Πώς οι Τελώναι Εθεωρούντο τον Πρώτον Αιώνα
Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ποτέ δεν υπήρξε ένας λαοφιλής άνθρωπος. Ιδιαίτερα τον πρώτο αιώνα μ.Χ. συνέβαινε αυτό μεταξύ των Ιουδαίων που διέμεναν στη Γαλιλαία και στην Ιουδαία.
Οι Ιουδαίοι απεστρέφοντο τη φορολογία από τη Ρωμαϊκή εξουσία σε τέτοιο βαθμό ώστε η πιθανότης προσθέτων φόρων ήταν αρκετή να δώση αφορμή σε επανάστασι. Μια απ’ αυτές τις εξεγέρσεις αναφέρεται στις Πράξεις 5:37: «Εσηκώθη Ιούδας ο Γαλιλαίος, εν ταις ημέραις της απογραφής, και έσυρεν οπίσω αυτού αρκετόν λαόν.»
Μια απογραφή αυτής της φύσεως ήγειρε μεγαλύτερα ζητήματα από τη δαπάνη απλώς των φόρων: ‘Ποιος ήταν τώρα κύριος της χώρας; Κάθε νέα απαίτησις δεν ηύξανε τον ζυγόν που επέβαλε η Ρώμη; Μολονότι χάριν της ειρήνης είχαν οι Ιουδαίοι ένα μέτρον εξουσίας, δεν ήταν μήπως καιρός να πολεμήσουν εναντίον της περαιτέρω καταπατήσεως των δικαιωμάτων τους;’ Έτσι εσκέπτοντο άνθρωποι σαν τον Ιούδα τον Γαλιλαίο. Και, σύμφωνα με τον ιστορικό Ιώσηπο, προέτρεπαν τους συμπατριώτας των ν’ αντισταθούν, λέγοντας ότι ‘θα ήσαν δειλοί αν υπέκυπταν στην πληρωμή φόρων στους Ρωμαίους.’
Αλλά, εκτός από την αναγνώρισι υποτέλειας σε μια ξένη δύναμι, υπήρχε και άλλος ένας λόγος για να μισούν οι Ιουδαίοι τη φορολογία. Αυτό γίνεται φανερό όταν εξετασθή ο τρόπος με τον οποίον εισεπράττοντο οι φόροι και οι καταχρήσεις που προέκυπταν.
ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΦΟΡΩΝ
Οι κεφαλικοί φόροι και οι φόροι ιδιοκτησίας της γης εισεπράττοντο από αυτοκρατορικούς εκπροσώπους. Αλλά το δικαίωμα εισπράξεως φόρων από εξαγωγές, εισαγωγές και εμπορεύματα προερχόμενα από μια χώρα διά των εμπόρων το αγόραζαν με δημοπρασία. Το δικαίωμα εισπράξεως αυτών των φόρων εδίδετο στους μεγαλύτερους πλειοδότας. Όταν αυτοί εισέπρατταν φόρους, απεκόμιζαν ένα κέρδος από την είσπραξι των φόρων που υπερέβαινε το ποσόν της προσφοράς των. Αυτοί, γνωστοί ως πουμπλικάνοι, ανέθεταν σε υπεργολάβους το δικαίωμα να εισπράττουν φόρους σε ωρισμένα μέρη της περιοχής των. Οι υπεργολάβοι με τη σειρά τους, είχαν άλλους ανθρώπους που εισέπρατταν προσωπικά τους φόρους.
Ο Ζακχαίος, λόγου χάριν, φαίνεται να ήταν επί κεφαλής τελωνών μέσα και γύρω από την Ιεριχώ. (Λουκ. 19:1, 2) Και ο Ματθαίος τον οποίον ο Ιησούς εκάλεσε να γίνη απόστολος, ήταν ένας που έκανε την πραγματική εργασία της εισπράξεως φόρων. Ο Ματθαίος, γνωστός επίσης ως Λευί, φαίνεται ότι είχε το φορολογικό του γραφείο μέσα ή κοντά στην Καπερναούμ.—Ματθ. 10:3· Μάρκ. 2:1, 14.
Ένα δασμολογικό διάταγμα της Παλμύρας χρονολογούμενο από το έτος 137 μ.Χ. εξηγεί μερικές από τις καταχρήσεις στις οποίες υπέκειτο το φορολογικό σύστημα. Ο πρόλογός του λέγει ότι σε προγενέστερα (του πρώτου αιώνος) χρόνια το ποσοστό του φόρου δεν ήταν καθωρισμένο. Οι επιβαρύνσεις εγίνοντο κατά έθιμον, συχνά ανάλογα με την ιδιοτροπία τον τελώνου. Αυτό συχνά έδινε αφορμή σε αμφισβητήσεις.
ΑΝΕΝΤΙΜΟΤΗΣ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΩΝ
Στον καιρό της επιγείου διακονίας του Ιησού οι τελώναι συχνά ήσαν κερδοσκόποι και άνθρωποι αμφιβόλου ηθικής. Πολλοί ήσαν εκβιασταί, διότι ώριζαν εικονικές φορολογικές αξίες σε εμπορεύματα και κατόπιν προσφέρονταν να δανείσουν το χρηματικό ποσόν—με υψηλά επιτόκια—σ’ εκείνους που δεν είχαν να πληρώσουν. Με το ραβδί στο χέρι και μια ορειχάλκινη πλάκα που την έφεραν εμφανώς στο στήθος των, σταματούσαν καραβάνια και απαιτούσαν να τα ξεφορτώσουν όλα καταγής για επιθεώρησι. Κατόπιν έπαιρναν ό,τι τους άρεσε, συχνά απομακρύνοντας τα καλοθρεμμένα φορτηγά ζώα και αντικαθιστώντας τα με κατώτερα ζώα.
Δεν είναι εκπληκτικό λοιπόν ότι οι Ιουδαίοι τελώναι ήσαν ανυπόληπτοι. Επειδή ήσαν στην υπηρεσία μιας ξένης δυνάμεως, της Ρώμης, και σε στενή επαφή με τους «ακαθάρτους» Εθνικούς, η παρουσία των ήταν αποκρουστική. Οι άλλοι Ιουδαίοι γενικά απέφευγαν την ελεύθερη συναναστροφή μαζί τους. (Ματθ. 18:17) Οι τελώναι κατετάσσοντο μεταξύ των ανθρώπων που ήσαν γνωστοί ως αμαρτωλοί, και αυτό περιελάμβανε και τις πόρνες. (Ματθ. 9:11· 11:19· 21:32· Μάρκ. 2:15· Λουκ. 5:30· 7:34) Το ν’ απατήση κανείς ένα τελώνη δεν εθεωρείτο αμάρτημα μεταξύ των Ιουδαίων. Το Ταλμούδ κατέτασσε τους τελώνας με τους φονείς και τους ληστάς, και τα κέρδη των ως αποκτημένα με απάτη και βία, εθεωρούντο απαράδεκτα ακόμη και για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Η ΑΠΟΨΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΜΗ ΦΟΡΩΝ
Συνεπώς, έντονα και πικρά αισθήματα συνεκεντρώνοντο γύρω από το ζήτημα της πληρωμής φόρων. Οι εχθροί του Ιησού, γνωρίζοντας τούτο, προσπάθησαν να τον παγιδεύσουν εν σχέσει με την πληρωμή φόρων. Σε μια περίπτωσι ωρισμένοι, κομματικοί οπαδοί του Ηρώδου και μαθηταί των Φαρισαίων ρώτησαν τον Ιησού: «Είναι συγκεχωρημένον να δώσωμεν δασμόν εις τον Καίσαρα ή ουχί;»—Ματθ. 22:17.
Επειδή ο «κεφαλικός φόρος» εισεπράττετο από αυτοκρατορικούς εκπροσώπους, αν ο Ιησούς έδινε αρνητική απάντησι αυτό θ’ αποτελούσε στασιασμό εναντίον της Ρώμης. Αφ’ ετέρου, οι Ιουδαίοι γενικά δυσφορούσαν όταν επρόκειτο να αναγνωρίσουν την υποταγή τους στη Ρώμη με την πληρωμή αυτού του φόρου. Γι’ αυτό μια θετική απάντησις θα είχε ως αποτέλεσμα να βλέπουν τον Ιησού με δυσμένεια όλοι οι Ιουδαίοι γενικά. Ο Ιησούς, διακρίνοντας την πονηρία εκείνων που του έκαμαν την ερώτησι, τους είπε: «Τι με πειράζετε υποκριταί; Δείξατέ μοι το νόμισμα του δασμού.» Η αφήγησις συνεχίζει: «Οι δε έφεραν προς αυτόν δηνάριον. Και λέγει προς αυτούς, Τίνος είναι η εικών αύτη και η επιγραφή; Λέγουσι προς αυτόν, Του Καίσαρος. Τότε λέγει προς αυτούς, Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εις τον Θεόν.»—Ματθ. 22:18-21.
Έτσι ο Ιησούς εξέθεσε μια αρχή την οποία έπρεπε να εφαρμόζουν οι ακροαταί του. Αν ήθελαν ν’ αναγνωρίσουν ότι το χρήμα ανήκε στον «Καίσαρα» επειδή αυτός το εξέδιδε και ώριζε την ιδιαίτερη αξία που έπρεπε να έχη, θα μπορούσαν να διακρίνουν ότι ήταν ορθό να πληρώνουν φόρους. Επίσης, εγνώριζαν ότι το Ρωμαϊκό κράτος παρείχε πολλές υπηρεσίες στους υποτελείς λαούς. Οι φόροι έπρεπε να πληρώνωνται για την υποστήριξι αυτών των ωφελίμων υπηρεσιών.
Η ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΥΣ ΤΕΛΩΝΑΣ
Φυσικά, ο Ιησούς Χριστός δεν συγχωρούσε τη διαφθορά που επικρατούσε μεταξύ των τελωνών. Αλλ’ ήταν πάντοτε πρόθυμος να τους βοηθή πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο οι εχθροί του τον εχαρακτήρισαν ως ‘φίλον τελωνών και αμαρτωλών.’—Ματθ. 11:19.
Εν τούτοις, κανένας τελώνης δεν έγινε πραγματικός «φίλος» του Ιησού παρά μόνον αν ο τελώνης άλλαζε την πορεία της ζωής του. Έτσι, σε μια από τις παραβολές του ο Ιησούς ετόνισε ότι ο τελώνης, που ανεγνώρισε ταπεινά ότι ήταν αμαρτωλός και μετανόησε, ήταν πιο δίκαιος από τον Φαρισαίο, ο οποίος με υπερηφάνεια θεωρούσε τον εαυτό του δίκαιο. (Λουκ. 18:9-14) Μεταξύ αυτών των μετανοημένων τελωνών ήταν ο Ματθαίος και ο Ζακχαίος, οι οποίοι προωρίσθηκαν και οι δύο να γίνουν μέλη της βασιλείας των ουρανών.—Παράβαλε Ματθαίον 21:31, 32
Η στάσις του Ιησού στους τελώνας πρέπει να είναι μια πηγή ενθαρρύνσεως σε όλους όσοι αντιλαμβάνονται ότι η πορεία της ζωής των ήταν αξιοκαταφρόνητη στα όμματα του Ιεχωβά Θεού. Μπορούν να είναι βέβαιοι ότι, αν μετανοήσουν και συμμορφώσουν τη ζωή τους με τις θείες απαιτήσεις που εκτίθενται στην Αγία Γραφή, θα λάβουν συγχώρησι από τον Θεό και θα έχουν καθαρή συνείδησι. Το γεγονός ότι άνθρωποι, όπως ο πλούσιος τελώνης Ζακχαίος, άλλαξαν τους τρόπους της ζωής των πιστοποιεί ότι εκείνοι οι οποίοι επιθυμούν να λάβουν μια τέτοια πορεία ενεργείας μπορούν να το πράξουν.—Ησ. 55:7.