Χαρούμενος Υπομένων ή Δυστυχής Αποσυρόμενος—Ποίον;
«Ημείς όμως δεν είμεθα εκ των συρομένων οπίσω προς απώλειαν, αλλ’ εκ των πιστευόντων προς σωτηρίαν της ψυχής.»—Εβρ. 10:39.
1. Γιατί τόσο πολλοί αποτυγχάνουν να εγκαρτερήσουν σ’ ένα είδος προσπαθείας που έχουν εκλέξει;
Σ’ ΑΥΤΟΥΣ τους γοργά μεταβαλλομένους καιρούς είναι δύσκολο να εγκαρτερήση ένα άτομο σε οποιοδήποτε είδος προσπαθείας. Είναι υποχρεωμένο ν’ αντιμετωπίση πολύ συναγωνισμό και εναντίωσι μαζί με μια μεγάλη ποσότητα σκληρής εργασίας και στενοχωριών. Μερικοί δεν έχουν τη δύναμι να παραμείνουν στον αγώνα ή την πηγή της δυνάμεως από την οποία ν’ αντλούν για να κρατήσουν το θάρρος των. Άλλοι καταλήγουν στην απόφασι ότι το τέρμα ή ο αντικειμενικός σκοπός δεν δικαιολογεί την προσπάθεια και την εγκαρτέρησι στις δυσκολίες. Αυτοί αποσύρονται.
2. Γιατί είναι δυστυχείς εκείνοι οι οποίοι αποσύρονται;
2 Είναι μια έμφυτη επιθυμία στον άνθρωπο να επιτύχη κάτι. Δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να πάρη τη θέσι της φαιδρυντικής χαράς που φέρνει η επιτυχία. Και είναι φυσικό να θέλη ένας να είναι η ζωή του κατά κάποιο τρόπο μια συμβολή στην κοινωνία. Εκείνοι οι οποίοι εγκαρτερούν, και τελικά φθάνουν στον αντικειμενικό των σκοπό, είναι οι ευτυχισμένοι. Εκείνοι οι οποίοι αποσύρονται είναι πιθανόν να έχουν κάποια προσωρινή ανακούφισι με το ν’ αποφεύγουν τις ευθύνες και τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν εκείνοι που υπομένουν, εν τούτοις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα δυστυχίας για τον εαυτό των με το ν’ αποσυρθούν—έλλειψι εμπιστοσύνης, μια συνείδησι που τους βασανίζει και έλλειψι αυτοσεβασμού. Αυτό αληθεύει ειδικά όταν η προσπάθεια που είχε αναλάβει ένα άτομο ήταν μια δικαία και αξία υπόθεσις και η ζωή του γίνεται τότε μια αποτυχία.
3. Ξεκινώντας ένας στην πορεία που εξέλεξε, ποια πράγματα οφείλει να λάβη υπ’ όψιν για να μπορέση να εγκαρτερήση;
3 Οποιοσδήποτε θέλει να είναι η ζωή του επιτυχημένη και δεν θέλει να είναι απ’ εκείνους που αποσύρονται πρέπει να προγραμματίζη από πριν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τέσσερα κύρια πράγματα. Πρώτον, οφείλει να καθορίση αν ο αντικειμενικός σκοπός στον οποίο αποβλέπει είναι ο ορθός σκοπός, ένας σκοπός ο οποίος θα φέρη σ’ αυτόν και σ’ εκείνους οι οποίοι τον περιβάλλουν διαρκή ευτυχία. Δεύτερον, οφείλει να εξετάση προσεκτικά και να βεβαιωθή ότι τα μέσα που θα χρησιμοποίηση για να επιτύχη τον αντικειμενικό σκοπό που επιδιώκει είναι έντιμα, ορθά και δίκαια. Τρίτον, οφείλει να έχη την ορθή άποψι της εγκαρτερήσεως. Τέταρτον, αφού βεβαιωθή για όλα αυτά, οφείλει να πάρη σταθερά την απόφασί του να προχωρήση.—Παράβαλε Λουκάς 14:28-33.
4. Αφού ξεκινήση προς τον αντικειμενικό του σκοπό, τι πρέπει να κάνη κατόπιν;
4 Έχοντας καθορίσει την πορεία του, οφείλει ν’ αντιληφθή ότι έχει ανάγκη να επικαλεσθή όλες τις διαθέσιμες πηγές που μπορούν να του προμηθεύσουν τη δύναμι, που απαιτείται για ν’ αντιμετωπίση εμπόδια επιτυχώς και να τερματίση την πορεία που έχει εκλέξει. (Φιλιππησ. 3:12-16) Οφείλει να ελέγχη συνεχώς τον εαυτό του για να βεβαιωθή ότι ακολουθεί την ευθεία πορεία προς τον αντικειμενικό του σκοπό, προσέχοντας καλά μήπως εκτραπή προς τη μία πλευρά ή την άλλη. Θα εξακολουθή να διορθώνη από καιρό σε καιρό την πορεία του, και να επανέρχεται στη γραμμή. Καθώς προχωρεί κατ’ ευθείαν εμπρός, στην πορεία του, η υπομονή του θα τελειοποιήται.—2 Κορ. 13:5.
Η ΠΙΟ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΑΣΧΟΛΙΑ
5. Ποιος είναι ο μόνος άξιος λόγου αντικειμενικός σκοπός, και γιατί;
5 Υπάρχουν πολλές ασχολίες, τις οποίες μπορεί ν’ αναλάβη ένα άτομο και οι οποίες είναι ωφέλιμες κατά ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στο ανθρώπινο γένος και στο ίδιο το άτομο. Αλλά η κατάστασις πραγμάτων που υπάρχει στον κόσμο κάνει ώστε αυτές τα οδηγούν σε απογοήτευσι και διάψευσι των ελπίδων. Πράγματι, αυτές οι προσπάθειες το καλύτερο που επιτυγχάνουν είναι μια προσωρινή βοήθεια, διότι όλο το ανθρώπινο γένος αποθνήσκει. Αν υπάρχη ένας τρόπος με τον οποίο κανείς να κερδίση αιώνιο ζωή, όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά επίσης για άλλους, αυτή θα ήταν η καλύτερη πορεία που μπορεί να λάβη. Αυτή θα ήταν η μόνη πορεία που θ’ άξιζε να της αφιερώση ένας ολόκληρη τη ζωή του, διότι χωρίς ζωή καμμιά άλλη ασχολία, ωφέλιμη ή ευχάριστη, δεν μπορεί να επιδιωχθή. Υπάρχει μια τέτοια πορεία, με τον πολύ άξιο κόπου αντικειμενικό σκοπό, πράγματι, η μόνη που αξίζει πλήρως τον κόπο στην εποχή μας, και η μόνη πορεία στην οποία μπορεί ένα άτομο να εγκαρτερήση επιτυχώς. Αυτή η πορεία είναι η υπηρεσία του Ιεχωβά Θεού και η βασιλεία του μέσω του Χριστού Ιησού. Ως Δημιουργός και Πλάστης όλων των καλών πραγμάτων για το ανθρώπινο γένος, υπόσχεται να φέρη μέσω της βασιλείας του μια δικαία, διαρκή νέα τάξι επάνω σ’ αυτή τη γη, στην οποία ο άνθρωπος να μπορή να έχη την πιο πλήρη έκφρασι των ιδιοτήτων που ενεφύτευσε σ’ αυτόν ο Θεός, κάτω από δίκαιες συνθήκες και με ατελεύτητη ζωή.—Ησ. 9:6, 7· 25:7, 8.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΥΠΟΜΟΝΗ
6. Περιγράψτε την άποψι του κόσμου για την υπομονή.
6 Όσον αφορά την κατάλληλη άποψι της υπομονής: Στον κόσμο η λέξις «υπομονή» έχει δυσάρεστη σημασία. Η άποψις που έχει ο κόσμος για την υπομονή μπορεί να περιγραφή καλά με την πείρα που δοκιμάζει ένας άνθρωπος επάνω σε ναυαγοσωστική σχεδία. Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτή την κατάστασι εναντίον του θελήματός του. Βρίσκεται στο έλεος των στοιχείων της φύσεως. Μπορεί να υπομείνη λόγω της πείσμονος επιθυμίας να ζήση. Μπορεί να επιζήση από μια μακριά δοκιμασία ελλείψεως τροφής και νερού και είναι πιθανόν να διασωθή κάποτε από τη σχεδία, αλλά είναι τόσο αδύνατος που πρέπει άλλοι να τον θρέψουν και να φροντίσουν γι’ αυτόν, ίσως για μερικό καιρό. Αυτός ο ίδιος δεν μπορεί να βοηθήση κανένα άλλον. Αυτή είναι μια πείρα χωρίς χαρά, απλώς σημαίνει να υφίσταται ένας ταλαιπωρίες με αποφασιστικότητα, αναμένοντας να έλθη το τέλος της δοκιμασίας,
7. Αντιπαραβάλετε την άποψι του Χριστιανού για υπομονή με την άποψι του κόσμου.
7 Ένας ο οποίος υπηρετεί τον Θεό ως Χριστιανός είναι διαφορετικός. Πράγματι, οφείλει να υπομένη. Αυτή η υπομονή περιλαμβάνει την αντιμετώπισι πραγμάτων της καθημερινής ζωής καθώς και πολλή εναντίωσι, παθήματα και διωγμό. Πού, λοιπόν, διαφέρει η Χριστιανική υπομονή; Με τρόπο διαφορετικό από τον άνθρωπο της σχεδίας, αυτός αρχίζει την πορεία του εκουσίως, γνωρίζοντας πού αποβλέπει και γιατί οφείλει να υπομένη. Γνωρίζει, επίσης, ότι ο Ιεχωβά Θεός βρίσκεται στο πλευρό του. Δεν απελπίζεται· δεν λιμοκτονεί καθώς προχωρεί, διότι τρέφεται πνευματικά. Αντί να γίνεται ολοένα πιο αδύνατος όπως ο άνθρωπος της σχεδίας, εξακολουθεί να γίνεται ολοένα πιο δυνατός διότι γνωρίζει ότι ευαρεστεί τον Θεό. Βοηθεί και άλλους να υπομένουν. Το ενδιαφέρον του για άλλους τον απασχολεί τόσο ώστε λίγο σκέπτεται τις ταλαιπωρίες που είναι πιθανόν να υποστή. Εποικοδομείται πνευματικώς. Καθώς υπομένει, γίνεται ολοένα πιο ισχυρός αντί να γίνεται πιο αδύνατος. Ο προορισμός του είναι βέβαιος, δεν είναι ζήτημα αμφιβολιών και είναι ευτυχής. Γνωρίζοντας πού βαδίζει και γιατί, μπορεί να υπομένη με χαρά διότι είναι βέβαιος ότι ακολουθεί την ορθή πορεία και ότι αυτό είναι μια ένδειξις της επιδοκιμασίας του Θεού επάνω του. Ο απόστολος Παύλος ενεθάρρυνε τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης μ’ αυτήν ακριβώς την αλήθεια:
8. Τίνος ένδειξις είπε ο Παύλος ότι είναι η υπομονή στους διωγμούς και τις θλίψεις; Γιατί ένας που υπομένει έτσι δεν έχει θλιβερή εμφάνισι;
8 «Ημείς αυτοί καυχώμεθα δια σας εν ταις εκκλησίαις του Θεού, δια την υπομονήν σας και πίστιν εν πάσι τοις διωγμοίς υμών και ταις θλίψεσι τας οποίας υποφέρετε· το οποίον είναι ένδειξις της δικαίας κρίσεως του Θεού, δια να αξιωθήτε της βασιλείας του Θεού, υπέρ της οποίας και πάσχετε.» (2 Θεσ. 1:4, 5) Αυτή η υπομονή κατεργάζεται ωφέλεια γι’ αυτόν που υπομένει και γι’ αυτούς οι οποίοι παρατηρούν τη διαγωγή του. Εφόσον έχει την επιδοκιμασία του Θεού, δεν μπορεί παρά να είναι ευτυχής. Βλέπει τα πράγματα να εξελίσσωνται όπως ακριβώς το περίμενε—όπως ακριβώς προείπε ο Λόγος του Θεού ότι θα συνέβαινε—γι’ αυτό δεν έχει καμμιά αιτία ούτε τάσι για παράπονα. Δεν θα έχη μια θλιβερή εμφάνισι, ωσάν η υπομονή του να είναι ένα φορτίο.
9. Ποια αξία δίνουν οι Γραφές στην υπομονή;
9 Οι Γραφές αποδίδουν μεγάλη αξία στην υπομονή και δείχνουν ότι είναι μια από τις ιδιότητες που πρέπει να έχη ένας Χριστιανός. Όπως ετόνισε ο ίδιος ο Ιησούς, οι Χριστιανοί με την υπομονή των θα αποκτούσαν τις ψυχές (ζωές) των. (Λουκ. 21:19) Ο απόστολος Παύλος επήνεσε τους Χριστιανούς στη Θεσσαλονίκη για την υπομονή των η οποία ωφείλετο στην ελπίδα των στον Κύριον Ιησού Χριστό. (1 Θεσ. 1:3) Ο Πέτρος συνεβούλευσε τους Χριστιανούς να προσθέσουν στις άλλες των Χριστιανικές ιδιότητες και την σπουδαία ιδιότητα της υπομονής. (2 Πέτρ. 1:6) Συνεχείς είναι οι προειδοποιήσεις των Γραφών εναντίον της απομακρύνσεως ή της εγκαταλείψεως της Χριστιανικής πορείας, για ν’ αποσυρθή ένας έτσι από τον αγώνα.—Εβρ. 10:38, 39· 2 Τιμ. 4:10· Ματθ. 24:13· Εβρ. 6:4-6· Αποκάλ. 2:10.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
10. Ποια είναι η κατάστασις στον «Χριστιανικό κόσμο» όσον αφορά την υπομονή;
10 Τι έχομε παρατηρήσει όσον αφορά την υπομονή μεταξύ εκείνων, οι οποίοι έχουν ομολογήσει ότι αναλαμβάνουν την πορεία να είναι ακόλουθοι του Χριστού; Στον «Χριστιανικό κόσμο» υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων που αποσύρονται, μεγάλη αύξησις ελλείψεως σεβασμού του νόμου και της τάξεως, οι δε εκκλησίες του «Χριστιανικού κόσμου» έχουν τρομοκρατηθή περισσότερο απ’ όλα από την καταπληκτική αύξησι του ρυθμού των απομακρυνομένων μεταξύ του κλήρου. Ο Ιησούς προείδε αυτό ακριβώς το πράγμα, λέγοντας: «Επειδή θέλει πληθυνθή η ανομία, η αγάπη των πολλών θέλει ψυχρανθή.» (Ματθ. 24:12) Αυτά, επομένως, δεν είναι εκπληκτικά γεγονότα για τον σπουδαστή της Αγίας Γραφής, διότι ο Λόγος του Θεού μάς λέγει ότι ο «Χριστιανικός κόσμος» είναι μέρος της Βαβυλώνος της Μεγάλης, της παγκοσμίου αυτοκρατορίας της ψευδούς θρησκείας, η οποία είναι εναντίον του Θεού, και συνεπώς αυτοί οι κληρικοί δεν είναι άνθρωποι πράγματι αφιερωμένοι στον Ιεχωβά Θεό μέσω του Ιησού Χριστού. Δεν έχουν το πνεύμα του και τη συμπαράστασί του, χωρίς το οποίο είναι αδύνατο να υπομείνουν. Δεν είναι περίεργο ότι απομακρύνονται.—Αποκάλ. 18:2, 21· Ιερεμ. 51:58· Ησ. 40:30, 31.
Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΕΞΑΣΘΕΝΙΖΕ1 ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ
11, 12. (α) Ποια είναι η κατάστασις πλείστων μαρτύρων του Ιεχωβά; (β) Ποιες αποδείξεις μπορούν να δείξουν ότι η υπομονή μερικών εξασθενίζει;
11 Αλλά ποια είναι η κατάστασις μεταξύ εκείνων οι οποίοι έχουν φθάσει στο σημείο να γνωρίσουν τον Ιεχωβά και τους σκοπούς του μέσω της βασιλείας του και οι οποίοι έχουν κάμει πραγματική αφιέρωσι στον Ιεχωβά μέσω του Ιησού Χριστού; Μολονότι, είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειονότης δείχνει υπομονή, μερικοί, είναι θλιβερό να το πη κανείς, έχουν χάσει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την πρώτη των αγάπη και χαρά στην υπηρεσία του Θεού κι έχουν αρχίσει να βλέπουν την υπηρεσία της Βασιλείας ως ένα έργο που είναι φορτικό. Μολονότι είναι πιθανόν να μη έχωμε αυτή τη στάσι, η χαρά μας στην υπομονή εξασθενεί αν, όταν είμεθα στην υπηρεσία του αγρού, αναμένωμε απλώς την ώρα που θα σταματήσωμε για να πάμε σπίτι. Αυτό είναι σημείον ότι είναι ανάγκη να σκεφθούμε σοβαρά το ζήτημα της ανανεώσεως της υπομονής μας.
12 Επίσης, όταν κάποιος λέγη ότι θέλει ν’ αναλάβη υπηρεσία ολοχρονίου σκαπανέως, ένας άλλος μπορεί να πη, «Αυτό δεν είναι για μένα. Δεν είμαι καθόλου καμωμένος να κάνω ένα τέτοιο είδος έργου συνεχώς κάθε μέρα.» Πάλι, όταν ένας εκφράζη την επιθυμία να γίνη ιεραπόστολος ή να μετοικήση σε κάποια άλλη χώρα για να υπηρετήση σ’ ένα ευρύτερο αγρό, έχετε ακούσει άλλους να κάνουν παρατηρήσεις όπως αυτές: «Γιατί θέλεις να το κάμης αυτό; Ζούσες καλά εδώ.» «Πώς θα συντηρηθής;» «Τι θα κάμης αν αρρωστήσης; Δεν θα έχης τα νοσοκομεία που υπάρχουν εδώ.» Τέτοιες παρατηρήσεις είναι αποδείξεις ότι η υπομονή αυτών των ανθρώπων εξασθενεί. Και ακόμη χειρότερο, μια τέτοια στάσις τείνει να διασπάση την υπομονή άλλων.
13. Από τι πρέπει να συνοδεύεται η υπομονή μας, και πώς το περιέγραψε αυτό ο Ιησούς;
13 Ο Ιεχωβά έχει δώσει στο λαό του ένα έργο να κάμη, και θέλει να το απολαμβάνουν. (Εκκλησ. 3:12, 13) Ο Ιησούς, ακόμη και όταν υφίστατο σκληρές δοκιμασίες, ήταν περιχαρής. Εγνώριζε, όταν ανέλαβε τη διακονία του σε ηλικία τριάντα ετών, ότι θα υπέφερε πολλά στα χέρια των Ιουδαίων και ότι τελικά θα εθανατώνετο. Αυτό το είπε στους μαθητάς του από πριν. Αλλά επέτρεψε να μετριάση αυτό τη χαρά του στην υπηρεσία του στον Θεό; Όχι. Ο απόστολος Παύλος λέγει: «Υπέρ της χαράς της προκειμένης εις αυτόν, υπέφερε σταυρόν, καταφρονήσας την αισχύνην, και εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου του Θεού.» (Εβρ. 12:2) Συνιστούσε με χαρά την πορεία του σε άλλους κι έδειξε ότι δεν θα ήσαν μόνοι σ’ αυτή όταν τους έκαμε την πρόσκλησι: «Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς,» (Ματθ. 11:29) («Έλθετε κάτω από τον ζυγόν μου μετ’ εμού,» ΜΝΚ, έκδοσις 1950, υποσημείωσις). Ακόμη και τις τελευταίες ημέρες της επιγείου ζωής του, όταν εγνώριζε ότι επέκειτο ένας επονείδιστος θάνατος στο ξύλο του μαρτυρίου, δεν έχασε τη χαρά του ώστε να καταθλίψη εκείνους οι οποίοι ήσαν γύρω του· μάλλον, ενίσχυσε τους μαθητάς του, δίνοντάς τους θάρρος να κρατήσουν. Πράγματι, την ίδια νύκτα που προηγήθηκε του θανάτου του έδωσε την πιο θερμή, πιο ενθαρρυντική και ενισχυτική της καρδιάς ομιλία στους μαθητάς του.—Ιωάννης, κεφάλαια 14 έως 17.
14. Ποιο μέρος παίζουν οι άγγελοι στο ζήτημα της εγκαρτερήσεώς μας;
14 Τώρα ο Ιησούς Χριστός, ενδοξασμένος στον ουρανό, έχει κάτω από την προσταγή του τους αγίους αγγέλους και τη φροντίδα του έργου κηρύγματος που πρέπει να γίνη. Αυτός έχει διορίσει σε υπεύθυνα καθήκοντα τους αγγέλους που βρίσκονται υπ’ αυτόν, για να επιβλέπουν τη διακήρυξι ‘τούτου του ευαγγελίου της βασιλείας.’ (Ματθ. 24:14· Αποκάλ. 14:6, 7) ‘Αποστέλλονται εις υπηρεσίαν, δια τους μέλλοντας να κληρονομήσωσι σωτηρίαν.’ (Εβρ. 1:14) Αυτοί οι άγγελοι δεν αποστέλλονται για να ερευνήσουν τα λάθη εκείνων οι οποίοι ενασχολούνται στο έργο κηρύγματος και να τους καταδικάσουν, αλλά για να τους βοηθήσουν. Ενδιαφέρονται πολύ βαθιά για το έργο που κάνουν οι δούλοι του Θεού, διότι βλέπουν σαφώς ότι αυτό συνδέεται με την διεκδίκησι του ονόματός του Ιεχωβά. Θέλουν να βλέπουν τη διακράτησι ακεραιότητος και τον Σατανά ν’ αποδεικνύεται ψευδής από τους Χριστιανούς μάρτυρας του Ιεχωβά στον ισχυρισμό του ότι ο άνθρωπος στη γη δεν θα διακρατήση ακεραιότητα στον Θεό, αλλά, λόγω ιδιοτελείας ή φόβου, δεν θα μπορέση να υπομείνη κάτω από δοκιμασία. Οι άγγελοι παρατηρούν τη στάσι και τις πράξεις τών δούλων του Ιεχωβά, και είναι ευτυχείς όταν ο λαός του Θεού διεξάγη το έργο του με ειρήνη, ενότητα και υπομονή. (1 Κορ. 4:9· 11:10) Απογοητεύονται όταν κάποιος δείχνη έλλειψι υπακοής και υστερή σε υπομονή. Είναι πλήρως εξηρτισμένοι και έτοιμοι να παράσχουν όλη τη βοήθεια που είναι αναγκαία σε Χριστιανούς οι οποίοι επικαλούνται τον Θεό για τις υπηρεσίες των. Με το πνεύμα του Ιεχωβά επάνω στους Χριστιανούς μάρτυράς του και με την υποστήριξι που τους παρέχουν οι άγγελοι, οι Χριστιανοί έχουν πλήρη διαβεβαίωσι ότι μπορούν να υπομένουν.—Ψαλμ. 34:7· 2 Βασ. 6:15-17.
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΕΩΣ
15, 16. Τίνος η ζωή προμηθεύει παράδειγμα εγκαρτερήσεως για μας, και ποια ήταν η κατάστασις όταν αυτός άρχισε την πορεία του εγκαρτερήσεως;
15 Η Γραφή μάς λέγει ότι «όσα προεγράφησαν, δια την διδασκαλίαν ημών προεγράφησαν, δια να έχωμεν την ελπίδα δια της υπομονής και της παρηγορίας των γραφών.» (Ρωμ. 15:4) Ένας από εκείνους, των οποίων η αναγραφομένη ζωή προμηθεύει πολλά για την ενίσχυσι της εγκαρτερήσεώς μας είναι ο Ιερεμίας. Θα είναι επωφελές για μας να τον προσέξωμε για να εποικοδομήσωμε την ποιότητα της εγκαρτερήσεως στη ζωή μας.
16 Το βασίλειο του Ιούδα ήταν σε κακή κατάστασι την εποχή της διακονίας του Ιερεμία. Το δεκάφυλο βασίλειο του Ισραήλ είχε καταληφθή από το έθνος της Ασσυρίας εκατό περίπου χρόνια προτού αρχίση να προφητεύη ο Ιερεμίας. Το βασίλειο του Ιούδα είχε ακολουθήσει την πορεία της απιστίας που είχε λάβει η αδελφή του, το δεκάφυλο βασίλειο, και τελικά έγινε ακόμη χειρότερο. Προτού παρουσιασθή στη σκηνή ο Ιερεμίας, ο Βασιλεύς Μανασσής είχε δημιουργήσει τόσο πολλή πονηρία με το να προαγάγη τη λατρεία του Βάαλ ώστε, μολονότι αργότερα μετενόησε, ο Ιούδας εξακολούθησε να είναι διαποτισμένος απ’ αυτή την πονηρία και ο Ιεχωβά εξήγγειλε ότι στον ωρισμένο καιρό θα εσάρωνε την Ιερουσαλήμ και θα επέτρεπε ν’ απαχθούν οι κάτοικοι του Ιούδα.—2 Χρον. 33:18, 19· 2 Βασ. 21:13, 14.
17. Πώς εγνώριζε ο Ιερεμίας ότι το να είναι προφήτης θα εσήμαινε μια δοκιμασία υπομονής γι’ αυτόν;
17 Ο γυιός του Μανασσή Αμών ήταν όπως ο πατέρας του. Ύστερ’ από μια πονηρή βασιλεία δύο ετών τον διεδέχθη ο Ιωσίας το 659 π.Χ. Το δέκατο τρίτο έτος του Ιωσία ο Ιερεμίας εκλήθη από τον Ιεχωβά να προφητεύση στον Ιούδα, σαράντα χρόνια πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Ο βασιλεύς Ιωσίας έκαμε ό,τι μπορούσε για ν’ αποκαταστήση την αληθινή λατρεία στον Ισραήλ. Επέφερε μεγάλες μεταρρυθμίσεις, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχη πολλή πονηρία στη χώρα. Όταν ο Ιερεμίας εκλήθη ν’ αναλάβη υπηρεσία προφήτου, εγνώριζε ότι αυτό θα ήταν μια δοκιμασία υπομονής γι’ αυτόν. Ο Ιεχωβά τον προειδοποίησε ότι οι Ιουδαίοι θα τον καταπολεμούσαν και ότι υπήρχε κίνδυνος να καταληφθή από φόβο εξαιτίας των. Ο Ιεχωβά ετόνισε ότι δεν υπήρχε λόγος να φοβηθή, διότι Αυτός θα υπεστήριξε τον Ιερεμία και θα ήταν μαζί του για να τον ελευθερώνη. Ο Ιερεμίας, επομένως, έπρεπε να λέγη όλα όσα του παρήγγελλε ο Θεός να πη.—Ιερεμ. 1:7, 8, 17-19.
18. Γιατί το άγγελμα του Ιερεμία ήταν ένα άγγελμα που απαιτούσε απ’ αυτόν υπομονή για να το επιδώση;
18 Ο Ιεχωβά είπε στον Ιερεμία ποια θα ήταν η φύσις του έργου του και του απεκάλυψε ότι επρόκειτο για την επίδοσι ενός αγγέλματος που θα επέφερε μεγάλη εναντίωσι. Απαιτήθηκε από τον Ιερεμία να πη στον Ιούδα, ειδικά στους ιερείς, τους προφήτας και τους άρχοντάς του, κατά πρόσωπον, ότι είχαν απομακρυνθή από τον Ιεχωβά. Υπήρχαν στα κράσπεδα του Ιούδα σημεία αίματος αθώων ψυχών. (Ιερεμ. 2:26, 34) Το έθνος του Ιούδα ήταν ως μια πόρνη. (Ιερεμ. 3:1) Είχε διαρρήξει τη διαθήκη που είχε κάμει με τον Ιεχωβά. (Ιερεμ. 11:3-8) Και τελικά, ο Ιερεμίας ώφειλε να πη στο λαό ότι για να σώσουν τη ζωή των έπρεπε να υποταχθούν στον βασιλέα της Βαβυλώνος—ομιλία η οποία για τους Ιουδαίους ηγέτας εσήμαινε προδοσία και στασιαστική ενέργεια, αξία θάνατου. (Ιερεμ. 27:12, 17) Επί πλέον, επληροφόρησε τους Ιουδαίους ότι η Βαβυλών θα τους κατακτούσε και θα τους ωδηγούσε στην εξορία επί εβδομήντα έτη—ένα ισχυρό άγγελμα πράγματι.—Ιερεμ. 25:7-11· 32:24, 36.
ΟΜΟΙΟΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
19. Ποιες είναι πέντε εξέχουσες ομοιότητες της πείρας του Ιερεμία με την πείρα των μαρτύρων του Ιεχωβά της εποχής μας;
19 Μια μελέτη των ενεργειών του Ιερεμία είναι κατάλληλη για τους μάρτυρας του Ιεχωβά σήμερα, και θα έπρεπε να δώσουν σ’ αυτήν περισσότερη από τη συνήθη προσοχή. Η ομοιότης της πείρας του Ιερεμία με την πείρα των μαρτύρων του Ιεχωβά μπορεί να παρατηρηθή εύκολα: Πρώτον, η αποστολή, μια επείγουσα διακήρυξις κρίσεως του Ιεχωβά· δεύτερον, πνευματική εποικοδόμησις εκείνων οι οποίοι θα μπορούσαν να γίνουν ζηλωταί δούλοι του Ιεχωβά· τρίτον, η εκδήλωσις της λειτουργίας του πνεύματος του Θεού επάνω στον Ιερεμία. Ο λόγος του Θεού ήταν ως πυρ στα οστά του Ιερεμία που δεν έσβηνε αλλά μεγάλωνε σε έντασι καθώς αυτός έδειχνε υπομονή. (Ιερεμ. 20:9) Τέταρτον, η αρνητική στάσις των αφιερωμένων δούλων του Ιεχωβά, των Ιουδαίων, που ήταν όμοια με τη στάσι των θρησκειών του «Χριστιανικού κόσμου» και ομοία με μερικών ανάμεσα στο λαό του Θεού σήμερα. Αυτοί οι Ιουδαίοι μπορούσαν και έπρεπε να είχαν υποστηρίξει τον Ιερεμία στο έργο του, αλλά είχαν υπονομεύσει ο ένας την πίστι του άλλου, χάνοντας έτσι την χαρά του Ιεχωβά, τον ζήλο και την πνευματικότητα σε θανατηφόρο βαθμό. Και, πέμπτον, η ανάγκη εγκαρτερήσεως.
20. Γιατί ήταν ευτυχής ο Ιερεμίας, μολονότι υπέμεινε τόσο πολλά;
20 Ο ετεροθαλής αδελφός του Ιησού Ιάκωβος και ένας από τους πιστούς μαθητάς του, είπε: «Ιδού μακαρίζομεν τους υπομένοντας.» (Ιάκ. 5:11) Ο Ιερεμίας, αφού υπέμεινε, ήταν ευτυχής. Υπέμεινε μέσ’ από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του βασιλέως της τής γραμμής του Δαβίδ, όπως είχε προφητεύσει. Μετεφέρθη κάτω στην Αίγυπτο από τους ολίγους Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν αφεθή στη χώρα από τους Βαβυλώνιους, για να συνεχίση το έργον του της προφητεύσεως—ένα σύνολο από σαράντα και πλέον χρόνια εγκαρτερήσεως στην υπηρεσία του Ιεχωβά, σ’ ένα τομέα διορισμού ο οποίος προοδευτικώς εχειροτέρευε. Δεν ήταν ευτυχής βλέποντας την Ιερουσαλήμ να καταστρέφεται ή το ναό της να λεηλατήται· πράγματι, έγραψε το βιβλίο των Θρήνων, μια έκφρασι βαθιάς θλίψεως για τη μομφή που αυτό έφερε στο όνομα του Ιεχωβά. Αλλά ήταν ευτυχής να βλέπη να πραγματοποιήται ο λόγος του Θεού, και να τον διεκδική ως αληθινό προφήτη του Ιεχωβά. Τόσο ισχυρές ήσαν οι προφητείες του ώστε μια θρηνώδης και επικριτική διαμαρτυρία να ονομάζεται σήμερα «ιερεμιάς.» Επί πλέον, ο Ιερεμίας είδε να φέρη καρπό το προφητευτικό του έργο, άλλους λάτρεις του Ιεχωβά οι οποίοι εσώθησαν, επίσης, εξαιτίας του εποικοδομητικού χαρακτήρας του αγγέλματος του. Αξιόλογοι μεταξύ αυτών ήσαν ο Βαρούχ και ο Αβδεμέλεχ.
21. Τι είδους άνθρωπος ήταν ο Ιερεμίας;
21 Ο Ιερεμίας είχε πολλές φορές την ευκαιρία ν’ αποσυρθή στη διάρκεια των σαράντα και πλέον ετών του προφητικού του έργου, αλλά δεν ήταν αυτού του είδους. Αντιθέτως, ήταν από το πιστό, υπομονητικό είδος λάτρεων, για τους οποίους ο Θεός δεν αισχύνεται «να λέγηται Θεός αυτών διότι ητοίμασε δι’ αυτούς πόλιν.»—Εβρ. 11:16· 1 Ιωάν. 2:19.
22. (α) Έχει ο Ιεχωβά θεοπνεύστους προφήτας σήμερα; (β) Τι είδους προφήτας έχει, αν έχη;
22 Ο Ιερεμίας ήταν ένας προφήτης που εκλήθη από τον Ιεχωβά και ενεπνεύσθη να εξαγγείλη τον λόγο του. Ήταν, επίσης, ιερεύς. (Ιερεμ. 1:1) Σήμερα ο Λόγος του Ιεχωβά είναι πλήρης και αυτός δεν εμπνέει πια άτομα να προφητεύσουν γι’ αυτόν, αλλά έχει μάρτυρας στη γη επάνω στους οποίους έχει θέσει το πνεύμα του και τους έχει αποστείλει με ιερατική ιδιότητα, για να διδάσκουν τους νόμους του Θεού, και τους έχει, επίσης, δώσει εντολή να κηρύττουν. Με μια έννοια οι πιστοί κεχριρμένοι του είναι προφήται, εφόσον εξαγγέλλουν τις γεγραμμένες προφητείες, καθώς και την εφαρμογή των. (Πράξ. 2:17) Οι σύντροφοί των, ο ‘πολύς όχλος’ των «άλλων προβάτων,» έχουν αναλάβει να τους βοηθήσουν στην παγκόσμια διακήρυξι των αγαθών νέων της Βασιλείας και στο να εξαγγέλλουν τις προφητείες καθώς ανακοινούνται από το πιστό κεχρισμένο υπόλοιπο. Μπορούν να διακρατήσουν την πίστι και την υπομονή του Ιερεμία; Θα εξετάσωμε πώς μπορεί να γίνη αυτό στο επόμενο άρθρο.—Μάρκ. 13:10.
[Εικόνα στη σελίδα 554]
Η άποψις του κόσμου περί υπομονής είναι ότι αυτή ομοιάζει με την πείρα ανθρώπου επάνω σε μια ναυαγοσωστική σχεδία. Η υπομονή ενός Χριστιανού είναι διαφορετική· αυτός αρχίζει μ’ εκουσία πορεία και όσο προχωρεί γίνεται ισχυρότερος