Πιλάτος—Ο Πολιτικός Άρχων που Εδίκασε τον Κύριον
«ΕΓΩ δεν ευρίσκω ουδέν έγκλημα εν αυτώ.» Μ’ αυτά τα λόγια ο Πόντιος Πιλάτος εξέφρασε την κρίσι του ότι ο Ιησούς ήταν αθώος. (Ιωάν. 18:38· 19:4, 6) Στο τέλος, όμως, ο Πιλάτος υπέκυψε στις απαιτήσεις ενός πλήθους συμπατριωτών του Ιησού και τον κατεδίκασε σε θάνατον πάνω σ’ ένα ξύλο μαρτυρίου. Ποιος ήταν αυτός ο Πιλάτος;
Το ίδιο το όνομα «Πόντιος Πιλάτος» μπορεί να μας δώση κάποια ιδέα για το παρελθόν του. Αυτός ίσως είχε κάποια σχέσι με τον Κ. Πόντιο Τελέσιμο, διακεκριμένο στρατηγό από τη Σαμνιτική οικογένεια της ορεινής περιοχής της νοτίου Ιταλίας. Και το οικογενειακό όνομα «Πιλάτος» αν παράγεται από τη Λατινική λέξι πίλουμ (ακόντιο), μπορεί να δείχνη ότι κατήγετο από στρατιωτική οικογένεια. Αν πάλι το όνομα «Πιλάτος» παράγεται από τη Λατινική λέξι, πίλεους, μπορεί να υπήρξε ένας απελευθερωθείς δούλος ή απόγονος ενός τέτοιου δούλου. Αυτό συμβαίνει επειδή ο πίλεους ήταν ένας σκούφος που τον φορούσαν συνήθως οι δούλοι που είχαν αφεθή ελεύθεροι.
Το 26 μ.Χ. ο Τιβέριος Καίσαρ διώρισε τον Πιλάτο ως κυβερνήτη της Ιουδαίας. Ως κυβερνήτης, ο Πιλάτος είχε πλήρη έλεγχο της επαρχίας και μπορούσε να επιβάλη θανατικές ποινές. Η επίσημη διαμονή του ήταν στην Καισάρεια, περίπου πενήντα τέσσερα μίλια βόρεια και βορειοδυτικά της Ιερουσαλήμ. Εκεί εστάθμευε το κύριο σώμα του Ρωμαϊκού στρατού. Αλλά στη διάρκεια των εορταστικών περιόδων των Ιουδαίων, ο Πιλάτος, μαζί με τις Ρωμαϊκές στρατιωτικές ενισχύσεις, συνήθως παρέμενε στην Ιερουσαλήμ.
Τον καιρό που κυβερνούσε ο Πιλάτος είχαν γίνει πολλές ταραχές. Αυτό κυρίως συνέβη επειδή είχε προσβάλει τα θρησκευτικά αισθήματα των υπηκόων του.
Σε μια περίπτωσι, κάτω από το κάλυμα του σκότους ο Πιλάτος έβαλε στρατιώτες να φέρουν στην Ιερουσαλήμ σημαίες με εικόνες του αυτοκράτορος επάνω τους. Αυτές τις σημαίες τις έστησαν κατόπιν στην πόλι. Όταν οι Ιουδαίοι το ανεκάλυψαν αυτό, μια μεγάλη επιτροπή πήγε στην Καισάρεια, ζητώντας την απομάκρυνσί των. Επειδή τους το αρνήθηκαν επανειλημμένως, οι Ιουδαίοι επέμεναν στην αίτησί τους. Τελικά ο Πιλάτος απεφάσισε να τους φοβίση απειλώντας τους με θάνατο. Εν τούτοις, όταν οι Ιουδαίοι διεκήρυξαν την προθυμία των να πεθάνουν, ο Πιλάτος δέχθηκε το αίτημά τους.—Αρχαιότητες των Ιουδαίων, Βιβλίον XVIII, κεφ. III, παρ. 1.
Κατόπιν ήλθε ο καιρός που ο Πιλάτος τοποθέτησε στο αρχηγείο του στην Ιερουσαλήμ χρυσές ασπίδες που έφεραν το δικό του όνομα και το όνομα του Τιβερίου. Οι Ιουδαίοι προσέφυγαν στον αυτοκράτορα, και ο Πιλάτος διατάχθηκε ν’ απομακρύνη τις ασπίδες.—Ντε Λεγκατσιόνε αντ Γκάιουμ, XXXVIII.
Μια άλλη ακόμη φορά, ο Πιλάτος χρησιμοποίησε χρήματα από το θησαυροφυλάκιο του ναού για να οικοδομήση ένα υδραγωγείο που επρόκειτο να φέρνη νερό στην Ιερουσαλήμ, από απόστασι περίπου είκοσι πέντε μιλίων. Δεκάδες χιλιάδες Ιουδαίων εξεγέρθηκαν εναντίον αυτής της ενεργείας, όταν ο Πιλάτος επισκέφθηκε την πόλι. Μερικοί τον κατέκριναν και μάλιστα εκτόξευαν ύβρεις εναντίον του. Όταν αρνήθηκαν να υπακούσουν στη διαταγή του να διαλυθούν, ο Πιλάτος έστειλε μεταμφιεσμένους στρατιώτες ανάμεσά τους. Σε δοθέν σύνθημα οι στρατιώτες επετέθησαν. Πολλοί Ιουδαίοι θανατώθηκαν· άλλοι ετράπησαν σε φυγή πληγωμένοι.
Ίσως είχε σχέσι μ’ αυτό το επεισόδιο εκείνο που αναφέρεται στο εδάφιο Λουκάς 13:1 ότι ‘ο Πιλάτος έμιξε το αίμα των Γαλιλαίων με τας θυσίας αυτών.’ Εφόσον οι Γαλιλαίοι ήσαν υποτελείς του Ηρώδου Αντίπα, αυτό μπορεί να είχε συμβάλει στην εχθρότητα που υπήρχε ανάμεσα στον Πιλάτο και στον Ηρώδη ώς τον καιρό της δίκης του Ιησού.—Λουκ. 23:6-12.
ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Ήταν πολύ πρωί της 14 Νισάν του 33 μ.Χ., όταν οι Ιουδαίοι ηγέται, έφεραν τον Ιησού στον Πιλάτο για δίκη. Επειδή, σύμφωνα με τα έθιμα, ήταν βέβηλο για τους Ιουδαίους να εισέλθουν στο οίκημα ενός Εθνικού, ο Πιλάτος βγήκε προς αυτούς και ρώτησε τι κατηγορίες είχαν εναντίον του Ιησού. Ακούοντας τις δηλώσεις των, τους είπε να τον δικάσουν οι ίδιοι. Όταν είπαν ότι θεωρούσαν αυτό που έκαμε ο Ιησούς σαν αδίκημα που έδειξε θάνατο, μια ποινή που δεν μπορούσαν να επιβάλουν οι ίδιοι νομικώς, ο Πιλάτος πήρε τον Ιησού μέσα στο πραιτώριο, δηλαδή στο διοικητήριο, για ανάκρισι. (Ιωάν. 18:28-37) Επιστρέφοντας στους κατηγόρους, ο Πιλάτος είπε: «Εγώ δεν ευρίσκω ουδέν έγκλημα εν αυτώ.» (Ιωάν. 18:38) Μη ικανοποιημένοι οι Ιουδαίοι ηγέται συνέχισαν τις κατηγορίες των. Όταν έμαθε ότι ο Ιησούς ήταν από τη Γαλιλαία, ο Πιλάτος απεφάσισε να τον στείλη στον Ηρώδη Αντίπα. Αυτή η χειρονομία έθεσε ένα τέλος στην προηγούμενη εχθρότητα που υπήρχε ανάμεσα στον Ηρώδη και στον Πιλάτο. Ο Ηρώδης δεν μπορούσε να βεβαιώση τις κατηγορίες εναντίον του Ιησού και, απογοητευμένος από την άρνησί του να εκτελέση κάποιο θαύμα, τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο.—Λουκ. 23:5-12.
Πάλι ο Πιλάτος προσκάλεσε να εμφανισθούν οι κατήγοροι του Ιησού και συνέχισε τις προσπάθειές του ν’ αποφύγη να καταδικάση σε θάνατο έναν αθώο. Προσπάθησε ν’ απολύση τον Ιησού βάσει ενός εθίμου που επέτρεπε ν’ αφήνεται ένας φυλακισμένος ελεύθερος κάθε Πάσχα. Με την υποκίνησι των θρησκευτικών ηγετών, όμως, το πλήθος εκραύγαζε για την απόλυσι του Βαραββά, ενός κλέπτου, φονέως και επαναστάτου. Οι προσπάθειες του Πιλάτου να ελευθερώση τον Ιησού δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να δυναμώνουν τις φωνές του πλήθους για τη σταύρωσί του.—Ματθ. 27:15-23·Λουκ. 23:13-23.
Αντί να εμμείνη σε ό,τι εγνώριζε ότι ήταν ορθό, ο Πιλάτος ενέδωσε στο πλήθος και προσπάθησε ν’ απαλλαγή από ευθύνη νίπτοντας τα χέρια του, σαν να τα καθάριζε από ενοχή αίματος. (Ματθ. 27:24-26) Αγνόησε την προηγούμενη προειδοποίησι της συζύγου του να απέχη «του δικαίου εκείνου,» διότι υπέφερε πολλά σ’ ένα όνειρο (προφανώς θείας προελεύσεως) εξαιτίας αυτού.—Ματθ. 27:19.
Έπειτα ο Πιλάτος μαστίγωσε τον Ιησού. Πάλι είπε την άποψί του ότι ο Ιησούς ήταν αθώος και, ίσως για να προκαλέση οίκτο γι’ αυτόν, τον παρουσίασε στο πλήθος, ντυμένον με βασιλικό ένδυμα και μ’ ένα αγκαθωτό στεφάνι στο κεφάλι του. Όταν ο Πιλάτος δείχνοντας τον Ιησού είπε, «Ίδε ο άνθρωπος,» το πλήθος ανανέωσε την αξίωσί του να σταυρωθή ο Ιησούς και επέστησε την προσοχή του Πιλάτου στην κατηγορία της βλασφημίας. Όταν είπαν ότι ο Ιησούς έκαμε τον εαυτό του Υιόν του Θεού, ο Πιλάτος φοβήθηκε από δεισιδαιμονία. Γι’ αυτό ανέκρινε ακόμη τον Ιησού. Οι τελικές προσπάθειες του Πιλάτου να απολύση τον Ιησού είχαν ως αποτέλεσμα να τον προειδοποιήση το πλήθος ότι μπορούσε να τον καταγγείλη ότι αντιτάσσεται στον Καίσαρα. Όταν άκουσε αυτό ο Πιλάτος κάθησε στο βήμα του δικαστού, από όπου φώναξε στο πλήθος: «Ιδού ο βασιλεύς σας.» Αυτό μόνον αύξησε την κραυγή για σταύρωσι. Τότε ο Πιλάτος παρέδωσε τον Υιόν του Θεού για να σταυρωθή.—Ιωάν. 19:1-16.
Η ενοχή του Πιλάτου ήταν πράγματι μεγάλη. Εγνώριζε την αθωότητα του Ιησού πολύ καλά και μπορούσε να διακρίνη τα κακά ελατήρια των κατηγόρων. (Ματθ. 27:18) Ακόμη, για να μη διακινδυνεύση τη θέσι του με δυσμενείς εκθέσεις για περαιτέρω ταραχές στην επαρχία του, ο Πιλάτος κατεδίκασε σε θάνατο έναν αθώο.
Παρά τις ενέργειές του, ο Πιλάτος δεν διετήρησε για πολύ τη θέσι του. Μόλις λίγα χρόνια αργότερα, ο αμέσως ανώτερός του, ο Ρωμαίος στρατηγός Βιτέλλιος τον απεμάκρυνε από τη θέσι του και τον διέταξε να εμφανισθή ενώπιον του Τιβερίου για ν’ απολογηθή για τη σφαγή πολλών Σαμαρειτών που προκάλεσε. Ενώ ο Πιλάτος ευρίσκετο καθ’ οδόν προς τη Ρώμη (το 37 μ.Χ.), ο Τιβέριος πέθανε. Τι ακριβώς συνέβη στον Πιλάτο είναι άγνωστο. Η παράδοσις λέγει ότι ηυτοκτόνησε. Είναι φανερό ότι το υπόμνημα που έκαμε ο Πιλάτος για τον εαυτό του λίγα πράγματα έχει προς έπαινόν του.