Οι Δούλοι του Ιεχωβά Είναι Διαφορετικοί
«Μη συμμορφόνεσθε με τον αιώνα τούτον, αλλά μεταμορφόνεσθε δια της ανακαινίσεως του νοός σας, ώστε να δοκιμάζητε τι είναι το θέλημα του Θεού το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον.»—Ρωμ. 12:2.
1, 2. (α) Εναντίον ποιας εκπεσμένης τάσεως της ανθρωπίνης καρδιάς πρέπει να φυλάγωνται οι Χριστιανοί, και γιατί; (β) Ποια διαφορά υπήρχε μεταξύ των σκέψεων και των οδών του Ιεχωβά και αυτών του Ισραήλ στην εποχή του Ησαΐα, και γιατί;
ΜΕΤΑΞΥ των τάσεων της ατελούς καρδιάς, από τις οποίες οι Χριστιανοί πρέπει να φυλάγωνται είναι και η τάσις του να θέλη ο άνθρωπος να είναι δημοφιλής, να επιθυμή να είναι αρεστός στους άλλους άσχετα με το ποιοι είναι αυτοί. Λόγω αυτής της τάσεως η μεγάλη πλειονότης του ανθρωπίνου γένους έχουν περιέλθει σε δουλεία στην παγίδα της συμμορφώσεως, την παγίδα της προσαρμογής ή συγκαταθέσεως με τις γνώμες και τη διαγωγή εκείνων που τον περιβάλλουν. Όλοι εκείνοι οι οποίοι θα ευαρεστήσουν τον Ιεχωβά Θεό και θα κερδίσουν αιώνια ζωή στους δικαίους νέους ουρανούς του και τη νέα γη του πρέπει να φυλάγωνται από το να υποκύπτουν ή να υποχωρούν σ’ αυτή την πίεσι της συμμορφώσεως. Γιατί αυτό; Διότι, όπως είχε ειπεί ο Ιεχωβά σ’ ένα λαό, ο οποίος αποστατούσε στην εποχή του προφήτου του Ησαΐα: «Αι βουλαί μου δεν είναι βουλαί υμών, ουδέ οδοί υμών αι οδοί μου, λέγει Ιεχωβά. Αλλ’ όσον είναι υψηλοί οι ουρανοί από της γης, ούτως αι οδοί μου είναι υψηλότεροι των οδών υμών, και αι βουλαί μου των βουλών υμών.»—Ησ. 55:8, 9, ΜΝΚ.
2 «Όσον είναι υψηλοί οι ουρανοί από της γης»—τι τεραστία διαφορά αντιπροσωπεύει αυτό! Πράγματι, θα μπορούσε να λεχθή ότι αντιπροσωπεύει την πιο μεγάλη διαφορά που μπορεί να φαντασθή ένα άτομο. Τι είναι εκείνο που είχε κάμει τόσο μεγάλη τη διαφορά μεταξύ του Ιεχωβά και του λαού του; Το ότι είχαν παύσει να πράττουν δίκαια, να αγαπούν έλεος και να περιπατούν ταπεινά με τον Θεόν των. (Μιχ. 6:8) Αντιθέτως, πήγαν προς την αντίθετη κατεύθυνσι, και συνεμορφώθησαν με τα γύρω των έθνη, και όσον αφορά τη λατρεία των και όσον αφορά την ηθική των διαγωγή.
3. Πώς η τάσις του να θέλουν να συμμορφωθούν μ’ αυτούς που τους περιέβαλλαν έγινε έκδηλη στην αρχή της ιστορίας του Ισραήλ;
3 Η τάσις του ν’ ακολουθούν την άθεη πορεία των γύρω των λαών είχε γίνει έκδηλη στις αρχές της ιστορίας του έθνους Ισραήλ. Ενώ ο Μωυσής ήταν στο όρος του Θεού σαράντα ημέρες, οι Ισραηλίται είχαν υιοθετήσει την ειδωλολατρία και επιδοθή σε παγανιστική ακολασία. (1 Κορ. 10:7) Και μόλις απέθαναν ο Ιησούς του Ναυή και οι πρεσβύτεροι, οι οποίοι είχαν επιζήσει μετά απ’ αυτόν, και οι οποίοι «είδον πάντα τα έργα τα μεγάλα του Ιεχωβά, όσα έκαμεν υπέρ του Ισραήλ,» οι υιοί Ισραήλ «εγκατέλιπον τον Ιεχωβά, και ελάτρευσαν τον Βάαλ και τας Ασταρώθ.» (Κριτ. 2:7-13, ΜΝΚ) Και στην εποχή του Κριτού Σαμουήλ οι Ισραηλίται επέμειναν να συμορφωθούν με τα γύρω των έθνη και να έχουν ένα ορατό βασιλέα: «Να ήμεθα και ημείς ως πάντα τα έθνη· και να κρίνη ημάς ο βασιλεύς ημών, και να εξέρχηται έμπροσθεν ημών, και να μάχηται τας μάχας ημών.» Μολονότι ο Ιεχωβά τους έδωσε σύμφωνα με το αίτημά των, εν τούτοις το έπραξε με δυσαρέσκεια.—1 Σαμ. 8:7, 20· Ωσηέ 13:11.
4, 5. (α) Γιατί οι δούλοι του Ιεχωβά δεν μπορούν να ευαρεστούν αυτόν κι’ εν τούτοις να συμμορφώνωνται με τον κόσμο που τους περιβάλλει; (β) Ποια συμβουλή δίνει λοιπόν πολύ κατάλληλα ο Παύλος στους Χριστιανούς;
4 Πώς θα μπορούσαν οι δούλοι του Ιεχωβά να είναι όμοιοι με όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω των κι’ εν τούτοις να είναι ευάρεστοι στον Ιεχωβά; Μήπως δεν αληθεύει, με μόνη την εξαίρεσι ολίγων ετών μετά τον κατακλυσμό του Νώε, ότι από τον καιρό που ο Αδάμ και η Εύα αμάρτησαν κι’ εξεδιώχθησαν από την Εδέμ ως την παρούσα εποχή όλος ο κόσμος βρίσκεται κάτω από την εξουσία του πονηρού, Σατανά ή Διαβόλου, ‘του θεού του κόσμου τούτου’; Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία γι’ αυτό! Τι παγίδα είναι, λοιπόν, να συμμορφώνεται με τον κόσμο οποιοσδήποτε δούλος του Ιεχωβά Θεού!—2 Κορ. 4:4· 1 Ιωάν. 5:19.
5 Πολύ κατάλληλα, λοιπόν, μας συμβουλεύει το εδάφιο Ρωμαίους 12:2: «Μη συμμορφόνεσθε με τον αιώνα [το σύστημα πραγμάτων, ΜΝΚ] τούτον, αλλά μεταμορφόνεσθε δια της ανακαινίσεως του νοός σας, ώστε να δοκιμάζητε τι είναι το θέλημα του Θεού το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον.» Ή τα λόγια του Παύλου όπως τ’ αποδίδουν λιγώτερο κατά γράμμα ή πιο ελεύθερες μεταφράσεις: «Μη προσαρμόζεσθε πλέον με το υπόδειγμα αυτού του παρόντος κόσμου.» (Η Νέα Αγγλική Βίβλος) «Παύσατε να ζήτε σύμφωνα με τις συνήθειες αυτού του κόσμου.» (Η Καινή Διαθήκη υπό Κ. Β. Ουίλλιαμς) «Οφείλετε να μη υιοθετήτε τις συνήθειες αυτού το κόσμου.» (Μία Αμερικανική Μετάφρασις) «Μη αφήνετε να σας διαμορφώνη ο γύρω σας κόσμος σύμφωνα με το δικό του υπόδειγμα.»—Η Καινή Διαθήκη σε Σύγχρονη Αγγλική.
ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΗΣΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ
6, 7. Γιατί οι δούλοι του Ιεχωβά δεν πρέπει να συστέλλωνται να είναι διαφορετικοί, και ποιος μας δίνει το πρώτο παράδειγμα σ’ αυτό το ζήτημα;
6 Εφόσον η πορεία του κόσμου του ανθρωπίνου γένους από τον καιρό της εκδιώξεως των πρώτων γονέων μας από την Εδέμ ως την εποχή μας υπήρξε μια πορεία αθεΐας, έπεται ότι όλοι οι δούλοι του Ιεχωβά απ’ αυτόν τον πρώτο πρέπει να έχουν διακριθή ως διαφορετικοί, με εμφανή, εντυπωσιακό τρόπο διαφορετικοί απ’ όλους εκείνους που τους περιέβαλλαν. Ας σημειώσουν οι δούλοι του Ιεχωβά της εποχής μας, οι οποίοι φοβισμένα συστέλλονται να παρουσιάζωνται ως διαφορετικοί από εκείνους που τους περιβάλλουν όσον αφορά τον τρόπο της αμφιέσεώς των, την πορεία της διαγωγής των ή τη μορφή της λατρείας των, το υπόμνημα που έχουν σχηματίσει οι πιστοί δούλοι του Ιεχωβά σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα απ’ αυτή την αρχή, όπως ακριβώς εκτίθεται στον Λόγο του Θεού.
7 Εν πρώτοις, ήταν ο Άβελ, ο πρώτος πιστός μάρτυς του Ιεχωβά. Δεν γνωρίζομε πόσοι άλλοι υπήρχαν στη γη στον καιρό που αυτός είχε λάβει θαρραλέα στάσι υπέρ της αγνής λατρείας του Ιεχωβά, αλλά γνωρίζομε ότι ο Αδάμ, η Εύα και ο Κάιν, οι μόνοι άλλοι που αναφέρονται ονομαστικώς στο θείον Υπόμνημα, ήσαν κάτω από την επίδρασι και τον έλεγχο του πονηρού, Σατανά ή Διαβόλου. Η πορεία του Άβελ ασφαλώς ήταν αντίθετη από την πορεία των τριών εκείνων. Αυτός είχε το θάρρος να ξεχωρίζη ως διαφορετικός κι’ έτσι απεδείχθη ότι ήταν ο πρώτος πιστός μάρτυς, ο πρώτος που εμαρτύρησε.—Γέν. 4:3-11· Εβρ. 11:4· 1 Ιωάν. 3:12.
8. Ποια γεγονότα δείχνουν ότι ο Ενώχ ξεχώριζε ως διαφορετικός απ’ εκείνους που τον περιεστοίχιζαν;
8 Κατόπιν υπήρχε ο Ενώχ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός δεν είχε συμμορφωθή με το προκατακλυσμιαίο σύστημα πραγμάτων. Πώς μπορούμε να είμεθα τόσο βέβαιοι γι’ αυτό; Διότι ως την εποχή του υπήρχε πολλή ψευδής λατρεία στη γη, όπως ακριβώς μπορούμε να συμπεράνωμε από το γεγονός ότι ήδη στην εποχή του Ενώς, εγγονού του Αδάμ, είναι καταφανές ότι υπήρχε η ψευδής, υποκριτική συνήθεια να ονομάζωνται με το όνομα του Ιεχωβά. (Γέν. 4:26) Αυτό υποδεικνύεται, επίσης, από το γεγονός ότι ο Ενώχ ξεχώριζε ως ένας ο οποίος «περιεπάτησε. . .μετά του Θεού.» (Γέν. 5:22) Πράγματι, το ότι ο Ενώχ ξεχώριζε με εμφανή τρόπο ως διαφορετικός φαίνεται σαφώς από την προειδοποιητική προφητεία την οποίαν τον ωδήγησε να εξαγγείλη ο Ιεχωβά Θεός όπως ακριβώς αναγράφεται από τον Χριστιανό μαθητή Ιούδα: «Ιδού, ήλθεν ο Ιεχωβά με μυριάδες αγίων αυτού, διά να κάμη κρίσιν κατά πάντων, και να ελέγξη πάντας τους ασεβείς εξ αυτών, δια πάντα τα έργα της ασεβείας αυτών τα οποία έπραξαν, και διά πάντα τα σκληρά τα οποία ελάλησαν κατ’ αυτού αμαρτωλοί ασεβείς.» Ασφαλώς το περιεχόμενον αυτού του αγγέλματος δείχνει ότι Ενώχ ήταν περιστοιχισμένος από ασεβείς ανθρώπους κι’ επομένως πρέπει να διεκρίνετο θαρραλέα ως διαφορετικός.—Ιούδ. 14, 15, ΜΝΚ.
9. Πώς αποδεικνύεται ότι ο Νώε και η οικογένειά του ήσαν διαφορετικοί από τους συγχρόνους των;
9 Η θεόπνευστη ιστορία ομιλεί, επίσης, για το Νώε, μαζί με την οικογένειάν του. Μολονότι δεν μπορούμε να είμεθα δογματικοί όσον αφορά το αν ο Άβελ και ο Ενώχ ήσαν οι μόνοι αληθινοί λάτρεις του Ιεχωβά στην εποχή των—παραδείγματος χάριν, πιθανόν να είχε νυμφευθή ο Άβελ και η σύζυγος του ίσως να ήταν όπως εκείνος πιστή—οι Γραφές δεν αφήνουν αμφιβολία όσον αφορά το ότι στην εποχή του Νώε, αυτός και η οικογένειά του ήσαν μόνοι στην άσκησι της λατρείας του αληθινού Θεού Ιεχωβά. «Ο δε Νώε εύρε χάριν ενώπιον Ιεχωβά. . .. Ο Νώε ήτο άνθρωπος δίκαιος, τέλειος [άμεμπτος, ΜΝΚ] μεταξύ των συγχρόνων αυτού· μετά του Θεού περιεπάτησεν ο Νώε.» Το να έχη ο Νώε αυτή τη μαρτυρία για τον εαυτό του σε μια εποχή όπου «είδεν ο Ιεχωβά ότι επληθύνετο η κακία του ανθρώπου επί της γης, και πάντες οι σκοποί των διαλογισμών της καρδίας αυτού ήσαν μόνον κακία πάσας τας ημέρας» τον χαρακτηρίζει σαφώς ως να ξεχωρίζη διαφορετικός από τον κόσμο του ανθρωπίνου γένους της εποχής του. Τι χλευασμό θα είχαν υποστή αυτός και η οικογένειά του καθώς προέβαινε στην κατασκευή επάνω στην ξηρά μιας πελωρίας ομοίας με σιταποθήκη οικοδομής για να στεγασθούν αυτός, η οικογένειά του και τ’ αντιπροσωπευτικά είδη των κατωτέρων ζώων που ζούσαν στη διάρκεια του κατακλυσμού που είχε προλεχθή! Τι θάρρος απαιτήθηκε για να προχωρήση σαράντα ως πενήντα περίπου χρόνια σ’ αυτό το έργο! Ήταν διαφορετικός από τον κόσμο της εποχής του; Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό!—Γεν. 6:8, 9, 5.
ΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΑΙ ΗΣΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ
10, 11. Πώς οι πατριάρχαι Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ έδειξαν ότι ήσαν ξένοι και παρεπίδημοι;
10 Κατόπιν υπήρχαν οι πατριάρχαι ή άμεσοι αρχηγοί οικογενείας των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. Εν πρώτοις, ήταν ο Αβραάμ. Πόσο καταφανώς ξεχώριζε ως διαφορετικός με την πίστι του στον μόνο αληθινό Θεό Ιεχωβά, ανάμεσα σ’ ένα λαό εμποτισμένο με κάθε είδος ειδωλολατρικών θρησκευτικών συνηθειών, ειδικά τη λατρεία του σεληνιακού θεού Σίν, του πολιούχου θεού της Ούρ. Πράγματι, η Ούρ, η γενέτειρά του πόλις ήταν η πραγματική Μέκκα ή Ρώμη ως μια κυρία πόλις της Βαβυλωνιακής λατρείας και θρησκείας. Όταν ο Ιεχωβά διέταξε τον Αβραάμ: «Έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και εκ του οίκου του πατρός σου, εις την γην την οποίαν θέλω σοι δείξει,» ο Αβραάμ ξεχώρισε περισσότερο καταφανώς διαφορετικός.—Γέν. 12:1-3.
11 Πόσο χλευασμό πρέπει να είχε υποστή ο Αβραάμ καθώς οι γείτονες και οι γνωστοί του τον έβλεπαν να φεύγη από την Ούρ για κάτι που ασφαλώς πρέπει να το έβλεπαν εκείνοι ως μια επιδίωξι για κάτι το μάταιο! Το ίδιο ίσχυε σ’ ένα μεγάλο βαθμό για τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Όλοι αυτοί ωμολόγησαν ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επί της γης. Μπορούσαν να είχαν επιστρέψει στη χώρα των και να παραμείνουν εκεί αλλά εγνώριζαν ότι δεν ήταν αυτό το θέλημα του Ιεχωβά γι’ αυτούς. Θα είναι πολύ βοηθητικό για τους δούλους του Ιεχωβά σήμερα να είναι με θάρρος διαφορετικοί από τον κόσμο που βρίσκεται γύρω των, αν εκτιμούν το ότι και αυτοί είναι επίσης ξένοι και παρεπίδημοι όσον αφορά αυτό το σύστημα πραγμάτων και τους λαούς του.—Εβρ. 11:8-15.
12. Με ποιο τρόπο ήταν ο Ιωσήφ ένα καλό παράδειγμα με το ότι ήταν διαφορετικός, και πώς είχε αμειφθή;
12 Υπήρχε και ο Ιωσήφ, ο ευνοούμενος γιος του πατριάρχου Ιακώβ. Πώς η ζωή του λάμπει μέσα στις Άγιες Γραφές! Όταν είχε πωληθή σε δουλεία και παραμείνει τόσο απομονωμένος απ’ όλους τους αληθινούς λάτρεις του Ιεχωβά, πόσο εύκολο θα ήταν γι’ αυτόν να προσαρμοσθή όσον αφορά τη διαγωγή και τη λατρεία με όλους τους γύρω του ειδωλολάτρας και να συμμορφωθή μ’ εκείνο το σύστημα πραγμάτων! Παρέμεινε προσκολλημένος στην αγνή του λατρεία και τις ευσεβείς του αρχές κι’ έτσι έγινε ένα έξοχο παράδειγμα ανθρώπου ο οποίος διεκράτησε την ακεραιότητά του παρά τους πιο ισχυρούς πειρασμούς. Και ακόμη περισσότερο, όταν η διακράτησις ακεραιότητος εκ μέρους του προς τον Ιεχωβά είχε καταλήξει στο να ριφθή στη φυλακή, αυτός εξακολούθησε να παραμένη σταθερός. Έχοντας παραμείνει ολομόναχος μπορούσε να έχη συμπεράνει, όπως τόσο πολλοί πριν και μετά απ’ αυτόν είχαν συμπεράνει, «Τι ωφελεί;» και ν’ ακολουθήση το παράδειγμα των γύρω του ανθρώπων όσον αφορά τη λατρεία και τη διαγωγή, αλλά δεν το έκαμε. Αρνήθηκε να συμμορφωθή μ’ εκείνο το σύστημα πραγμάτων, αλλά παρέμεινε πιστός στον Ιεχωβά. Πόσο τον ευλόγησε ο Ιεχωβά γι’ αυτό! Ο Ιωσήφ έγινε πρωθυπουργός της Αιγύπτου και ο σωτήρ αυτής καθώς και της οικογενείας του πατρός του.—Γεν. 37:1-36· 39:1-45:28.
ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ
13, 14. Πώς κατέδειξε ο Μωυσής ότι οι δούλοι του Ιεχωβά πρέπει να είναι διαφορετικοί;
13 Ανάμεσα στους πολλούς άλλους πιστούς δούλους του Ιεχωβά Θεού, οι οποίοι είχαν το θάρρος να είναι διαφορετικοί, και οι οποίοι δεν επέτρεψαν στον εαυτό των να συμμορφωθή με το άπιστο παράδειγμα των γύρω των ανθρώπων, ήσαν οι Εβραίοι προφήται, από την εποχή του Μωυσέως ως την εποχή του Δανιήλ και πέραν. Ο Μωυσής εφόσον είχε ανδρωθή στην αυλή του Φαραώ, μπορούσε εύκολα να συμμορφωθή με όλους τους γύρω του, να λησμονήση την Εβραϊκή του καταγωγή και θρησκεία και να συνεχίζη ν’ απολαμβάνη τις τέρψεις, τη φήμη και τη δύναμι που ανήκαν σ’ αυτόν ως γιο της θυγατρός του Φαραώ. Τι πλεονεκτήματα υπήρχαν μπροστά του εφόσον «εδιδάχθη. . .πάσαν την σοφίαν των Αιγυπτίων,» και ήταν γνωστός ως «δυνατός εν λόγοις και εν έργοις»!—Πράξ. 7:22.
14 Αλλά όχι, δεν συνεστέλλετο από το να είναι διαφορετικός! Πώς θα κινούσαν το κεφάλι των οι προηγούμενες αυλικές γνωριμίες του, απορώντας πώς ο διάδοχος ήταν φανερό ότι εξέλεγε «μάλλον να κακουχήται με τον λαόν του Θεού, παρά να έχη πρόσκαιρον απόλαυσιν αμαρτίας· κρίνας τον υπέρ του Χριστού ονειδισμόν μεγαλήτερον πλούτον παρά τους εν Αιγύπτω θησαυρούς.» (Εβρ. 11:25, 26) Με το ν’ ακολουθήση αυτή την πορεία όχι μόνο εξασφάλισε για τον εαυτό του ένα καλό όνομα ενώπιον του Ιεχωβά Θεού, αλλά χρησιμοποιήθηκε από τον Θεό με πολύ πιο δυναμικό τρόπο απ’ όσο χρησιμοποιήθηκε ποτέ οποιοσδήποτε άλλος ατελής άνθρωπος. Και ιδιαιτέρως οι πιστοί προφήται Ησαΐας, Ιερεμίας και Ιεζεκιήλ είχαν κληθή για να έχουν το θάρρος να είναι διαφορετικοί από όλους τους γύρω των Ισραηλίτας που αποστατούσαν.—Ησ. 20:3· Ιερεμ. 16:2· 7:16· Ιεζεκιήλ, κεφάλαια 4 και 5.
15, 16. Με ποιο τρόπο έδειξαν ο Δανιήλ και οι τρεις σύντροφοί του ότι ήσαν διαφορετικοί από τους γύρω των ανθρώπους;
15 Υπήρχε, επίσης, το εντυπωσιακό παράδειγμα του Δανιήλ και των τριών συντρόφων του. Πόσο εύκολο θα ήταν γι’ αυτούς να είχαν συμμορφωθή με το βασιλικό Βαβυλωνιακό σύστημα πραγμάτων στο ζήτημα του είδους της τροφής που θα έτρωγαν! Αλλά όχι, δεν θέλησαν να συμμορφωθούν με όλους τους γύρω των ανθρώπους, αλλά είχαν το θάρρος να εκδηλωθούν ως διαφορετικοί, ως αληθινοί λάτρεις του Ιεχωβά Θεού. Έτσι το υπόμνημα μας λέγει: «Αλλ’ ο Δανιήλ [και οι τρεις σύντροφοί του] έβαλεν εν τη καρδία αυτού να μη μιανθή από των εδεσμάτων του βασιλέως, ουδέ από του οίνου τον οποίον εκείνος έπινε· δια τούτο παρεκάλεσε [παρεκάλεσε επανειλημμένως, ΜΝΚ]»—ναι, δεν παρουσίασε απλώς μια φορά μόνο το ζήτημα του και κατόπιν να καθησυχάση τη συνείδησί του ότι είχε καταβάλει προσπάθεια, αλλά επανειλημμένως εξακολουθούσε να παρακαλή «τον αρχιευνούχον να μη μιανθή.» Τελικά ο αρχιευνούχος «εισήκουσεν αυτών εις τούτο το πράγμα, και εδοκίμασεν αυτούς δέκα ημέρας.» Και πόσον ευλόγησε ο Ιεχωβά Θεός τον Δανιήλ και τους τρεις συντρόφους του για τη θαρραλέα στάσι των! Αφού αντιμετώπισαν με θάρρος τον χλευασμό και την κακή συμπεριφορά όλων εκείνων που τους περιέβαλλαν λόγω της αρνήσεως των να φάγουν τα εκλεκτά βασιλικά εδέσματα και προτιμούσαν να τρώγουν απλά φαγητά από τα όσπρια (που ήσαν χωρίς λίπος, αίμα, κλπ.), διεπιστώθη, στο τέλος της τριετούς εκπαιδευτικής των περιόδου, ότι ήσαν πιο υγιείς και πιο σοφοί απ’ όλους τους άλλους εκπαιδευμένους!—Δανιήλ, κεφάλαιον 1.
16 Εξ άλλου και η άρνησις των τριών συντρόφων του Δανιήλ να προσκυνήσουν την εικόνα που είχε στήσει ο Βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ στην πεδιάδα Δουρά δεν τους είχε κάμει πάλι περίβλεπτους, ή διαφορετικούς; Πόσες χιλιάδες μάτια μεγάλων και μικρών ανθρώπων πρέπει να είχαν προσηλωθή επάνω των όταν ο Βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ τους εκάλεσε να προσέλθουν ενώπιον του λόγω της αρνήσεώς των να προσκυνήσουν την εικόνα του! Ομοίως όταν οι αντίζηλοι του Δανιήλ είχαν επιτύχει να εκδοθή νόμος με τον οποίο ήλπιζαν ν’ απομακρύνουν τον Δανιήλ από το μέσον, ο Δανιήλ δεν ήταν ανάγκη να συνεχίση να προσεύχεται τρεις φορές την ημέρα μπροστά σ’ ένα ανοικτό παράθυρο προς την κατεύθυνσι της Ιερουσαλήμ κι’ έτσι να βλέπουν όλοι πόσο διαφορετικός ήταν από κάθε άλλον δεν νομίζετε; Μπορούσε να προσεύχεται στον Θεό κρυφά. Αλλά δεν ήθελε να δώση σε κανένα την εντύπωσι ότι, έστω κι’ επιφανειακά, είχε συμμορφωθή με το αντίθετο στον Θεό διάταγμα του βασιλέως. Και πώς πράγματι ο Ιεχωβά είχε ανταμείψει αυτόν και τους τρεις συντρόφους του για το θάρρος που είχαν να φαίνωνται διαφορετικοί, με θαυματουργικές απελευθερώσεις και προαγωγή!—Δανιήλ, κεφάλαια 3 και 6.
ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
17-19. Ποια γεγονότα σχετικά με τη ζωή του Ιησού δείχνουν ότι δεν εδίσταζε να διακρίνεται ως διαφορετικός;
17 Η ανάγκη να παρουσιάζωνται οι δούλοι του Ιεχωβά θαρραλέα διαφορετικοί δεν έπαυσε με την έλευσι του Μεσσίου, Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Αυτός είχε έλθει μέσα στον ίδιο το λαό του Ιεχωβά, οι οποίοι ήσαν σε σχέσι διαθήκης με τον Θεό, και οι οποίοι είχαν τον λόγο του και τους νόμους του, το ιερατείο του καθώς και τα οφέλη του προπαρασκευαστικού έργου του Ιωάννου του Βαπτιστού. Αλλά τι αντίθεσι παρουσίαζε ο Ιησούς με τους θρησκευτικούς των ηγέτας και ποια αντίθεσις υπήρχε μεταξύ της δικής του πορείας ενεργείας και των θρησκευτικών των συνηθειών και πράξεων! Χωρίς να συμβιβασθή ή να μειώση τη διαφορά μεταξύ του ‘νέου οίνου’ της λατρείας του και των ‘παλαιών ασκών οίνου’ του εκ παραδόσεως Ιουδαϊσμού ετόνιζε με θάρρος τη διαφορά για να τη βλέπουν όλοι.—Ματθ. 9:14-17.
18 Εξ άλλου, ο Ιησούς διεκρίνετο ως διαφορετικός τόσο από τους τρόπους της διδασκαλίας του, η οποία εγίνετο με εξουσία, όσο και από την ελευθέρα ανάμιξί του με τον κοινό λαό της γης. (Ματθ. 7:29· 9:11) Αλλά ήταν επίσης με καταφανή τρόπο διαφορετικός και λόγω των πραγμάτων που εδίδασκε. Πόσο φανερό ήταν από τα λόγια του ότι δεν ήταν ανθρωπάρεσκος· ότι δεν επιζητούσε την δημοτικότητα μεταξύ των αρχόντων ή των αρχομένων, μολονότι τα θαύματά του τον είχαν κάμει τον πιο δημοφιλή άνθρωπο στο έθνος, τόσο ώστε οι εχθροί του παρεπονούντο λέγοντας, «Ιδού, ο κόσμος οπίσω αυτού υπήγεν.» (Ιωάν. 12:19) Με θάρρος είπε, «Ηκούσατε ότι ερρέθη. . .Εγώ όμως σας λέγω.» (Ματθ. 5:27-48) «Χαλάσατε τον ναόν τούτον, και δια τριών ημερών θέλω εγείρει αυτόν.» «Εάν δεν φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου, και πίητε το αίμα αυτού, δεν έχετε ζωήν εν εαυτοίς.» «Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Πριν γείνη ο Αβραάμ εγώ είμαι.» Ήταν ως να ήθελε να συγκλονίση και να εκπλήξη τους ακροατάς του. Δεν ήταν ένας κήρυξ που προσπαθούσε να γαργαλίση την ακοή!—Ιωάν. 2:19· 6:53· 8:58.
19 Ακόμη και αυτοί οι ίδιοι οι μαθηταί του απορούσαν μερικές φορές για την ωμή ειλικρίνειά του, και είπαν σε μια περίπτωσι: «Εξεύρεις ότι οι Φαρισαίοι ακούσαντες τον λόγον τούτον εσκανδαλίσθησαν;» Και αν εκείνοι οι Φαρισαίοι είχαν σκανδαλισθή όταν ο Ιησούς τους είπε ότι είχαν ακυρώσει τον Λόγο του Θεού με τις παραδόσεις των, ποια πρέπει να ήταν η αντίδρασίς των όταν τους εμαστίγωσε δριμύτατα με το να τους ονομάζη υποκριτάς, όφεις, γεννήματα εχιδνών και υιούς αυτού του Διαβόλου ή Σατανά! Ο Ιησούς ποτέ δεν εδίστασε ούτε για μια στιγμή να εκδηλωθή ως διαφορετικός μ’ αυτά που έλεγε. Ούτε μ’ αυτά που έπραττε, όπως φαίνεται από το ότι είχε εκδιώξει σε δύο περιπτώσεις τους άπληστους εμπόρους από το ναό του Πατρός του.—Ματθ. 15:12· 23:13-39· Μάρκ. 11:15-18· Ιωάν. 2:13-17· 8:44.
ΟΙ ΜΑΘΗΤΑΙ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΗΣΑΝ ΟΜΟΙΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ
20, 21. Πώς οι απόστολοι του Ιησού και οι πρώτοι μαθηταί απέδειξαν ότι ήσαν διαφορετικοί από εκείνους που ήσαν γύρω των;
20 Ήταν επόμενο ότι, εφόσον οι μαθηταί του Ιησού τον εμιμούντο στο να λατρεύουν τον ίδιο Θεό με τον ίδιο τρόπο, θα ήσαν εξίσου διαφορετικοί από τους ομοίους των Ιουδαίους όπως ήταν και ο Ιησούς. Τόσο το ασυνήθιστο άγγελμα των, ότι ο από Ναζαρέτ Ιησούς ήταν ο από πολύν καιρό αναμενόμενος Μεσσίας και ότι ο Ιεχωβά Θεός τον είχε αναστήσει εκ νεκρών, όσο και ο τρόπος του κηρύγματος των τους είχαν κάμει να φαίνωνται τελείως διαφορετικοί. Όταν οι εναντιούμενοί των παρετήρησαν την παρρησία του Πέτρου και των συντρόφων του στη μαρτυρία των για τον Ιησού Χριστό «και πληροφορηθέντες ότι είναι άνθρωποι αγράμματοι και ιδιώται, εθαύμαζον,» ναι, εθαύμαζαν εκείνο που τους έκαμε τόσο διαφορετικούς από τους κοινούς αγράμματους αλιείς. «Και ανεγνώριζον αυτούς ότι ήσαν μετά του Ιησού.»—Πράξ. 4:13.
21 Σχετικά με τους πρώτους μαθητάς και αποστόλους του Ιησού γνωρίζομε περισσότερα για τον απόστολο Παύλο παρά για οποιονδήποτε από τους άλλους: «περιτετμημένος την ογδόην ημέραν, εκ γένους Ισραήλ, εκ φυλής Βενιαμίν, Εβραίος εξ Εβραίων,» και «κατά νόμον [αυστηρός, φανατικός] Φαρισαίος.» Όταν ο Παύλος έγινε Χριστιανός, πόσο διαφορετικός έπρεπε να γίνη από όλους τους προηγουμένους συντρόφους του! Τόσο διαφορετικός ήταν τώρα ώστε οι Ιουδαίοι στη Θεσσαλονίκη είχαν κατηγορήσει τον Παύλο και τους συνεργάτας του ότι ‘είχαν αναστατώσει την οικουμένην.’ Δεν είναι περίεργο ότι, όταν ο Παύλος απελογείτο ενώπιον του Βασιλέως Αγρίππα ΙΙ, ο Φήστος ανεφώνησε: «Μαίνεσαι, Παύλε· τα πολλά γράμματα σε καταφέρουσιν εις μανίαν.» Ο Παύλος όχι μόνο εδίδασκε άλλους Χριστιανούς να μη συμμορφώνωνται μ’ αυτό το σύστημα πραγμάτων, αλλά ασφαλώς εζούσε αυτά που εδίδασκε.—Φιλιππησ. 3:5, 6· Πράξ. 17:6· 26:24· Ρωμ. 12:2.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
22-25. (α) Πώς οι Χριστιανοί των μεταποστολικών χρόνων διεκρίνοντο ως διαφορετικοί όσον αφορά τη θρησκεία των; (β) Τη σχέσι των με τον Καίσαρα; (γ) Την ηθική των; (δ) Την αγάπη των προς αλλήλους;
22 Μολονότι λίγος χρόνος είχε περάσει αφότου είχαν κοιμηθή οι απόστολοι στο θάνατο, «ενώ εκοιμώντο οι άνθρωποι,» ένας εχθρός, ο Σατανάς ή Διάβολος, ήλθε και έσπειρε ζιζάνια στον αγρό του σίτου, ο αγρός του σίτου δεν έγινε αμέσως ένας αγρός ζιζανίων. (Ματθ. 13:25) Έτσι οι πρώτοι εκκλησιαστικοί ιστορικοί μας λέγουν ότι σ’ εκείνους τους πρώτους αιώνες οι Χριστιανοί εξακολουθούσαν να διακρίνωνται ως διαφορετικοί από τους γύρω των ανθρώπους. Αυτή η διαφορά ήταν καταφανής τουλάχιστον κατά τέσσερες σαφείς τρόπους. Εν πρώτοις, διεκρίνοντο ως διαφορετικοί απ’ όλους τους υπολοίπους στο ζήτημα της θρησκείας. Όχι μόνο οι πεποιθήσεις και η μορφή της λατρείας των ήσαν διαφορετικές αλλά και με μοναδικό τρόπο ισχυρίζοντο ότι αυτοί μόνο είχαν την αληθινή θρησκεία και όλες οι άλλες ήσαν ψευδείς. Απαιτούσε θάρρος το να προβάλλη ένα άτομο αυτόν τον ισχυρισμό. Όπως το εξέφρασε ένας εκκλησιαστικός ιστορικός: «Για τον Χριστιανό, ο Θεός του δεν μπορούσε ποτέ να τεθή στην ίδια κατηγορία με την Ίσιδα ή τον Μίθραν ή τον Αύγουστον.» Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ήσαν ανεκτικοί στις διαφορετικές θρησκείες αλλά όχι σ’ αυτήν που εδίδασκε «ότι οι θεοί της Ρώμης και όλων των άλλων θρησκειών ήσαν όλοι ψευδείς, και η οποία αγωνιζόταν να κερδίση όλο το ανθρώπινο γένος υπέρ αυτής της πίστεως.»
23 Εκείνοι οι πρώτοι Χριστιανοί εξεδηλώνοντο και αυτοί ως διαφορετικοί στις σχέσεις των με άλλα μέρη εκείνου του συστήματος πραγμάτων. Αφ’ ενός ηρνούντο να καταλάβουν κυβερνητικές θέσεις και να υπηρετήσουν στις στρατιές του Καίσαρος, και, αφ’ ετέρου, είχαν παύσει να είναι υλισταί. Τα υλικά πλούτη δεν αποτελούσαν πια τον σκοπό των προσπαθειών των αλλά μάλλον ένα μέσον που χρησιμοποιούσαν για την επέκτασι της δραστηριότητός των κηρύγματος.
24 Ομοίως οι πρώτοι Χριστιανοί διεκρίνοντο ως διαφορετικοί όσον αφορά την ηθική. Κάθε μορφή ανηθικότητος ήταν αχαλίνωτη στον Ρωμαϊκό και τον Ελληνικό πολιτισμό της εποχής εκείνης, η δε σεξουαλική ανηθικότης αποτελούσε μέρος της λατρείας των, και σεξουαλικές διαστροφές, όπως η ομοφυλοφιλία, είχαν τεραστία έκτασι. Ιστορικοί έχουν καταγράψει πόσο διαφορετικοί ήσαν οι πρώτοι Χριστιανοί από τους γύρω των ανθρώπους και σ’ αυτό το σημείο:«Έχομε μαρτυρία για την άμεμπτη ζωή των, για την άψογη ηθικότητά των, για το ότι ήσαν καλοί πολίται, και για τις Χριστιανικές των χάριτες.»
25 Και τελικά, αυτοί οι πρώτοι Χριστιανοί διεκρίνοντο ως διαφορετικοί από τη μεγάλη ανιδιοτελή αγάπη των προς αλλήλους, όπως ακριβώς είχε είπει ο Ιησούς ότι θα συνέβαινε: «Εκ τούτου θέλουσι γνωρίσει πάντες ότι είσθε μαθηταί μου, εάν έχητε αγάπην προς αλλήλους.»—Ιωάν. 13:34, 35.
26. Ποια γεγονότα προεξέχουν όσον αφορά τους δούλους του Ιεχωβά από τον Άβελ ως τους μεταποστολικούς χρόνους, και τι μπορεί να λεχθή για την εποχή μας;
26 Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Τόσο το θεόπνευστο υπόμνημα όσο και άλλες πηγές, πιστοποιούν το γεγονός ότι οι δούλοι του Ιεχωβά ήσαν διαφορετικοί από τους γύρω των ανθρώπους, από την εποχή του Άβελ ως τους πρώτους μεταποστολικούς αιώνες. Αλλά τι μπορεί να λεχθή για σήμερα; Εξακολουθεί να συμβαίνη το ίδιο; Συμβαίνει, όπως ακριβώς θ’ αποδείξη το επόμενο άρθρο.
[Εικόνα στη σελίδα 685]
Ο Δανιήλ και οι τρεις σύντροφοί του είχαν το θάρρος να φαίνωνται διαφορετικοί