες.—Ρωμ. 3:1, 2· 15:4.
ΑΠΟ ΤΟ 26 π.Χ. ΕΩΣ ΤΟ 975 μ.Χ.
Τα γεγονότα του πρώτου αιώνος έχουν πολύ μεγάλη σημασία για το ανθρώπινο γένος. Από την άνοιξι του 29 μ.Χ. ο Ιωάννης ο Βαπτιστής χρησιμοποιήθηκε για να «ετοιμάση την οδόν» πριν από τον Μεσσία. Το φθινόπωρο εκείνου του έτους, ο Ιωάννης εβάπτισε τον Ιησού και τότε ο Ιεχωβά έχρισε τον Ιησού «με πνεύμα άγιον και δύναμιν.» Έτσι ο Ιησούς έγινε ο Μεσσίας, ο προσδιωρισμένος Βασιλεύς και Αρχιερεύς του Ιεχωβά, για να φέρη αιώνια σωτηρία στο ανθρώπινο γένος. Με το κήρυγμα και την εκτέλεσι θαυμάτων στη διάρκεια μιας ειδικής διακονίας τριάμισυ ετών, ο Ιησούς έδειξε πώς θα εκτελούσε τον σκοπό του Ιεχωβά όταν θα εκέρδιζε την υποσχεμένη Βασιλεία. Αυτό θα περιελάμβανε την ανάστασι των νεκρών και τη θεραπεία και αποκατάστασι του ανθρωπίνου γένους σε τελειότητα σ’ έναν επίγειο παράδεισο. Ο Ιησούς κρεμάσθηκε σ’ ένα ξύλο μαρτυρίου, καταδικασμένος από τους Ιουδαίους ιερείς και από τις Ρωμαϊκές αρχές. Μετά τον θάνατο και την ταφή του, ο Ιεχωβά τον ανεκήρυξε τελείως δίκαιο με το να τον αναστήση σε ουράνια ζωή. Κατόπιν η αξία αυτής της τελείας ανθρώπινης θυσίας παρουσιάσθηκε στον Θεό στον ουρανό από τον Ιησού, ως Αρχιερέα, για να εφαρμοσθούν τα οφέλη της στο ανθρώπινο γένος.—Ματθ. 3:3, 13-17· Πράξ. 10:37-43· 1 Τιμ. 3:16· Εβρ. 9:24-28.
Την Πεντηκοστή του 33 μ.Χ. ο Ιεχωβά εξέχεε το πνεύμα του στους συγκεντρωμένους μαθητάς του Ιησού και τους έφερε ως πνευματικό Ισραήλ σε μια νέα διαθήκη με μεσίτη τον Χριστό. Αρχίζοντας με τον προσηλυτισμό του Κορνηλίου και του οίκου του το 36 μ.Χ., οι εκχριστιανισμένοι Εθνικοί περιελήφθησαν επίσης σ’ αυτόν τον «Ισραήλ του Θεού.» Μπροστά σ’ αυτό το «μικρό ποίμνιο» των κεχρισμένων Χριστιανών βρίσκεται η μεγαλειώδης προσδοκία να μετάσχουν μαζί με τον Χριστό στην ουράνια βασιλεία του!—Πράξ. 2:1-4· 10:24, 44-48· Εβρ. 9:15· Γαλ. 6:15, 16.
Στον πρώτο αιώνα μ.Χ. η Χριστιανική εκκλησία εδραιώθηκε σταθερά. Μερικοί απόστολοι και άλλοι μαθηταί του Ιησού έγραψαν τις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές. Προς το τέλος εκείνου του αιώνος συμπληρώθηκε ο κανών της Αγίας Γραφής. Ο μεγαλειώδης σκοπός του Ιεχωβά Θεού είχε τώρα καταγραφή πλήρως. Οι θεόπνευστες Γραφές έδειχναν πόσες προφητείες του Θεού είχαν εκπληρωθή ή ευρίσκοντο σε πορεία εκπληρώσεως. Έλεγαν για τη βεβαία ελπίδα της εκπληρώσεως όλων των υποσχέσεων του Ιεχωβά μέσω της βασιλείας του Υιού του.—Πράξ. 9:31· 2 Τιμ. 3:16, 17· 2 Πέτρ. 1:19-21.
Τα αγαθά νέα, στη γνήσια μορφή τους εκηρύττοντο από τους κεχρισμένους Χριστιανούς «εις πάσαν την κτίσιν την υπό τον ουρανόν.» Αλλά μετά τον θάνατο των αποστόλων ήλθε η προειπωμένη μεγάλη αποστασία και η Χριστιανική εκκλησία μολύνθηκε από την εισχώρησι ‘λύκων’—‘ασεβών ανθρώπων’—που απέρριψαν την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Θεού. Το 325 μ.Χ. οι αποστάται ίδρυσαν τον υποκριτικό Χριστιανισμό με την προστασία της ειδωλολατρικής Ρώμης, και αυτό επέφερε ένα βαθύ πνευματικό σκότος. Η πέμπτη χιλιετηρίς έφθασε στο τέλος της με την κατανόησι και την εκτίμησι των θαυμασίων σκοπών του Ιεχωβά σε μεγάλη παρακμή. Αλλά οι υποσχέσεις του Θεού παράμεναν βέβαιες. Ο Θεός δεν ψεύδεται.—Κολ. 1:13, 23· Πράξ. 20:29, 30· Ιούδας 4· Τίτον 1:2.
ΑΠΟ ΤΟ 975 μ.Χ. ΕΩΣ ΤΟ 1975 μ.Χ.
Στην διάρκεια της έκτης χιλιετηρίδος ο Ιεχωβά συνέχισε να δοκιμάζη τους αληθινούς κεχρισμένους του καθώς αυτοί υπέμεναν διωγμούς. Τελικά, το πέπλο του σκότους άρχισε να σηκώνεται καθώς η Αγία Γραφή μετεφράζετο στις κοινές γλώσσες των ανθρώπων και άρχισε, ιδιαίτερα από τον δέκατον έκτο αιώνα, να κυκλοφορή σε όλον τον Χριστιανικό κόσμο. Στη δεκαετία του 1870 άρχισε μια συγκινητική αποκατάστασις των βασικών Βιβλικών αληθειών. Ο Ιεχωβά άρχισε να συνάγη τους κεχρισμένους δούλους του. Αυτοί ως μια τάξις «πιστού και φρονίμου δούλου,» ήλθαν πάλι στο προσκήνιο με το να εκτελέσουν ένα μεγάλο πρόγραμμα πνευματικής διατροφής. Αφιερωμένοι Χριστιανοί άρχισαν ν’ αποβλέπουν με μεγάλη προσδοκία στο έτος 1914 μ.Χ., διότι αυτό θα εσημείωνε το τέλος των Καιρών των Εθνών. Πράγματι, στο έτος 1914 ο Ιεχωβά ενθρόνισε τον Χριστό Ιησού στην ουράνια βασιλεία, στο ουράνιο Όρος Σιών, για να γίνη «κύριος της βασιλείας του κόσμου.» Όλα τα χαρακτηριστικά του «σημείου» που προφητεύθηκε από τον Ιησού που έδειχναν την παρουσία του σε ουράνια δόξα και «την συντέλεια του αιώνος» έγιναν ευδιάκριτα καθώς αυτά τα χαρακτηριστικά άρχισαν και συνέχισαν να εκπληρώνωνται. Αυτό έδωσε στους αληθινούς Χριστιανούς πολλούς λόγους για να χαίρωνται και ωδήγησε στο να διακηρύττουν σθεναρά την εγκαθιδρυμένη βασιλεία του Θεού.—Αποκάλ. 20:4· Ματθ. 24:3-14, 32-34, 45-47· 25:31-33.
Από το έτος 1919 και έπειτα, αποκαταστάθηκε ένας πνευματικός παράδεισος υπό την αρχηγία του Ιησού Χριστού για το κεχρισμένο υπόλοιπο του Θεού στη γη. Και αρχίζοντας από το έτος 1935, εμφανίσθηκε ένας «πολύς όχλος» από άλλους ταπεινούς λάτρεις, οι οποίοι ενώθηκαν με το κεχρισμένο υπόλοιπο της τάξεως της βασιλείας του Ιεχωβά για να ψάλλουν τους αίνους του Ιεχωβά σε όλη τη γη. Επί σαράντα χρόνια προχωρεί η επισυναγωγή αυτού του «πολλού όχλου.» Τώρα πάνω από δύο εκατομμύρια αυτών των δούλων του Θεού αποβλέπουν στο να περάσουν μέσα από τη γοργά πλησιάζουσα «μεγάλη θλίψι» σε μια καθαρισμένη γη, όπου θ’ αποκατασταθή ένας κατά γράμμα παράδεισος σ’ ολόκληρο αυτόν τον πλανήτη και για όλη την αιωνιότητα! Σε 35.000 Χριστιανικές εκκλησίες, σε 207 χώρες της γης, ο ζηλωτής λαός του Θεού προετοιμάζεται για επιβίωσι—προετοιμάζεται, επίσης, για το ενωμένο έργο που βρίσκεται ενώπιον του και το οποίον σχετίζεται με τον κατά γράμμα παράδεισο που θα βρίσκεται στη γη.—Ιωάν. 10:16· Αποκάλ. 7:9, 10, 14, 15· παράβαλε με Ησαΐας 35:1-10· 65:17-23.
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΕΝΕΡΓΕΙ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Αληθινά, ο Ιεχωβά είναι ένας προοδευτικός Θεός. Δεν αργεί να εκπληρώση τον μεγαλειώδη σκοπό του σε όλες του τις λεπτομέρειες για την ευλογία και το καλό των πλασμάτων του. Ασεβείς άνθρωποι μπορεί να χλευάζουν τα αγαθά νέα ότι η υποσχεμένη «παρουσία» του Μεσσία ως βασιλέως έχει λάβει χώραν στην εποχή μας. Αλλά τα λόγια του χλευασμού των θα επιστρέψουν πίσω σ’ αυτούς «την ημέρα και την ώρα» που ο Ιεχωβά έχει εκλέξει για ν’ αποκαλύψη «τον Κύριον Ιησούν απ’ ουρανού μετά των αγγέλων της δυνάμεως αυτού.» Αυτό θα σημάνη πύρινη καταστροφή και «εκδίκησιν εις τους μη γνωρίζοντας Θεόν, και εις τους μη υπακούοντας εις το ευαγγέλιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.» Μπορούμε να είμεθα βέβαιοι γι’ αυτό—«δεν βραδύνει ο Ιεχωβά την υπόσχεσιν αυτού.» Ενώ με υπομονή αναμένομε την «ημέρα του Ιεχωβά» για δράσι, μπορούμε να είμεθα ευτυχείς επειδή ο «πολύς όχλος» που πρόκειται να επιζήση από τη «μεγάλη θλίψι» συνεχίζει ν’ αυξάνη γρήγορα. Χωρίς αμφιβολία μπορούμε κι εμείς ν’ αναπτύξωμε σθεναρή δραστηριότητα μαζί τους.—2 Θεσσ. 1:7-10· 2 Πέτρ. 3:3, 4, 9· 1 Τιμ. 4:10.
Η εξιστόρησις των πράξεων του Θεού που παρετέθησαν μέρη προηγουμένως και που οδηγούν στην αποκατάστασι του ανθρώπου, αναζωογονεί τις καρδιές μας. Με πλήρη εμπιστοσύνη στον Ιεχωβά ότι θα εκπληρώση όλους τους μεγαλειώδεις σκοπούς του χάριν αυτών που τον αγαπούν, θα ακολουθήσωμε τις κατευθύνσεις του καθώς και τις κατευθύνσεις του βασιλέως του, Ιησού Χριστού μέχρι το τέλος της «μεγάλης θλίψεως» και της εισόδου μας στην μελλοντική ακόμη χιλιετή Βασιλεία. Ναι, ο Ιεχωβά Θεός έχει κάμει κι εξακολουθεί να κάνη «υψηλά έργα» για το ανθρώπινο γένος.—Ησ. 12:2-5.