Ανεκηρύχθησαν Δίκαιοι
ΑΝΕΚΗΡΥΧΘΗΣΑΝ δίκαιοι! Πώς; Είναι δυνατόν ένα τέτοιο πράγμα, όταν όλοι οι απόγονοι του Αδάμ, ο καθένας απ’ αυτούς, ήσαν άδικοι, ατελείς και με τάσι να πράττουν το κακό; Αν είμεθα έντιμοι, ο καθένας μας οφείλει να παραδεχθή ειλικρινά αυτό που παρεδέχθη και ο ψαλμωδός Δαβίδ: «Συνελήφθην εν ανομία, και εν αμαρτία με εγέννησεν η μήτηρ μου.»—Ψαλμ. 51:5.
Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, «αμαρτία» και «αδικία» είναι συνώνυμα. (1 Ιωάν. 5:17) Έτσι η κληρονομία της αμαρτίας από τους πρώτους μας ανθρωπίνους γονείς ως αυτή την ημέρα έχει θέσει σ’ όλους μας το σημείον του «αδίκου.» Και η αδιάψευστη απόδειξις αυτής της εμφύτου αμαρτωλότητος ή αδικίας είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν. (Ρωμ. 5:12· 6:23) Επί πλέον, είναι ανίκανοι ν’ απαλλαγούν απ’ αυτή τη μοιραία ανικανότητα, διότι ο ψαλμωδός γράφει πάλι, κάτω από θεία έμπνευσι: «Ουδείς δύναται ποτέ να εξαγοράση αδελφόν, μηδέ να δώση εις τον Θεόν λύτρον δι’ αυτόν.»—Ψαλμ. 49:7.
Εν τούτοις, η Αγία Γραφή δείχνει ότι οι άδικοι μπορούν ν’ ανακηρυχθούν δίκαιοι! Πώς είναι δυνατόν; Με ποια βάσι μπορούν ατελή πλάσματα ν’ ανακηρυχθούν δίκαια; Μπορεί ο Ιεχωβά Θεός, ο μέγας Κριτής, να το κάμη αυτό κι εν τούτοις να παραμείνη ο ίδιος δίκαιος;
ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ας προσέξωμε το «σωτήριον» του Θεού για αμαρτωλούς ανθρώπους από τα θανατηφόρα αποτελέσματα της κληρονομημένης αμαρτίας. (Λουκ. 2:30) Αυτός απέστειλε τον Υιόν του, ο οποίος, είναι αλήθεια ότι εγεννήθη εκ γυναικός, αλλά δεν εμολύνθη από το ατελές σπέρμα αναπαραγωγής του Αδάμ, διότι «πνεύμα άγιον» και «δύναμις του Υψίστου» εγονιμοποίησε τη Μαρία με τέλειο σπέρμα. (Λουκ. 1:35) Επομένως, εκείνος ο οποίος γεννήθηκε από αυτήν έγινε «αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών.» (Εβρ. 7:26) Όταν ανεπτύχθηκε σε ηλικία ανδρός, ήταν κατάλληλος να έχη το ‘ητοιμασμένον από τον Θεόν σώμα’ για θυσία υπέρ αδίκων ανθρώπων.—Εβρ. 10:5.
Στον καιρό του βαπτίσματός του στον Ιορδάνη, ο Ιησούς ήταν ένας τέλειος, δίκαιος άνθρωπος. Παρουσίασε τον εαυτό του εκουσίως για ν’ αναλάβη μια θυσιαστική πορεία η οποία είχε χαραχθή γι’ αυτόν από τον ουράνιο Πατέρα του. Καθώς εξήρχετο από το ύδωρ, το άγιο πνεύμα του Θεού ήλθε επάνω του, και με θαυμαστά σημεία ο Θεός τον ανεγνώρισε ως Υιόν του—όχι με την έννοια του ότι ήταν ανθρώπινος Υιός του Θεού στον καιρό της γεννήσεως του, αλλά τώρα με την έννοια ότι είχε ‘γεννηθή άνωθεν [γεννηθή εκ νέου, ΜΝΚ],’ ‘γεννηθή εκ του πνεύματος.’ (Ιωάν. 3:3-6) Από τότε ο Ιησούς επορεύετο την οδόν του για επιστροφή στην ουράνια ζωή την οποία απελάμβανε προτού αποσταλή στη γη.
Τέλειος, πράγματι, στον ανθρώπινο οργανισμό του, ο Ιησούς διετήρησε αυτή την τελειότητα λόγω της ακεραιότητος την οποία διεκράτησε κάτω από σκληρή δοκιμασία. «Έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε,» δηλαδή, εξακολούθησε να υπακούη στον Θεό ακόμη και όταν εξετίθετο δημοσία σε απαίσιο διωγμό από τον Σατανά και τα όργανά του. (Εβρ. 5:7-9) Έτσι ο Θεός έκαμε τον Αρχηγόν της Σωτηρίας «τέλειον . . . δια των παθημάτων.» (Εβρ. 2:10) Ούτε ένα ελάττωμα δεν παρουσιάσθηκε. Ο Ιησούς παρέμεινε σταθερά δίκαιος ενώπιον του Θεού με την δική του αξία—ο μόνος άνθρωπος, ο οποίος το έπραξε ποτέ.
Αυτά τα παθήματα επέφεραν στον Ιησού ως αποκορύφωμα ένα επονείδιστο αλλά άδικο θάνατο στο ξύλο του μαρτυρίου. Κατόπιν ο Θεός τον ανέστησε από τον θάνατο, και τον κατέστησε ικανό ν’ αναλάβη και πάλι ζωή ως πνευματικό πλάσμα και να επιστρέψη στον ουρανό, για να παρουσιάση εκεί την αξία της θυσίας του ως προσφορά υπέρ του αμαρτωλού ανθρωπίνου γένους. Αυτή η ενέργεια του Θεού, ν’ αναστήση τον Ιησού σε ζωή εν πνεύματι, αποτελούσε ‘δικαίωσιν του Ιησού εν πνεύματι.’ (1 Τιμ. 3:16· 1 Πέτρ. 3:18) Ήταν, στην πραγματικότητα, μια διακήρυξις από τον ουράνιο Πατέρα ότι, παρ’ όλα τα αντίθετα φαινόμενα, αυτός ο Υιός ο οποίος υπέστη συκοφαντίες, ονειδισμούς και σκληρό θάνατο, είχε εκτελέσει πλήρως το θέλημα του Πατρός. Εκείνος ο θυσιαστικός θάνατος του Υιού επρομήθευσε τη βάσι για ν’ ανακηρύξη δικαίους ο Θεός εκείνους οι οποίοι θ’ ασκούσαν πίστι στον Χριστό. (Γαλ. 2:16) Η εκουσία πορεία του στο θάνατο θα εξυπηρετούσε ν’ ακυρωθή η καταδίκη του θανάτου η οποία είχε επέλθει στην ανθρωπίνη οικογένεια μέσω της ανυπακοής του Αδάμ.
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Εν τούτοις, σκοπός του Θεού ήταν να εκλέξη ένα περιωρισμένον αριθμό ανάμεσα από τους ανθρώπους και να τους υιοθετήση μέσα στην οικογένεια των πνευματικών του υιών για να σχηματίση την «εκκλησίαν πρωτοτόκων καταγεγραμμένων εν τοις ουρανοίς»—μια εκκλησία ωργανωμένη κάτω από την Κεφαλήν της, τον Χριστόν Ιησού. (Εβρ. 12:23) Αυτοί έχουν την προσδοκία ζωής στους ουρανούς ως πνευματικά πλάσματα. Αλλά πρώτα πρέπει ν’ αποδειχθούν πιστοί μέχρι θανάτου σε μια υπηρεσία που τους αναθέτει ο Θεός ενόσω ζουν ακόμη κατά σάρκα. Αυτή η υπηρεσία είναι ιερατικής φύσεως—η διακονία της καταλλαγής, με την οποία οφείλουν να προσπαθούν να βοηθήσουν ανθρώπους να συμφιλιωθούν με τον Θεό.—2 Κορ. 5:18, 19.
Για να γίνουν κατάλληλοι για την υπηρεσία των αυτοί οι διάκονοι της καταλλαγής, και για να μπορέσουν να ‘γεννηθούν εν πνεύματι,’ και να καταστούν υιοί του Θεού, οφείλουν πρώτα να έχουν δικαία στάσι ενώπιον του Θεού εν σαρκί, όπως ακριβώς είχε ο Ιησούς όταν παρουσιάσθηκε για βάπτισμα. Πώς θα μπορούσαν να το επιτύχουν αυτό; Μόνο με το να εφαρμόση ο Θεός την αξία της θυσίας του Ιησού υπέρ αυτών αμέσως, συγχωρώντας όλες τις αμαρτίες των, και, με μια πράξι κρίσεως εκ μέρους του, υπολογίζοντας σ’ αυτούς ανθρωπίνη τελειότητα, ανακηρύσσοντας τους δικαίους. Και, φυσικά, ο Θεός κάνει αυτή την ενέργεια μόνο όσον αφορά εκείνους τους οποίους καλεί να γίνουν μέλη της ‘εκκλησίας [των] πρωτοτόκων’ και οι οποίοι εκδηλώνουν πίστι στην απολυτρωτική θυσία του Χριστού Ιησού. Όπως το εξηγεί ο απόστολος Παύλος: «Δικαιούται δε δωρεάν με την χάριν αυτού [του Θεού], δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού.»—Ρωμ. 3:24.
Έχετε υπ’ όψιν ότι αυτοί, δικαιώνονται εν σαρκί για να είναι σε θέσι να υιοθετηθούν στην οικογένεια των πνευματικών υιών του Θεού στον ουρανό. Το ότι δικαιώνονται δεν καταλήγει σε πραγματική κατά σάρκα τελειότητα, αλλά υπολογίζονται από τον Θεό ως τέλειοι άνθρωποι· η δικαιοσύνη υπολογίζεται σ’ αυτούς. Έτσι ο Θεός τους καθιστά δεκτούς για θυσία σ’ αυτόν. Έτσι ο Θεός τους καθιστά πνευματικούς του υιούς. Ως τέτοιοι, οφείλουν να τον υπηρετούν, ακόμη και ως το σημείο να καταθέσουν την ανθρωπίνη ζωή και όλες τις μελλοντικές προσδοκίες ζωής ως ανθρώπων. Με μια πολύ πραγματική έννοια ακολουθούν στενά στα βήματα του Ηγέτου των, Χριστού Ιησού.—1 Πέτρ. 2:21.
Είδαμε ότι ύστερ’ από την πιστή του πορεία ακόμη και μέχρι θανάτου εν σαρκί ο Ιησούς Χριστός ‘εζωοποιήθη πνεύματι,’ «εδικαιώθη εν πνεύματι,» και του εδόθη αθανασία και αφθαρσία. (1 Πέτρ. 3:18, Κείμενον· 1 Τιμ. 3:16· 1 Κορ. 15:42, 45) Με τον ίδιο τρόπο οι από το πνεύμα αποκυημένοι ακόλουθοί του οι οποίοι αποδεικνύονται πιστοί μέχρι θανάτου ‘δικαιώνονται εν πνεύματι’ με το ν’ αναστηθούν ως πνευματικά πλάσματα, και αυτοί, επίσης, γίνονται μέτοχοι θείας φύσεως. (2 Πέτρ. 1:4) Τότε η δικαιοσύνη των δεν είναι πια μια υπολογιζόμενη δικαιοσύνη, μια δικαιοσύνη η οποία προκύπτει από την αξία κάποιου άλλου, αλλά είναι πραγματική. (1 Ιωάν. 3:2) Αμείβονται με αφθαρσία, αθανασία.
«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
Αλλά τι μπορεί να λεχθή γι’ αυτούς οι οποίοι ελάτρευαν τον Θεό και είχαν τάσι προς τη δικαιοσύνη στους προχριστιανικούς χρόνους; Πώς τους έβλεπε ο Θεός; Ήσαν μολυσμένοι με την κληρονομημένη αμαρτία. Ο Αδάμ είχε χάσει τη δικαιοσύνη για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, και ο καιρός ήταν ακόμη μελλοντικός, οπότε ο Χριστός Ιησούς θα ‘έφερεν εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν δια του ευαγγελίου.’ (2 Τιμ. 1:10) Πώς, λοιπόν, μπορούσε ο άγιος Θεός να πολιτεύεται μ’ εκείνους τους λάτρεις της προ-Χριστιανικής εποχής; Λόγω της πίστεώς των.
Λόγω της πίστεώς των στις επαγγελίες του Θεού, η οποία πίστις εξεδηλώνετο με έργα, άνδρες και γυναίκες όπως ο Αβραάμ και η Ραάβ ‘ελογίσθησαν δίκαιοι’ από τον Θεό. (Ρωμ. 4:3· Ιάκ. 2:25) Δεν επεδίδοντο στην κακία όπως οι κοσμικοί άνθρωποι που ήσαν γύρω των. ‘Περιεπάτησαν μετά του αληθινού Θεού,’ όπως ακριβώς έπραξε ο Νώε και πολλοί άλλοι. (Γέν. 6:9, ΜΝΚ) Δεν είχαν, ωστόσο, την ελπίδα για υιοθεσία ως μελλοντικοί πνευματικοί υιοί του Θεού. Απέβλεπαν στον καιρό, οπότε ο Θεός μέσω της αναστάσεως θα τους αποκαθιστούσε σε ζωή επάνω στη γη. Ο Θεός μπορούσε να πολιτεύεται μαζί των και να τους ευλογή, και το έκαμε αυτό, λόγω της πίστεώς των στον λόγο της επαγγελίας του.
«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ‘ΠΟΛΛΟΥ ΟΧΛΟΥ’
Σήμερα υπάρχει ένας ‘όχλος πολύς, τον οποίον ουδείς δύναται να αριθμήση,’ που αποτελείται από λάτρεις του Θεού στη γη, επί πλέον του υπολοίπου των 144.000 οι οποίοι καλούνται στους ουρανούς. Ο απόστολος Ιωάννης τούς είδε και τους άκουσε σε όρασι να περιγράφωνται ως εκείνοι οι οποίοι «έπλυναν τας στολάς αυτών, και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του Αρνίου.» (Αποκάλ. 7:4, 9-17) Αυτοί λαμβάνουν θετική στάσι σχετικά με την εκδήλωσι της πίστεως των στο χυθέν αίμα του Χριστού Ιησού, του Αμνού του Θεού. Αναφέρονται προφητικώς από τον Χριστό Ιησού ως «οι δίκαιοι,» διότι ο Θεός υπολογίζει και σ’ αυτούς την πίστι των εις δικαιοσύνην.—Ματθ. 25:37.
Αλλά ο πολύς όχλος’ του 7ου κεφαλαίου της Αποκαλύψεως, δεν δικαιώνονται τώρα με προοπτική να γίνουν δεκτοί ως υιοί του Θεού. Μάλλον, τα λευκά ενδύματα στη δική των περίπτωσι αντιπροσωπεύουν μια προοπτική στάσι ενώπιον του Θεού—μια στάσι η οποία θα τους μεταφέρη με ασφάλεια δια μέσου της εκτελεστικής κρίσεως του Αρμαγεδδώνος επάνω σ’ ένα πονηρόν κόσμο και θα τους φέρη στη χιλιετή ειρηνική βασιλεία του Χριστού. Κάτω από εκείνο το νέο σύστημα πραγμάτων θα εκπαιδευθούν σε δικαιοσύνη και θ’ ανυψωθούν σε τελειότητα στη σάρκα. Κάτω από εκείνη την ειρηνική βασιλεία, επίσης, πλήθη θ’ αποκατασταθούν σε ζωή στη γη από τους τάφους των, μαζί με τους πιστούς λάτρεις του Ιεχωβά Θεού της προ-Χριστιανικής εποχής. Αλλά θα δικαιωθή ποτέ κανείς απ’ αυτούς;
Ναι, αλλά αυτή η αποδοχή των από τον Ιεχωβά ως ανθρωπίνων υιών, ως μέρους της παγκοσμίου οικογενείας του, πρέπει ν’ αναμείνη ως το τέλος της χιλιετούς βασιλείας του Χριστού. Έως τότε ο Χριστός Ιησούς μέσω της ουρανίας του κυβερνήσεως θα έχη ανυψώσει το ευπειθές ανθρώπινο γένος σε σαρκική τελειότητα, στην κατάστασι της ανθρωπίνης τελειότητος που απελάμβανε ο Αδάμ τον καιρό που ο Θεός εφήρμοσε σ’ αυτόν την δοκιμή της υπακοής. Τότε είναι ο καιρός που ο Χριστός θα «παραδώση την βασιλείαν εις τον Θεόν και Πατέρα» και που ο Πατήρ καθορίζει ποιοι είναι άξιοι να ζήσουν για πάντα μ’ ευτυχία στη γη. (1 Κορ. 15:24-26) Αυτός ο καθορισμός, όπως στην περίπτωσι του Αδάμ, θα γίνη, επίσης, με βάσι μιας δοκιμής—μιας δοκιμής η οποία αναφέρεται στα λόγια που αναγράφονται στα εδάφια Αποκάλυψις 20:7-10.
Εκείνοι, οι οποίοι θα είναι τότε σταθερά προσκολλημένοι στην καθαρή λατρεία του Ιεχωβά, θα ‘δικαιωθούν.’ Θα λάβουν πράγματι «την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού,» των επιγείων τέκνων. Θα δικαιωθούν, όχι εν πνεύματι, αλλά εν σαρκί. Θα έχουν τότε, όχι μια δικαιοσύνη που θα τους έχη υπολογισθή, αλλά πραγματική ανθρωπίνη τελειότητα καθώς και την προσδοκία να ζουν αιωνίως στη γη κάτω από την πατρική προστασία του Θεού.—Ρωμ. 8:18-21· Αποκάλ. 21:3, 4.
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ
Ο Ιεχωβά ποτέ δεν παραβιάζει τις δικές του αρχές της δικαιοσύνης. Δεν δικαιολογεί ούτε συγχωρεί την αμαρτία. Είναι πολύ αγνός και άγιος ώστε δεν μπορεί να βλέπη με ευαρέσκεια οποιαδήποτε αδικία. (Αββακ. 1:13) Όλοι εκείνοι, οι οποίοι γίνονται υιοί του στον ουρανό ή στη γη πρέπει να είναι άγιοι ακριβώς όπως αυτός είναι άγιος (1 Πέτρ. 1:15, 16) Και αυτός έχει προμηθεύσει στοργικά τον τρόπο με τον οποίο οι όροι του για δικαιοσύνη μπορούν να ικανοποιηθούν ενώ ταυτοχρόνως άνθρωποι μπορούν να διασωθούν από την καταδίκη του θανάτου στην οποία τους εβύθισε η ανυπακοή του Αδάμ.
Η ζωτική βάσις επάνω στην οποία στηρίζεται η προμήθεια του είναι η απολυτρωτική θυσία του αγαπητού του Υιού, Χριστού Ιησού. Αυτό το αντίλυτρο, εφόσον έχει άπαξ καταβληθή, έφερε απελευθέρωσι από την καταδίκη του θανάτου στους απογόνους του Αδάμ. Φυσικά, εκείνοι οι οποίοι ελευθερώνονται οφείλουν πρώτα να ασκήσουν πίστι στην από τον Θεό προμήθεια του αντιλύτρου. Εκείνοι από τους ακολούθους του Χριστού, οι οποίοι καλούνται να είναι τελικά μαζί του στους ουρανούς, έχουν, ενόσω βρίσκονται ακόμη εν σαρκί, το όφελος μιας εγκαίρου απελευθερώσεως από την καταδίκη της αμαρτίας ώστε να τους δοθή μια «νέα γέννησις» κι έτσι να έλθουν σ’ ενότητα με τον Χριστό Ιησού ως πνευματικοί αδελφοί του.
Όλοι οι άλλοι από το ανθρώπινο γένος, οι οποίοι θα κερδίσουν αιώνια ζωή στη γη κάτω από τη διακυβέρνησι της βασιλείας του Χριστού, πρέπει να περιμένουν την έκβασι αυτής της δοκιμής που θα εφαρμόση ο Θεός στο τέλος της χιλιετούς βασιλείας του Χριστού. Εκείνοι, οι οποίοι παραμένουν πιστοί και ευπειθείς στον Θεό μέσ’ απ’ αυτή τη δοκιμή, θα δικαιωθούν εν σαρκί. Θα είναι τότε επίγειοι υιοί και θυγατέρες του Υψίστου Θεού.
Έτσι έχομε ιδεί ότι ο Ιεχωβά είναι εκείνος, ο οποίος μόνο μπορεί να ‘δικαιώση.’ Και καθώς το πράττει αυτό, αποδεικνύεται δίκαιος σ’ όλες τις πράξεις του. Όπως εξηγεί το ζήτημα ο απόστολος Παύλος: «Πάντες ήμαρτον, και υστερούνται της δόξης του Θεού· δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού· τον οποίον ο Θεός προέθετο μέσον εξιλεώσεως δια της πίστεως, εν τω αίματι αυτού, προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού, δια την άφεσιν των προγενομένων αμαρτημάτων, δια της μακροθυμίας του Θεού· προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού εν τω παρόντι καιρώ, δια να ήναι αυτός δίκαιος, και να δικαιόνη τον πιστεύοντα εις τον Ιησούν.»—Ρωμ. 3:23-26.