«Εις τον Υπέρτατον Κύριον Ιεχωβά Έθεσα το Καταφύγιό Μου»
Αφήγησις υπο Ίζαμπελ Φόστερ
ΤΟ ΣΠΙΤΙ μας ήταν στους καταπράσινους λόφους και τις ευχάριστες κοιλάδες της Ιρλανδίας, κι εκεί γεννήθηκα στις 15 Ιανουαρίου 1880. Έχασα τον πατέρα και την μητέρα μου όταν ήμουν ακόμη πολύ μικρή. Οι κηδεμόνες θείοι μας απεφάσισαν να δώσουν σ’ εμάς τα κορίτσια πολλή θρησκευτική εκπαίδευσι, κι έτσι μας ενέγραψαν σ’ ένα Επισκοπελιανό ενοριακό σχολείο.
Μολονότι κάθε ημέρα άρχιζε με ανάγνωσι από τη Γραφή και μερικές εξηγήσεις από τη διδασκάλισσα, σπανίως έμενα πολύ ικανοποιημένη από αυτά που έλεγε, μολονότι η αγάπη μου για την Αγία Γραφή εξακολουθούσε ν’ αυξάνη. Και αποστηθίζαμε πολλά χωρία της Γραφής. Συχνά, όταν ανεφύετο κάποιο μικρό πρόβλημα, απευθυνόμουν σιωπηλά στον Κύριο με προσευχή, έχοντας υπ’ όψιν την υπόσχεσί του να χορηγή βοήθεια και προστασία.—Ψαλμ. 27:10.
Όταν έγινα αρκετά μεγάλη, ακολούθησα τις αδελφές μου που ήσαν τότε νυμφευμένες στο εξωτερικό, κι ακολούθησα τη σταδιοδρομία της νοσοκόμου στον Καναδά. Όταν απεφοίτησα, πήγα στη Νέα Υόρκη για ν’ ασκήσω εκεί το επάγγελμα, ασχολούμενη με ιδιωτικές περιπτώσεις, είτε στα σπίτια των είτε σε νοσοκομεία.
ΕΝΑ ΠΟΤΟ ΠΟΥ ΣΒΥΝΕΙ ΤΗ ΔΙΨΑ
Στη διάρκεια όλων των ετών που ήμουν στη Νέα Υόρκη δεν ήλθα σ’ επαφή με κανένα μάρτυρα του Ιεχωβά, μολονότι υπήρχε μια εκκλησία στο Μπρούκλυν, όπως έμαθα αργότερα. Επέστρεψα στο Ουίννιπεγκ, στον Καναδά, ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος εμαίνετο ακόμη, για να παρακολουθήσω εκεί μια επαγγελματική εκπαίδευσι και να επιτύχω μια θέσι στην επαρχιακή διοίκησι. Συνέπεσε ν’ ανήκη η ιδιοκτήτρια του σπιτιού μου στους Σπουδαστάς της Γραφής, όπως ήσαν τότε γνωστοί οι μάρτυρες του Ιεχωβά. Στην αρχή δεν το εγνώριζα αυτό κι εκείνη εδίσταζε να μου το πη.
Τελικά, κάποια μέρα έλαβε θάρρος για να ερωτήση ποια γνώμη είχα για το πού πηγαίνουν οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν. Της είπα ότι δεν εγνώριζα, ότι ήξευρα πώς δεν πηγαίνουν στον ουρανό προτού γίνη κρίσις, ότι δεν επίστευα στα πυρά του άδου, και ότι βεβαίως ήθελα να μάθω πού πηγαίνουν οι ψυχές των νεκρών. Μου ανέφερε πολλά εδάφια της Γραφής για ν’ αποδείξη ότι είμεθα ψυχές, ότι οι αμαρτωλές ψυχές πεθαίνουν, και ότι στον θάνατο το σώμα επιστρέφει στο χώμα και το πνεύμα ή πνοή της ζωής επιστρέφει στον Θεό ο οποίος την εχορήγησε αρχικά. (Γεν. 2:7· Ιεζ. 18:4· Εκκλησ. 12:7) Αυτό ετακτοποίησε το ζήτημα για μένα. Η μετάβασίς μου στην εκκλησία έληξε ακριβώς εκεί. Ήταν ως να εύρισκα μια πηγή δροσερού νερού μέσα στην έρημο.
Στην αρχή της ανοίξεως του 1918 βαπτίσθηκα για να συμβολίσω την αφιέρωσί μου να υπηρετώ τον Ιεχωβά. Τώρα πραγματικά ‘έθεσα το καταφύγιό μου εις τον Υπέρτατον Κύριον Ιεχωβά.’ (Ψαλμ. 73:28. ΜΝΚ) Αυτή η στάσις μου επρόκειτο σύντομα να υποστή δοκιμασία, διότι κάτω από τις πιέσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το Χριστιανικό έργο των μαρτύρων του Ιεχωβά καθώς και τα έντυπά των ήσαν υπό απαγόρευσιν. Έπρεπε να συναθροιζώμεθα κρυφά, και να κρατούμε μόνο τις γραφές μας. Αυτό, όμως, απεδείχθη ωφέλιμο, διότι, έπρεπε να είμεθα προετοιμασμένοι ν’ απαντούμε σε όλες τις ερωτήσεις της μελέτης από μνήμης.
Στη διάρκεια της απαγορεύσεως συνηθίζαμε να βγαίνωμε για έργο την αυγή και να βάζωμε Γραφικά φυλλάδια κάτω από τις πόρτες. Επίσης, είμεθα άγρυπνοι για ευκαιρίες να κάνωμε συμπτωματική μαρτυρία. Αργότερα, όταν κατηργήθη η απαγόρευσις, αισθανθήκαμε τη χαρά ενός νέου μέσου για τη διάδοσι των αγαθών νέων, δηλαδή, του περιοδικού Χρυσούς Αιών (τώρα γνωστού ως Ξύπνα!). Εγύρισα όλο το μέγαρο στο οποίον ευρίσκετο το γραφείο μου, και επέτυχα συνδρομές από τους περισσοτέρους προϊσταμένους τμημάτων.
ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΕΠΕΚΤΑΣΕΩΝ
Το Σήνταρ Πόιντ, Οχάιο, το 1922, ήταν η πρώτη μου μεγάλη συνέλευσις. Τι χαρά ήταν για μένα να μάθω ότι ‘πνεύμα ζωής εκ του Θεού ενήργησε και εστάθησαν οι μάρτυρες του επί τους πόδας αυτών και προεφήτευαν’! (Αποκάλ. 11:11) Όταν, στη διάρκεια της κυρίας ομιλίας, ο Πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά Ι. Φ. Ρόδερφορδ διάβασε το εδάφιο: «Και ήκουσα την φωνήν του Ιεχωβά, λέγοντος, Τίνα θέλω αποστείλει, και τις θέλει υπάγει δια ημάς;» ολόκληρη η συνέλευσις απήντησε ως ένας άνθρωπος: «Ιδού εγώ, απόστειλόν με.»—Ησ. 6:8, ΜΝΚ.
Από τότε άρχισε πραγματικά το έργον της επεκτάσεως. Κάθε Σαββατοκύριακο οργανώναμε ομίλους αυτοκινήτων και ταξιδεύαμε σε πόλεις και χωριά πολύ μακριά γύρω από το Ουίννιπεγκ, για να δώσωμε μαρτυρία στους ανθρώπους. Υπήρξε εναντίωσις, αλλά συχνά αυτό κατέληγε απλώς στο να εγείρεται περιέργεια, και οι άνθρωποι διάβαζαν τις εκδόσεις μας και μάθαιναν το άγγελμα αληθείας της Γραφής.
Άρχισα να σκέπτωμαι να δώσω ολόκληρο τον χρόνο μου στη διακονία κηρύγματος, διότι έβλεπα ότι ο αγρός ήταν ώριμος. Οι συνεργάται μου στο κυβερνητικό γραφείο περιέγραφαν αυτή την ενέργεια ως ανάληψι ενός έργου που δεν έχει κανένα μέλλον. Χωρίς να μεταπεισθώ καθόλου, απεφάσισα τελικά να εγγραφώ στην ολοχρόνια υπηρεσία ως σκαπανεύς διάκονος και απεχαιρέτησα την «ασφαλή» κυβερνητική μου εργασία. Αυτό συνέβη πριν από σαράντα ένα και πλέον χρόνια, και ποτέ δεν μετενόησα γι’ αυτό το βήμα. Ο Ιεχωβά απεδείχθη ασφαλώς ότι υπήρξε το καταφύγιόν μου.
ΜΙΑ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΚΛΗΣΙ
Η ολοχρόνια διακονία μου κηρύγματος ως σκαπανέως άρχισε στην Αϊόα το 1926. Αργότερα το έτος εκείνο συνδέθηκα με τον παρόντα σύντροφό μου, και μαζί κηρύτταμε τ’ αγαθά νέα σε απομονωμένες περιοχές σε δεκαεπτά διάφορες πολιτείες και τόσες πολλές κομητείες που δεν θυμάμαι πια τον αριθμό τους. Είχαμε ένα παλαιό αυτοκίνητο, αλλά και πάλι σπανίως βλέπαμε άλλους Μάρτυρας από το ένα έτος ως το επόμενο. Ένα άλλο ειδικό βήμα ήταν το να παρευρεθούμε στον ετήσιο εορτασμό του Δείπνου του Κυρίου μαζί με κάποια εκκλησία και να ενωθούμε με αυτή στο να ψάλωμε τους αίνους του Θεού μας.
Ανάμεσα στις αναμνήσεις που θα διατηρώ πάντοτε στοργικά είναι οι ευγενικές, ενθαρρυντικές επιστολές που παίρναμε από την Εταιρία. Εγνώριζαν πάντα πού είμεθα, και αυτή η σκέψις και μόνο ήταν μια μεγάλη παρηγοριά για μας. Και πόσο είχαμε ανάγκη αυτής της υποστηρίξεως! Σε μια κομητεία της πολιτείας Μισσισσιππή, παραδείγματος χάριν, ο δήμαρχος μάς έστειλε μήνυμα με τον γραμματέα του ότι δεν μπορούσαμε να συνεχίσωμε το έργο μας χωρίς άδεια. Ο δήμαρχος ήταν επόπτης του Κατηχητικού Σχολείου των Μεθοδιστών. Του εξηγήσαμε ότι το έργον μας δεν ήταν εμπορικό, και παρά την απειλή της συλλήψεως εξακολουθήσαμε ως συνήθως. Ενθυμηθήκαμε ότι οι Χριστιανοί του πρώτου αιώνος ‘επειθάρχουν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.’ (Πράξ. 5:29) Μας συνέλαβαν και ένας ντροπαλός δεσμοφύλαξ μάς έβαλε σ’ ένα βιαστικά καθαρισθέν κελλί.
Η ημέρα της δίκης συνεχώς ανεβάλλετο ωσότου επιμείναμε να γίνη έναρξις της δίκης μας γρηγορότερα, διότι δεν είχαμε καμμιά πρόθεσι ν’ απέχωμε από τη θεόδοτη υπηρεσία μας. Με την κατηγορία μικροπωλητρίας χωρίς άδεια, στάθηκα στο βήμα για να βεβαιώσω ότι δεν ήμουν μικροπωλήτρια, αλλά πρέσβυς του Κυρίου. Μας εκήρυξαν ενόχους και μας κατεδίκασαν σε πρόστιμο ή πεντάμηνο φυλάκισι. Έγινε έφεσις στο Περιφερειακό Δικαστήριο, αλλά όταν έφθασε ο καιρός της συζητήσεώς της τον επόμενο χειμώνα ο δικαστής αρνήθηκε την εκδίκασί της και «την έθεσε στο αρχείο.» Οπωσδήποτε, ένα σμήνος Μαρτύρων κατέβηκε από το Μέμφις στην κομητεία και έδωσε πλήρη μαρτυρία στους κατοίκους της χωρίς περαιτέρω επέμβασι.
Συχνά ο τομεύς ήταν τόσο απομονωμένος ώστε πολλοί δρόμοι του δεν υπήρχαν ούτε στον χάρτη. Μια μέρα στο Μπλου Ριτζ Μάουντενς ρωτήσαμε αν ένας ωρισμένος πλάγιος δρόμος ωδηγούσε σε μια μικρή πόλι που θέλαμε να φθάσωμε. Η απάντησις ήταν Ναι, χωρίς καμμιά άλλη διευκρίνησι. Έτσι, συνεχίσαμε, αλλά σύντομα παρετηρήσαμε ότι αυτός ο δρόμος εγίνετο σταθερά χειρότερος ωσότου έφθασε να μην είναι παρά ένα στενό χείλος επάνω από μια απόκρημνη πλευρά του βουνού. Ο δρόμος ως την κοιλάδα κάτω εφαίνετο ότι είναι 800 περίπου μέτρα. Όταν φθάσαμε κάτω στην κοιλάδα, ο υπάλληλος στον σταθμό ανεφοδιασμού βενζίνης ερώτησε πώς φθάσαμε εκεί. Του δείξαμε τον δρόμο που περάσαμε, και αυτός ανεφώνησε: «Αδύνατο! Σ’ εκείνον τον δρομάκο είναι επικίνδυνο και να βαδίση ακόμη κανείς!»
Στη διάρκεια των ετών της οικονομικής κρίσεως ανταλλάσσαμε Γραφές και άλλα έντυπα με τρόφιμα όπως λαχανικά, φρούτα, αυγά ακόμη και κοττόπουλα. Όταν επρόκειτο για κοττόπουλα, έπρεπε μάλιστα πότε-πότε να τρέχωμε να τα πιάνωμε εμείς οι ίδιοι. Δεν θα προχωρήσω σε λεπτομέρειες όσον αφορά τον τρόπο που το εκάναμε αυτό· μπορώ, όμως, να πω ένα πράγμα, ότι τα κοττόπουλα είδους «λέγκχορν» είναι τα χειρότερα! Επίσης, ωφείλαμε να διασχίζωμε μεγάλες αποστάσεις αυλακωμένων δρόμων, μήκους μερικές φορές εκατό περίπου χιλιομέτρων μ’ επιστροφή. Αρχίζαμε την αυγή και δεν επεστρέφαμε παρά μετά τη δύσι. Εν τούτοις, μ’ όλες αυτές τις πείρες διατηρούσαμε την καλή μας διάθεσι και ποτέ δεν σκεφθήκαμε να σταματήσωμε.
Κατόπιν ήλθε το έργο ειδικού σκαπανέως το 1937. Αυτό εσήμαινε να πηγαίνωμε σε ανεπεξέργαστες πόλεις ή πόλεις όπου οι εκκλησίες του λαού του Ιεχωβά είχαν ανάγκη βοηθείας. Δεν θα λησμονήσωμε ποτέ την καλωσύνη των Χριστιανών αδελφών μας στην πόλι του Νιου Τζέρσεϋ όπου μας απέστειλαν πρώτα. Εξεδήλωσαν γενναιόδωρη φιλοξενία και μας βοήθησαν στην εξεύρεσι διαμερίσματος. Και κατόπιν πόσο ενθουσιασμένοι ήμεθα που μπορούσαμε να πηγαίνουμε πάλι τακτικά σε συναθροίσεις και ν’ απολαμβάνωμε τη συναναστροφή των αδελφών μας αρρένων και θηλέων της ιδίας πίστεως!
Το 1939 είχαμε το προνόμιο να παρευρεθούμε στο Μάντισον Σκουέρ Γκάρντεν, της πόλεως της Νέας Υόρκης, όταν ο πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, Ι. Φ. Ρόδερφορντ, εξεφώνησε τη δυνατή ομιλία του με τον τίτλο «Κυβέρνησις και Ειρήνη» παρά τις αποφασιστικές προσπάθειες οχλαγωγιών να διαλύσουν την συνάθροισι. Οι κραυγές και οι χλευασμοί των απέτυχαν να καταπνίξουν την ομιλία, η οποία προχώρησε στο μεγάλο κορύφωμά της.
ΧΑΡΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Το 1943 ο σύντροφός μου κι εγώ διωρισθήκαμε να εργασθούμε σε συνεργασία με την εκκλησία της Βοστώνης στην Μασσαχουσέττη, και είχαμε την ικανοποιητική πείρα να την βλέπομε ν’ αυξάνη, να διχοτομήται και να επαναδιχοτομήται, ώσπου σήμερα υπάρχουν δέκα εκκλησίες σ’ εκείνη την περιοχή. Στο μεταξύ πολλές φορές διερωτηθήκαμε για τ’ αποτελέσματα της υπηρεσίας μας στις πολλές μεμονωμένες περιοχές που είχαμε καλύψει. Φαντασθήτε τη χαρά μας όταν ελάβαμε μια επιστολή, που μας διεβίβασε η Εταιρία, από μια Μάρτυρα από τις νοτιώτερες πολιτείες η οποία επιθυμούσε να μας πληροφορήση τι εσήμαιναν οι επισκέψεις μας γι’ αυτήν και για την οικογένειά της! Το επόμενο έτος της τελευταίας μας επισκέψεως, όταν έφθασαν άλλοι Μάρτυρες, ήσαν έτοιμοι για βάπτισμα—πατέρας, μητέρα και ο μεγάλος γυιός και η κόρη. Γρήγορα πούλησαν το κτήμα τους κι έγιναν σκαπανείς διάκονοι.
Τώρα είμαι ανάπηρη, αλλά καθώς εξακολουθώ να κάνω αυτό που μπορώ, ενθυμούμαι συνεχώς τα πολλά ευλογητά προνόμια που μου εχορήγησε ο Ιεχωβά στη διάρκεια των ετών. Πόσο ευτυχής είμαι που ακολούθησα τη σοφή πορεία του ψαλμωδού και μπόρεσα να πω όπως αυτός: «Εις τον Υπέρτατον Κύριον Ιεχωβά έθεσα το καταφύγιόν μου»!—Ψαλμ. 73:28, ΜΝΚ.