Αστρονομικοί Υπολογισμοί και η Μέτρησις του Χρόνου
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ γενικά προτιμούν τους δικούς των υπολογισμούς χρονολογιών από τις χρονολογίες της Αγίας Γραφής. Ισχυρίζονται ότι αυτή τη στάσι των την υποστηρίζουν αρχαίοι αστρονομικοί υπολογισμοί—που μερικοί απ’ αυτούς βρίσκονται επάνω σε πινακίδες τις οποίες απεκάλυψε η σκαπάνη των αρχαιολόγων. Ένας ιστορικός είπε ακόμη ότι «η αστρονομική επιβεβαίωσις μπορεί να μετατρέψη μια σχετική χρονολογία, μια χρονολογία, η οποία απλώς εγκαθιστά τη συνέχεια των γεγονότων, σε μια απόλυτη χρονολογία, ένα σύστημα ημερομηνιών που σχετίζονται με το δικό μας [το σύγχρονο] ημερολόγιο.»1
Πόσο ακριβής είναι αυτός ισχυρισμός; Φυσικά, τα αστρικά σώματα τα επρομήθευσε ο Δημιουργός για να χρησιμεύσουν για τη μέτρησι του χρόνου από τους ανθρώπους στη γη. Στη Γένεσι 1:14 μπορούμε να διαβάσωμε: «Ας γείνωσι φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού, δια να διαχωρίζωσι την ημέραν από της νυκτός· και ας ήναι δια σημεία, και καιρούς, και ημέρας, και ενιαυτούς.» Εν τούτοις, οι προσπάθειες των ανθρώπων να συσχετίσουν αρχαία αστρονομικά δεδομένα με ανθρώπινα γεγονότα του παρελθόντος περιλαμβάνει πολλούς παράγοντας οι οποίοι επιτρέπουν να γίνουν λάθη—λάθη στον υπολογισμό και στην ερμηνεία.
Εκ πρώτης όψεως πιθανόν να φαίνεται πολύ απλός ο καθορισμός της ημερομηνίας κάποιου συγκεκριμένου συμβάντος, όταν μια αρχαία πινακίδα σφηνοειδούς γραφής μάς πληροφορή ότι το γεγονός συνέπεσε με κάποια έκλειψι του ηλίου ή της σελήνης. Υπάρχουν, όμως, μερικές εκλείψεις και ολικές εκλείψεις, και είναι πολύ σπουδαίο να γνωρίζη ένας για ποια πρόκειται σε κάθε δεδομένη περίπτωσι. Γιατί; Σύμφωνα με την Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία, κάθε «ιδιαιτέρα πόλις ή πολιτεία δοκιμάζει την πείρα ενός μέσου όρου από 40 περίπου εκλείψεις σελήνης και 20 μερικές εκλείψεις ηλίου σε 50 χρόνια, [μολονότι] μόνο μια ολική έκλειψις ηλίου σε 400 χρόνια.»2 Έτσι, ο καθορισμός μιας ειδικής ιστορικής ημερομηνίας μέσω μιας εκλείψεως αφήνει περιθώριο για σημαντικές αμφιβολίες εκτός εάν επρόκειτο για μια περίπτωσι μιας οριστικά καθωρισμένης ολικής εκλείψεως ηλίου ορατής σε μια ειδική περιοχή. Δυστυχώς, τέτοια ακριβής και ζωτική πληροφορία είναι σπανία σε αρχαίες πηγές.
ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΡΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΑΛΥΣΙΔΑ
Ακόμη και όσον αφορά την περιοχή της ορατότητας οποιασδήποτε δεδομένης εκλείψεως υπάρχει ένα στοιχείο αβεβαιότητος. Γεωλόγοι έχουν αντιληφθή από πολύν καιρό ότι παλιρροιακά ρεύματα στους ωκεανούς, που έρχονται σ’ επαφή με θαλάσσιο βυθό σε αβαθείς εκτάσεις, μπορούν να τείνουν να επιβραδύνουν ελαφρώς την περιστροφή της γης. «Πολλοί επιστήμονες,» αναφέρει ένα πρόσφατο επιστημονικό έργο, «βρήκαν ευλογοφανή απόδειξι για τη συσσωρευτική επίδρασι παλιρροιακής επιβραδύνσεως σε παλαιά αρχεία εκλείψεων. Μια έκλειψις είναι ορατή μόνο σ’ ένα μικρό τμήμα της επιφανείας της γης. Επί πλέον, η περιοχή της ορατότητος μπορεί να υπολογισθή για εκλείψεις οι οποίες συνέβησαν πριν από εκατονταετίες (ή ακόμη και χιλιετίες). Προκύπτει, ωστόσο, ότι οι σύγχρονοι υπολογισμοί δεν συμφωνούν με τα παλαιά αρχεία. Οι εκλείψεις φαίνονται να έχουν παρατηρηθή σε περιοχές που απέχουν μερικές εκατοντάδες μίλια προς τα ανατολικά του τόπου όπου έπρεπε να είχαν εμφανισθή.»3
Ιδού ένα παράδειγμα που θ’ αποκάλυψη την αδυναμία αυτής της μεθόδου να φθάση σε ακριβείς ημερομηνίες. Υπάρχει μια έκλειψις ηλίου, στην οποία στηρίζονται ειδικά οι ιστορικοί στην προσπάθεια των να συσχετίσουν την Ασσυριακή χρονολογία με την χρονολογία της Αγίας Γραφής. Αυτή η έκλειψις αναφέρεται σ’ ένα Ασσυριακό κατάλογο επωνύμων (εξεχόντων ονομάτων)a ότι συνέβη τον τρίτο μήνα, υπολογίζοντας από την άνοιξι, του ενάτου έτους του Βασιλέως Ασσούρ-νταν Γ΄. Σύγχρονοι ιστορικοί εξάγουν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για την έκλειψι που συνέβη στις 15 Ιουνίου 763 π.Χ.4 Υπολογίζοντας προς τα οπίσω 90 χρόνια (ή ονόματα, εφόσον υπολογίζουν ένα όνομα για κάθε έτος) στον κατάλογο επωνύμων, φθάνουν στο έτος 853 π.Χ. ως, την ημερομηνία της μάχης του Καρκάρ το έκτο έτος του Σαλμανασάρ. Ισχυρίζονται ότι σε άλλα αρχεία ο Σαλμανασάρ παραθέτει τον Βασιλέα του Ισραήλ Αχαάβ στον εχθρικό συνασπισμό που αντιμετώπιζε η Ασσυρία σ’ εκείνη τη μάχη, και ότι δώδεκα χρόνια αργότερα (το 18ον έτος του Σαλαμανασάρ) αναφέρει τον Βασιλέα του Ισραήλ Ιηού ως ένα από εκείνους οι οποίοι επλήρωναν σ’ αυτόν φόρο υποτελείας.5 Έτσι, λοιπόν, συνάγουν το συμπέρασμα ότι το έτος 853 π.Χ. εσημείωσε τη χρονολογία του τελευταίου έτους του Αχαάβ και το 841 π.Χ. την έναρξι της βασιλείας του Ιηού.6
Πόσο ορθοί είναι αυτοί οι υπολογισμοί; Εφόσον οι επώνυμοι κατάλογοι δεν αναφέρουν το είδος αυτής της εκλείψεως, αν ήταν μερική ή ολική, οι ιστορικοί δεν δικαιολογούνται να συμπεράνουν ότι αυτή εχαρακτήρισε το έτος 763 π.Χ. Πράγματι, μερικοί λόγιοι προτίμησαν ν’ αποφανθούν υπέρ του έτους 809 π.Χ., στη διάρκεια του οποίου έγινε μια έκλειψις, η οποία θα ήταν τουλάχιστον μερικώς ορατή στην Ασσυρία. Αλλά με την ίδια βάσι έγιναν και άλλες μερικές εκλείψεις στα έτη 817, 857, και άλλα—που η κάθε μία ήταν ορατή στην Ασσυρία.7 Εν τούτοις, οι ιστορικοί φέρνουν αντίρρησι για οποιαδήποτε αλλαγή από την έκλειψι ηλίου του 763 π.Χ. με τη δικαιολογία ότι αυτό θα ‘προκαλούσε σύγχυσι στην Ασσυριακή ιστορία.’ Η Ασσυριακή ιστορία, όμως, βρίσκεται ήδη σε μεγάλη σύγχυσι.b
Η παρουσία του Βασιλέως Αχαάβ στη μάχη του Καρκάρ το έτος 853 π.Χ. είναι εντελώς απίθανη. Η Αγία Γραφή δεν λέγει τίποτε γι’ αυτήν, και η μετάφρασις του Ασσυριακού κειμένου, στο οποίο βασίζεται αυτή η ιδέα, είναι εντελώς κατά εικασίαν. Η χρονολογία της Βίβλου τοποθετεί τον θάνατο του Αχαάβ γύρω στο 919 π.Χ. και την έναρξι της βασλείας του Ιηού το 904 περίπου π.Χ. Η μνεία του Ιηού, που κάνει ο Σαλμανασάρ δεν αναφέρεται κατ’ ανάγκην στο πρώτο του έτος. Θα μπορούσε να είναι ένα μετέπειτα έτος της βασιλείας του Ιηού. Κατόπιν οφείλομε, επίσης, να λάβωμε υπ’ όψιν ότι οι χρονογράφοι της Ασσυρίας έκαναν ταχυδακτυλουργίες με τα έτη των εκστρατειών των ακόμη δε και απέδιδαν στους βασιλείς των την είσπραξι φόρου υποτέλειας από άτομα που είχαν πεθάνει προ πολλού. Ώστε υπάρχουν αδύνατοι κρίκοι στην αλυσίδα των στοιχείων, περιλαμβανομένων και των αστρονομικών στοιχείων, στα οποία εστηρίχθησαν για να συγχρονίσουν την Ασσυριακή χρονολογία με τη Βιβλική χρονολογία.
ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Εκλείψεις σελήνης, όπως βρίσκονται στον κανόνα του Πτολεμαίου και πιθανώς έχουν ληφθή από στοιχεία που υπήρχαν σε αρχεία με σφηνοειδή γραφή, έχουν χρησιμοποιηθή σε προσπάθειες ν’ αποδείξουν τις χρονολογίες οι οποίες δίδονται συνήθως για ειδικά έτη των Νεο-Βαβυλωνίων βασιλέων. Αλλά και αν ακόμη ο Πτολεμαίος ήταν πιθανόν σε θέσι να υπολογίση με ακρίβεια τις ημερομηνίες ωρισμένων εκλείψεων στο παρελθόν, αυτό δεν αποδεικνύει ότι η μεταβίβασις ιστορικών στοιχείων απ’ αυτόν είναι ακριβής. Ο συσχετισμός που κάνει μερικών εκλείψεων με τις βασιλείες ωρισμένων βασιλέων ίσως δεν βασίζεται πάντοτε σε γεγονότα. Επιπροσθέτως, η συχνότης των εκλείψεων σελήνης ασφαλώς δεν προσθέτει μεγάλη βαρύτητα σ’ αυτό τον τύπο επιβεβαιώσεως.
Παραδείγματος χάριν, μια έκλειψις σελήνης το 621 π.Χ. (22 Απριλίου) χρησιμοποιείται ως απόδειξις της ακριβείας των στοιχείων του Πτολεμαίου για το πέμπτο έτος του Ναβοπολασάρου. Εν τούτοις, μια άλλη έκλειψις θα μπορούσε ν’ αναφερθή είκοσι έτη ενωρίτερα το 641 π.Χ. (1η Ιουνίου) που αντιστοιχεί με τη χρονολογία που υποδεικνύει η Αγία Γραφή για το πέμπτο έτος του Ναβοπολασάρου. Εκτός τούτου, αυτή η τελευταία έκλειψις ήταν ολική, ενώ η έκλειψις του 621 π.Χ. ήταν μερική.8
Ίσως η ημερομηνία του θανάτου του Ηρώδου προμηθεύει την πιο καλή εξεικόνισι της αβεβαιότητος που περιλαμβάνεται στη χρονολόγησι μέσω εκλείψεων της σελήνης. Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος αναφέρει ότι ο θάνατος του Ηρώδου συνέβη λίγο ύστερ’ από μια έκλειψι σελήνης και όχι πολύ πριν από την έναρξι της εποχής του Πάσχα. Πολλοί καθορίζουν το 4 π.Χ. ως το έτος του θανάτου του Ηρώδου, και αναφέρουν ως απόδειξι την έκλειψι σελήνης της νυκτός της 12/13 Μαρτίου του έτους εκείνου. Λόγω αυτού του υπολογισμού, μερικοί σύγχρονοι χρονολόγοι τοποθετούν τη γέννησι του Ιησού στο έτος 5 π.Χ.
Εν τούτοις, ο Ο. Ε. Φίλμερ, γράφοντας στην εφημερίδα Δη Τζόρναλ οφ Θηολότζικαλ Στάντις, του Οκτωβρίου 1966, δείχνει την αδυναμία αυτού του υπολογισμού. Τονίζει ότι εκλείψεις έγιναν, επίσης, τόσο στις 9 Ιανουαρίου όσο και στις 29 Δεκεμβρίου του έτους 1 π.Χ. και ότι η κάθε μία απ’ αυτές συμφωνεί με τις απαιτήσεις μιας εκλείψεως λίγο πριν από το Πάσχα. Δείχνει, επίσης, ότι η έκλειψις της 9ης Ιανουαρίου του έτους 1 π.Χ., η οποία ήταν ολική, προσαρμόζεται καλύτερα στις περιστάσεις από την έκλειψι του έτους 4 π.Χ., η οποία ήταν μερική. Ανακεφαλαιώνοντας το ζήτημα, λέγει: «Έτσι, όσο προχωρεί η απόδειξις της εκλείψεως σελήνης, ο Ηρώδης είναι πιθανόν να έχη πεθάνει είτε στο έτος 4 ή στο 1 π.Χ., ή ακόμη και το 1 μ.Χ.» Και οι δύο τελευταίες αυτές χρονολογίες συμφωνούν με το έτος γεννήσεως του Ιησού όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέτρησι χρόνου της Αγίας Γραφής, δηλαδή, το φθινόπωρο του έτους 2 π.Χ.
Έτσι είναι καταφανές ότι οι εκλείψεις σελήνης αυτές καθ’ εαυτές δεν είναι καθόλου ασφαλείς δείκται της ακριβείας των ημερομηνιών σ’ ένα σχετικό σύστημα χρονολογιών.
ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΑ «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ»
Όλα τα κείμενα τα οποία χρησιμοποιούν οι ιστορικοί για να χρονολογήσουν γεγονότα και περιόδους αρχαίας ιστορίας δεν βασίζονται, ωστόσο, σε εκλείψεις. Ανευρέθησαν και αστρονομικά «ημερολόγια.» Αυτά τα ημερολόγια δίνουν τη θέσι (σε συσχετισμό με μερικούς αστέρες και αστερισμούς) της σελήνης και του πρώτου και τελευταίου σημείου ορατότητός της σε μια συγκεκριμένη ημέρα στη Βαβυλώνα, μαζί με τη θέσι ωρισμένων πλανητών σ’ αυτές τις ίδιες εποχές. Παραδείγματος χάριν, μια τέτοια εγγραφή λέγει ότι «η σελήνη ευρίσκετο ένα ημίπηχυ μπροστά από το οπίσθιο πόδι του λέοντος.» Σύγχρονοι χρονολόγοι τονίζουν ότι ένας τέτοιος συνδυασμός αστρονομικών θέσεων δεν θα συνέπιπτε σε χίλια χρόνια. Αυτά τα ημερολόγια περιέχουν, επίσης, παραπομπές στις βασιλείες ωρισμένων βασιλέων και φαίνονται να συμπίπτουν με τον κανόνα του Πτολεμαίου.
Οσοδήποτε ισχυρή και αναμφισβήτητη και αν μπορή να φαίνεται ότι είναι αυτή η απόδειξις, υπάρχουν παράγοντες, οι οποίοι εξασθενίζουν πολύ τη δύναμί της. Εν πρώτοις, οι παρατηρήσεις που έγιναν στη Βαβυλώνα μπορεί να περιείχαν πλάνες. Οι αστρονόμοι της Βαβυλώνος ενδιεφέροντο περισσότερο για ουράνια φαινόμενα τα οποία συνέβαιναν κοντά στον ορίζοντα, κατά την ανατολή ή τη δύσι του ηλίου ή της σελήνης. Εν τούτοις, ο ορίζων, όπως τον βλέπει ένας από τη Βαβυλώνα, συχνά συσκοτίζεται από αμμοθύελλες, όπως τονίζει ο Καθηγητής Νοϋγκεμπάουερ. Αναφέρει ότι ο ίδιος ο Πτολεμαίος παρεπονείτο για «την έλλειψι αξιόπιστων πλανητικών παρατηρήσεων [από την αρχαία Βαβυλώνα]. Αυτός [ο Πτολεμαίος] παρατηρεί ότι οι αρχαίες παρατηρήσεις είχαν γίνει με λίγη ικανότητα, διότι ενδιεφέροντο για εμφανίσεις και εξαφανίσεις και για στάσιμα σημεία, φαινόμενα τα οποία λόγω της φύσεως των είναι δύσκολο να παρατηρηθούν.»—Οι Θετικές Επιστήμες στην Αρχαιότητα, σελίς 98 (στην Αγγλική).
Ένας άλλος παράγων που μειώνει τη δύναμι της μαρτυρίας που παρέχουν τα υπάρχοντα αστρονομικά ημερολόγια είναι η χρονολογία της συγγραφής των. Η πλειονότης εκείνων που είναι τώρα γνωστά έχουν, πράγματι, γραφή, όχι στην εποχή της Νεο-Βαβυλωνιακής ή Περσικής αυτοκρατορίας, αλλά στην περίοδο των Σελευκιδών, περίπου το 364-312 π.Χ. Είναι γεγονός ότι περιέχουν στοιχεία, τα οποία αναφέρονται σε πολύ προγενέστερες περιόδους, και πιστεύεται ότι ήσαν αντίγραφα παλαιοτέρων εγγράφων. Εν τούτοις, η ακρίβεια μιας τέτοιας αντιγραφής και η δυνατότης να γίνουν προσθήκες ή προσαρμογές ασφαλώς μειώνει την αξία αυτής της αποδείξεως. Πράγματι υπάρχει σοβαρή έλλειψις συγχρόνων αστρονομικών κειμένων από τα οποία οι ιστορικοί θα μπορούσαν να καθορίσουν την πλήρη χρονολογία της Νεο-Βαβυλωνιακής και της Περσικής περιόδου.
Κατόπιν, επίσης, όπως στην περίπτωσι του Πτολεμαίου, ακόμη και αν τα αστρονομικά στοιχεία που υπάρχουν στα διαθέσιμα κείμενα, όπως αυτά ερμηνεύονται και κατανοούνται τώρα, είναι ακριβή, αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα ιστορικά στοιχεία τα οποία συνοδεύουν την αστρονομική πληροφορία είναι ακριβή. Όπως ακριβώς ο Πτολεμαίος εχρησιμοποίησε τις βασιλείες ωρισμένων βασιλέων (όπως τις αντελαμβάνετο) απλώς ως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν να τοποθετηθούν αστρονομικά στοιχεία, έτσι επίσης και οι συγγραφείς ή αντιγραφείς της περιόδου των Σελευκιδών είναι πιθανόν να περιέλαβαν απλώς στα αστρονομικά των κείμενα ό,τι ήταν «δημοφιλής» χρονολογία στην εποχή των. Αυτή η «δημοφιλής» χρονολογία μπορούσε πολύ καλά να περιέχη λάθη.
Μπορούμε να το περιγράψωμε ως εξής: ένας αρχαίος αστρονόμος του δευτέρου αιώνος π.Χ. θα μπορούσε ν’ αναφέρη ότι ένα ωρισμένο ουράνιο γεγονός συνέβη στο έτος που, σύμφωνα με το ημερολόγιο μας, πρέπει να είναι το 465 π.Χ. Και η δήλωσίς του μπορεί ν’ αποδειχθή ορθή, όταν γίνωνται ακριβείς υπολογισμοί για την επαλήθευσί της. Αλλά μπορεί, επίσης, να λέγη ότι το έτος, στο οποίο συνέβη αυτό το ουράνιο γεγονός, ήταν το ‘εικοστό πρώτο έτος του Ξέρξου’ και να σφάλλη πλήρως. Για να το πούμε απλά, ακρίβεια στην αστρονομία δεν αποδεικνύει ακρίβεια στην ιστορία.
ΕΝΑΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΧΡΟΝΟΥ
Εξ άλλου, η αξιοπιστία των σχετικών με τον χρόνο πληροφοριών της Αγίας Γραφής μάς είναι βεβαιωμένη από αυτά τα χαρακτηριστικά της ιδίας της Γραφής: την ειλικρίνεια και την εντιμότητά της· το γεγονός ότι παντού έχομε συναίσθησι του χρόνου καθώς μελετούμε προσεκτικά τα διάφορα βιβλία της Αγίας Γραφής· η μέτρησις του χρόνου με ημέρες, με επταήμερες εβδομάδες, με μήνες και με έτη—ένα σύστημα μετρήσεως που μπορεί να παρατηρηθή απ’ αυτή ακριβώς την αρχή της συγγραφής της Βίβλου· οι χρονικές περίοδοι που προφητεύθηκαν, από τις οποίες τόσο πολλές γνωρίζομε ότι έχουν εκπληρωθή με ακρίβεια στον ωρισμένο καιρό. Όλ’ αυτά ενώνονται για να μας βεβαιώσουν ότι η καθοδηγητική δύναμις πίσω από τους πολλούς Βιβλικούς συγγραφείς ήταν Εκείνος, για τον οποίο μπορεί αληθινά να λεχθή ότι αυτός είναι ‘Όστις απ’ αρχής αναγγέλλει το τέλος, και από πρότερον τα μη γεγονότα.’—Ησ. 46:10.
Μήπως δεν προείπε η Αγία Γραφή πριν από πολύν καιρό τα εβδομήντα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η Ιουδαία θα παρέμενε έρημη και οι κάτοικοί της θα έφθιναν στη Βαβυλωνιακή εξορία; Στον ωρισμένο καιρό, το διάταγμα του Κύρου του Πέρσου κατακτητού προσέφερε στους πιστούς λάτρεις του Ιεχωβά απελευθέρωσι και επανεγκατάστασι στη γη των. Επανήλθαν στην Ιερουσαλήμ ακριβώς στον ωρισμένο καιρό.—Ιερεμ. 25:11, 12· Δαν. 9:2.
Στον αναγνώστη, ο οποίος θα διαθέση χρόνο να διαβάση στην Αγία Γραφή τα εδάφια 1 Βασιλέων 6:1 και Λουκάς 3:1, 2, δεν μπορεί παρά να κάμη εντύπωσι ο λεπτολόγος τρόπος, με τον οποίο αναφέρονται σπουδαίες ιστορικές χρονολογίες. Αρκετά στοιχεία προσφέρονται ώστε ο σπουδαστής να μπορή να καθορίση με ακρίβεια τον ακριβή χρόνο του γεγονότος. Αυτοί οι ίδιοι οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής αποδίδουν τη θετικότητα της πληροφορίας των στον Θείον Συγγραφέα, ο οποίος απλώς τους εχρησιμοποίησε ως συγγραφικά όργανα. Ασφαλώς, λοιπόν, μπορούμε ν’ αποβλέπωμε σ’ αυτή την ιδία Πηγή για ακριβή χρονολογικά στοιχεία—η οποία είναι πολύ πιο αξιόπιστη από τις θεωρίες και τις εικασίες των ανθρωπίνων ιστορικών!
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Ο Κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης, υπό Μάρτιν Νοθ, σελ. 272 (στην Αγγλική).
2. Η Βρεττανική Εγκλυκλοπαιδεία, έκδ. 1965, Τόμ. 7, σελ. 297.
3. Τάιμ (1966), έκδοσις Τάιμ-Λάιφ Μπουκς· Επιστημονική Βιβλιοθήκη, σελ. 105.
4. Η Βρεττανική Εγκλυκλοπαιδεία, έκδ. 1959, Τόμ. 7, σελ. 913.
5. Αρχαία Κείμενα Εγγύς Ανατολής, υπό Πρίτσαρντ, σελίδες 277-280 (στην Αγγλική).
6. Οι Μυστηριώδεις Αριθμοί των Εβραίων Βασιλέων, υπό Ε.Ρ. Θίλε, σελ. 53 (στην Αγγλική).
7. Κανών Εκλείψεων του Όππολτζερ, χάρται, 17, 19, 21 (έκδ. 1962) (στην Αγγλική).
8. Αυτόθι, σελίδες 333, 334.
[Υποσημειώσεις]
b Για απόδειξι τούτου, βλέπε Η Σκοπιά 15 Μαρτίου 1969, σελίδες 181, 182.