«Κλασσικοί» Ιστορικοί—Πόσο Είναι Αξιόπιστοι;
ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ιστορικοί βασίζονται πολύ στους ιστορικούς της αρχαίας Ελλάδος και της Ρώμης για να συμπληρώσουν τα κενά ή να επιβεβαιώσουν ωρισμένα στοιχεία στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Μερικοί νομίζουν ότι αυτές οι «κλασσικές» αυθεντίες προσφέρουν πιο αξιόπιστη βάσι όσον αφορά τη χρονολογία από την πληροφορία που βρίσκεται στην Αγία Γραφή. Γι’ αυτό, αξίζει να εξετάσωμε αυτές τις πρώτες πηγές ιστορίας. Πόσο ακριβείς, πόσο αξιόπιστες είναι;
Ως το τέλος του δεκάτου ογδόου αιώνος μ.Χ., ιδρύματα «ανωτέρας παιδείας» έδωσαν μεγάλη προσοχή στα συγγράμματα αυτών των κλασσικών ιστορικών—όπως ο Ηρόδοτος, ο Ξενοφών, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και άλλοι. Γενεές σπουδαστών εδιδάχθησαν να προτιμούν την ιστορική μαρτυρία αυτών των αρχαίων συγγραφέων, εκεί όπου η μαρτυρία διαφέρει από την πληροφορία των Αγίων Γραφών. Και τούτο παρά το γεγονός ότι πλείστοι απ’ αυτούς τους σπουδαστάς ομολογούν ότι είναι Χριστιανοί.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, μια πρόσθετη αιτία για να εξετάσωμε προσεκτικά αυτές τις κοσμικές πηγές; Πρέπει να ενδιαφερώμεθα, όχι μόνο για τη γενική των αξία, επίσης, για τα ελατήρια, τα οποία είναι πιθανόν να τους ώθησαν να γράψουν, και να κρίνωμε αν ήσαν με συνέπεια ακριβείς όσον αφορά τα γεγονότα και τις χρονολογίες που κατέγραψαν. Αγωνίζονταν αυτοί οι άνδρες για ακρίβεια και αλήθεια; Ή, μερικοί έγραφαν κυρίως για ν’ αποκτήσουν φήμη ή απλώς για να τέρψουν;
ΑΚΡΙΒΕΙΑ Ή ΔΗΜΟΤΙΚΟΤΗΣ;
Το όνομα του Έλληνος ιστορικού του πέμπτου π.Χ. αιώνος, Ηροδότου, έρχεται πρώτο υπό την προσοχή μας. Έχει ονομασθή «πατήρ της ιστορίας,» και χωρίς αμφιβολία αυτός έκαμε έναρξι μιας νέας τάσεως σχετικά με την καταγραφή της ιστορίας όταν ανέλαβε το σχέδιό του—ένα σχέδιο που απεκάλυψε μια ζωηρή φαντασία κι ένα ευρύ πεδίον σκέψεως. Ως αφηγητής υπερέχει. Οι ερευνηταί της εποχής μας, ωστόσο, αναστατώνονται κάπως για ωρισμένα χαρακτηριστικά του έργου του. «Ένας μεγάλος αριθμός ανακριβειών υπάρχει στις εκθέσεις του,» σύμφωνα με τον Καθηγητή Α. Ο. Αχλ, στο βιβλίο του Σκιαγραφία της Περσικής Ιστορίας, σελίς 15.
Ιδού μια σχετική παραπομπή από τη Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία (έκδοσις 1946, Τόμος 10 σελίς 772): «Οι κύριες ελλείψεις του Ηροδότου είναι η αποτυχία του να συλλάβη τις αρχές της ιστορικής κριτικής, για να κατανοήση τη φύσι των στρατιωτικών επιχειρήσεων, και να εκτιμήση τη σπουδαιότητα των χρονολογιών. . . . οι πιο σοβαρές από όλες τις ελλείψεις του είναι οι απρόσεκτες χρονολογίες του. Ακόμη και για τον πέμπτο αιώνα [τον δικό του αιώνα], τα στοιχεία που προσφέρει είναι ανεπαρκή και ασαφή.»
Πολύ δικαίως, λοιπόν, πρέπει να λεχθή ότι οι ιστορικοί είναι οφειλέται στον Ηρόδοτο διότι διεβίβασε μεγάλη ποσότητα γεγονότων και χρονολογιών, μέρος των οποίων, εφόσον μπορεί να ελεγχθή, είναι πολύ ακριβές. Εν τούτοις, δεν υπάρχει λόγος να δεχθούμε όλα τα στοιχεία που παρέχει ως αλανθάστως αληθινά.
Ο Ξενοφών ήταν ένας άλλος Έλλην χρονικογράφος, ο οποίος είχε φθάσει σε ανδρική ηλικία κατά το τέλος του ίδιου εκείνου πέμπτου αιώνος π.Χ. Η Κύρου Παιδεία του ωνομάσθηκε «μια πολιτική και φιλοσοφική ρομαντική ιστορία.» Διάφοροι λόγιοι τονίζουν ότι ο Ξενοφών στα γραφόμενά του «διέθετε λίγα ή τίποτε επί των οποίων να οικοδομήση εκτός από τις κυκλοφορούσες ιστορίες και παραδόσεις της Ανατολής, τις οποίες είχε συνάξει γύρω από το πρόσωπο του μεγάλου Πέρσου ήρωος-βασιλέως [Κύρου του νεωτέρου].» Ισχυρίζονται, επίσης, ότι «το έργο του διατρέχει ένας σαφής ηθικός σκοπός, χάριν του οποίου θυσιάζεται η κατά γράμμα αλήθεια.»1
Το σύγγραμμά του Ελληνικά, ή Ελληνική ιστορία, επιβαρύνεται με το ότι ο Ξενοφών επέδειξε «ειλικρινή ίχνη μικρότητας διανοίας και στενότητος απόψεως πολύ πιο χαμηλά από την αξιοπρέπεια ενός ιστορικού.» Ισχυρίζονται, επίσης, ότι «υπάρχουν ασφαλώς σοβαρές παραλείψεις και ελαττώματα στο έργο, που υποβιβάζουν πολύ την αξία του.»—Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία, 9η έκδοσις, Τόμος 24, σελίς 721.
Εξ άλλου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα έργα του Ξενοφώντος είχαν, επίσης, τις αρετές των. «Η περιγραφή τόπων και σχετικών αποστάσεων που κάνει είναι πολύ λεπτομερής και επιμελής. Οι έρευνες συγχρόνων ταξιδιωτών βεβαιώνουν την γενική της ακρίβεια.»2 Εν τούτοις, η γεωγραφική ακρίβεια και μόνη δεν αποτελεί ασφαλώς καθόλου αιτία για να εξυψωθούν τα συγγράμματά του σε μια θέσι που ν’ ανταγωνίζονται την Αγία Γραφή, όταν προκύπτουν ζητήματα χρονολογικής ιστορίας.
Ο ιστορικός Κτησίας έζησε, επίσης, τον πέμπτον αιώνα π.Χ. Το πιο εξέχον έργο του, τα Περσικά, ομολογεί ότι είναι ιστορία της Περσίας από στοιχεία που ελήφθησαν από τα βασιλικά αρχεία της Περσίας. Στο σύγγραμμα του Επτά Μεγάλες Μοναρχίες (Τόμος 2, σελίς 85) ο Τζωρτζ Ρώλινσον κατηγορεί τον Κτησίαν ότι σκοπίμως επεκτείνει την περίοδο της Μηδικής μοναρχίας «με την συνειδητή χρήσι ενός συστήματος αναδιπλασιασμού. . . . Κάθε βασιλεύς, ή περίοδος, στον Ηρόδοτο αναφέρεται δυο φορές στον κατάλογο του Κτησία—ένα διαφανές επινόημα, αδεξίως καλυπτόμενον με το φθηνό τέχνασμα μιας γενναιόδωρου εφευρέσεως ονομάτων.» Στη μαρτυρία του Κτησία αντιτίθενται, επίσης, ο ιερεύς-ιστορικός Μπερόσσος, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης (4ος αιών π.Χ. ), και οι σφηνοειδείς επιγραφές που ανεκαλύφθησαν προσφάτως.3
Πόσο αξιόπιστοι ήσαν, λοιπόν, αυτοί οι αρχαίοι ιστορικοί; Όχι, τόσο ακριβείς και αξιόπιστοι ώστε τα στοιχεία των να παραμένουν ανεξέλεγκτα παρά τα λοιπά αξιόπιστα γεγονότα. Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία (11η εκδοσις, Τόμος 26, σελίς 894), ομιλώντας για τον Θουκυδίδη, Έλληνα ιστορικό του ιδίου πέμπτου αιώνος π.Χ., παρατηρεί ότι «το ελάττωμα των χρονικογράφων, κατά την άποψί του, είναι ότι ενδιεφέροντο μόνο για δημοτικότητα, και δεν ελάμβαναν τον κόπο να κάμουν την αφήγησί των αξιόπιστη.» Μπορούμε, ωστόσο, να δεχθούμε την δυνατότητα ότι ο Θουκυδίδης πιθανόν να ήταν κάπως αυστηρός στην εκτίμησί του.
Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΣΙΣ
Ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρείται ευρέως ως μια εξαίρεσις κάπως από τον κανόνα της ανακρίβειας και απροσεξίας μεταξύ των κλασσικών ιστορικών. Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία λέγει: «Ο Θουκυδίδης παραμένει μόνος μεταξύ των ανδρών της εποχής του, . . . όσον αφορά την ευρύτητα της διανοητικής αντιλήψεως η οποία μπορούσε να συλλάβη τη γενική σημασία ειδικών γεγονότων . . . Σε αντίθεσι με τους προκατόχους [του] ο Θουκυδίδης υπέβαλε την ύλη του στην πιο λεπτομερή έρευνα.»4 Και Η Αμερικανική Εγκυκλοπαιδεία (έκδοσις 1956, Τόμος 26, σελίς 596) προσφέρει το εξής: «Ως ιστορικός ο Θουκυδίδης κατέχει την πιο εξέχουσα θέσι. Ήταν επιμελής και ακούραστος στην περισυλλογή και εξακρίβωσι γεγονότων, σύντομος και σαφής στην αφήγησί των. Το ύφος του είναι πλήρες αξιοπρεπείας και γεμάτο από συμπεπυκνωμένη σημασία.»
Ο Θουκυδίδης, παραδείγματος χάριν, είχε καταγράψει ότι ο Έλλην στρατηγός Θεμιστοκλής διέφυγε στην Περσία, όταν ο Αρταξέρξης ο Μακρόχειρ είχε μόλις «προσφάτως ανέλθει επί του θρόνου.» (Βλέπε Θουκυδίδης, Βιβλίον Ι, Κεφάλαιον 9.) Πλείστοι άλλοι ιστορικοί λέγουν ότι αυτή η διαφυγή έγινε στη διάρκεια της βασιλείας του πατρός του Αρταξέρξου, Ξέρξου Α΄. Σ’ αυτό το σημείο ο Ρωμαίος ιστορικός Νέπως (1ος αιών π.Χ.) εδήλωσε: «Δίδω εμπιστοσύνη στον Θουκυδίδη σε προτίμησι από άλλους, διότι αυτός, από όλους όσοι άφησαν υπομνήματα εκείνης της περιόδου, ήταν πλησιέστερα στο σημείο του χρόνου προς τον Θεμιστοκλή, και ήταν από την ίδια πόλι.»—Θεμιστοκλής, Κεφάλαιον 9.
Μολονότι πλείστες πληροφοριακές πηγές σήμερα δίνουν το 465 π.Χ. ως το έτος της ανόδου του Αρταξέρξου στο θρόνο της Περσίας, υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύωμε ότι αυτό είναι πλάνη. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, Έλλην ιστορικός του πρώτου αιώνος π.Χ., δίνει το 471 π.Χ. ως το έτος του θανάτου του Θεμιστοκλέους στη Μικρά Ασία, και υπάρχει λόγος να πιστεύωμε ότι η διαφυγή του έλαβε χώρα τουλάχιστον δυο χρόνια πριν από τότε, ή το 473 π.Χ. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, αυτό συνέβη όταν ο Αρταξέρξης είχε «προσφάτως ανέλθει επί του θρόνου.» Έτσι είναι πολύ πιθανόν ότι η άνοδος του Αρταξέρξου έγινε κάποτε στη διάρκεια του έτους 474 π.Χ.
Και γιατί η βασιλεία του Αρταξέρξου ενδιαφέρει τον σπουδαστή της Αγίας Γραφής; Το Βιβλικό υπόμνημα λέγει στα εδάφια Νεεμίας 2:1-8 ότι στο εικοστό έτος του μονάρχου εκείνου εξεδόθη διάταγμα για την εκ νέου ανοικοδόμησι της Ιερουσαλήμ. Τότε επληροφορήθη ο προφήτης του Θεού Δανιήλ ότι από τον καιρό της εκδόσεως του διατάγματος του Αρταξέρξου ως την εμφάνισι του υποσχεμένου Μεσσία θα παρήρχετο μια περίοδος ‘εξήκοντα εννέα εβδομάδων ετών’ ή 483 ετών. (Δαν. 9:25) Έτσι, τα γεγονότα της ιστορίας εδικαίωσαν τον Βιβλικόν υπολογισμό του χρόνου;
Το εικοστό έτος από το 474 π.Χ. άρχισε το 455 π.Χ. Υπολογίζοντας 483 έτη απ’ αυτή την τελευταία χρονολογία, φθάναμε στο έτος 29 μ.Χ., το έτος του βαπτίσματος του Ιησού, οπότε έλαβε την ουρανία αναγνώρισι της ιδιότητος του ως Μεσσίου. Όπως κατέγραψε ο μαθητής Λουκάς: «Βαπτισθέντος και του Ιησού, και προσευχομένου, ηνοίχθη ο ουρανός, και κατέβη το πνεύμα το Άγιον εν σωματική μορφή, ως περιστερά, επ’ αυτόν· και έγεινε φωνή εκ του ουρανού, λέγουσα, Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις σε ευηρεστήθην.»—Λουκ. 3:21-23.a
Μπορεί, λοιπόν, να σημειωθή ότι απ’ αυτούς τους «κλασσικούς» ιστορικούς του πέμπτου αιώνος π.Χ. ο μόνος συνιστώμενος πολύ για την εξερεύνησι των γεγονότων και την ακρίβεια της εκθέσεως προσφέρει μαρτυρία που υποστηρίζει μάλλον παρά αμφισβητεί τη χρονολογία της Αγίας Γραφής.
ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ
Αλλά τι μπορεί να λεχθή για τους μεταγενεστέρους Έλληνας και Ρωμαίους ιστορικούς; Προμηθεύουν αυτοί χρονολογίες αρκετά ακριβείς ώστε να παρουσιάζουν σοβαρή πρόκλησι για το Βιβλικό υπόμνημα; Ανάμεσα σ’ αυτούς μπορούμε να εξετάσωμε τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (1ος αιών π.Χ.). Από τα αρχικά σαράντα βιβλία της ιστορίας του, μόνο δεκαπέντε έχουν φθάσει ως εμάς. Πέντε από αυτά απασχολούνται με τη μυθική ιστορία της Αιγύπτου, της Ασσυρίας, της Αιθιοπίας και της Ελλάδος, και τα υπόλοιπα είναι χρονικά του δευτέρου Περσικού πολέμου και εκτείνονται ως την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αναφέρεται για τον Διόδωρο ότι «συναντούσε κάποια δυσκολία στην ταξινόμησι της ύλης του, κι επομένως είναι δυνατόν να διαπιστώση ένας συχνές επαναλήψεις και αντιφάσεις στο σώμα του έργου. . . . Στη χρονολόγησι των αυστηρώς ιστορικών περιόδων είναι κατά περιστάσεις ανακριβής.»—Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία, 9η έκδοσις, Τόμος 7, σελίς 245.
Κατόπιν υπάρχει ο Πλούταρχος (περίπου 46-περίπου 120 μ.Χ.). «Πολλά έχουν λεχθή για την ανακρίβεια του Πλουτάρχου· και δεν μπορεί ένας ν’ αρνηθή ότι είναι απρόσεκτος όσον αφορά αριθμούς και κατά περιστάσεις αντιφάσκει στις ίδιες του δηλώσεις.» (Πλουτάρχου Βίοι, Εισαγωγή, από τον μεταφραστή και αναθεωρητή Α. Χ. Κλαφ, σελίς XVIII) Έγραψε για τον Θεμιστοκλή και την εποχή του, καθώς επίσης και για άλλους διακεκριμένους Έλληνας και Ρωμαίους.
Όσον αφορά τον Ρωμαίο Ιστορικό Λίβιον, ο οποίος πέθανε το έτος 17 μ.Χ., φαίνεται ότι το πλείστον από τα ιστορικά του έργα έχουν φθάσει ως εμάς μέσω παραπομπών και επιτομών από μεταγενεστέρους συγγραφείς. Ο Ο. Λούκας Κόλλινς, Μ. Α., ένας από τους μεταφραστάς του λέγει: «Δυστυχώς, το απολεσθέν τμήμα, που περιέχει την τελευταία και πιο αυθεντική ιστορία του Ρωμαϊκού λαού, και ακόμη πιο ειδικά της περιόδου που ήταν σύγχρονη με τον συγγραφέα, είναι εκείνο που θα επιθυμούσαμε πάρα πολύ να ιδούμε.» Σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής του, ο Λίβιος εισήγαγε στην αφήγησί του τις παραδόσεις που υπήρχαν τότε.
Ας ενθυμούμεθα ότι αυτοί οι ιστορικοί του πρώτου αιώνος ώφειλαν να εξαρτώνται από παλαιότερες πηγές για στοιχεία που αφορούσαν τις περιόδους των μοναρχιών της Ασσυρίας, της Βαβυλωνίας και της Περσίας. Μερικές απ’ αυτές τις πηγές, έχομε ήδη μάθει ότι έχουν παραμορφωθή από απροσεξία και χρονολογικές ανακρίβειες. Και εκτός τούτον, ο τρόπος της αντιγραφής από αρχαία υπομνήματα εισάγει επιπρόσθετη αβεβαιότητα.
Έπεται, συνεπώς, ότι οι μεταγενέστεροι «κλασσικοί» ιστορικοί δεν μπορούν να προσφέρουν κανένα στοιχείο κατά του Γραφικού υπολογισμού του χρόνου ισχυρότερο από τους προκατόχους των του πέμπτου αιώνος π.Χ. Πράγματι, λίγοι απ’ αυτούς τους «κλασσικούς» συγγραφείς, παλαιότεροι ή μεταγενέστεροι, έδειξαν κάπως μεγάλο ενδιαφέρον όσον αφορά την ακρίβεια της τηρήσεως αρχείων του χρόνου. Προμηθεύουν στους συγχρόνους αναγνώστας ένα πλούτο πληροφοριών για γεγονότα, συνήθειες και φιλοσοφίες της εποχής των—μια πολύτιμη πληροφορία ιστορικού βάθους. Κατά το πλείστον, όμως, φαίνεται ότι έχουν δώσει μικρότερη σημασία στην ακριβή χρονολόγησι.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ
1 Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία, 11η έκδοσις, Τόμος 28, σελίς 886.
2 Αυτόθι, 9η έκδοσις, Τόμος 24, σελίς 721.
3 Αυτόθι, 9η έκδοσις, Τόμος 6, σελίς 599.
4 Αυτόθι, 11η έκδοσις, Τόμος 26, σελίς 894.
[Υποσημειώσεις]
a Βλέπε βιβλίον «Γενηθήτω το Θέλημά Σου επί της Γης,» σελίδες 137-146.
[Εικόνα στη σελίδα 412]
ΗΡΟΔΟΤΟΣ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
ΞΕΝΟΦΩΝ