Η Βίβλος—Ο Οδηγός του Δημιουργού για τον Άνθρωπο
‘ΛΥΧΝΟΣ εις τους πόδας μου, και φως εις τας τρίβους μου.’ Έτσι περιέγραψε ο ψαλμωδός της Βίβλου τον Λόγο του Θεού. Και είναι κατάλληλο αυτό, διότι η Βίβλος χρησιμεύει ως φως για να καθοδηγή όλους τους ανθρώπους στην οδό που θέλει ο Θεός να πηγαίνουν. Ασφαλώς ένα βιβλίο σαν αυτό—ο Οδηγός του Δημιουργού για όλο το ανθρώπινο γένος—αξίζει προσεκτική μελέτη. Πρέπει όλοι όσοι αγαπούν τον Λόγο του Θεού όχι μόνο να είναι καλά εξοικειωμένοι με το περιεχόμενό του, αλλά πρέπει επίσης να γνωρίζουν πώς έχει παραχθή και γιατί μπορεί να λεχθή ότι είναι «θεόπνευστος.»—Ψαλμ. 119:105· 2 Τιμ. 3:16.
Η συγγραφή της Βίβλου χρονολογείται από το έτος 1513 π.Χ., όταν ο Μωυσής έλαβε οδηγίες ν’ αρχίση να γράφη το υπόμνημα. Στο τέλος τον πρώτου αιώνος μ.Χ. ο απόστολος Ιωάννης συνεπλήρωσε τη συγγραφή του, κι έτσι ετερμάτισε τη συγγραφή της Βίβλου—ύστερ’ από δεκαέξη περίπου αιώνες. Κανένα άλλο βιβλίο δεν χρειάσθηκε τόσο πολύ χρόνο για να συμπληρωθή όσα η Βίβλος.
Σήμερα η Βίβλος είναι διαθέσιμη, εν όλω ή εν μέρει, σε 1.400 και πλέον γλώσσες. Μολονότι λίγα βιβλία φθάνουν μια κυκλοφορία εκατομμυρίου, η Βίβλος έχει εκδοθή σε χιλιάδες εκατομμύρια. Κανένα άλλο βιβλίο δεν μπορεί να φθάση αυτό το ρεκόρ.
Φυσικά, η απλή συγγραφή ενός θρησκευτικού βιβλίου, η διαφύλαξίς του εκατοντάδες χρόνια και η εκτίμησις που απολαμβάνει από εκατομμύρια ανθρώπων δεν αποδεικνύουν τη θεία προέλευσί του. Πρέπει να έχη αποδεικτικά Θείας Συγγραφής που ν’ αποδεικνύουν ότι έχει εμπνευστή από τον Θεό. Μια προσεκτική εξέτασις της Βίβλου πείθει τα ειλικρινή άτομα ότι διαθέτει πράγματι τέτοια αποδεικτικά.
Η Βίβλος, γραμμένη αρχικά, όπως γνωρίζομε, στην Εβραϊκή, την Αραμαϊκή και την Ελληνική, αποτελείται από εξήντα έξη βιβλία. Ο ακριβής αριθμός των βιβλίων δεν είναι σπουδαίο· (είτε δυο ωρισμένα απ’ αυτά έχουν συμπτυχθή σ’ ένα είτε έχουν παραμείνει χωριστά), ούτε και η ειδική σειρά με την οποία ακολουθούν το ένα το άλλο. Τα βιβλία παρέμειναν ως χωριστοί ρόλοι πολύν καιρό μετά τη συμπλήρωσι του Βιβλικού κανόνος ή καταλόγου των θεοπνεύστων βιβλίων, και οι αρχαίοι κατάλογοι ποικίλλουν όσον αφορά στη σειρά με την οποία παρατίθενται τα βιβλία. Εκείνο, όμως, που είναι το πιο σπουδαίο είναι ποια βιβλία περιλαμβάνονται. Πραγματικά, μόνο τα βιβλία που περιλαμβάνονται τώρα στον κανόνα έχουν ισχυρή βάσι για να διεκδικήσουν θεοπνευστία. Από τους αρχαίους χρόνους οι προσπάθειες για να περιληφθούν και άλλα συγγράμματα συνήντησαν αντίστασι.
Η Βίβλος έχει γραφή αρχικά σε συνεχείς, αδιαχώριστες σειρές γραμμάτων. Μόλις τον ένατο αιώνα μ.Χ. επενόησαν κάποιο σύστημα χωρισμού των φράσεων με σημεία στίξεως. Τα κύρια χαρακτηριστικά του συγχρόνου συστήματος μας στίξεως άρχισαν τον δέκατο πέμπτο αιώνα μ.Χ. ως αποτέλεσμα της εφευρέσεως της τυπογραφίας. Ούτε και η υποδιαίρεσις της Βίβλου σε κεφάλαια και εδάφια (η Κατ’ Εξουσιοδότησιν Μετάφρασις έχει 1.189 κεφάλαια, και 31.173 εδάφια) έχει γίνει από τους αρχικούς συγγραφείς. Αυτό έγινε ύστερ’ από αιώνες. Οι Μασορίται, Ιουδαίοι λόγιοι, έχουν διαιρέσει τις Εβραϊκές Γραφές σε εδάφια. Κατόπιν τον δέκατον τρίτο αιώνα μ.Χ. έγινε και η διαίρεσις σε κεφάλαια.
«ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΣ»
Σαράντα περίπου διαφορετικά άτομα χρησιμοποιήθηκαν ως γραμματείς του ενός μεγάλου Συγγραφέως για να καταγράψουν τον εμπνευσμένο Λόγο του Ιεχωβά. «Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστος,» έγραψε ο Χριστιανός απόστολος Παύλος. Και αυτό περιλαμβάνει τα συγγράμματα των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών μαζί με τας «λοιπάς Γραφάς.» (2 Τιμ. 3:16· 2 Πέτρ. 3:15, 16) Αλλά τι εννοεί κανείς όταν ομιλή για την έμπνευσι της Βίβλου;
Με τη λέξι «έμπνευσις» νοείται όχι απλώς μια ανύψωσις της διανοίας και των συγκινήσεων σ’ ένα ανώτερο βαθμό επιτεύξεως (όπως λέγεται συχνά για κοσμικούς καλλιτέχνας ή ποιητάς), αλλά η παραγωγή αλάνθαστων συγγραμμάτων τα οποία έχουν την ίδια αυθεντία σαν να είχαν γραφή από τον ίδιο τον Θεό. Πώς το επέτυχε αυτό ο Δημιουργός;
Ο Θεός έκαμε να ενεργήση το πνεύμα του επάνω σε πιστούς άνδρες τους οποίους χρησιμοποίησε για να καταγράψουν πράγματα με τη δική του καθοδήγησι. Γι’ αυτό ο απόστολος Πέτρος μπορούσε να πη: «Δεν ήλθε ποτέ προφητεία εκ θελήματος ανθρώπου, αλλ’ υπό του πνεύματος του αγίου κινούμενοι ελάλησαν οι άγιοι άνθρωποι του Θεού.» (2 Πέτρ. 1:21) Εν τούτοις, τουλάχιστον σε μια περίπτωσι, η πληροφορία δόθηκε σε γραπτή μορφή από τον ίδιο τον Θεό. Αυτή ήταν η περίπτωσις των Δέκα Εντολών, τις οποίες έδωσε ο Θεός στον Μωυσή σε δύο «πλάκας ληθίνας γεγραμμένας με τον δάχτυλον του Θεού.»—Έξοδ. 31:18.
Σε μερικές περιπτώσεις η πληροφορία μετεδόθη λέξι προς λέξι, με προφορική υπαγόρευσι. (Έξοδ. 34:27) Επίσης οι προφήται έλαβαν συχνά ειδικά αγγέλματα για να μεταδώσουν. (1 Βασ. 22:14· Ιερεμ. 1:7) Η απόδειξις, όμως, φανερώνει ότι οι άνδρες που χρησιμοποίησε ο Θεός για να γράψουν τις Γραφές δεν κατέγραφαν απλώς υπαγορευμένη ύλη. Παραδείγματος χάριν, ο Ιωάννης έλαβε την Αποκάλυψι μέσω του αγγέλου του Θεού «με σημεία» και ελέχθη στον Ιωάννη «Ό, τι βλέπεις, γράψον εις βιβλίον.» (Αποκάλ. 1:1, 2, 10, 11) Ώστε ο Θεός είναι προφανές ότι εθεώρησε καλό να επιτρέψη στους Βιβλικούς συγγραφείς να διαλέξουν λέξεις και εκφράσεις για να περιγράψουν τις οράσεις που έβλεπαν, ενώ ασκούσε πάντοτε αρκετή καθοδήγησι σ’ αυτούς ώστε το τελικό προϊόν να είναι ακριβές και σύμφωνο με τον σκοπό του. (Εκκλησ. 12:10) Αυτό χωρίς αμφιβολία εξηγεί τη διαφορά του ύφους που είναι καταφανής στα βιβλία της Γραφής.
Ότι τα συγγράμματα του Μωυσέως ήσαν θεόπνευστα δεν μπορεί να υπάρξη καμμιά αμφιβολία, με το φως της εσωτερικής μαρτυρίας. Δεν ήταν ιδέα του Μωυσέως να γίνη ηγέτης των Ισραηλιτών. Στην αρχή ο Μωυσής εδίστασε να δεχθή την πρότασι. (Έξοδ. 3:10, 11· 4:10-14) Μάλλον ο Θεός ήγειρε τον Μωυσή και έδωσε σ’ αυτόν θαυματουργικές δυνάμεις. Ακόμη και οι μάγοι ιερείς αναγκάσθηκαν ν’ αναγνωρίσουν ότι αυτά που έκανε ο Μωυσής προήρχοντο από τον Θεό. (Έξοδ. 4:1-9· 8:16-19) Υπακούοντας στην εντολή του Θεού με τα θεία αποδεικτικά του αγίου πνεύματος, ο Μωυσής αισθάνθηκε την ώθησι πρώτα να μιλήση και κατόπιν να γράψη μέρος της Βίβλου.
Ύστερ’ από τον θάνατο του Μωυσέως, προσετέθησαν τα συγγράμματα του Ιησού του Ναυή, του Σαμουήλ, του Γαδ και του Νάθαν. (Ιησούς του Ναυή, Κριταί, Ρουθ, 1 και 2 Σαμουήλ) Οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομών συνεισέφεραν επίσης στον αυξανόμενο κανόνα των Ιερών Συγγραμμάτων. Κατόπιν ήλθαν οι προφήται από τον Ιωνά ως τον Μαλαχία, που ο καθένας των συνεισέφερε στον Βιβλικό κανόνα. Και ο καθένας με τη σειρά του ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις των αληθινών προφητών όπως αυτές έχουν τονισθή από τον Ιεχωβά: Ωμίλησαν εν ονόματι του Ιεχωβά, οι προφητείες των επαλήθευσαν και ωδήγησαν τους ανθρώπους στον Θεό.—Δευτ. 13:1-3· 18:20-22.
ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΩΝ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Όπως ακριβώς ο Ιεχωβά ενέπνευσε ανθρώπους να γράψουν, έπεται λογικώς ότι θα κατηύθυνε και τη συλλογή αυτών των θεοπνεύστων συγγραμμάτων. Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοσι, ο Έσδρας έκαμε αυτό το έργο όταν οι εξόριστοι Ιουδαίοι είχαν εγκατασταθή και πάλι στην Ιουδαία. Ήταν πολύ κατάλληλος γι’ αυτό το έργο, διότι ήταν ένας από τους θεοπνεύστους συγγραφείς της Βίβλου, ιερεύς, κι επίσης «γραμματεύς έμπειρος εις τον νόμον του Μωυσέως.»—Έσδρας 7:1-11.
Ο κανών των Εβραϊκών Γραφών είχε πλήρως συμπληρωθή στο τέλος του πέμπτου αιώνος π.Χ. Περιελάμβανε τα ίδια συγγράμματα που έχομε σήμερα. Καμμιά σύνοδος ανθρώπων δεν τα έκαμε κανονικά· απ’ αυτή την αρχή των είχαν τη θεία επιδοκιμασία. Η πιο πειστική μαρτυρία της κανονικότητας των Εβραϊκών Γραφών είναι ο αναμφισβήτητος λόγος του Ιησού Χριστού και οι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών. Μολονότι χρησιμοποιούσαν ελεύθερα τις θεόπνευστες Εβραϊκές Γραφές, ποτέ δεν παρέθεσαν από τα απόκρυφα βιβλία.—Λουκ. 24:44, 45.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΙΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ
Η συγγραφή και η συλλογή των είκοσι επτά βιβλίων των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών έγινε με όμοιο τρόπο όπως και των Εβραϊκών Γραφών. Ο Χριστός «έδωκε δόματα εν ανθρώποις,» ναι, «έδωκεν άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, άλλους δε ευαγγελιστάς, άλλους δε ποιμένας και διδασκάλους.» (Εφεσ. 4:8, κριτικόν κείμενον, περιθώριον· 11-13) Με το άγιο πνεύμα του Θεού επάνω τους εθέσπισαν υγιείς διδασκαλίες για τη Χριστιανική εκκλησία. Ο Ιησούς εβεβαίωσε τους αποστόλους του ότι το πνεύμα του Θεού θα τους βοηθούσε με το να τους διδάσκη, να τους καθοδηγή και να τους υπενθυμίζη τα πράγματα που είχαν ακούσει απ’ αυτόν, καθώς επίσης και θα τους απεκάλυπτε μελλοντικά πράγματα. (Ιωάν. 14:26· 16:13) Αυτό εβεβαίωνε την αληθινότητα και την ακρίβεια στις Ευαγγελικές των αφηγήσεις.
Η πραγματική δοκιμή της κανονικότητος δεν είναι το πόσες φορές ή από ποιον μη αποστολικό συγγραφέα αναφέρεται ένα ωρισμένο βιβλίο. Το περιεχόμενο αυτού του ιδίου του βιβλίου πρέπει, ν’ αποδεικνύη ότι είναι προϊόν του αγίου πνεύματος. Συνεπώς, δεν μπορεί να περιέχη δεισιδαιμονίες ή δαιμονισμούς ή να ενθαρρύνη τη λατρεία πλασμάτων. Πρέπει να βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το υπόλοιπο της Βίβλου. Κάθε βιβλίο πρέπει να συμφωνή με το θείο «υπόδειγμα των υγιαινόντων λόγων,» και να είναι σε αρμονία με τις διδασκαλίες του Ιησού.—2 Τιμ. 1:13.
Οι απόστολοι μίλησαν σαφώς με θεία εξουσία. Μέσω του αγίου πνεύματος είχαν «διακρίσεις πνευμάτων [εμπνευσμένων εκφράσεων ΜΝΚ]» όσον αφορά το αν αυτά ήσαν από τον Θεό ή όχι. (1 Κορ. 12:4, 10) Με τον θάνατο του Ιωάννου, του τελευταίου αποστόλου, αυτή η αξιόπιστη αλυσίδα θεοπνεύστων ανδρών έληξε. Έτσι με την Αποκάλυψι, το Ευαγγέλιο του Ιωάννου και τις επιστολές του, έληξε ο Βιβλικός κανών.
Τα εξήντα έξη βιβλία της Γραφής μας, με την αρμονία των πιστοποιούν την ενότητα της Βίβλου και την συνιστούν πράγματι ως τον Λόγο της εμπνευσμένης αληθείας του Ιεχωβά.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΗΤΑΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΛΑΒΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Η Βίβλος περιέχει πληροφορία που διαφορετικά δεν θα ήταν διαθέσιμη στον άνθρωπο. Η αφήγησις της Γενέσεως, παραδείγματος χάριν, προμηθεύει πληροφορία για πράγματα που έχουν λάβει χώραν προτού εμφανισθή επί σκηνής ο άνθρωπος. (Γεν. 1:1-31) Η Γραφή μάς λέγει επίσης για συζήτησι που έλαβε χώρα στους ουρανούς, συζήτησι που κανένα ανθρώπινο αυτί δεν μπορούσε ν’ ακούση, εκτός αν ο Θεός έδινε αυτή την πληροφορία.—Ιώβ 1:6-12· 1 Βασ. 22:19-23.
Επί πλέον, η Βίβλος μάς κάνει να γνωρίσωμε τον Ιεχωβά. Αναφέρει λεπτομέρειες για θαυματουργικές οράσεις του Ιεχωβά με τις οποίες ευνοήθηκαν οι δούλοι του. (Δαν. 7:9, 10) Επίσης η Βίβλος μάς πληροφορεί ότι το όνομα του Θεού είναι «Ιεχωβά,» το οποίον αναφέρεται 6.800 και πλέον φορές στο Μασοριτικό κείμενο των Εβραϊκών Γραφών. Στη Βίβλο μαθαίνομε τις έξοχες ιδιότητες του Ιεχωβά, όπως είναι η αγάπη, η σοφία, η δικαιοσύνη, το έλεος, η μακροθυμία, η γενναιοδωρία, η τελειότης γνώσεως, το αναλλοίωτον.—Έξοδ. 34:6, 7.
Επί πλέον, η Βίβλος μάς λέγει πολλά για τον Υιόν του Θεού και τη σπουδαία θέσι που κατέχει στο σκοπό του Θεού. (Κολοσ. 1:17-20· 2:3· 2 Κορ. 1:20) Περισσότερο από κάθε άλλον, ο Υιός του Θεού, όταν ήταν στη γη, μπορούσε να διευρύνη τη γνωριμία μας με τον Ιεχωβά. Διότι μπορούσε να πη: «Όστις είδεν εμέ, είδε τον Πατέρα.» (Ιωάν. 14:9) Ωστόσο, αν οι διδασκαλίες και τα λόγια του Ιησού δεν είχαν καταγραφή για ν’ αποτελέσουν μέρος της Βίβλου, δεν θα είχαμε αυτή την ακριβή πληροφορία σήμερα.
ΕΝΑΣ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ
Λεπτομέρειες όσον αφορά την εξέλιξι του σκοπού του Θεού αποκαλύπτονται στη Βίβλο. Όλες οι ευλογίες που είχαν προλεχθή για τους ευπειθείς ανθρώπους συγκεντρώνονται στον υποσχεμένο Σωτήρα τον οποίο ήγειρε ο Ιεχωβά. Τον περιέγραψε προφητικά ο Θεός στον Κήπο της Εδέμ ως το «σπέρμα» της γυναικός του Θεού. (Γέν. 3:15) Με τον καιρό ο Θεός υποσχέθηκε ότι αυτό το Σπέρμα θα ερχόταν μέσω του Αβραάμ. (Γέν. 22:18) Έδειξε ότι ο υποσχεμένος Σωτήρ θα ήταν ένας αιώνιος βασιλεύς και ιερεύς «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ!» (Ψαλμ. 110:4· Εβρ. 7:1-28) Έκαμε με τον Ισραήλ τη διαθήκη του Νόμου με το ιερατείο της και τις θυσίες της, τα οποία ήσαν «σκιά των μελλόντων.»—Εβρ. 10:1· Κολοσ. 2:17.
Είχε δοθή υπόσχεσις στον Δαβίδ ότι η βασιλεία θα παρέμενε αιωνίως στην οικογένειά του. (2 Σαμ. 7:11-16) Και ο κληρονόμος αυτής της επαγγελίας, καθώς και εκείνος τον οποίον έδειχναν όλες οι άλλες προφητείες ως τον Ελευθερωτή, αποδεικνύεται ότι είναι ο Ιησούς Χριστός. Ναι, μέσα από τις σελίδες της η Βίβλος ρίχνει φως στο θέμα των θεοπνεύστων συγγραμμάτων της—τη βασιλεία του Θεού εις χείρας του Ιησού Χριστού ως του μέσου το οποίον ο Ιεχωβά είχε υπ’ όψιν να πραγματοποιήση τον σκοπό του.
Ως βιβλίο προφητικό, η Βίβλος κατέχει εξέχουσαν θέσιν. Έτσι δίνει σημασία σε ιστορικά γεγονότα και δείχνει γιατί συνέβησαν όπως συνέβησαν. (Λουκ. 19:41-44) Δείχνει το τέλος όλων των κοσμικών κυβερνήσεων που υπάρχουν—ότι θα συντρίβουν όλες από την ουράνια βασιλεία του Θεού και ότι αυτή η βασιλεία θα παραμείνη για πάντα. (Δαν. 2:44) Εξηγεί τα γεγονότα της εποχής μας και δείχνει ότι ζούμε στον προειπωμένο ‘έσχατο καιρό’ αυτού του παλαιού συστήματος και ότι σύντομα ο Θεός θα κάμη εκκαθάρισι όλων των πονηρών.
Χωρίς τη Βίβλο δεν θα γνωρίζαμε τον πραγματικό σκοπό της ζωής ενός αφιερωμένου ατόμου: «Φοβού τον Θεόν και φύλαττε τας εντολάς αυτού, επειδή τούτο είναι το παν του ανθρώπου.» (Εκκλησ. 12:13) Καθιστά σαφές ότι ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν τυφλής συμπτώσεως, αλλά δημιούργημα του Θεού, ο οποίος έχει ένα στοργικό σκοπό για το ανθρώπινο γένος. Και εξηγεί ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μας τώρα και πώς μπορούμε να βρούμε πραγματική ικανοποίησι στη ζωή.—Αποκάλ. 4:11· 1 Τιμ. 2:3, 4· Ψαλμ. 16:11.
Η ανθρώπινη ιστορία αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος, μακρυά από τον Θεό, δεν μπορεί να κατευθύνη επιτυχώς τα βήματά του. (Ιερεμ. 10:23) Μόνο η Βίβλος προμηθεύει την καθοδήγησι που έχει ανάγκη. Δίνει καθοδήγησι σχετικά με την ηθική και δείχνει τι ο Θεός καταδικάζει και τι επιδοκιμάζει. (Γαλ. 5:19-23) Αποδεικνύεται ότι είναι η πιο πρακτική βοήθεια ανάμεσα σ’ ένα κόσμο ο οποίος έχει καταργήσει κάθε ηθικό περιορισμό. Μας βοηθεί να έχωμε την άποψι του Θεού και να είμεθα ευάρεστοι σ’ αυτόν.
Δεν είναι φανερό γιατί αυτό το Βιβλίο των βιβλίων πρέπει να είναι το κυριώτερο διδακτικό βιβλίο μελέτης για το ανθρώπινο γένος; Οι Χριστιανοί, επάνω απ’ όλα, ενδιαφέρονται πολύ να ερευνούν αυτό το Βιβλίο που έχει συγγραφέα Εκείνον στον οποίον ο Υιός του Θεού είπε: «Ο λόγος ο ιδικός σου είναι αλήθεια.» (Ιωάν. 17:17) Όσο περισσότερο εξοικειώνεσθε με τα εξήντα έξη βιβλία της Γραφής τόσο περισσότερο θα πεισθήτε ότι είναι πράγματι ο Οδηγός του Δημιουργού για όλο το ανθρώπινο γένος.