Εκτίμησις της Σχέσεώς μας με τον Ιεχωβά
«Διά να γείνητε υιοί του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς.»—Ματθ. 5:45.
1. Γιατί εκτιμούμε ένα καλό φίλο, και γιατί πρέπει να θεωρούμε τον Ιεχωβά ως τον καλύτερο φίλο μας;
ΕΝΑΣ αξιόπιστος φίλος πρέπει να λογίζεται μεταξύ των πιο πολυτίμων αποκτημάτων μας. Ένα τέτοιο άτομο αποτελεί μια καθησυχαστική παρηγοριά σε καιρό ανάγκης και μια υπέροχη χαρά όταν έχωμε να συμμερισθούμε ευλογίες. Αν έχωμε μερικούς πιστούς φίλους είμεθα πράγματι πλούσιοι. Αλλά ποιον θα θεωρούσατε ως τον καλύτερο φίλο σας; Ίσως εκείνον με τον οποίον μοιάζετε περισσότερο και του οποίου η σχέσις που έχει μαζί σας βοηθεί πολύ στις ανάγκες σας. Μπορούμε όλοι να σκεπτώμεθα φίλους που τους θεωρούμε αγαπητούς, αλλά πουθενά σε όλους αυτούς δεν μπορούμε να βρούμε ένα φίλο όμοιο με τον Ιεχωβά ο οποίος ως φίλος μπορεί να ικανοποιή πλήρως τις ανάγκες μας. Ο Ιεχωβά «αυξάνει την δύναμιν εις τους αδυνάτους,» παρέχοντας ό,τι απαιτείται για τη συντήρησί μας. (Ησ. 40:29-31) Εκείνοι που εκτιμούν τη σχέσι τους μαζί Του, προσκολλώνται αχώριστα σ’ Αυτόν σαν σ’ ένα στενό σύντροφο.
2, 3. (α) Πώς μπορούμε να γνωρισθούμε προσωπικά με τον Ιεχωβά; (β) Ποια ευθύνη συνεπάγεται η φιλία του;
2 Μερικοί, που βλέπουν τα πράγματα από ανθρώπινη άποψι, μπορεί να θεωρήσουν τη σχέσι με Αυτόν ως μη ρεαλιστική. Πώς μπορώ να είμαι στενός φίλος μ’ ένα πρόσωπο που είναι τόσο απομακρυσμένο; Ποια ευκαιρία υπάρχει για να εκτιμήσω προσωπικά τις ιδιότητές του; Λίγοι από μας έχουν την προοπτική να συνεργασθούν μαζί του στην κατά γράμμα παρουσία του μέσω του Υιού του. Ο Ιησούς εδήλωσε: «Όστις είδεν εμέ είδε τον Πατέρα.» (Ιωάν. 14:9) Οι μαθηταί του μπορούσαν να παρατηρούν στον Ιησού τις ίδιες ιδιότητες που υπάρχουν στον Πατέρα του. Η παρουσία του και τα έργα που έκαμε μεταξύ των ανθρώπων μάς έδωσαν μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία να γνωρισθούμε προσωπικά με τον Πατέρα του. «Μακάριοι οι οφθαλμοί οι βλέποντες όσα βλέπετε,» είπε ο Ιησούς. «Πολλοί προφήται και βασιλείς επεθύμησαν να ίδωσιν όσα σεις βλέπετε, και δεν είδον.» (Λουκ. 10:23, 24) Ακόμη και ο Μωυσής, που είχε λάβει πείρα μιας στενής προσωπικής επικοινωνίας με τον Ιεχωβά, δεν είχε ευλογηθή τόσο όσο εκείνοι που μπόρεσαν να δουν και ν’ ακούσουν τον Ιησούν.
3 Ο Ιησούς μάς έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσωμε ποιος είναι ο Ιεχωβά. Μας έδειξε πώς να πλησιάζωμε τον Πατέρα του για ν’ αποκτήσωμε την εύνοιά Του. Η προσωπική του γνώσις για τον Πατέρα έγινε πηγή πληροφοριών για μας, ώστε ν’ αντλούμε απ’ αυτήν. Ο απόστολος Παύλος παρετήρησε: «Εν τω οποίω είναι κεκρυμμένοι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως.» (Κολ. 2:3) Μια μελέτη των διδασκαλιών του και των προσωπικών του ιδιοτήτων μάς βοηθεί να κατανοήσωμε και να εκτιμήσωμε τον Πατέρα του ως έναν έμπιστο φίλο. Όσο στενώτεροι φίλοι γινόμεθα με αυτόν, τόσο μεγαλύτερη είναι η χαρά μας. Ομοίως, και η ευθύνη μας γίνεται μεγαλύτερη. Η ευθύνη μας ενώπιόν του αυξάνει. Εκείνος που στρέφει εκουσίως τα νώτα στον Ιεχωβά, αφού τον αναγνωρίση ως φίλον, θεωρείται ως ένας που ‘κατεπάτησε τον Υιόν του Θεού και . . . ύβρισε το πνεύμα της χάριτος.’ (Εβρ. 10:28, 29) Αυτή η γνώσις, αντί να μας απομακρύνη, μας δίνει ακόμη πιο πολλούς λόγους ν’ αναζητήσωμε τη φιλία του.
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΚΤΙΜΑ ΠΛΗΡΩΣ ΤΗ ΣΧΕΣΙ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΙΕΧΩΒΑ
4. Ποια ευκαιρία είχε ο Ιησούς για να γνωρίση τον Πατέρα του, και τι καθήκον του είχε ανατεθή;
4 Ο Ιησούς έδειχνε με κάθε τρόπο ότι εκτιμούσε εξαιρετικά τη σχέσι του με τον Πατέρα του. Όλα όσα έλεγε και έκανε έδειχναν ότι εγνώριζε τον Πατέρα του πολύ καλά και ήθελε να είναι σαν αυτόν με κάθε τρόπο. Στην προανθρώπινη ύπαρξί του, που εξετείνετο σε αιώνες, ήταν συνεχώς στην παρουσία του Πατρός του, ικανός να τον βλέπη κατά γράμμα και να λαμβάνη πείρα της στενής σχέσεως που υπάρχει μεταξύ ενός στοργικού Πατρός και ενός αφωσιωμένου Υιού. Το έργο που του είχε ανατεθή ήταν να εκτελή τους δημιουργικούς σκοπούς του Πατρός του. Ως αποτέλεσμα, τα «πάντα δι’ αυτού έγειναν.» (Ιωάν. 1:3) Για να πραγματοποιήση πλήρως αυτό το έργο έπρεπε να εκτελέση μια απέραντη ποικιλία καθηκόντων των οποίων το μέγεθος αμυδρά μόνον μπορούμε να συλλάβωμε. Του ενεπιστεύθη η χρησιμοποίησις της πιο ισχυρής δυνάμεως που υπάρχει: του αγίου πνεύματος. Εχρησιμοποίησε αυτή τη δύναμι με πιστή υπακοή στο θέλημα του Πατρός του, εκπληρώνοντας όλα όσα Εκείνος είχε σκοπό να κάμη.
5. (α) Πώς ο Ιησούς εξακολούθησε ν’ ασκή εξουσία ακόμη κι’ όταν ήταν στη γη; (β) Ποιο διπλό σκοπό εξυπηρετούσε η χρησιμοποίησις της εξουσίας του;
5 Ο Υιός γνωρίζει τι σημαίνει να έχη μεγάλη εξουσία. Αυτός είναι «υπεράνω πάντων,» και ο Πατήρ «πάντα έδωκεν εις την χείρα αυτού.» (Ιωάν. 3:31, 35· Ματθ. 28:18) Όταν ήταν στη γη ο Ιησούς εξακολούθησε να ασκή ένα μέτρον αυτής της εξουσίας. Όταν ο απόστολος Πέτρος αντέδρασε βίαια στη σύλληψι του Ιησού, αυτός επετίμησε τον Πέτρο και ρώτησε: «Νομίζεις ότι δεν δύναμαι ήδη να παρακαλέσω τον Πατέρα μου, και θέλει στήσει πλησίον μου περισσοτέρους παρά δώδεκα λεγεώνας αγγέλων;» (Ματθ. 26:53) Στις σχέσεις του με τους αποστόλους μιλούσε με εξουσία. Όταν τον προσεφώνησαν ως «Κύριον,» αυτός το ανεγνώρισε λέγοντας: «Καλώς λέγετε, διότι είμαι.» (Ιωάν. 13:13) Τα λόγια και ο τρόπος του δεν άφησαν καμμιά αμφιβολία σχετικά με το ποιος είχε την εξουσία. Αλλά η άσκησις της εξουσίας του γινόταν πάντοτε μ’ ένα φιλάγαθο τρόπο ώστε να εκπληρώνεται ένας διπλός σκοπός: πρώτον, να εξυψώνη τον Πατέρα του και να αποκαλύπτη τους σκοπούς Του, και δεύτερον, να ωφελή εκείνους που υπήκουαν. Ο τρόπος με τον οποίον εχειρίζετο τα ζητήματα είχε σκοπό να κατευθύνη την ευνοϊκή προσοχή των ανθρώπων προς τον Πατέρα του, εξυψώνοντας το όνομά Του ενώπιόν τους. Επεδίωκε με ζήλο να κάνη γνωστές τις θαυμαστές ιδιότητες του Πατρός του καθώς και τους στοργικούς του σκοπούς. Χωρίς δισταγμό διεκήρυττε επανειλημμένως την υποταγή του στον Ιεχωβά Θεό, ομολογώντας την απόφασί του να κάνη πάντοτε τα «αρεστά» εις αυτόν.—Ιωάν. 8:29.
6. Πώς ο Ιησούς έδειχνε ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για τους άλλους;
6 Ενδιαφερόταν για την ευημερία των άλλων και ήταν πρόθυμος να τους βοηθήση να γίνουν άξιοι της επιδοκιμασίας του Πατρός του. Με κανένα τρόπο δεν επωφελήθηκε από την εξουσία του ώστε να τους εκμεταλλευθή προς όφελός του. Τα πενιχρά υλικά υπάρχοντά του ήσαν απόδειξις ότι δεν είχε καμμιά επιθυμία να πλουτίση εις βάρος των. Δεν έδινε αυθαίρετες διαταγές σ’ εκείνους που ήσαν γύρω του· η διακριτικότης και η πραότης αποτελούσαν το χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς του. Εδέχετο όλους εκείνους που έρχονταν σ’ αυτόν ως ίσους, χωρίς να δείχνη προτίμησι για τους πλουσίους ή καταφρόνησι για τους φτωχούς.
7. Τι φρονούσε ο Ιησούς για την εξουσία του Πατρός του, και πώς αυτό επηρέασε τους μαθητάς του;
7 Έβλεπε στον Πατέρα του όλα όσα ήσαν καλά, δίκαια και ορθά. Η υπακοή δεν ήταν απλώς ένα καθήκον· επιθυμούσε να έχη τον Πατέρα του ως Κύριόν του. Η τέλεια αντανάκλασις αυτών των ιδιοτήτων του Ιησού στην προσωπικότητά του παρήγαγε την ίδια επιθυμία και στους μαθητάς του. Επίσης, εκείνο που έβλεπαν οι μαθηταί σ’ αυτόν τους έκαμε να θέλουν να έχουν τον Ιησού ως Κύριό των. Ο Πέτρος μίλησε εκ μέρους όλων των πιστών, όταν ανεγνώρισε ότι ο Ιησούς είναι ο ‘Χριστός του Θεού’ και ο μόνος που έχει «λόγους ζωής αιωνίου.» (Ιωάν. 6:67-69) Επειδή πάντοτε μιλούσε στους ανθρώπους με αγάπη, εκείνοι ενστικτωδώς ελκύσθηκαν προς αυτόν. (Ιωάν. 15:12) Η αφοσίωσις που δημιουργήθηκε απ’ αυτή την αγάπη διατηρήθηκε ακόμη και με θυσία της ζωής των. Είχε ως αποτέλεσμα μια αδιάσπαστη ενότητα που τους συνέδεσε με πιστή υπακοή στον Πατέρα.—Ιωάν. 17:20, 21.
8. Πώς ο Ιησούς έδειξε πλήρη εμπιστοσύνη στον Πατέρα του;
8 Η εμπιστοσύνη και η πεποίθησις του Ιησού στον Πατέρα του ήταν πλήρης. Είχε την ολόψυχη πεποίθησι ότι ο Πατήρ του ποτέ δεν θα τον απεγοήτευε. Δεν υπήρχαν αμφιβολίες στη διάνοιά του για την αγαθότητα, τη δικαιοσύνη, την αξία ή την τελική επιτυχία των έργων του Πατρός του. Έθεσε τον εαυτό του αδίστακτα στη διάθεσι του Πατρός του, με το να προσφερθή πρόθυμα να κάμη το θέλημά του λέγοντας, «ουχί ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» (Ματθ. 26:39) Αυτά ήσαν τα συμπεράσματα που απεκόμισε εκείνος που γνωρίζει τον Πατέρα καλύτερα από κάθε άλλον. Είναι φανερό ότι η απερίγραπτη ομορφιά των ιδιοτήτων που διέκρινε στον Πατέρα του τού είχε εμπνεύσει ένα βαθύ σεβασμό γι’ Αυτόν.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕ ΤΟΝ ΙΕΧΩΒΑ ΩΣ ΦΙΛΟΝ
9. Πώς μας εβοήθησε ο Ιησούς να συλλάβωμε το βάθος της αγάπης του Πατρός του για μας;
9 Τι ευλογία θα ήταν για μας να γνωρίσωμε τον Πατέρα όπως τον εγνώρισε ο Ιησούς! Η πιο βαθειά επιθυμία του ήταν να μας βοηθήση να το πράξωμε αυτό, φθάνοντας τελικά στο σημείο να λάβωμε πείραν της υπέρτατης χαράς της φιλίας του Πατρός του. Ο Ιησούς, με τον τρόπο της ενεργείας του, απεκάλυψε τις θαυμαστές ιδιότητες του Πατρός του για να τις βλέπουν όλοι. Η πιο εξέχουσα μεταξύ αυτών των ιδιοτήτων είναι η άπειρη αγάπη του. Το εδάφιον Ιωάννης 3:16 λέγει: «Τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή» ως αντίλυτρον. Αρχίζομε να συλλαμβάνωμε το βάθος αυτής της αγάπης όταν παρατηρούμε τον Ιησού, που υπεκινείτο από την ίδια αγάπη, να προχωρή εθελουσίως διά να «βάλη . . . την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού.» (Ιωάν. 15:13) Αισθανόμεθα αιώνια ευγνωμοσύνη στον Ιησού για ό,τι έκαμε. Όταν κατανοούμε ότι η όλη διάταξις έγινε δυνατή από τον Πατέρα του με θυσία του αγαπημένου του Υιού, ελκυόμεθα προς τον Ιεχωβά με καρδιά που υπερχειλίζει από ευγνωμοσύνη.
10. Πώς ο Ιησούς μιμήθηκε τον Πατέρα του δείχνοντας ταπεινότητα;
10 Εκείνοι που προσήρχοντο στον Ιησού τον εύρισκαν προσιτό, έτοιμο ν’ ακούση και να ενδιαφέρεται πάντοτε ειλικρινά γι’ αυτούς. (Ιωάν. 4:6, 30-34) Πολλοί εξεπλήττοντο που εύρισκαν σ’ αυτόν μια γνήσια ταπεινότητα που δεν βρίσκεται συνήθως σε ανθρώπους που έχουν εξουσία. Πόσο θερμαίνει την καρδιά μας η σκέψις ότι μπορούμε να πλησιάσωμε τον Πατέρα, τον Ιεχωβά Θεό, με την ίδια βεβαιότητα ότι αυτός θα μας δεχθή φιλάγαθα, δείχνοντας ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για τις ανάγκες μας! Μια καταπληκτική ταπεινότητα μπορούμε να παρατηρήσωμε και στον Πατέρα, και αυτή μας φέρνει πιο κοντά σ’ αυτόν.—Ψαλμ. 18:35.
11. Τι προσείλκυσε τους ανθρώπους να γίνουν μαθηταί του Ιησού, και τι επίδρασι είχε αυτό στη σχέσι τους με τον Πατέρα του;
11 Μολονότι ο Ιησούς ήταν ένας τέλειος άνθρωπος που είχε ανδρικές φυσικές ιδιότητες, εν τούτοις, δεν εβασίζετο σ’ αυτές για να ελκύση τους ανθρώπους. Εκείνοι που δεν αγαπούσαν τη δικαιοσύνη ή τις ενάρετες ιδιότητες δεν εντυπωσιάζοντο απ’ όσα έβλεπαν σχετικά μ’ αυτόν, όπως ακριβώς είχε προείπει και η προφητεία. (Ησ. 53:1, 2) Όσοι έγιναν μαθηταί του ήσαν άνθρωποι που εκτιμούσαν πολύ την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη και είχαν διακρίνει τις αλάνθαστες αποδείξεις αυτών των ιδιοτήτων που είχε ο Ιησούς. Η παρατήρησις αυτών των θαυμαστών ιδιοτήτων του Ιησού αυξάνει την εκτίμησί μας για τον Πατέρα του, διότι κι’ εμείς Τον εκτιμούμε προσωπικά και αγαπούμε τη δικαιοσύνη που εκδηλώθηκε με όλους τους τρόπους του.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕ ΤΗ ΣΧΕΣΙ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΕΧΩΒΑ
12. (α) Ποια διάθεσι για αντίδρασι μπορεί να μας δημιουργηθή με την υπόδειξι ότι μπορούμε να γίνωμε φίλοι του Ιεχωβά; (β) Ποια γνώσις μάς ενθαρρύνει να τον πλησιάσωμε;
12 Η πρώτη μας αντίδρασις στην υπόδειξι ότι μπορούμε να είμεθα στενοί φίλοι του Ιεχωβά είναι το αίσθημα ότι είμεθα ανάξιοι. Εν τούτοις, ο ίδιος μάς κάνει μια θερμή έκκλησι να τον πλησιάσωμε, ακριβώς όπως ένας πατέρας θέλει να τον πλησιάζουν τα τέκνα του. Αυτός είναι πραγματικά ο Πατέρας μας, κι’ εμείς έχομε μια θέσι στην οικογένεια των ανθρωπίνων υιών του. Το να τον πλησιάσουμε μέσω του Ιησού δεν απαιτεί βασική αλλαγή της ανθρώπινης φύσεώς μας, αφού εμείς αρχικά δημιουργηθήκαμε ‘κατ’ εικόνα και ομοίωσιν’ αυτού και έχομε ένα μέτρον των ιδιοτήτων του. (Γέν. 1:26) Εφόσον υπάρχουν ήδη αυτοί οι δεσμοί, μπορούμε να συνδεθούμε μαζί του μ’ ένα τρόπο που έχει νόημα. Η οικογένειά του είναι ο μόνος πραγματικά φυσικός τόπος όπου πρέπει να είμεθα· κάθε τόπος έξω από τα όρια της οικογενείας του, μας αφήνει αποξενωμένους και αποκομμένους από τα ουσιώδη πράγματα που χρειάζονται για την ύπαρξί μας. Ο Αδάμ ήταν η αιτία που διεκόπη η οικογενειακή μας σχέσις με τον Θεό· η εσκεμμένη αμαρτία του κατέληξε στο να καταδικασθούμε ως αποξενωμένοι αμαρτωλοί. Ο Ιεχωβά σπλαγχνικά βρήκε τον τρόπο για να επανακτήσωμε όσα είχαν χαθή. Ο Ιησούς μάς απεκάλυψε τι ελλείψεις έχομε και μας έδειξε ακριβώς τι αλλαγές πρέπει να κάμωμε στην προσωπικότητά μας ώστε να γίνωμε πάλι δεκτοί ως μέλη της θείας οικογενείας.
13. Ποιο εμπόδιο παρεμβάλλεται στη σχέσι μας με τον Ιεχωβά, και πώς αυτό τελικά θ’ απομακρυνθή;
13 Φυσικά, οσοδήποτε σκληρά και αν προσπαθούσαμε, ποτέ δεν θα μπορούσαμε να υπερνικήσωμε μόνοι μας το εμπόδιο της κληρονομημένης αμαρτίας. Ενόσω αυτή παρέμενε, οι προσωπικότητές μας θ’ αντανακλούσαν τις αμαρτωλές τάσεις που δεν είναι δεκτές από τον Θεό. Ο Παύλος ωμολόγησε το εξής: «Το κακόν, το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω.» Έχαιρε να σκέπτεται τα οφέλη που ήσαν αποτέλεσμα του αντιλύτρου το οποίο τελικά θ’ απομακρύνη όλα τα εμπόδια που παρεμβάλλονται στην ανάπτυξι της νέας μας προσωπικότητος. (Ρωμ. 7:19, 24, 25) Εκείνοι που επιθυμούν να ωφεληθούν πλήρως από το αντίλυτρο, μαθαίνουν να εκδηλώνουν αυτή τη νέα προσωπικότητα μ’ έναν τρόπο που ευαρεστεί τον Θεό.
14. Τι προνόμιο παρέχεται σ’ εκείνους που είναι σε καλή σχέσι με τον Ιεχωβά;
14 Το ν’ αποκτήσωμε μια καλή σχέσι με τον Ιεχωβά, σημαίνει να επανακτήσωμε τα χαμένα προνόμια στην υπηρεσία του. Μας παρέχει ευκαιρία να μετέχωμε στο έργο που εκτελεί τώρα, δηλαδή, στη διάδοσι του αγγέλματος της Βασιλείας. Μας προσκαλεί να μετέχωμε, όχι ως ταπεινοί δούλοι, αλλ’ ως «συνεργοί» του. (1 Κορ. 3:9) Μας παρέχεται η τιμή να είμεθα «συνεργοί» του. (2 Κορ. 6:1) Σήμερα, πάνω από 2.000.000 «συνεργοί» απολαμβάνουν το προνόμιο να συμμετέχουν μαζί του σ’ αυτό το σωτήριο έργο του.
15. Μολονότι εργαζόμεθα σθεναρά, τι πρέπει ν’ αναγνωρίζωμε ως προς τ’ αποτελέσματα;
15 Μολονότι εμείς αγωνιζόμεθα σθεναρά, ο Θεός επιτελεί το μεγαλύτερο μέρος σ’ αυτό το έργο. Το καθήκον μας είναι απλώς να φέρωμε τα αγαθά νέα σ’ εκείνους που είναι γύρω μας, κάνοντας ό,τι μπορούμε για να διδάξωμε εκείνους που ανταποκρίνονται. (Ματθ. 24:14· 28:19, 20) Μπορούμε να είμεθα ευγνώμονες που ο Θεός από ενδιαφέρον μας αναθέτει μια τόσο ωφέλιμη και αξιόλογη δράσι που μας δίνει την ευκαιρία ν’ ασκούμε τη διάνοιά μας και τις ικανότητές μας στο πλήρες. Κάνομε το καλύτερο που μπορούμε, αλλά κατανοούμε ότι θα ήταν αλαζονικό να καυχώμεθα για τ’ αποτελέσματα. Ο Ιεχωβά είναι εκείνος που άνοιξε τις καρδιές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων οι οποίοι ανταποκρίθηκαν, απομακρύνοντας τα εμπόδια τα οποία τους κρατούσαν στην άγνοια. Όταν ο νόμος του Θεού εδραιωθή στην καρδιά τους, αυτό θα σημαίνη ότι ο Θεός τον έθεσε εκεί σύμφωνα με τη νέα διαθήκη Του. (Εβρ. 10:16) Οι εκπληκτικές αλλαγές που γίνονται στη ζωή τους πρέπει ν’ αποδίδονται, όχι στη δική μας επιδεξιότητα ως εκπαιδευτών, αλλά στην ενέργεια του ισχυρού του αγίου πνεύματος.
16. Μέχρι ποιου βαθμού πρέπει ν’ αποδίδωμε αίνο στον Ιεχωβά για τους νέους μαθητάς;
16 Όταν βλέπωμε τους νέους πιστούς να λαμβάνουν σταθερή στάσι, παριστάμεθα μάρτυρες μιας ορατής αποδείξεως της ενεργείας του θείου πνεύματος του Θεού. Είναι πράγματι ένα θαύμα του Θεού κάθε φορά που η καρδιά ενός ατόμου ανοίγεται για να δεχθή την αλήθεια της Αγίας Γραφής. Αισθανόμεθα την υποχρέωσι να εκφράζωμε τον θαυμασμό μας κάθε φορά που κάποιος θεραπεύεται από το πνευματικό σκοτάδι και ελευθερώνεται από την παγίδα του Διαβόλου. Όταν οι άνθρωποι τελικά αφιερώσουν τη ζωή τους και βαπτισθούν και γίνουν μαθηται του Ιησού, κάθε έπαινος πρέπει ν’ αποδοθή στον Πατέρα. Ο ίδιος ο Ιησούς ανεγνώρισε αυτό το γεγονός όταν είπε: «Ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εάν δεν ελκύση αυτόν ο Πατήρ.» (Ιωάν. 6:44) Τι προνόμιο είναι, όχι μόνον να γίνη κανείς δεκτός ως φίλος του Θεού, αλλά και να του ανατεθούν καθήκοντα ως εργάτου παρά το πλευρό του! Η εκτίμησις μάς υποκινεί να έχωμε βαθειά ευγνωμοσύνη.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
17. (α) Στη σχέσι μας με τον Ιεχωβά τι αναμένει αυτός από εμάς; (β) Ποιο τέλειο παράδειγμα έδωσε ο Ιησούς ως προς αυτό;
17 Ο Ιησούς, με το παράδειγμα και τις διδασκαλίες του, μας βοηθεί να διακρίνωμε πώς ανταποκρινόμεθα στη σχέσι μας με τον Πατέρα του και στις ευθύνες που έχομε σ’ αυτή την ευνοημένη θέσι. Ο Πατήρ του αναμένει από μας να εμπιστευώμεθα σ’ Αυτόν. Ο Ιησούς ποτέ δεν εβασίζετο στη δική του κρίσι. Επιζητούσε την καθοδηγία και τη βοήθεια του Πατρός του σε όλα τα πράγματα προσευχόμενος σ’ Αυτόν αδιάκοπα. (Λουκ. 6:12) Η υπακοή είναι επίσης ζωτική. Επίσης, ουσιώδης είναι και η ορθή υπακοή. Ο Θεός δεν θέλει ούτε την ευτελή υπηρεσία ενός ανάξιου δούλου, ούτε την έμφοβη υπακοή που υποκινείται απλώς από τον φόβο της τιμωρίας. Ο Ιησούς έδωσε το παράδειγμα με το να είναι, όχι μόνον «δίκαιος,» αλλά και «αγαθός.» Δεν απέφευγε την αδικοπραγία απλώς επειδή απαγορεύεται από τον νόμο του Θεού. Την απέφευγε επειδή αυτός ο ίδιος δεν μπορούσε να την ανεχθή. Όπως ο Πατήρ του, αγαπούσε τη δικαιοσύνη και μισούσε την ανομία. (Εβρ. 1:9) Του ήταν αδιανόητο να φιλοξενή σκέψεις για κάτι κακό.—Ματθ. 16:22, 23.
18. Όταν οι άνθρωποι γίνουν τέλειοι, μέχρι ποιου βαθμού θα χρειάζονται γραπτούς νόμους;
18 Καθώς εξετάζομε το κίνητρο που διεμόρφωσε το τέλειο παράδειγμα του Ιησού, οι σκέψεις μας εξυψώνονται ώστε να εκτιμούμε το υψηλό επίπεδο στο οποίο ο Πατήρ του θα μας ανεβάση όταν τελικά φθάσωμε σε τελειότητα. Όταν οι άνθρωποι επιδείξουν τη θεοειδή ιδιότητα της αγαθότητος που επέδειξε και ο Ιησούς, οι πολύπλοκοι νόμοι θα είναι άχρηστοι. Ο Παύλος το επεβεβαίωσε αυτό λέγοντας: «Ο νόμος δεν ετέθη διά τον δίκαιον, αλλά διά τους ανόμους και ανυπότακτους.» (1 Τιμ. 1:9) Αφού παρέθεσε τους καρπούς του πνεύματος του Θεού, πρόσθεσε: «Κατά των τοιούτων δεν υπάρχει νόμος.» (Γαλ. 5:22, 23) Όταν οι άνθρωποι θα υποκινούνται από δίκαιες εσωτερικές τάσεις δεν θα υπάρχη ανάγκη να περιορίζωνται ή να παρεμποδίζωνται από γραπτούς νόμους. Όταν φθάσωμε σε τελειότητα θα κάνωμε ό,τι είναι ορθό, διότι ως τέλειοι άνθρωποι θα προτιμούμε ν’ αγαπούμε εκείνο που είναι ορθό. ‘Θα ελευθερωθούμε από τη δουλεία της φθοράς και θα μεταβούμε στην ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού.’ (Ρωμ. 8:21) Θα είναι άχρηστος ένας ογκώδης κώδιξ νόμων. Όλη η καθοδήγησις που χρειάζεται ο άνθρωπος θα συνοψίζεται στην απλή εντολή «να πράττης το δίκαιον και να αγαπάς έλεος και να περιπατής ταπεινώς μετά του Θεού σου.» (Μιχ. 6:8) Ο Σολομών το συνώψισε με λιγώτερα ακόμη λόγια, λέγοντας ότι «το τέλος της όλης υποθέσεως» είναι: «Φοβού τον Θεόν και φύλαττε τας εντολάς αυτού.»—Εκκλ. 12:13.
19. Αν μιμούμεθα τον Ιησούν, πώς θα θεωρούμε την αδικοπραγία;
19 Πρέπει ν’ αγωνισθούμε για να πλησιάζωμε όσο το δυνατόν περισσότερο το τέλειο υπόδειγμα του Ιησού. Αν έχωμε το φρόνημά του, ποτέ δεν θα βλέπωμε από αρνητική άποψι τον θείο νόμο, αλλά θα υπακούωμε και στο ελάχιστο που απαιτείται για να συμμορφωνώμεθα με αυτόν. Επειδή αγαπούμε τη δικαιοσύνη και μισούμε την ανομία, ποτέ δεν θα νομίζωμε ότι όλα είναι εν τάξει εφόσον η Χριστιανική εκκλησία δεν μπορεί να μας τιμωρήση για κάτι. Δεν θα βλέπωμε πόσο κοντά μπορούμε να πλησιάσωμε στην αδικοπραγία χωρίς να παραβούμε κάποιον νόμο, ούτε θα εμμένωμε σε κάτι αμφίβολο επειδή οι πρεσβύτεροι δεν μπορούν να μας διατάξουν να κάμωμε διαφορετικά. Επειδή αγαπούμε τον Ιεχωβά, «θα μισούμε το κακόν» και θα μένωμε όσο το δυνατόν μακρύτερα απ’ αυτό.—Ψαλμ. 97:10.
20, 21. (α) Τι μας υποκινεί η εκτίμησις να κάμωμε; (β) Γιατί αυτό είναι αναγκαίο για μια καλή σχέσι με τον Ιεχωβά;
20 Μια στενή σχέσις με τον Ιεχωβά είναι το πιο θαυμάσιο πράγμα που μπορεί ν’ απολαύση ο άνθρωπος. Η ανταμοιβή που δίνει υπερέχει πάρα πολύ από οποιονδήποτε υλικό θησαυρό. Οι αξιέπαινες ιδιότητες της αγαθότητος και της αγάπης για τους άλλους που παράγει σ’ εμάς είναι ανεκτίμητες. Η εκτίμησις μάς ωθεί να προσκαλέσουμε και άλλους να ενωθούν μ’ εμάς σ’ αυτή την οικογενειακή σχέσι με τον Θεό. Με ζήλο τους καλούμε να ‘έλθουν και να λάβουν δωρεάν το ύδωρ της ζωής.’ (Αποκάλ. 22:17) Με την προσωπικότητα που τώρα διαμορφώθηκε από τη γνήσια αγάπη που μας εδίδαξε ο Ιησούς, υπερνικούμε την ατελή τάσι να σκεπτώμεθα μόνον τον εαυτό μας αποκλείοντας τους άλλους. Αυτή η αγάπη μάς διδάσκει ότι αν αρνηθούμε να συμμετέχωμε στα οφέλη της παρ’ αξίαν αγαθότητος του Ιεχωβά, σημαίνει ότι δεν εκτιμούμε τον σκοπό της. (2 Κορ. 6:1) Καθώς η εκτίμησίς μας γι’ αυτή την ευσεβή ιδιότητα γίνεται πιο βαθειά, αυξάνει και το ενδιαφέρον μας για την ευημερία των άλλων.
21 Καμμιά σχέσις με τον ουράνιο Πατέρα δεν μπορεί να διατηρηθή χωρίς αυτό το ενδιαφέρον. Μια ευπρόσδεκτη στάσις ενώπιόν του θα εξαρτάται πάντοτε από την προθυμία μας να μιμούμεθα την αγάπη του στις σχέσεις μας με τους άλλους. Κάθε εκδήλωσις της αγαθότητος του Ιεχωβά επανελήφθη στις πράξεις του Ιησού προς εμάς, που τονίζουν τη βαθειά αγάπη του Πατρός του για το ανθρώπινο γένος. Οποιοσδήποτε δείχνει ιδιοτελή αδιαφορία για τον συνάνθρωπό του ποτέ δεν μπορεί να γίνη τέλειος στην αγάπη του προς τον Θεό. Το ενδιαφέρον μας για τους άλλους είναι μια θεμελιώδης υποχρέωσις για να έχωμε ορθές σχέσεις μαζί του.
22. (α) Πώς μπορούμε να επιδείξωμε γνήσια αγάπη για τους αδελφούς μας; (β) Πώς μπορούμε να δείξωμε αυτή την αγάπη σ’ εκείνους που είναι έξω από την εκκλησία;
22 Επειδή το εκτιμούμε αυτό, ενδιαφερόμεθα ειλικρινά για τους άλλους. Θα ενδιαφερώμεθα ιδιαίτερα για κείνους που είναι γύρω μας στη Χριστιανική εκκλησία. Είμεθα πρόθυμοι να ‘εργαζώμεθα το καλόν προς πάντας, μάλιστα δε προς τους οικείους της πίστεως.’ (Γαλ. 6:10) Με κάθε τρόπο προσπαθούμε να παρέχομε βοήθεια όταν οι ανάγκες των αδελφών μας, είτε πνευματικές είτε υλικές, γίνωνται φανερές. Αλλά η αγάπη μας με κανένα τρόπο δεν περιορίζεται στο στενό κύκλο των πνευματικών μας αδελφών· ευρύνεται για να περιλάβη όλους τους ανθρώπους, ακόμη κι’ εκείνους που είναι πολύ αποξενωμένοι από τον Θεό. Έχομε ένα αίσθημα συμπαθείας γι’ αυτούς, που μας υποκινεί να εργαζώμεθα για το καλύτερο συμφέρον τους όπως εμείς επιθυμούμε να κάνουν και οι άλλοι για μας. (Ματθ. 7:12) Το να μάθουν όσα εδίδαξε ο Ιησούς σημαίνει να μάθουν την οδόν της ζωής. Το να κηρύττωμε το άγγελμα της Βασιλείας τους βοηθεί ν’ αποκτήσουν μια ορθή σχέσι με τον Ιεχωβά και δείχνει το ύψιστο ενδιαφέρον μας για την ευημερία τους. (Ματθ. 28:18-20) Αυτός είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κάνωμε καλό σ’ αυτούς. Με χαρά επωφελούμεθα από κάθε ευκαιρία για να μετέχωμε σ’ αυτό το έργο, χωρίς να ικανοποιούμεθα με μια απλή ενδεικτική προσπάθεια. Συνεχώς αναλύομε τη χρήσι του χρόνου μας και τα διαθέσιμα μέσα με στόχο να δημιουργήσωμε πρόσθετες ευκαιρίες για να κηρύξωμε. Το έργον σκαπανέως, την υπηρεσία εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, και άλλα, τα θεωρούμε ως εκλεκτά προνόμια που μας επιτρέπουν πραγματικά ν’ αποδεικνύωμε τη γνήσια ιδιότητα της αγάπης μας.
23. Ποια οφέλη προκύπτουν από την προσπάθειά μας να διατηρήσωμε μια καλή σχέσι με τον Ιεχωβά;
23 Αυτό το έργο καταλήγει σε όφελος εκείνων που ενδιαφέρονται γι’ αυτό. Ο Ιεχωβά ευαρεστείται στην πρόθυμη υπακοή μας και την προσπάθειά μας να υπερασπίσωμε το όνομά του. Ο Ιησούς χαίρεται να μας έχη μελλοντικούς υπηκόους του κάτω από τη χιλιετή διακυβέρνησί του. Οι πνευματικοί αδελφοί μας μάς πλησιάζουν μ’ ένα θερμό δεσμό ενότητος. Οι προβατοειδείς άνθρωποι αισθάνονται διαρκή ευγνωμοσύνη για ό,τι έχομε κάμει στοργικά προς όφελός των. Πράγματι, χαίρεται η καρδιά μας όταν βλέπη τις θαυμαστές ευλογίες που αποκομίζομε από τη σχέσι μας με τον Ιεχωβά! Πόσο ευτυχείς είμεθα, που μας επετράπη να ‘γίνωμε φίλοι’ με αυτόν και να λάβωμε τη διαβεβαίωσί του για ένα μέλλον στις ‘αιώνιες σκηνές.’—Λουκ. 16:9.
24. Γιατί πρέπει να εκτιμούμε τη σχέσι μας με τον Ιεχωβά;
24 Ο Ιεχωβά ασφαλώς αποδείχθηκε ότι είναι ο καλύτερος και ο πιο αξιόπιστος φίλος που θα γνωρίσουμε ποτέ. Το να τον γνωρίσωμε ως στενό σύντροφο αποτελεί την πιο πλουτίζουσα πείρα της ζωής μας. Ως «μακάριος» Θεός, εκπληρώνει ήδη την υπόσχεσί του να κάμη κι’ εμάς ευτυχείς. (1 Τιμ. 1:11) Αν επιτύχωμε να συσφίξωμε αυτόν τον δεσμό της φιλίας, η χαρά μας δεν θα τελειώση ποτέ. Εκτιμώντας την ασφάλεια, την ειρήνη διανοίας και την ελπίδα που βρήκαμε στη σχέσι μας μαζί Του, αισθανόμεθα την ανάγκη να εκφράσωμε τις πιο βαθειές και πιο εγκάρδιες ευχαριστίες μας στον καλύτερο φίλο μας, τον Ιεχωβά.
[Εικόνα στη σελίδα 498]
Ο Ιησούς βοηθούσε τους άλλους ν’ αποκτήσουν την επιδοκιμασία του Ιεχωβά, με το να δέχεται όλους τους ανθρώπους ως ίσους, χωρίς να δείχνη προτίμησι για τους πλουσίους ή καταφρόνησι για τους φτωχούς