Η Προμήθεια του Θεού για την Ευλογία του Ανθρωπίνου Γένους
ΠΟΣΟ στοργική είναι η προμήθεια που έκαμε ο Ιεχωβά μέσω του Υιού του για την ευλογία ανθρώπων όλων των φυλών και εθνών! Υποσχέθηκε απελευθέρωσι από την καταδυνάστευσι την αμαρτία και τον θάνατο. Τι ένδοξη προοπτική! Αλλά πώς μπορεί να πραγματοποιηθή μια τέτοια θαυμασία απελευθέρωσις; Πώς ο Θεός θα ευλογήση το ανθρώπινο γένος;
Είναι ζωτικό για μας να κατανοήσωμε ότι αυτές οι ευλογίες θα έλθουν στο ανθρώπινο γένος μόνο μέσω του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Θεός ενέπνευσε τον απόστολο Πέτρο να πη για τον Ιησού: «Δεν υπάρχει δι’ ουδενός άλλου η σωτηρία· διότι ούτε όνομα άλλο είναι υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπων, δια του οποίου πρέπει να σωθώμεν.» (Πράξ. 4:12) Αποκτώντας ακριβή γνώσι αυτής της προμηθείας και ασκώντας πίστι στον σκοπό του Θεού σχετικά με τον Χριστό, μπορείτε να τεθήτε στη γραμμή για τις μεγάλες ευλογίες της αιωνίου ζωής.
ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΟΥ
Επί χιλιάδες χρόνια άνδρες πίστεως ανέμεναν την εκπλήρωσι της ελπίδος αυτής, οι δε υποσχέσεις του Θεού παρείχαν σ’ αυτούς επαρκείς λόγους γι’ αυτό. Ο Ιεχωβά υποσχέθηκε στον Εβραίο αρχηγό οικογενείας, τον Αβραάμ, ότι «πάντα τα έθνη της γης» ήθελον ευλογηθή μέσω του ‘σπέρματός’ του. (Γεν. 22:18) Αυτό το «σπέρμα» αποδείχθηκε ότι ήταν πρωτίστως ο Ιησούς Χριστός. Οι Γραφές το εξηγούν αυτό, λέγοντας: «Προς δε τον Αβραάμ ελαλήθησαν αι επαγγελίαι και προς το σπέρμα του· δεν λέγει, Και προς τα σπέρματα, ως περί πολλών, αλλ’ ως περί ενός, «Και προς το σπέρμα σου,» όστις είναι ο Χριστός.»—Γαλ. 3:14-16, 28, 29.
Ο Θεός έκαμε προμήθεια και για ένα ιερατείο και για θυσίες υπό τον Νόμον που δόθηκε στον Ισραήλ. Κι αυτά, επίσης, υπεδείκνυαν τον Ιησούν. «Ώστε ο νόμος έγεινε παιδαγωγός ημών,» λέγει η Αγία Γραφή, «εις τον Χριστόν.» (Γαλ. 3:24) Τα ιερατικά καθήκοντα κάτω από τον Νόμο κατηύθυναν την προσοχή στον Ιησούν ως τον μέγαν Αρχιερέα. Ετόνιζαν τη θυσία της ανθρωπίνης ζωής του ως μέσον παντοτινής αφαιρέσεως αμαρτιών κι ελευθερώσεως ακόμη από τον θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έδειξε τον Ιησού και είπε: «Ιδού ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου!»—Ιωάν. 1:29· Εβρ. 9:11, 12.
Επί πλέον, ο Ιεχωβά Θεός προείπε ότι εκείνος, μέσω του οποίου θα ήρχετο αιώνια ειρήνη στο ανθρώπινο γένος, θα ήταν από την οικογενειακή γραμμή του Βασιλέως Δαβίδ και ότι θα κυβερνούσε για πάντα ως βασιλεύς. Ο άγγελος Γαβριήλ, αναγγέλλοντας στη Μαρία την ανθρωπίνη γέννησι του Ιησού, είπε: «Ούτος θέλει είσθαι μέγας, και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή· και θέλει δώσει εις αυτόν Ιεχωβά ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού· . . . και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος.» (Λουκ. 1:32, 33, ΜΝΚ· Ησ. 9:6, 7) Αλλά ανόμοια με τη βασιλεία του Δαβίδ, η οποία περιωρίζετο μόνον σ’ ένα μικρό τμήμα γης, ο Ιησούς θα εγίνετο ο βασιλεύς της ουρανίας βασιλείας του Θεού και θα κυβερνούσε πάνω σε ολόκληρη τη γη. Η Βιβλική προφητεία σχετικά με τη βασιλεία του λέγει: «Θέλει κατακυριεύει από θαλάσσης έως θαλάσσης, και από του ποταμού έως των περάτων της γης.»—Ψαλμ. 72:8· Δαν. 7:13, 14.
Ναι, ολόκληρος ο Λόγος του Θεού συγκεντρώνει την προσοχή μας στον Ιησού Χριστό ως εκείνον, μέσω του οποίου ο Ιεχωβά Θεός θα παράσχη τις ευλογίες της αιωνίου ζωής στο ανθρώπινο γένος. Δεν είναι απορίας άξιον ότι πιστοί άνθρωποι απέβλεπαν με οξύ ενδιαφέρον στην εκπλήρωσι. των υποσχέσεων που αφορούσαν αυτόν. Αλλά από πού και πότε αυτός προήλθε;
ΠΡΟΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΙΣ
Εγνωρίζατε ότι ο Ιησούς είχε μια ένδοξη ύπαρξι πολύ προτού γεννηθή ως άνθρωπος εδώ στη γη; Η Αγία Γραφή μάς πληροφορεί ότι αυτός είναι ο «πρωτότοκος» Υιός του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι είχε δημιουργηθή πριν από τους άλλους υιούς της οικογενείας του Θεού. Αυτός είναι, επίσης, ο «μονογενής» Υιός του Θεού, εφόσον αυτός είναι ο μόνος που δημιουργήθηκε απ’ ευθείας από τον Ιεχωβά Θεό· όλα τα άλλα δημιουργήματα ήλθαν σε ύπαρξι μέσω αυτού ως του Κυριωτέρου Οργάνου του Θεού. Προτού, λοιπόν, γεννηθή στη γη ως άρρεν παιδίον, ο Ιησούς υπηρετούσε στους ουρανούς, όπου ήταν γνωστός ως «ο Λόγος», εκπρόσωπος του Θεού.—Ιωάν. 1:3, 10, 13· Κολ. 1:15-17.
Ο Ιησούς, λοιπόν, μπορούσε κατάλληλα να λέγη: «Πριν γείνη ο Αβραάμ εγώ είμαι,» και, «εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, ο καταβάς εκ του ουρανού.» Και μπορούσε να ρωτήση: «Εάν λοιπόν θεωρήτε τον Υιόν του ανθρώπου αναβαίνοντα όπου ήτο το πρότερον;» (Ιωάν. 8:58· 6:51, 62) Αναφερόμενος στην υψηλή θέσι που κατείχε στον ουρανό, προσηύχετο: «Δόξασόν με συ, Πάτερ, πλησίον σου, με την δόξαν την οποίαν είχον παρά σοι πριν νείνη ο κόσμος.»—Ιωάν. 17:5.
Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΓΗ
Σύμφωνα με τον σκοπό του Θεού για την ευλογία ανθρώπων πίστεως, είχε έλθει ο ωρισμένος καιρός για να γίνη ο ουράνιος αυτός Υιός ένας άνθρωπος στη γη. Αυτό απαιτούσε ένα θαύμα του Θεού. Ο Ιεχωβά, δια του αγίου του πνεύματος ή ενεργού δυνάμεως, μετεβίβασε τη ζωή του Ιησού από τον ουρανό στην κοιλία, μιας Ιουδαίας παρθένου, ονομαζομένης Μαρίας. Ο άγγελος Γαβριήλ, προαναγγέλλοντας αυτό στη Μαρία, είπε: «Πνεύμα άγιον θέλει επέλθει επί σε, και δύναμις του Υψίστου θέλει σε επισκιάσει· δια τούτο και το γεννώμενον εκ σου άγιον, θέλει ονομασθή Υιός Θεού.»—Λουκ. 1:35.
Ήταν, βέβαια, μέσα στη δύναμι του Δημιουργού να το κάμη αυτό. Ασφαλώς Εκείνος που έπλασε την πρώτη γυναίκα με την ικανότητα να παραγάγη τέκνα, μπορούσε να κάμη μια γυναίκα να συλλάβη ένα παιδί χωρίς έναν ανθρώπινο πατέρα. Ο Θεός ο ίδιος ήταν άμεσα υπεύθυνος για τη ζωή του παιδιού. Αυτό το παιδί, ο Ιησούς, δεν ήταν ο Θεός, αλλ’ ο Υιός του Θεού. Ήταν ένας τέλειος άνθρωπος, απηλλαγμένος από την αμαρτία του Αδάμ. Πώς ήταν δυνατόν αυτό; Διότι, όπως είπε ο άγγελος, η «δύναμις του Υψίστου» ήταν υπεύθυνη· κατηύθυνε ακόμη και την ανάπτυξί του ενόσω ήταν στην κοιλία της Μαρίας.
Όπως προελέχθη πριν από αιώνες, ο Ιησούς γεννήθηκε στην πόλι του Βασιλέως Δαβίδ, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. (Μιχ. 5:2) Έζησε με τη μητέρα του και τον θετό πατέρα του Ιωσήφ, εργαζόμενος στο επάγγελμα του ξυλουργού ώσπου έγινε περίπου τριάντα ετών ηλικίας. Ανετράφη ως ένα μέλος μιας μεγάλης οικογενείας και αυτό ήταν γνωστό στην γενέτειρά του, γιατί αργότερα είχε λεχθή γι’ αυτόν: «Δεν είναι ούτος ο υιός του τέκτονος; η μήτηρ αυτού δεν λέγεται Μαριάμ, και οι αδελφοί αυτού Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας; και αι αδελφαί αυτού δεν είναι πάσαι παρ’ ήμίν;»—Ματθ. 13:54-56.
Όταν ήταν ηλικίας τριάντα ετών, ήλθε ο καιρός του Θεού για να κάνη αυτός ένα διαφορετικό έργο από το του ξυλουργού. Επήγε, λοιπόν, στον Ιωάννη τον Βαπτιστή για να βαπτισθή, δηλαδή, να καταδυθή τελείως κάτω από τα ύδατα του Ιορδάνου Ποταμού. (Λουκ. 3:21-23) Αυτό εσήμαινε ότι παρουσίαζε τον εαυτό του στον Θεό για να εκτελέση το έργον για το οποίον ο Θεός τον είχε στείλει στη γη να κάμη. Ο Ιησούς, υποβαλλόμενος στο βάπτισμα, έδωσε ένα παράδειγμα για όλους όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν και αργότερα παρήγγειλε ότι πρέπει να βαπτίζωνται όλοι όσοι εγίνοντο μαθηταί του.—Ματθ. 28:19, 20.
Εν τούτοις, κάτι άλλο συνέβη στον Ιησού στον Ιορδάνη. Άνοιξαν οι ουρανοί, κατέβη επάνω του το πνεύμα του Θεού και ο Θεός ο ίδιος μίλησε από τον ουρανό, λέγοντας: «Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην.» (Ματθ. 3:16, 17) Δεν υπήρχε λάθος σ’ αυτό· αυτός ήταν εκείνος τον οποίον είχαν προείπει όλοι οι προφήται του Θεού! Εκεί στον Ιορδάνη, μέσω του αγίου πνεύματος, ο Ιησούς εχρίσθη από τον Θεό να είναι ο προειπωμένος μέγας αρχιερεύς, ο βασιλεύς της βασιλείας του Θεού, και να κηρύττη ενόσω ήταν εδώ στη γη. (Λουκ. 4:16-21) Υπήρχε γι’ αυτόν έργον να κάμη.
Επί τριάμισυ χρόνια ο Ιησούς εκήρυττε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού σε όλη τη χώρα, κι εδίδαξε και τους μαθητάς του να κάνουν το ίδιο. Αυτό ήταν ένα έργο για το οποίο ήλθε στη γη, όπως εξήγησε: «Και εις τας άλλας πόλεις πρέπει να ευαγγελίσω την βασιλείαν του Θεού· επειδή εις τούτο είμαι απεσταλμένος.» Και ήταν απησχολημένος σ’ αυτό το έργο, ‘διερχόμενος πάσαν πάλιν και κώμην, κηρύττων και ευαγγελιζόμενος την βασιλείαν του Θεού· και οι δώδεκα ήσαν μετ’ αυτού.’—Λουκ. 4:43· 8:1.
Ενώ άλλοι εκείνον τον καιρό δεισιδαιμονικά απέφευγαν να χρησιμοποιούν το προσωπικό όνομα του Θεού, ο Ιησούς δεν συνεστέλλετο να κάνη γνωστό το όνομα του Θεού Ιεχωβά. Προσευχόμενος στον Πατέρα του είπε: «Εφανέρωσα το όνομά σου εις τους ανθρώπους τους οποίους μοι εδωκας εκ του κόσμου. . . . Εφανέρωσα εις αυτούς το όνομά σου, και θέλω φανερώσει.» (Ιωάν. 17:6, 26· Ψαλμ. 83:18) Ο Ιησούς ωμιλούσε πάντοτε την αλήθεια, είτε δημοφιλής ήταν αυτή είτε όχι. Με ό,τι έκανε έδωσε ένα παράδειγμα που πρέπει να το ακολουθήσωμε αν θέλωμε να ευαρεστήσωμε τον Θεό. Αλλ’ εκείνος επετέλεσε και περισσότερα απ’ αυτό.
ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Ο Ιησούς εγνώριζε ότι η έλευσίς του στη γη ως ανθρώπου αποτελούσε ένα άμεσο μέρος της θείας διευθετήσεως για την απαλλαγή του ανθρωπίνου γένους από την αμαρτία και τον θάνατο. Γι’ αυτό, είπε: «Ο Υιός του ανθρώπου . . . ήλθε . . . δια να . . . δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών.» (Ματθ. 20:28) Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Λύτρον είναι το τίμημα που καταβάλλεται για ν’ αποκτηθή απελευθέρωσις από αιχμαλωσία. Σ’ αυτή την περίπτωσι, η τελεία ανθρωπίνη ζωή του Ιησού, που προσεφέρθη ως θυσία, αποτελούσε το τίμημα που πληρώθηκε για να ελευθερωθή το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία στην αμαρτία και τον θάνατο. «Δεν ελυτρώθητε . . . δια φθαρτών, αργυρίου ή χρυσίου,» εξηγεί η Αγία Γραφή. «Αλλά δια του τιμίου αίματος του Χριστού, ως αμνού αμώμου και ασπίλου.» (1 Πέτρ. 1:18, 19) Γιατί εχρειάζετο μια τέτοια ελευθέρωσις;
Εχρειάζετο ελευθέρωσις διότι ο Αδάμ, ο προπάτωρ όλων μας, είχε αμαρτήσει στον Θεό. Γι’ αυτό, ο Αδάμ έγινε ατελής κι έχασε το δικαίωμα της ζωής. Ως εκούσιος παραβάτης του θείου νόμου, υπέστη την ποινή του θανάτου. Ο Θεός είχε θέσει, επίσης, νόμους κληρονομικότητος, που εξασφαλίζουν το να λάβωμε όλοι φυσικά χαρακτηριστικά και άλλα στοιχεία από τους γονείς μας. Σύμφωνα με τους νόμους αυτούς, ο Αδάμ θα μετέδιδε στους απογόνους του μόνο ό,τι ο ίδιος είχε· έτσι εμείς ελάβαμε απ’ αυτόν μια κληρονομιά αμαρτίας και θανάτου. (Ρωμ. 5:12) Όλο το ανθρώπινο γένος, λοιπόν, πέθανε, πληρώνοντας έτσι την ποινή της αμαρτίας. Πώς θα μπορούσε ν’ αφαιρεθή αυτή η θανατική ποινή κι ωστόσο να εκπληρώνωνται και οι απαιτήσεις της δικαιοσύνης;
Ο Θεός δεν εξασθένησε και δεν συμβιβάσθηκε ως προς τους νόμους του. Αυτό απλώς θα ενεθάρρυνε περαιτέρω την ανομία μ’ ένα κακό παράδειγμα. Ωστόσο δεν έστρεψε τα νώτα του στο ανθρώπινο γένος αφήνοντας το χωρίς ελπίδα. Ο Θεός, ενώ θα ενέμενε στους νόμους του, στοργικά επρομήθευσε απαλλαγή, όχι για τον εκούσιο αμαρτωλό Αδάμ, αλλά για τους απογόνους του Αδάμ, οι οποίοι, χωρίς να κάμουν οποιαδήποτε εκλογή σ’ αυτό το ζήτημα, υπέστησαν τ’ αποτελέσματα της κακής πράξεως του. Ο Θεός το έκαμε αυτό σύμφωνα με μια νομική αρχή, την οποίαν αργότερα περιέλαβε στον Μωσαϊκό νόμο, δηλαδή, «θέλει δοθή ζωή αντί ζωής.» (Δευτ. 19:21) Ας ιδούμε πώς εφαρμόσθηκε αυτή η αρχή στο αντίλυτρο που προμηθεύθηκε μέσω του Ιησού.
Η «ζώσα ψυχή», ο Αδάμ, που έχασε τη ζωή για το ανθρώπινο γένος, ήταν ένας τέλειος άνθρωπος. Σε αντάλλαγμα αυτού που έχασε, εχρειάζετο μια άλλη ανθρωπίνη ψυχή, ίση με τον Αδάμ, ένας που θα προσέφερε τη δική του τελεία ζωή ως θυσία χάριν του ανθρωπίνου γένους. (1 Κορ. 15:45) Κανένας από τους απογόνους του Αδάμ δεν είχε τα προσόντα γι’ αυτό, διότι όλοι είχαν γεννηθή ατελείς. Ως αποτέλεσμα αυτού πεθαίνουν όλοι, διότι είναι, αμαρτωλοί, και δεν έχουν δικαίωμα σε ανθρωπίνη ζωή που να μπορούν να θυσιάσουν χάριν άλλων.—Ψαλμ. 49:7.
Ο Θεός, λοιπόν, έστειλε στη γη τον ιδικό του Υιόν, ο οποίος ήταν μαζί του στον ουρανό επί χιλιετηρίδες. Ο Ιησούς γεννήθηκε ως άνθρωπος, διότι ανθρωπίνη ζωή ήταν ό,τι εχρειάζετο. Αλλά γεννήθηκε χωρίς τη βοήθεια ανθρωπίνου πατρός, για να είναι έτσι τέλειος όπως ήταν ο Αδάμ. Ο Θεός μόνος ήταν ο Πατήρ του ανθρώπου Ιησού, όπως υπήρξε και Πατήρ του Αδάμ. (Λουκ. 3:38) Έτσι, ο Ιησούς είχε πλήρως τα προσόντα να προσφέρη τη ζωή του ως «αντίλυτρον.»—1 Τιμ. 2:6· Εφεσ. 1:7.
Στις 14 Νισάν του έτους 33 μ.Χ. οι εχθροί του Ιησού τον εθανάτωσαν σ’ ένα ξύλο μαρτυρίου. Εκείνος θα μπορούσε ν’ αντισταθή, αλλά δεν το έπραξε. (Ματθ. 26:53, 54) Με τη θέλησί του κατέθεσε τη ζωή του ως θυσία για μας. Όπως μας λέγει ο απόστολος του Πέτρος: «Όστις τας αμαρτίας ημών αυτός εβάστασεν εν τω σώματι αυτού επί του ξύλου, δια να ζήσωμεν εν τη δικαιοσύνη αποθανόντες κατά τας αμαρτίας· με του οποίου την πληγήν ιατρεύθητε.»—1 Πέτρ. 2:24· Εβρ. 2:9.
Αυτό ήταν πράγματι μια θαυμασία εκδήλωσις της θείας αγάπης για το ανθρώπινο γένος! Η Γραφή μάς βοηθεί να το εκτιμήσωμε αυτό, λέγοντας: «Τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.» (Ιωάν. 3:16) Αν είσθε ένας γονεύς, που έχει ένα πολύ προσφιλή γυιό, ασφαλώς μπορείτε να εκτιμήσετε, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, τι εσήμαινε αυτό για τον Θεό. Ασφαλώς πρέπει να θερμάνη τις καρδιές μας προς Αυτόν το να κατανοήσωμε ότι ο Θεός φροντίζει τόσο πολύ για μας.—1 Ιωάν. 4:9-11.
Ο Ιεχωβά Θεός δεν άφησε τον Υιόν του νεκρό στον τάφο, αλλά τον ήγειρε σε ζωή την τρίτη μέρα. Δεν δόθηκε πάλι ανθρωπίνη ζωή στον Ιησού, διότι αυτό θα εσήμαινε ότι έπαιρνε πίσω το αντίλυτρον. Αλλ’ αυτός ‘εζωοποιήθη δια του πνεύματος.’ (1 Πέτρ. 3:18) Επί διάστημα σαράντα ημερών μετά την ανάστασί του εμφανίσθηκε ορατά μερικές φορές στους μαθητάς του, με υλοποιημένα σώματα, για ν’ αποδείξη ότι πράγματι είχε αναστηθή εκ νεκρών. Κατόπιν, ενώ οι μαθηταί του παρατηρούσαν σ’ αυτόν, ανελήφθη στον ουρανό και μια νεφέλη τον απέκρυψε από τα βλέμματά των. Επέστρεψε στον ουρανό, «δια να εμφανισθή τώρα ενώπιον του Θεού υπέρ ημών» φέροντας την αξία της λυτρωτικής του θυσίας ως ο μέγας αρχιερεύς. (Εβρ. 9:12, 24) Οι απαιτήσεις της θείας δικαιοσύνης εκπληρώθηκαν· η απαλλαγή ήταν τώρα διαθέσιμη για το ανθρώπινο γένος.
Και τώρα ακόμη μπορούμε πολύ να ωφεληθούμε από το αντίλυτρο. Ασκώντας πίστι σ’ αυτό μπορούμε ν’ απολαύσωμε καθαρή στάσι ενώπιον του Θεού και να ελθωμε κάτω από τη στοργική του φροντίδα.(Αποκάλ. 7:9, 10, 13-15) Όταν, λόγω ατελείας, διαπράττωμε αμαρτία, μπορούμε ελεύθερα να ζητούμε συγχώρησι από τον Θεό με βάσι το αντίλυτρο, με πεποίθησι ότι αυτός θα μας εισακούση. (1 Ιωάν. 2:1, 2) Επί πλέον, το αντίλυτρο έχει διανοίξει την οδό για διαφύλαξι μέσ’ από το τέλος του παρόντος πονηρού συστήματος πραγμάτων. Καθιστά δυνατή την ανάστασι των νεκρών. Και προμηθεύει τη βάσι για την απόκτησι αιωνίου ζωής στο θείο νέο σύστημα πραγμάτων, όπου θα εφαρμοσθή στο ανθρώπινο γένος για την εξάλειψι όλων των αποτελεσμάτων της κληρονομημένης αμαρτίας.—1 Κορ. 15:25, 26· Αποκάλ. 7:17.
ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Πριν από τη γέννησι του Ιησού ο άγγελος Γαβριήλ είπε στη Μαρία ότι ο Ιησούς επρόκειτο να είναι ένας ισχυρός βασιλεύς. Σε όλη τη διάρκεια της επιγείου διακονίας του ο Ιησούς εκήρυττε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού, της οποίας αυτός επρόκειτο να είναι άρχων, διδάσκοντας μάλιστα τους ακολούθους του να προσεύχωνται στο Θεό: «Ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης.» Και τους παρακινούσε να ‘ζητούν πρώτον την βασιλείαν.’ (Ματθ. 6:10, 33) Η βασιλεία του Θεού ήταν το θέμα του κηρύγματός του.
Στη διάρκεια της διακονίας του ο Ιησούς, επίσης, εκτελούσε θαύματα θεραπείας ασθενών και εγέρσεως νεκρών για να δείξη σε μικρή κλίμακα τι θα λάβη χώραν στη γη κάτω από τη βασιλεία του Θεού. Σε μια περίπτωσι, η Γραφή λέγει: «Ήλθον προς αυτόν όχλοι πολλοί, έχοντες μεθ’ εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κουλλούς, και άλλους πολλούς· και έρριψαν αυτούς εις τους πόδας του Ιησού, και εθεράπευσεν αυτούς· ώστε οι όχλοι εθαύμασαν βλέποντες κωφούς λαλούντας, κουλλούς υγιείς, χωλούς περιπατούντας, και τυφλούς βλέποντας.» (Ματθ. 15:30, 31· 9:35) Φαντασθήτε την ευτυχία, όταν, κάτω από τη διακυβέρνησι του Χριστού, τυφλά μάτια θ’ αναβλέψουν, κωφά αυτιά θ’ ανοίξουν και ακρωτηριασμένοι βραχίονες και πόδια θα θεραπευθούν. Όλες οι ασθένειες και τα παθήματα θ’ ανήκουν στο παρελθόν. Τι ευλογία θα είναι αυτό!—Αποκάλ. 21:3, 4.
Αν και ο Ιησούς είναι ο κεχρισμένος παρά Θεού ως άρχων της βασιλείας, όταν επέστρεψε στον ουρανό μετά την ανάστασί του εκ νεκρών, δεν ήταν ο κατάλληλος καιρός ν’ ασκήση τη βασιλική του εξουσία. Έπρεπε ν’ αναμένη τον ωρισμένο καιρό του Πατρός του. (Πράξ. 2:34-36) Ωστόσο, υπέδειξε τον καιρό κατά τον οποίον θα επανήρχετο με Βασιλική εξουσία, λέγοντας: «Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε θέλει καθίσει επί του θρόνου της δόξης αυτού. Και θέλουσι συναχθή έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη· και θέλει χωρίσει αυτούς απ’ αλλήλων, καθώς ο ποιμήν χωρίζει τα πρόβατα από των εριφίων.»—Ματθ. 25:31, 32.
Ζούμε τώρα σ’ αυτόν τον καιρό του διαχωρισμού. Σε λίγο ο Χριστός στον ουράνιο θρόνο του θα χρησιμοποιήση τη βασιλική εξουσία του για να καταστρέψη τους ασεβείς και να ελευθερώση τους πράους, ομοίους με πρόβατα ανθρώπους, που θα κληρονομήσουν το επίγειο μέρος της Βασιλείας. Η Βιβλική προφητεία προείπε πριν από πολύν καιρό: «Διότι οι πονηρευόμενοι θέλουσιν εξολοθρευθή· . . . και ο ασεβής δεν θέλει υπάρχει· και θέλεις ζητήσει τον τόπον αυτού, και δεν θέλει ευρεθή· οι πραείς όμως θέλουσι κληρονομήσει την γην και θέλουσι κατατρυφά εν πολλή ειρήνη. Οι δίκαιοι θέλουσι κληρονομήσει την γην, και επ’ αυτής θέλουσι κατοικεί εις τον αιώνα.»—Ψαλμ. 37:9-11, 29· Ματθ. 25:34, 41, 46.
Μέσω του Ιησού Χριστού ευλογίες βρίσκονται, στη διάθεσι όλου του ανθρωπίνου γένους, αλλά πρέπει ν’ ασκούμε πίστι σ’ αυτόν για να τις λάβωμε. (Ιωάν. 3:36) Πρέπει να γίνωμε μαθηταί του και να υποταχθούμε σ’ αυτόν ως τον ουράνιο βασιλέα μας. Θα το κάμετε αυτό; Υπάρχουν εναντιούμενοι που θέλουν να σας εμποδίσουν, αλλ’ αν εναποθέσετε πλήρως την εμπιστοσύνη σας στον Ιεχωβά, θα λάβετε εξάπαντος τις ευλογίες που επιφυλάσσει ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν.—Ψαλμ. 62:7, 8.