Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Σε περιπτώσεις μοιχείας, μήπως υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες το ένοχο μέρος θα μπορούσε να λάβη διαζύγιο και να θεωρήται από την εκκλησία ως ελεύθερο να ξανανυμφευθή;—Τζαμέικα.
Θα μπορούσαν να υπάρξουν περιστάσεις που θα επέτρεπαν στην εκκλησία, μέσω των διωρισμένων πρεσβυτέρων της, να λάβουν τέτοια θέσι. Προτού όμως εξετάσωμε αυτές τις περιστάσεις, πρέπει πρώτα ν’ ανασκοπήσωμε τις βασικές Γραφικές αρχές που σχετίζονται με το διαζύγιο.
Τα λόγια του Ιησού στο κατά Ματθαίον 5:31, 32 και 19:9 τονίζουν ότι η διάπραξις «πορνείας» από ένα γαμήλιο σύντροφο αποτελεί τον μόνο λόγο διαζυγίου που ισχύει στα όμματα του Θεού. Τα λόγια του δείχνουν επίσης ότι ο Θεός παρέχει στον αθώο σύντροφο το δικαίωμα να τερματίση τον γάμο και να πραγματοποιήση διάλυσι του γαμήλιου δεσμού.
Πρέπει να σημειωθή, όμως, ότι δεν είναι μόνον η πράξις πορνείας εκείνη που προκαλεί τη χαλάρωσι αυτών των δεσμών. Ο αθώος σύντροφος μπορεί να προτιμήση να συγχωρήση την άδικη πράξι του μοιχού συντρόφου. Σε μια τέτοια περίπτωσι οι γαμήλιοι δεσμοί παραμένουν άθικτοι. Έτσι, λοιπόν, ο αποφασιστικός παράγων είναι, σε όλες τις περιπτώσεις, η απόφασις του αθώου συντρόφου ή να συγχωρήση ή να αρνηθή συγχώρησι στον μοιχό σύντροφο.
Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, αν—μετά τη διάπραξι πορνείας από τον ένα σύντροφο—ο αθώος σύντροφος ηρνείτο κατόπιν να δεχθή πάλι τον μοιχό, αρνούμενος ίσως και να συγκατοικήση με αυτόν, ή αν παρέμεναν κάτω από την ίδια στέγη, ηρνείτο να έχη σεξουαλικές σχέσεις με τον ένοχο και ωστόσο δεν επιζητούσε νόμιμο διαζύγιο από τα δικαστήρια της χώρας; Τι θα εγίνετο αν αυτή η κατάστασις συνεχίζετο για πολύν καιρό, για ένα χρόνο ή ακόμη και χρόνια, στερώντας έτσι τον σύντροφο που διέπραξε το αδίκημα από το να έχη έντιμες σεξουαλικές σχέσεις με τον σύντροφό του που οφείλει ν’ ανταποκρίνεται σ’ αυτό το συζυγικό καθήκον;
Η Αγία Γραφή τονίζει ότι τα έγγαμα άτομα δεν πρέπει να απέχουν από το συζυγικό καθήκον εκτός «εάν ήναι τι εκ συμφώνου προς καιρόν,» δηλαδή, μόνον προσωρινά, διότι αλλιώς θα μπορούσε εύκολα να υπεισέλθη ο πειρασμός. (1 Κορ. 7:2-5) Η αποστέρησις ενός συντρόφου από ένα τέτοιο δικαίωμα για ένα μακρό ή απεριόριστο χρόνο θα ήταν μια αφιλάγαθη πορεία. Αν ο μη μοιχός σύντροφος το έκανε αυτό, θα αποτελούσε ένδειξι ότι δεν έχει δώσει πραγματική συγχώρησι της πράξεως μοιχείας Στην πραγματικότητα ο μη μοιχός σύντροφος έχει απορρίψει τον ένοχο ως γαμήλιο σύντροφό του και, όπως είδαμε, η Γραφική διάλυσις ενός γάμου εξαρτάται από την απόφασι του μη μοιχού συντρόφου να συγχωρήση ή να μη συγχωρήση τη διάπραξι «πορνείας» από τον άλλο σύντροφο.
Ο Ιεχωβά Θεός θα ήταν βέβαια ενήμερος αυτής της απορρίψεως, έστω και αν ο μη μοιχός σύντροφος δεν προσήρχετο ενώπιον των δικαστηρίων του «Καίσαρος» για να επισημοποιήση τη διάλυσι του γάμου. Καλό είναι να ενθυμούμεθα ότι οι νόμοι του θείου δικαστηρίου του Ιεχωβά είναι εκείνοι που προέχουν σε σπουδαιότητα. Η εξουσία του Καίσαρος είναι σχετική και δεν προσδιορίζει αν οι δεσμοί του γάμου είναι διαλυμένοι ή παραμένουν άθικτοι στα όμματα του Θεού. (Παράβαλε Πράξεις 5:29.) Ο Καίσαρ μπορεί μόνον να πη αν παραχωρή τη νομική του αναγνώρισι ή όχι στον γάμο ως έγκυρο. Έτσι, αν ο Γραφικός λόγος («πορνεία») δεν υπάρχη, ακόμη και αν ο Καίσαρ παραχωρήση διαζύγιο, δεν είναι έγκυρο στα όμματα του Θεού ώς το σημείο να ελευθερώνη τους διαζευγμένους για να ξανανυμφευθούν.
Ο Χριστιανός, φυσικά, ‘συνιστώντας τον εαυτό του σε κάθε ανθρωπίνη συνείδησι,’ ορθώς θα προσπαθή ν’ αποκτήση αυτή τη νομική αναγνώρισι από το κράτος για γάμο ή διαζύγιο. (2 Κορ. 4:2) Αλλ’ αυτή η νομική αναγνώρισις δεν αποτελεί τον ζωτικό παράγοντα· η θεία δικαστική απόφασις είναι ο ζωτικός παράγων. Αφού είναι έτσι, και αφού η απόφασις του μη μοιχού συντρόφου να συγχωρήση ή να μη συγχωρήση αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα στη διάλυσι ενός γάμου, τι μπορεί να κάμη ο ένοχος σύντροφος όταν αντιμετωπίζη μια κατάστασι στην οποία ο μη μοιχός σύντροφος δεν τον συνεχώρησε και εν τούτοις δεν θέλει να νομιμοποίηση τη διάλυσι του γάμου ενώπιον του Καίσαρος; Ο ένοχος σύντροφος θα μπορούσε να προβή σε ενέργεια για να πιστοποιηθή το γεγονός ότι πραγματικά απερρίφθη από τον μη μοιχό σύντροφο. Αυτό πρέπει πρώτα να γίνη ενώπιον των πρεσβυτέρων της εκκλησίας, παρουσιάζοντας αποδείξεις ότι έλαβε χώρα μια σαφής, συνεπής—όχι προσωρινή—απόρριψις. Τότε το άτομο του οποίου ο σύντροφος αρνείται να συγχωρήση, θα μπορούσε να ζητήση νόμιμη αναγνώρισι της απορρίψεως σε δικαστήρια του Καίσαρος, χρησιμοποιώντας οποιουσδήποτε ειλικρινείς λόγους διαζυγίου που θα εδέχοντο αυτά τα δικαστήρια, και να είναι κατόπιν ελεύθερος να ξανανυμφευθή. Σε χώρες όπου δεν υπάρχει πρόβλεψις για διαζύγιο, η ενέργεια αυτού του ατόμου θα μπορούσε ν’ ακολουθήση τον τρόπο που περιγράφεται στη σελίδα 151 του βιβλίου Αληθινή Ειρήνη και Ασφάλεια—Από Ποια Πηγή; (Στην Αγγλική).
Οι πρεσβύτεροι μιας εκκλησίας, που αντιμετωπίζουν μια τέτοια περίπτωσι, πρέπει να σταθμίζουν τα πράγματα με σύνεσι, διαπιστώνοντας αν πραγματικά υπάρχουν σαφείς και πειστικές αποδείξεις οριστικής απορρίψεως από τον μη μοιχό σύντροφο. Λόγου χάριν, ο αδικημένος σύντροφος μπορεί να μη επιθυμούσε ν’ ανανεώση τις σεξουαλικές σχέσεις του για λίγες εβδομάδες ή και μήνες λόγω της αναμνήσεως της μοιχείας που είναι ακόμη νωπή στη διάνοιά του. Αυτό δεν θα αποτελούσε γνησία απόρριψι. Πρέπει να σημειωθή επίσης ότι η προηγούμενη πληροφορία δεν λέγει ότι η παράλειψις εκπληρώσεως του συζυγικού καθήκοντος αποτελεί αφ’ εαυτής λόγον διαζυγίου. Πρέπει να έχη προηγηθή «πορνεία» (ο Γραφικός λόγος διαζυγίου) που διεπράχθη από τον ένα ο οποίος κατόπιν αποστερείται του συζυγικού δικαιώματος και ο οποίος είναι πραγματικά απερριμμένος από την μη μοιχό σύντροφο.